Supreme Court allows interest claim for overdue debt but dismisses procedural error argument regarding court correction.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against lower court decisions regarding interest payments on an overdue debt. The State and the National Defense Fund argued that the lower court erred by accepting a request to correct a previous judgment, claiming a procedural violation. The Court rejected this claim because corrections for clerical or mathematical errors fall under procedural law and are not reviewable via appeal, while it upheld the interest claim based on the statute of limitations for the specific period.
Legislator headnote
AI generatedArt. 346 Civil Code; Art. 315 Civil Procedure Code: Interest on overdue debt is due from the date of the claim, and procedural errors regarding judgment correction are inadmissible in appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 975 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 975/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Διονυσίου Γιαννακόπουλου), , Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, 2) Ταμείου Εθνικής Άμυνας (ΤΕΘΑ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, τα οποία εκπροσωπήθηκαν από τον Βασίλειο Κουρούμαλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Σοφούλη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/3/1994 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σάμου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 200/1995 και 172/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση των οποίων ζητούν τα αναιρεσείοντα με την από 17/4/2000 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 14/4/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή του πρώτου λόγου της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (υπό στοιχεία 1,2 και 3 του δικογράφου), που αναφέρεται στην απαίτηση τόκων κατά το χρονικό διάστημα από 21-1-1991 μέχρι 20-7-1992, και την απόρριψη του δεύτερου λογου της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ με την οποία ορίζεται ότι ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής και αν δεν είναι υπερήμερος οφείλει τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος, προκύπτει ότι απαραίτητο στοιχείο οφειλής τόκων κατά τη διάταξη αυτή είναι το ληξιπρόθεσμο ή απαιτητό της παροχής. Ληξιπρόθεσμη είναι η παροχή όταν ο μεν δανειστής δικαιούται να την απαιτήσει και ο οφειλέτης υποχρεούται να την εκπληρώσει.
Αν ο νόμος τάσσει ορισμένη προθεσμία στον οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής του, ο δανειστής δικαιούται να απαιτήσει την παροχή όταν παρέλθει η προθεσμία αυτή. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 4 εδ δ' του Συντάγματος σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 11 παρ. 1 του ν.δ. 797/1971, προκειμένου περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως η αποζημίωση που ορίστηκε καταβάλλεται υποχρεωτικά το αργότερο μέσα σε ενάμισυ έτος από τη δημοσίευση της απόφασης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης και σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του δικαστηρίου, διαφορετικά η απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως.
Περαιτέρω στην παράγραφο 3 του άρθρου 11 του ν.δ. 797/1971, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 του νόμου 212/1975 ορίζεται ότι η ως άνω αυτοδικαίως επερχόμενη ανάκληση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης θεωρείται ως μη γενόμενη, όταν εντός ετήσιας ανατρεπτικής προθεσμίας από την εκπνοή της παραπάνω προθεσμίας των 18 μηνών, ο καθού η απαλλοτρίωση, υποβάλλει στη Διεύθυνση Απαλλοτριώσεως του Υπουργείου Οικονομικών, έγγραφη δήλωση ότι επιθυμεί την περαιτέρω διατήρηση της απαλλοτριώσεως.
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η αξίωση του καθού η απαλλοτρίωση προς καταβολή της αποζημίωσης είναι ληξιπρόθεσμη και απαιτητή ευθύς ως παρέλθει η προθεσμία του ενός και ημίσεος έτους, που τάσσεται από το Σύνταγμα στον υπόχρεο για καταβολή της. Η αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτριώσεως με την πάροδο του δεκαοκταμήνου δεν λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο, αλλά θα πρέπει να προβάλλεται από τον καθού η απαλλοτρίωση.
Από την εκ μέρους του έγερση αγωγής προς επιδίκαση της αποζημίωσης μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την πάροδο της παραπάνω δεκαοκτάμηνης προθεσμίας, συνάγεται σαφώς η βούλησή του να μην ασκήσει το προς το συμφέρον του θεσπιζόμενο δικαίωμα να καταστήσει ανίσχυρη την απαλλοτρίωση, επικαλούμενος την αυτοδίκαιη ανάκλησή της, αλλά να διατηρηθεί η απαλλοτρίωση, οπότε η άρση θεωρείται ως μη γενόμενη.
Με την καταψηφιστική αυτή αγωγή για επιδίκαση της αποζημιώσεως ο καθού η απαλλοτρίωση-ενάγων δικαιούται να ζητήσει και νόμιμους τόκους από την επίδοσή της, αφού, όπως αναφέρεται παραπάνω, η αξίωσή του προς αποζημίωση είναι ληξιπρόθεσμη και απαιτητή. Στην προκείμενη περίπτωση με την ένδικη αγωγή ο αναιρεσίβλητος και η ήδη αποθανούσα Θ1 ιστορούσαν, (όπως το περιεχόμενο της αγωγής εκτίθεται στην πρώτη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου, δεδομένου ότι δεν υπάρχει στο φάκελο αντίγραφο αυτής), ότι με την υπ' αριθμ 224/17-7-1989 απόφαση του Νομάρχη Σάμου που δημοσιεύθηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά υπέρ του πρώτου εναγομένου (Ταμείου Εθνικής Άμυνας) και με δαπάνες του δευτέρου εξ αυτών (Ελληνικού Δημοσίου), για λόγους δημόσιας ασφάλειας -κάλυψη στρατιωτικών αναγκών- η αναφερόμενη στην αγωγή εδαφική έκταση, της οποίας ψιλός κύριος είναι ο πρώτος από αυτούς (αναιρεσίβλητος) και επικαρπώτρια η δεύτερη (ήδη αποθανούσα) και ότι με την υπ αρ. 61/1991 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της αποζημίωσης που είχε καθοριστεί με την υπ' αρ. 12/1991 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.
Ότι, ενώ για τη συντέλεση της άνω απαλλοτρίωσης έπρεπε να έχει καταβληθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό της καθορισθείσας αποζημίωσης εντός της αποσβεστικής προθεσμίας των 18 μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης αυτής, ήτοι μέχρι την 21-7-1992, εν τούτοις ένα μέρος της αποζημίωσης αυτής, εκ ποσού 50.097.000 δραχμών, κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων στις 31-1-1994.
Ότι, συνεπώς, εφόσον παρήλθε η ημερομηνία (21-7-1992) κατά την οποία έληξε το 18μηνο από της δημοσιεύσεως της απόφασης καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας, τα εναγόμενα κατέστησαν υπερήμερα περί την καταβολή της καθορισθείσας αποζημίωσης, και ως εκ τούτου δικαιούνται αυτοί (ενάγοντες) να ζητήσουν από τα εναγόμενα τόκους υπερημερίας, για μεν το χρονικό διάστημα από 21-1-1991 (οπότε δημοσιεύθηκε η απόφαση καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας) μέχρι την 20-7-1992 τους νόμιμους τόκους του ποσού της αποζημίωσης, για δε το χρονικό διάστημα από 21-7-1992 (οπότε παρήλθε το 18μηνο από τη δημοσίευση της ως άνω απόφασης καθορισμού προσωρινής τιμής) μέχρι την συντέλεση της απαλλοτρίωσης (31-1-1994) τους τόκους υπερημερίας.
Ότι οι ως άνω τόκοι (νόμιμοι και υπερημερίας) ανέρχονταν οι μεν νόμιμοι για το χρονικό διάστημα από 21-1-1991 μέχρι 20-7-1992 στο ποσό των 4.967.550 δρχ, οι δε τόκοι υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 21-7-1992 μέχρι 31-1-1994 στο ποσό επίσης των 4.967.550 δρχ. Με βάση τα παραπάνω περιστατικά ζήτησαν να υποχρεωθούν τα εναγόμενα να καταβάλουν σ' αυτούς (ενάγοντες), εις ολόκληρον το καθένα τους, για νόμιμους τόκους της αποζημίωσης που αναφέρεται στην προαναφερόμενη απαλλοτρίωση του ακινήτου τους, για το διάστημα από 21-1-1991 μέχρι 21-7-1992 το ποσό των 4.967.500 δρχ και για τόκους υπερημερίας για το διάστημα από 21-7-1992 μέχρι 31-1-1994 το ποσό επίσης των 4.967.550 δρχ ήτοι συνολικά 9.935.100 δρχ.
Η αγωγή με αυτό το περιεχόμενο κρίθηκε νόμιμη με την 200/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου και έγινε δεκτή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Η ανωτέρω απόφαση υποχρέωσε τα εναγόμενα-αναιρεσείοντα να καταβάλουν στη δεύτερη ενάγουσα (Θ1, επικαρπώτρια του ακινήτου), παρά το γεγονός ότι είχε δηλωθεί ο θάνατός της, εξαιτίας λάθους που εμφιλοχώρησε κατά τη σύνταξη των πρακτικών, τα αναφερόμενα ποσά τόκων με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Ο πρώτος ενάγων Ψ1, ψιλός κύριος του ακινήτου, με κλήση του ζήτησε τη διόρθωση των πρακτικών και της απόφασης, η οποία έγινε δεκτή με τη δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση 172/1996 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου και έτσι υποχρεώθηκαν τα εναγόμενα να καταβάλουν τα επιδικασθέντα ποσά στον ανωτέρω ενάγοντα-αναιρεσίβλητο.
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης (υπό στοιχεία 1, 2 και 3) προσάπτεται στις αποφάσεις η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο, με το να δεχθεί ότι οφείλονται τόκοι επί της αποζημίωσης κατά τα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις που αναφέρονται στην αρχή της απόφασης.
Το δικαστήριο με αυτά που δέχθηκε εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις καθόσον αφορά την αξίωση για επιδίκαση τόκων για το χρονικό διάστημα από 21-1-1992 μέχρι 20-7-1992, εφόσον, σύμφωνα με τα ιστορούμενα στην αγωγή, δεν είχε επιδοθεί αγωγή για καταβολή της αποζημίωσης ώστε να περιέλθουν σε υπερημερία τα εναγόμενα, η οποία υπερημερία υφίσταται μόνο από την πάροδο του δεκαοκταμήνου (20-7-1992), όπως αναπτύσσεται παραπάνω, οπότε και οφείλονται τόκοι από τους υπόχρεους καταβολής της.
Καθόσον αφορά, επομένως το δεύτερο χρονικό διάστημα (21-7-1992 μέχρι 31-1-1994) το δικαστήριο, με το να δεχθεί ότι οφείλονται τόκοι υπερημερίας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Εξάλλου το γεγονός ότι οι ενάγοντες είχαν υποβάλει στην αρμόδια διεύθυνση του Ταμείου Εθνικής Άμυνας δήλωση ότι συναινούν στη διατήρηση της απαλλοτρίωσης δεν αίρει την υπερημερία των εναγομένων από τη μη έγκαιρη καταβολή της αποζημίωσης, αλλά απλώς ασκεί επιρροή στην αυτοδίκαιη ή όχι άρση της απαλλοτρίωσης.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω ο λόγος της αναίρεσης είναι εν μέρει βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
ΙΙ. Με τη διάταξη του άρθρου 315 ΚΠολΔ θεσπίζεται η δυνατότητα του δικαστηρίου να διορθώσει την απόφασή του, ανεξάρτητα αν πρόκειται για μη οριστική, τελεσίδικη ή αμετάκλητη απόφαση χωρίς να αποτελεί παράβαση των αρχών του δεδικασμένου, έστω και αν επέρχεται μεταβολή του διατακτικού της, αν από παραδρομή κατά τη σύνταξή της εμφιλοχώρησαν λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, δηλαδή σφάλματα που οφείλονται σε ασυμφωνία μεταξύ αυτού που θέλησε το δικαστήριο και εκείνου που διατυπώθηκε στην απόφαση ή σε μαθηματικό εσφαλμένο υπολογισμό και όχι σε διαγνωστικά σφάλματα ή σφάλματα που αναφέρονται στην ερμηνεία ή εφαρμογή κάποιας ουσιαστικής διατάξεως νόμου.
Εξάλλου, η παραβίαση των κανόνων του δικονομικού δικαίου, δηλαδή εκείνων που καθορίζουν τα όργανα, τον τρόπο και τη μορφή της ένδικης προστασίας, δεν ελέγχεται με το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ 1 ΚΠολΔ, η διάταξη δε του άρθρου 315 ΚΠολΔ για διόρθωση ή ερμηνεία αποφάσεων είναι δικονομικού δικαίου (ΑΠ 425/2008, 553/2004).
Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης (υπό στοιχείο 4 του δικογράφου) τα αναιρεσείοντα αποδίδουν στο δικαστήριο την προαναφερόμενη πλημμέλεια στη δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση 172/1996 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου, επειδή δέχθηκε την αίτηση διόρθωσης της πρώτης προσβαλλόμενης απόφασης 200/1995 του ίδιου δικαστηρίου και διόρθωσε το διατακτικό αυτής, αφού από τα έγγραφα της δικογραφίας προέκυπτε ότι θανούσα ήταν η ενάγουσα Θ1 και όχι ο αναιρεσίβλητος Ψ1, ως προς τον οποίο από παραδρομή έγινε κατάργηση της δίκης.
Ο λόγος, σύμφωνα με όσα αναπτύσσονται παραπάνω δεν ιδρύεται, διότι οι διατάξεις 315 επ ΚΠολΔ είναι δικονομικού δικαίου και επομένως είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Ο λόγος κατά το μέρος που αποδίδει την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι επίσης απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται ο λόγος απαραδέκτου της αίτησης, ούτε η τυχόν βλάβη που επήλθε στους αναιρεσείοντες.
ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η αναίρεση πρέπει να γίνει δεκτή κατά το μέρος που αναφέρεται στο υπό στοιχείο Ι λόγο αναίρεσης, ήτοι κατά το μέρος που οι προσβαλλόμενες αποφάσεις έκριναν ότι αγωγή είναι νόμιμη για οφειλή τόκων εκ μέρους των αναιρεσειόντων και κατά το χρονικό διάστημα από 21-1-1992 μέχρι 20-7-1992, να αναιρεθούν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο Μονομελές Πρωτοδικείο Σάμου, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι δυνατή. Εξάλλου, η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφιστεί εξολοκλήρου λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 2 του Ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τις 200/1995 και 172/1996 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεφτικό ήτοι κατά το μέρος που έκριναν νόμιμη την αγωγή και για την απαίτηση τόκων κατά το χρονικό διάστημα από 21-1-1991 μέχρι 20-7-1992.
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση κατά το ανωτέρω αναιρούμενο μέρος στο ίδιο δικαστήριο Μονομελές Πρωτοδικείο Σάμου, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ