Supreme Court dismisses appeal arguing lower court ignored evidence, ruling it was implicitly considered. Appeal rejected under Article 562 of Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Crete's decision of 321/2010. The appellant argued the lower court failed to address specific documentary evidence submitted during the trial. The court ruled that the appellate court's general reference to all legally submitted documents implicitly covered these items, rendering the appeal inadmissible under Article 562 of the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArt. 562 para. 2 K.P.D.; An appeal argument is inadmissible if it relies on an assertion not lawfully proposed before the court of first instance, unless it concerns a non-proposable violation, a defect in the decision itself, or public order.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 975 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 975/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Πατρινό.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Σπανουδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-11-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 6-5-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λασιθίου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 86/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 501/2008 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε η τότε αναιρεσείουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την από 8-11-2008 αίτησή της και ο τότε και ήδη αναιρεσείων με την από 22-12-2008 αίτησή του. Επί των αιτήσεων αυτών εκδόθηκαν οι 19...2009 και 1912/2009 αποφάσεις του Αρείου Πάγου αντίστοιχα, με τις οποίες αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 321/2010 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, την αναίρεση της οποίας ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 15-12-2010 αίτησή του. Επ’ αυτής εκδόθηκε η 873/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτησή της. Ήδη η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 4-7-2014 κλήση της αναιρεσίβλητης.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 2-11-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αναιρεσίβλητης στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται να είχε προταθεί νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της προτάσεως αυτής (Ολ.Α.Π.16/2000). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ.1 περ.α Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι κατά παράβαση της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 15 Α.Κ.
εφάρμοσε στην ένδικη διαφορά το ελληνικό δίκαιο ενώ δέχθηκε ότι ο γάμος αυτού με την αναιρεσίβλητη τελέσθηκε στη Λάρνακα της Κύπρου, ότι η κατοικία της αναιρεσίβλητης είναι στη Λάρνακα και ότι η τελευταία κοινή ιθαγένεια των διαδίκων ήταν η κυπριακή. Ο λόγος είναι απαράδεκτος προεχόντως διότι ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι το σχετικό ισχυρισμό περί του εφαρμοστέου δικαίου προέβαλε ενώπιον του εφετείου, σε κάθε περίπτωση δε διότι από την επισκόπηση της από 12-10-2007 εφέσεώς του προκύπτει ότι όχι μόνο δεν προέβαλε τέτοιο ισχυρισμό αλλά αντίθετα ζήτησε την εφαρμογή του ελληνικού δικαίου στη μεταξύ των διαδίκων διαφορά, αφού με αυτήν (την έφεσή του) παραπονέθηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 1400 Α.Κ., απέρριψε ως αόριστη την αγωγή του κατά της αναιρεσίβλητης.
Για τη θεμελίωση του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.β Κ.Πολ.Δ. για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει η παραβίαση να αφορά την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ’ αυτόν, ενώ ο ως άνω λόγος δεν θεμελιώνεται όταν η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφορά την εκτίμηση αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων επικαλείται ότι με το να δεχθεί το εφετείο ότι ούτε από τα εμφαινόμενα στις φορολογικές δηλώσεις του εισοδήματά του ούτε από άλλο στοιχείο αποδεικνυόταν ότι τα περιουσιακά του στοιχεία ήταν τέτοια που να του δίδουν τη δυνατότητα καλύψεως της δαπάνης ανεγέρσεως της επίδικης οικοδομής, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι "οι ιατροί χειρουργοί, πέραν των αναγραφομένων στις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις εισοδήματος, έχουν και εισοδήματα από άλλες πηγές, δωρεά παροχή υπηρεσιών από αποκατασταθέντες στην υγεία τους επαγγελματίες κ.α.". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι η επικαλούμενη με αυτόν παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα δικαίου αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων, ανεξαρτήτως του ότι το επικαλούμενο γεγονός δεν αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας.
Από τις διατάξεις του άρθρου 1400 Α.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 ν.1329/1983, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της αξιώσεως του ενός συζύγου για συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου κατά τη διάρκεια του γάμου είναι: α) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή, κατ’ ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διαστάσεως των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του υποχρέου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου και γ) η συμβολή του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση, με οποιοδήποτε τρόπο, της περιουσίας του υπόχρεου.
Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα. Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγομένης σε τιμές του χρόνου ασκήσεως της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.
Στην αγωγή του δικαιούχου και στη σχετική απόφαση είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται το είδος της συμβολής, η αξία της και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτής με την αύξηση της περιουσίας του υποχρέου. Η συμβολή δε του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του υποχρέου μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την κατά τα άρθρα 1389 και 1390 Α.Κ.
υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών. Έτσι είναι αναγκαία η χρηματική αποτίμηση των υπηρεσιών αυτών μόνο κατά το μέρος που αυτές υπερβαίνουν το μέτρο το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες. Όταν όμως ζητείται η επιδίκαση του τεκμαιρομένου ποσοστού (1/3) των αποκτημάτων, ο ενάγων θα δικαιούται το ένα τρίτο από την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει οποιαδήποτε συμβολή του στην αύξηση αυτή, υπό την προϋπόθεση βέβαια της επικλήσεως και αποδείξεως τέτοιας αυξήσεως της περιουσίας του άλλου συζύγου.
Εξάλλου ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλλει μεταξύ άλλων ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 Α.Κ.
τεκμήριο της συμβολής της συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο στη Λάρνακα Κύπρου στις 18-7-1982... απέκτησαν δε και την ελληνική ιθαγένεια.
Η έγγαμη συμβίωσή τους... δεν εξελίχθηκε ομαλά και διακόπηκε οριστικά... κατά μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2002, όταν και αποχώρησε η ενάγουσα-εναγομένη με τα τέκνα της για τη Λάρνακα Κύπρου, όπου και διαμένει μέχρι σήμερα. Έτσι κατά το χρόνο άσκησης των ως άνω αγωγών (Νοέμβριο 2005 και Μάιο 2006) είχε συμπληρωθεί χρόνος διάσπασης τριών...
τουλάχιστον ετών. Οι διάδικοι, κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου τους, που δεν επέλεξαν το σύστημα της κοινοκτημοσύνης, στερούνταν οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου, ενώ κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους και μέχρι τον κρίσιμο χρόνο της συμπλήρωσης τριετίας (Σεπτέμβριος 2005) ο εναγόμενος Θ. Κ.
απέκτησε κατά κυριότητα τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία. Το έτος 1993 δυνάμει του υπ’ αριθμ....13-7-1993 συμβολαίου αγοράς... νόμιμα μεταγεγραμμένου... απέκτησε αυτός (εναγόμενος) την κυριότητα ενός οικοπέδου εκτάσεως 1.862,28 τ.μ. ευρισκομένου στη θέση "... ..." της κτηματικής περιφέρειας Ελούντας Αγίου Νικολάου αντί του καταβληθέντος τιμήματος των 3.500.000 δραχμών...
Στο οικόπεδο αυτό ανεγέρθηκε σταδιακά διώροφη μονοκατοικία αποτελούμενη από ισόγειο χώρο, πρώτο και δεύτερο ορόφους, συνολικής επιφανείας 165,62 τ.μ. και επί πλέον από υπόγειο επιφανείας 66,81 τ.μ... η ανοικοδόμηση της οποίας αποπερατώθηκε το έτος 1996 και εν συνεχεία κατασκευάσθηκε πισίνα μεγάλη κατά το έτος 2000...
Το δικαστήριο, συνεκτιμώντας όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία και λαμβάνοντας υπόψη το εμβαδόν του οικοπέδου και της οικίας, την περιοχή (Ελούντα) όπου βρίσκεται, η οποία είναι από τις πλέον τουριστικές και ανεπτυγμένες της Κρήτης, την πανοραμική θέση με θέα τη θάλασσα και λόφους, την... εμπορικότητα της περιοχής, η οποία χαρακτηρίζεται κυρίως από πολύ καλές κατασκευές, πολυτελή ξενοδοχεία κ.λ.π., τους διαμορφωμένους εξωτερικούς χώρους της μονοκατοικίας, όπως πέργκολα, πισίνα, πετρόκτιστα τοιχία κ.λ.π., καταλήγει στην κρίση, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ότι η αξία αυτού του ακινήτου κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο άσκησης των αγωγών ανερχόταν στο συνολικό ποσό των επτακοσίων χιλιάδων...
ευρώ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι και οι δύο διάδικοι εργάζονταν και ειδικότερα εξ αυτών ο εναγόμενος απασχολείται από το έτος 1984 συνεχώς ως ιατρός χειρουργός σε νοσοκομείο στον Άγιο Νικόλαο Λασιθίου, διορισμένος στο Εθνικό Σύστημα Υγείας... Τα ετήσια εισοδήματά του από την εργασία του αυτή... για τα οικονομικά έτη από 1993 μέχρι και το έτος 1997 (ήτοι διάστημα που έγινε η αγορά του οικοπέδου και η ανέγερση της οικίας...) ανέρχονταν αντίστοιχα σε δραχμές 3.237.083, 3.339.437, 3.961.769, 3.790.731 και 3.508.842 ως δηλωθέντα από μισθωτές υπηρεσίες.
Επίσης ο εναγόμενος το έτος 1995 έλαβε στεγαστικό δάνειο ύψους 4.200.000 δραχμών από την Εθνική Κτηματική Τράπεζα, το οποίο και εξόφλησε με χρήματα από τα εισοδήματά του... ενώ το έτος αυτό (1995) έλαβαν ο ίδιος (εναγόμενος) και η ενάγουσα από κοινού άλλο στεγαστικό δάνειο ύψους 9.000.000 δραχμών (που αντιστοιχεί σε 26.413 ευρώ) από το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Αγίου Νικολάου Λασιθίου, επιμεριζόμενο κατά το ήμισυ στον καθένα, το οποίο και εξοφλήθηκε σε δόσεις που παρακρατήθηκαν αντίστοιχα από τους μισθούς τους...
πλην του υπολοίπου οφειλομένου ποσού των 11.300 ευρώ που πληρώθηκε το 2006 εφάπαξ μόνο από τον εναγόμενο με χρήματά του... Αμφότερα τα δάνεια αυτά αναλώθηκαν για την κατασκευή της άνω οικοδομής... Δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος έλαβε το έτος 1995 το ποσό των 15.000 κυπριακών λιρών ως τίμημα που καταβλήθηκε σ’ αυτόν από την αδελφή του ..., λόγω αγοράς από την τελευταία το έτος 1982 οικοπέδου ιδιοκτησίας του πρώτου και ότι το συνάλλαγμα αυτό διατέθηκε για την αποπεράτωση των εργασιών της εν λόγω οικίας, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο ίδιος ο εναγόμενος, ενώ αντίθετα αποδείχθηκε ότι το ακίνητο αυτό (χωράφι) του τελευταίου το έτος 1982 μεταβιβάθηκε μεν στην αδελφή του, λόγω όμως δωρεάς...
Αποδείχθηκε ακόμη ότι η ενάγουσα Μ. Μ. εργάσθηκε ως καθηγήτρια μέσης εκπαίδευσης στην Κρήτη από το έτος 1989 ως αναπληρώτρια για ένα έτος στην Ιεράπετρα και μετά (ήτοι από 1990) ως μόνιμη, τα δε ετήσια εισοδήματά της από την εργασία της αυτή ανέρχονταν αντίστοιχα κατά τα προαναφερόμενα οικονομικά έτη (1993 έως και 1997)...
σε 2.146.653, 2.350.349, 2.660.504, 4.080.955 και 3.820.014 δραχμές... Επίσης οι επικαλούμενες από καθένα των διαδίκων αναλήψεις χρημάτων κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα... είναι μεν αληθές ότι πράγματι έγιναν, πλην όμως πέραν του ότι... είναι περίπου ισόποσες, δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο ότι αναλώθηκαν στο συγκεκριμένο ακίνητο (αγορά οικοπέδου και ανέγερση οικοδομής), όπως αβάσιμα υποστηρίζει έκαστος εξ αυτών (διαδίκων) ή τυχόν σε άλλες οικογενειακές αλλά και ατομικές ανάγκες.
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η ενάγουσα κατά τα έτη 1992 και 1993 έλαβε χρηματική βοήθεια σε κυπριακές λίρες από τους γονείς της που κατοικούν στην Κύπρο και οι οποίες (λίρες) αντιστοιχούν σε δραχμές στα ποσά των 800.000 και 2.500.000... δηλαδή στο συνολικό ποσό των 3.300.000 δραχμών, επί πλέον δε (έλαβε) και το ποσό των 23.000 κυπριακών λιρών, το οποίο δόθηκε στην ενάγουσα κατά το κρίσιμο διάστημα από την οικογένειά της, ως δωρεά από το τίμημα που έλαβαν οι ίδιοι οι γονείς της λόγω πωλήσεως σε τρίτο ακινήτου τους στο Παραλίμνι Κύπρου και τα οποία αναλώθηκαν στο επίμαχο ακίνητο...
ως εκ τούτου αποδείχθηκε ότι με τα χρηματικά αυτά ποσά η τελευταία (ενάγουσα) συνέβαλε κατά αιτιώδη συνάφεια στη μετά το γάμο επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου... Τέλος αποδείχθηκε ότι αμφότεροι οι διάδικοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο συζυγικό οίκο και απασχολούνταν με την επιμέλεια των τέκνων τους, οι υπηρεσίες τους δε αυτές δεν υπερέβαιναν την...
υποχρέωση συνεισφοράς τους στην αντιμετώπιση των οικογενειακών τους αναγκών. Με βάση τα δεδομένα αυτά η ενάγουσα συνέβαλε με τους προαναφερθέντες τρόπους (παροχή οικονομικής βοήθειας από τους γονείς της οι οποίοι την συνέδραμαν στο γάμο της, εισοδήματα από την εργασία, λήψη από κοινού στεγαστικού δανείου) στην αγορά του ανωτέρω οικοπέδου και στην ανέγερση της οικοδομής, δηλαδή στη μετά το γάμο επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου.
Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η ενάγουσα δεν συνεισέφερε στην απόκτηση των ακινήτων αυτών (οικοπέδου και οικοδομής) αλλά όλες οι δαπάνες καλύφθηκαν από δικά του εισοδήματα δεν αποδεικνύεται... καθώς ούτε τα προαναφερόμενα εισοδήματα που εμφαίνονται στις... φορολογικές δηλώσεις δικαιολογούσαν την αγορά του οικοπέδου ούτε...
τα περιουσιακά του στοιχεία κατά τα επόμενα έτη και ως το έτος 1996 ήταν τέτοια που να του δίδουν τη δυνατότητα, χωρίς να χρειαστεί η συμβολή της ενάγουσας, να καλύψει την απαιτούμενη δαπάνη ανέγερσης της οικοδομής, η οποία κατά τον ίδιο ανήλθε τουλάχιστον στο ποσό των 28.500.000 δραχμών και να καλύπτει και τα έξοδα της τετραμελούς οικογενείας του, κατά τους ισχυρισμούς και πάλι του ιδίου...
Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε... ότι η περιουσία της εναγομένης-ενάγουσας (Μ. Μ.) αυξήθηκε κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής της με τον ενάγοντα-εναγόμενο (Θ. Κ.) και συγκεκριμένα ότι περιήλθαν στην κυριότητά της: α) το έτος 1985 ένα διαμέρισμα επιφανείας 90 τ.μ. στον πέμπτο όροφο οικοδομής που βρίσκεται στην οδό ..., στην πόλη Λάρνακα της Κύπρου, αξίας, κατά το χρόνο συμπλήρωσης της τριετίας από τη διάσπαση του γάμου της, 150.000 κυπριακών λιρών (ή 300.000 ευρώ), β) το έτος 2000 κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός διαμερίσματος επιφανείας 40 τ.μ.
που βρίσκεται στην οδό ..., Μέγαρο Λαϊκής Τράπεζας, στην ίδια ως άνω πόλη αξίας 40.000 λιρών (ή 70.000 ευρώ) και γ) το έτος 1999 ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο Skoda ..., αξίας κατά τον αυτό χρόνο 20.000 ευρώ, καθώς και ότι όλα καλύφθηκαν με τα χρήματα του τελευταίου (ενάγοντα) που ήταν κυρίως προϊόν της άνω εργασίας του όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο τελευταίος με την πιο πάνω αγωγή του...
Αντίθετα αποδείχθηκε: α) ότι το μεν πρώτο διαμέρισμα, εμβαδού 72 τ.μ. στον πέμπτο όροφο οικοδομής επί της ... στην πιο πάνω πόλη, περιήλθε στην κυριότητα της εναγομένης από κληρονομία της αποβιώσασας το έτος 1992 μητέρας της Χ. Μ. και εν συνεχεία διανομή κληρονομιαίων μεταξύ των συγκληρονόμων... και συνεπώς δεν υπολογίζεται στην αύξηση της περιουσίας σύμφωνα με το άρθρο 1400 παρ.3 του Α.Κ., πέραν του ότι ήδη το έτος 2003 το μεταβίβασε λόγω δωρεάς στην πρώτη θυγατέρα της Χ., β) το άλλο διαμέρισμα στο Μέγαρο Λαϊκής ανήκει κατά συγκυριότητα λόγω αγοράς στην αυτή ως άνω θυγατέρα των διαδίκων και στη Χ.
Μ., θυγατέρα του αδελφού της εναγομένης, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στην καθεμία... και τέλος γ) ότι η εναγομένη το έτος 2002 απέκτησε κατά κυριότητα το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής Skoda Fabia και όχι ... που αόριστα (χωρίς να επικαλείται ούτε αριθμό κυκλοφορίας) αλλά και αβασίμα υποστηρίζει ο ενάγων, το οποίο (όχημα) αποπληρώθηκε το έτος 2006 από την ίδια την εναγομένη με δάνειο που είχε λάβει από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος...
Κατόπιν όλων αυτών αποδείχθηκε ότι η περιουσία του εναγομένου-ενάγοντα (Θ. Κ.), η οποία κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου (18-7-1982) ήταν μηδενική, αυξήθηκε από τότε έως το Σεπτέμβριο του 2005, οπότε συμπληρώθηκε τριετία από τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης αυτών, ως προς το άνω ακίνητο, ήτοι οικόπεδο με την επ’ αυτού ανεγερθείσα μονοκατοικία, και η συμβολή της ενάγουσας-εναγομένης (Μ.
Μ.) στην περιουσιακή αυτή επαύξηση του πρώτου (εναγομένου) υπάρχει και πρέπει, κατ’ εφαρμογή του τεκμηρίου της διάταξης του άρθρου 1400 παρ.1 εδ.β του Α.Κ., να καθοριστεί στο 1/3 αυτής... δεδομένου και ότι ο εναγόμενος δεν κατέρριψε το τεκμήριο... αφού δεν απέδειξε ότι η συμβολή της συζύγου του στην επαύξηση της περιουσίας του ήταν μηδενική...".
Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο (το οποίο προηγουμένως είχε δεχθεί τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων συζύγων και είχε εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που είχε απορρίψει ως αόριστες τις συνεκδικασθείσες αγωγές τους ως προς τις βάσεις τους από την τεκμαιρόμενη συμβολή καθενός στα αποκτήματα του άλλου) δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης ως βάσιμη και αναγνώρισε ότι ο αναιρεσείων υποχρεούται να της καταβάλει το ποσό των 234.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, απέρριψε δε την αγωγή του αναιρεσείοντος ως αβάσιμη.
Έτσι που έκρινε το εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα κρίσιμα ζητήματα της συμμετοχής της αναιρεσίβλητης στα αποκτήματα του αναιρεσείοντος κατά τη διάρκεια του γάμου τους κατά το τεκμαιρόμενο ποσοστό του 1/3 και της μη συμμετοχής του δευτέρου στα αποκτήματα της πρώτης.
Συνεπώς ο από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων (επικαλούμενος αποσπασματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως και αντιφατικότητα αυτών, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των αντιφάσεων) υποστηρίζει τα αντίθετα, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 17 παρ.2 ν.2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής καθιερώνεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο για πράγματα που δέχθηκε ως αληθινά δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσκομισθεί καμμιά απόδειξη (Α.Π.39/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον από το άρθρο 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δ. τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δέχθηκε αυθαιρέτως ότι η αξία του οικοπέδου του με την οικία που ανεγέρθηκε σ’ αυτό ανερχόταν κατά τον κρίσιμο χρόνο στο ποσό των 700.000 ευρώ, χωρίς να υπάρχει οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο ως προς τη θέση του οικοπέδου.
Ο λόγος είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι με αυτόν ο αναιρεσείων, υπό την κατ’ επίφαση επίκληση του άρθρου 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δ., προβάλλει κατά της προσβαλλομένης αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), σε κάθε δε περίπτωση αβάσιμος αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης, την ανώμοτη εξέταση του αναιρεσείοντος και τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.12 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν την είχε κατά νόμο ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη μολονότι την είχε κατά νόμο (Α.Π.26/2010).
Εξάλλου κατά το άρθρο 438 Κ.Πολ.Δ. "Εγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση.
Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού". Στην προκειμένη περίπτωση με τον από το άρθρο 559 αριθ.12 Κ.Πολ.Δ. πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι ενώ στο συμβόλαιο αγοράς του οικοπέδου του αναφέρεται ότι το τίμημα καταβλήθηκε σε μετρητά και το συνομολογεί και η πωλήτρια και ενώ ο ίδιος προσκόμισε μετ’ επικλήσεως αντίγραφα του προσωπικού του λογαριασμού καταθέσεων από τα οποία προκύπτει ότι οι τραπεζικοί του λογαριασμοί υπέστησαν κατά το χρόνο αγοράς του ακινήτου του μείωση ίση με την αξία του ακινήτου, τους φόρους και τα λοιπά έξοδα, με την προσβαλλομένη, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 438 Κ.Πολ.Δ., έγινε δεκτό ότι "...
δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο ότι αναλώθηκαν στο συγκεκριμένο ακίνητο (αγορά οικοπέδου)...". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι: α) το τυχόν αναγραφόμενο στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ότι το τίμημα καταβλήθηκε σε μετρητά και ότι το συνομολογεί ο πωλητής (και όχι ότι το τίμημα καταβλήθηκε σε μετρητά ενώπιον του συμβολαιογράφου), δεν αποτελεί πλήρη απόδειξη ούτε του ότι πράγματι καταβλήθηκε το τίμημα ούτε του ότι η σύζυγος του αγοραστή δεν συμμετέσχε στη δαπάνη αγοράς του πωληθέντος ακινήτου και β) τα αντίγραφα των λογαριασμών καταθέσεων είναι απλά έγγραφα και δεν έχουν αυξημένη αποδεικτική ισχύ.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.20 Κ.Πολ. Δ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου κώδικα, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον από το άρθρο 559 αριθ.20 Κ.Πολ.Δ. έκτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι: α) ενώ αυτός επικαλέστηκε και προσκόμισε τα εκκαθαριστικά σημειώματα φορολογίας εισοδήματός του των οικονομικών ετών 1993, 1994, 1995 και 1996, με βάση τα οποία τα εισοδήματά του κατά τα έτη αυτά ανέρχονταν στα ποσά των 6.398.009, 6.187.476, 7.029.387 και 6.635.205 δραχμών αντίστοιχα, η προσβαλλομένη δέχθηκε ότι με βάση τα εκκαθαριστικά αυτά σημειώματα τα εισοδήματά του κατά τα έτη 1993 έως 1997 ανέρχονταν στα ποσά των 3.237.083, 3.339.437, 3.961.769, 3.790.732 και 3.508.842 δραχμών αντίστοιχα, β) ενώ με βάση το ...13-7-1993 συμβόλαιο αγοράς του, το οικόπεδο που απέκτησε αυτός διαρκούντος του γάμου των διαδίκων βρίσκεται στη θέση "...
ή ...", η οποία απέχει από την Ελούντα τουλάχιστον έξι χιλιόμετρα, η προσβαλλομένη δέχθηκε ότι αυτό βρίσκεται στη θέση "... ή ... της κτηματικής περιφέρειας Ελούντας Αγίου Νικολάου", γ) η προσβαλλομένη δέχθηκε κατά λέξη "...την περιοχή (Ελούντα) όπου βρίσκεται είναι από τις πλέον τουριστικές και αναπτυγμένες της Κρήτης", ενώ αυτό ισχύει μεν για την Ελούντα, όχι όμως και για τη θέση όπου βρίσκεται το ακίνητό του και ότι συνακόλουθα η προσβαλλομένη παραμόρφωσε και τις φωτογραφίες που προσκομίσθηκαν ενώπιον του εφετείου, οι οποίες δείχνουν πού βρίσκεται το πιο πάνω περιουσιακό στοιχείο.
Ο λόγος αυτός είναι κατά μεν το πρώτο σκέλος του αβάσιμος διότι ο αναιρεσείων, για την απόδειξη της βασιμότητάς του, δεν προσκομίζει τα φερόμενα ως παραμορφωθέντα έγγραφα (εκκαθαριστικά σημειώματα και συμβόλαιο), κατά δε τα δεύτερο και τρίτο σκέλη του προεχόντως απαράδεκτος διότι με αυτά δεν αποδίδεται στην προσβαλλομένη εσφαλμένη ανάγνωση αλλά εσφαλμένη εκτίμηση των σχετικών εγγράφων (συμβολαίου και φωτογραφιών).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ. έβδομο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα κατωτέρω έγγραφα που αυτός επικαλέστηκε και προσκόμισε για την απόδειξη των αρνητικών της αγωγής της αναιρεσίβλητης ισχυρισμών του ότι οι δαπάνες αγοράς του οικοπέδου που απέκτησε διαρκούντος του γάμου των διαδίκων και ανεγέρσεως της επ’ αυτού οικοδομής έγιναν από τον ίδιο και συγκεκριμένα: 1) Αντίγραφο της αναλυτικής κινήσεως του ...
λογαριασμού που τηρεί στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος για το διάστημα από 1-6-1993 έως 31-12-1993. 2) Την ...25-8-1984 οικοδομική άδεια της Νομαρχίας Λασιθίου. 3) Την ...6-4-1994 επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος. 4) Τις από 10-2-1994, 20-7-1994, 2-9-1994, 4-11-1994 και 10-2-2000 αποδείξεις εισπράξεως της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία Β.Ε.Σ.Α.Ε., ποσών 1.500.000, 500.000, 500.000, 770.000 και 1.250.000 δραχμών αντίστοιχα, που καταβλήθηκαν με τις ...
και ... επιταγές της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, με ημερομηνίες 14-2-1994, 21-7-1994, 2-9-1994, 4-11-1994 και 2-9-1994 αντίστοιχα. 5) Το …30-11-1994 τιμολόγιο του Ι. Κ., ποσού 1.359.360 δραχμών, για την εξόφληση του οποίου του παρέδωσε τις ... και ... επιταγές της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσών 1.000.000 και 1.000.000 δραχμών αντίστοιχα, με ημερομηνίες 2-6-1994 και 14-7-1994 αντίστοιχα. 6) Τα ...11-5-1994, ...11-5-1994, ...12-5-1994, ...12-5-1994, ...13-5-1994, ...16-5-1994, ...30-5-1994, ...30-5-1994, ...31-5-1994, ...16-9-1994, ...19-9-1994, ...21-9-1994, ...21-9-1994, ... 4-10-1994 και ...17-10-1994 τιμολόγια-δελτία αποστολής του Γ.
Ε. Σ., ποσών 58.976, 131.513, 250.745, 41.413, 16.770, 16.321, 15.576, 43.197, 25.509, 357.835, 24.230, 21.702, 9.327, 47.709 και 90.919 αντίστοιχα και την ...12-12-1994 εξοφλητική απόδειξη του ιδίου, ποσού 180.000 δραχμών, για την εξόφληση των οποίων του παρέδωσε τις ... και ... επιταγές της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσών 1.200.000, 300.000 και 180.000 δραχμών αντίστοιχα, με ημερομηνίες 14-2-1994, 19-10-1994 και 13-12-1994 αντίστοιχα. 7) Τις ...26-11-1994, ...9-12-1994 και ...21-12-1994 αποδείξεις λιανικής πωλήσεως του Μ.
Ζ., ποσών 140.000, 140.000 και 157.500 δραχμών αντίστοιχα, για την εξόφληση των οποίων του παρέδωσε τις ... και ... επιταγές της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσών 156.000, 228.000 και 178.000 δραχμών αντίστοιχα, με ημερομηνίες 28-11-1994, 12-12-1994 και 22-12-1994 αντίστοιχα. 8) Τις ... και ... επιταγές της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσών 137.000 και 466.000 δραχμών αντίστοιχα, με ημερομηνίες 20-11-1995 και 31-5-1994 αντίστοιχα. 9) Τα ...30-1-1995, ...6-5-1995, ...9-6-1995, ...12-7-1995, ...8-8-1995, ...8-8-1995, ...9-9-1995, ...9-9-1995, ...11-11-1995, ...11-10-1995, ...19-9-1994, ...27-12-1995, ...27-12-1995, ...6-6-1996, ...20-5-1996 και ...6-6-1996 τιμολόγια της εταιρείας "Ι.
Ν. Ε.Π.Ε.", ποσών 120.955, 268.005, 239.950, 248.730, 169.486, 147.200, 47.600, 163.890, 206.100, 215.900, 119.200, 23.010, 89.960, 145.450, 104.800 και 44.400 δραχμών αντίστοιχα και την ...8-8-1995 (απόδειξη) της ιδίας ποσού 300.000 δραχμών, για την εξόφληση των οποίων της παρέδωσε τις ... ... και ... επιταγές της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσών 121.000, 250.000, 250.000, 300.000, 550.000, 200.000, 110.000 και 290.000 δραχμών αντίστοιχα, με ημερομηνίες 29-12-1994, 1-6-1995, 21-6-1995, 9-8-1995, 1-12-1995, 31-12-1995, 2-2-1996 και 6-6-1996 αντίστοιχα. 10) Τις ...19-4-1995, ...7-10-1995, ...5-11-1994 και ...12-8-1996 αποδείξεις εισπράξεως της Α.
Φ., ποσών 176.000, 253.000, 36.648 και 171.191 δραχμών αντίστοιχα, για την εξόφληση των οποίων της παρέδωσε τις ... και ... επιταγές της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσών 176.000, 253.000 και 171.191 δραχμών αντίστοιχα, με ημερομηνίες 1-6-1995, 7-12-1995 και 20-11-1996 αντίστοιχα. 11) Την ...12-8-1995 απόδειξη παροχής υπηρεσιών του Σ. Σ., ποσού 100.000 δραχμών. 12) Τις ...8-2-1996, ... 20-9-1996, ... 6-6-1996 και ... 11-9-1995 αποδείξεις εισπράξεως της εταιρείας "Αφοί Κ.
Ο.Ε.", ποσών 1.000.000, 250.000, 200.000 και 1.000.000 δραχμών αντίστοιχα, για την εξόφληση των οποίων της παρέδωσε τις ... και ... επιταγές της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσών 1.000.000, 1.000.000, 300.000 και 700.000 δραχμών αντίστοιχα, με ημερομηνίες 11-12-1995, 8-5-1996, 4-4-1996 και 5-7-1996 αντίστοιχα. 13) Το …25-10-1995 τιμολόγιο του Κ. Σ., ποσού 100.000 δραχμών. 14) Το τιμολόγιο-δελτίο αποστολής με ημερομηνία 19-10-1996 της εταιρείας "Μ.
Ζ. και Σια Ε.Ε.", ποσού 448.600 δραχμών. 15) Τις ...3-3-1995, ...8-4-1995, ...3-5-1995, ...31-8-1995, ...12-9-1995, ...25-10-1995 και ...23-10-1995 αποδείξεις λιανικής πωλήσεως του Μ. Κ., ποσών 130.036, 64.900, 117.670, 533.360, 310.340, 174.640 και 172.280 δραχμών αντίστοιχα, για την εξόφληση των οποίων του παρέδωσε τις ... και ... επιταγές της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσών 150.000, 260.000, 100.000, 700.000, 100.000, 30.000 και 200.000 δραχμών αντίστοιχα, με ημερομηνίες 28-6-1995, 27-2-1996, 6-7-1995, 20-9-1995, 30-7-1995, 14-9-1995 και 14-8-1995 αντίστοιχα. 16) Το 181/9-6-1995 γραμμάτιο εισπράξεως της Δ.Ε.Η., ποσού 225.380 δραχμών, για την εξόφληση του οποίου της παρέδωσε την ...
επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας, ποσού 150.000 ευρώ, με ημερομηνία 9-6-1995. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι από τη γενική μνεία της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι το εφετείο σχημάτισε την κρίση του και "από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων" σε συνδυασμό με τις προπαρατεθείσες αιτιολογίες της προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη και τα έγγραφα αυτά, των οποίων δεν ήταν αναγκαίο να γίνει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση.
Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (η οποία κατέθεσε προτάσεις) σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Δεκεμβρίου 2010 αίτηση του Θ. Κ. για αναίρεση της 321/2010 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στις 8 Ιουλίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ