Legislator Case Law & Legislation
975/2009 AI generated

Supreme Court dismisses SEB's appeal against the industrial union's collective bargaining capacity ruling.

Case Number 975/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the SEB union's appeal against the Athens Court of Appeals' decision confirming the industrial union's right to sign collective agreements. The lower court found the union qualified as a secondary industrial organization under Law 1876/1990 and rejected the mediator's report as an illegal overstep of authority. The Court upheld this ruling, stating the appeal lacked merit and the lower court's reasoning was sound.

Legislator headnote

AI generated

Art. 6 para. 1 Law 1876/1990; Art. 3 Law 1876/1990: Secondary industrial organizations possess the capacity to sign collective agreements for specific sectors, and a mediator's report exceeding statutory duties is invalid, preserving the union's right to initiate collective disputes.

Keywords

AI generated
secondary industrial organization collective bargaining capacity mediator overstep of duty collective labor dispute Law 1876/1990 appeal dismissal industrial sector

Cited Legislation

AI generated
Art. 6 para. 1 Law 1876/1990
Art. 3 Law 1876/1990
Art. 1 Law 1264/1982
Εξάλλου, με το άρθρο 3 § 1 εδ.
Art. 559 para. 1 and 19 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 3/2002
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 975 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 975/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σωματείου με την επωνυμία "Σύνδεσμος Επιχειρήσεως και Βιομηχανιών", και τον διακριτικό τίτλο "ΣΕΒ" (προηγούμενη επωνυμία "Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βάγια.

Της αναιρεσίβλητης: Συνδικαλιστικής οργανώσεως με την επωνυμία "Ομοσπονδία Βιομηχανικών Εργατοϋπαλληλικών Σωματείων" (Ο.Β.Ε.Σ.), που εδρεύει στην Αθήνα, για την οποία παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της ... και όρισε πληρεξούσιο δικηγόρο τον Ιωάννη Πίκουλα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 16-9-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 179/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 8222/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 4-3-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, ανέγνωσε την από 10-2-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το γενικό κανόνα του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν.1876/1990 "Ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις", ικανότητα για σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας έχουν οι πλέον αντιπροσωπευτικές συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργαζομένων και των εργοδοτών όλων των βαθμίδων στο πεδίο της δραστηριότητάς τους, όπως αυτή οριοθετείται από το καταστατικό τους, καθώς και κάθε εργοδότης που απασχολεί πενήντα (50) τουλάχιστον εργαζόμενους.

Εξάλλου, με το άρθρο 3 § 1 εδ. β' του ίδιου νόμου, θεσπίζεται ειδική κατηγορία κλαδικών ΣΣΕ, ανεξάρτητη από τις ομοιοεπαγγελματικές. Αυτές αφορούν τους εργαζόμενους δύο ή περισσοτέρων ομοειδών ή συναφών επιχειρήσεων ή εκμεταλλεύσεων ορισμένης πόλης ή περιφέρειας ή και όλης της χώρας, αδιάκριτα από το επάγγελμα ή την ειδικότητα των εργαζομένων.

Οι κλαδικές αυτές ΣΣΕ συνάπτονται, όπως ορίζει το άρθρο 3 § 4 του ίδιου νόμου, από πρωτοβάθμιες ή δευτεροβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις που καλύπτουν εργαζόμενους ανεξάρτητα από το επάγγελμα ή την ειδικότητα τους, ομοειδών ή συναφών επιχειρήσεων του ίδιου κλάδου και από εργοδοτικές οργανώσεις (Ολομ.

ΑΠ 3/2002). Περαιτέρω, κατ' άρθρο 1 § 3β' Ν 1264/1982 "Εκδημοκρατισμός Συνδικαλιστικού Κινήματος - Συνδικαλιστικές Ελευθερίες", δευτεροβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις είναι οι Ομοσπονδίες και τα Εργατικά Κέντρα. Οι Ομοσπονδίες είναι ενώσεις δύο (2) τουλάχιστον σωματείων του ίδιου ή συναφών κλάδων οικονομικής δραστηριότητας ή του ίδιου ή συναφών επαγγελμάτων.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ως δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση, που μπορεί από εργατικής πλευράς να συνάψει κλαδική ΣΣΕ, θεωρείται όχι μόνο η ομοσπονδία που κατά το καταστατικό της καλύπτει αποκλειστικά τους εργαζόμενους του κλάδου αυτού, αλλά και αυτή που καλύπτει τους εργαζόμενους ανεξάρτητα από επαγγελματική ειδικότητα, ευρύτερου τομέα οικονομικής δραστηριότητας στον οποίο περιλαμβάνεται ο κλάδος (π.χ.

του βιομηχανικού τομέα), εφόσον είναι η πιο αντιπροσωπευτική κλαδική (δηλαδή του συγκεκριμένου κλάδου) ομοσπονδία, γιατί και πάλι διαθέτει τη σχετική, σύμφωνα με το καταστατικό της, αρμοδιότητα. Περαιτέρω οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδαφ. α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεων του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα:

Η αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) είναι δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση του Ν.1264/1982, που έχει συσταθεί νόμιμα και είναι οργανωμένη με βάση τους επιμέρους συναφείς μεταξύ τους κλάδους οικονομικής δραστηριότητας, που συνθέτουν τον ευρύτερο κλάδο των βιομηχανικών επιχειρήσεων. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 1 του καταστατικού της, προϋπόθεση βασική για να γίνει ένα επαγγελματικό σωματείο μέλος της είναι τογεγονός να είναι αυτό εργοστασιακό, επιχειρησιακό.

Δηλαδή συνδικαλιστική πρωτοβάθμια οργάνωσηεργατοϋπαλλήλων - εργατοτεχνιτών μιας συγκεκριμένης επιχείρησης, ενός βιομηχανικού χώρου (εργοστασίου) ή περισσότερων μικρότερων εργοστασίων (επιχειρήσεων) και ομίλων επιχειρήσεων. Σύμφωνα δε με το άρθρο 2 του καταστατικού της σκοποί της αναιρεσίβλητης, είναι:

α) Η συνένωση όλων των σωματείων των εργατοϋπαλλήλων μικρών ή μεγάλων όλης της χώρας που λειτουργούν σε συγκεκριμένο χώρο (βιομηχανία, εργοστάσιο, επιχείρηση) του αυτού εργοδότη, φυσικού ή νομικού προσώπου και που η ονομασία τους έχει καθιερωθεί σαν εργοστασιακό, επιχειρησιακό ή όμιλος επιχειρήσεων.

Η συνένωση αυτών των σωματείων σε μία πανελλαδική Ομοσπονδία για την καλύτερη προστασία του εργαζόμενου στις βιομηχανίες - επιχειρήσεις, από πλευράς συνθηκών, υγείας, βιοτικού επιπέδου, περιβάλλοντος, συνδικαλιστικών ελευθεριών και νομικής κάλυψης και κατοχύρωση των αποκτημένων δικαιωμάτων τους και γενικά για την αρτιότερη ανάπτυξη του συνδικαλιστικού κινήματος της χώρας που θα γίνει με βάση την ισοτιμία, τη δημοκρατική οργάνωση και με ξεκάθαρες δημοκρατικές διαδικασίες για έναν ελεύθερο συνδικαλισμό, που θα παίξει σοβαρό και σπουδαίο ρόλο κα μέσα στην παραγωγική διαδικασία και κύρια συμμετοχή, στη λήψη αποφάσεων για τα γενικότερα προβλήματα της παραγωγής, της αμοιβής της εργασίας, τον περιορισμό και την εξουδετέρωση της εκμετάλλευσης, την κοινωνική ασφάλεια, την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών και την υλοποίηση των άρθρων του Συντάγματος και των Διεθνών Συμβάσεων για αυτά τα ανθρώπινα δικαιώματα, β) η διαπραγμάτευση και σύναψη συλλογικών συμβάσεων και διμερών ή τριμερών (με συμμετοχή της αρμόδιας αρχής) με κλάδους βιομηχανιών ή με μεμονωμένα ή πολλά εργοστάσια, ανάλογα με τον χώρο και τον τόπο εργασίας, με τις αποστάσεις, σε περιφέρειες ευρύτερες ή σε πανελλήνια κλίμακα και η αποφασιστική και ενεργός συμπαράσταση στην προσπάθεια του κάθε σωματείου για τη σύναψη συμφωνιών με τον αντίστοιχο εργοδότη, γ) η συμμετοχή στις διοικήσεις των επιχειρήσεων με αντιπροσώπους, ανακλητούς οποτεδήποτε, υπό την πλήρη καθοδήγηση και τον έλεγχο του εκτελεστικού γραφείου ή του διοικητικού συμβουλίου ή των ειδικών εργαλείων που θα δημιουργηθούν στην Ομοσπονδία με τον εσωτερικό κανονισμό και δ) η προάσπιση των οικονομικών και επαγγελματικών συμφερόντων και δικαιωμάτων των φυσικών μελών των σωματείων και των μελών - σωματείων της Ομοσπονδίας και η συμπαράσταση στις κινητοποιήσεις των σωματείων σε όλους τους διεκδικητικούς αγώνες τους και σε περίπτωση στάσεων εργασίας ή απεργίας και η συμμετοχή της Ομοσπονδίας σε γενικότερη απεργία, αν κρίνει ότι καταπατούνται βασικά δικαιώματα και των μελών - σωματείων και των φυσικών μελών.

Αυτή (αναιρεσίβλητη) στο παρελθόν είχε αναγνωριστεί ως η πλέον αντιπροσωπευτική οργάνωση στον χώρο της βιομηχανίας (βλ. υπ' αριθμ. 96/1984 Προεδρική απόφαση). Πιο συγκεκριμένα είχε αντιπροσωπεύσει την πλευρά των εργαζομένων στις συλλογικές ρυθμίσεις για τους εργαζομένους κατεργασίας και επεξεργασίας ξύλου όλης της χώρας, που περιλήφθηκαν στην 132/1984 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών.

Επίσης αντιπροσώπευσε την πλευρά των εργαζομένων στην 102/1985 απόφαση του ΠΔΔΔ Αθηνών, που αφορά αμοιβές και όρους εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις κοπής και κατεργασίας μαρμάρου, και στην 101/1985 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών, που αφορά την κλωστοϋφαντουργία. Επρόκειτο δηλαδή περί ρυθμίσεων, που αφορούσαν μισθωτούς διαφόρων ειδικοτήτων, που παρείχαν τις συμβατικές τους υπηρεσίες σε κλάδους του γενικότερου τομέα της βιομηχανίας.

Στη δύναμη της δε σήμερα, ως μέλη, ανήκουν όλες σχεδόν οι πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις των βιομηχανιών επεξεργασίας και κατεργασίας ξύλου (μεταξύ των οποίων οι οργανώσεις της ΣΕΑΜΑΝ Χαλκίδας, ΑΒΕΞ Πάτρας, ΑΚΡΙΤΑΣ Αλεξανδρουπόλεως και ΣΕΛΜΑΝ Κομοτηνής), οι οποίες (οργανώσεις) καλύπτουν το 90% των εργαζομένων του κλάδου, και γι' αυτό αυτή (αναιρεσίβλητη) είναι και σήμερα η πλέον αντιπροσωπευτική οργάνωση, κατά την έννοια του άρθρου 6 του Ν. 1876/1990, προς σύναψη κλαδικής ΣΣΕ για τους μισθωτούς των εν λόγων επιχειρήσεων (βιομηχανιών επεξεργασίας και κατεργασίας ξύλου).

Με βάση συνεπώς τα παραπάνω δεδομένα, η αναιρεσίβλητη είναι κλαδική συνδικαλιστική οργάνωση, κατά την έννοια των διατάξεων του Ν. 1 264/1982, και έχει την ικανότητα και νομιμοποιείται κατά τα άρθρα 3 § 4 και 6 §1Ν.1876/1990, να εγείρει συλλογικές διαφορέςεργασίας και να συνάπτει κλαδική ΣΣΕ για τουςόρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού τωνβιομηχανικών επιχειρήσεων επεξεργασίας καικατεργασίας ξύλου όλης της χώρας.

Περαιτέρω,αποδείχτηκε ότι στο χώρο των επιχειρήσεωνκατεργασίας και επεξεργασίας ξύλου, σε επίπεδοβιομηχανίας, δεν υφίσταται κλαδική κατά τηνέννοια του Ν. 1876/1990 συλλογική ρύθμιση (ΣΣΕ ήΔΑ), ενώ η υφισταμένη τοιαύτη, των εργατοτεχνιτώνεπεξεργασίας και κατεργασίας ξύλου και ναυπηγοξυλουργών όλης της χώρας, ανήκει στηνκατηγορία των ομοιοεπαγγελματικών ΣΣΕ.

Ενόψει δε του υπάρχοντος κενού, που επιτρέπει τηνκατάρτιση και υπογραφή κλαδικής ΣΣΕ για τουςεργαζόμενους (ανεξαρτήτως ειδικότητας καιεπαγγέλματος) στον κλάδο της βιομηχανίαςεπεξεργασίας και κατεργασίας ξύλου όλης τη χώρας(σημειώνεται ότι κατ' άρθρο 3 § 4 του Ν.1876/1990 ηκλαδική ΣΣΕ καλύπτει εργαζόμενους ομοειδών ήσυναφών επιχειρήσεων ορισμένης περιφέρειας ή όλης της χώρας, επί συρροής δε ομοιοεπαγγελματικής και κλαδικής ΣΣΕ υπερισχύει η κλαδική τοιαύτη, σύμφωνα με το άρθρο 10 §2 του ίδιου νόμου), η αναιρεσίβλητη, υπό την προεκτεθείσα ιδιότητά της και το γεγονός ότι τυγχάνει, όπως προαναφέρθηκε, ή πλέον αντιπροσωπευτική οργάνωση, κατά την έννοια του άρθρου 6 του Ν.1876/1990 προς σύναψη κλαδικής ΣΣΕ για τους μισθωτούς των βιομηχανιών επεξεργασίας και κατεργασίας ξύλου, ζήτησε με την από 11-4-2002 εξώδικη δήλωση - πρόσκλησή της προς την αντίστοιχη αναιρεσείουσα (τρίτη των εναγομένων) επαγγελματική εργοδοτική οργάνωση (ΣΕΒ), και σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 1876/1990, την οποία κοινοποίησε στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων καθώς και στον Οργανισμό Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ), την έναρξη διαπραγματεύσεων προκειμένου να καταρτιστεί και υπογραφεί κλαδική ΣΣΕ για το προσωπικό των βιομηχανικών επιχειρήσεων επεξεργασίας και κατεργασίας ξύλου όλης της χώρας για το έτος 2002.

Μη εγερθείσης δε αμφισβήτησης για την αντιπροσωπευτικότητα της αναιρεσίβλητης εντός της σχετικής τασσόμενης από το νόμο 10ήμερης προθεσμίας (άρθρο 6 §2 του Ν. 1876/1990) και επειδή ο ΣΕΒ δεν ανταποκρίθηκε στην παραπάνω πρόσκληση για έναρξη διαπραγματεύσεων, στις 24-4-2002 αυτή (αναιρεσίβλητη) υπέβαλε στον ΟΜΕΔ και κοινοποίησε και στον ΣΕΒ αίτηση μεσολάβησης του ΟΜΕΔ, σύμφωνα με το άρθρο 15 του Ν 1876/1990, δηλαδή αίτηση όπως διαμεσολαβήσει ο ΟΜΕΔ μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της αναιρεσείουσας εργοδοτικής οργάνωσης (ΣΕΒ) προς κατάρτιση της ως άνω επιδιωκόμενης από την πρώτη κλαδικής ΣΣΕ.

Παράλληλα (η αναιρεσίβλητη) υπέβαλε και σχέδιο ΣΣΕ με τον τίτλο "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των βιομηχανικών επιχειρήσεων επεξεργασίας και κατεργασίας ξύλου όλης της χώρας". Κατόπιν, με το από ....πρακτικό του ΟΜΕΔ περί αναδείξεως μεσολαβητή με κλήρωση, νομίμως αναδείχθηκε τακτικός μεσολαβητής ο δεύτερος των εναγομένων Φ1, ενώ κατά τη σχετική διαδικασία ο παραστάς εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας δήλωσε:

α) ότι δεν αναγνωρίζει ότι η αναιρεσίβλητη έχει συγκροτηθεί σύμφωνα με το Ν. 1264/1982, β) δεν αποδέχεται την επίλυση της συλλογικής διαφοράς με αναγκαστική διαιτησία και γ) δεν συμμετέχει στην κλήρωση για την ανάδειξη μεσολαβητή - διαιτητή. Στη συνέχεια ο κατά τα άνω αναδειχθείς τακτικός μεσολαβητής κάλεσε τα μέρη σε κοινή συνάντηση στις ..., κατά την οποία η αναιρεσείουσα (ΣΕΒ) δια του εκπροσώπου της επανέλαβε τα παραπάνω, καταθέτοντας και υπόμνημα σχετικώς, ενω η αναιρεσίβλητη αρνήθηκε τη βασιμότητα των ισχυρισμών του τελευταίου.

Ενόψει της άρνησης της αναιρεσείουσας (ΣΕΒ) να συμμετάσχει στη διαδικασία της μεσολάβησης και λαμβανομένου υπόψη ότι η άρνηση αυτή εκ μέρους της εργοδοτικής πλευράς έχει ως συνέπεια την υποχρεωτική συμμετοχή των μερών στη διαιτησία του άρθρου 16 του Ν.1876/1990, ο μεσολαβητής όφειλε να διακόψει τη διαδικασία ενώπιον του και να παραδώσει στα μέρη το πρακτικό μεσολάβησης από το οποίο προκύπτει η θέση της κάθε πλευράς ή να συντάξει και γνωστοποιήσει στα μέρη έκθεση με περιεχόμενο ότι δεν επιτεύχθηκε η μεσολάβηση λόγω της άρνησης του ΣΕΒ για μεσολάβηση, ώστε στη συνέχεια η αναιρεσίβλητη να μπορεί να ενεργοποιήσει τη διαδικασία της διαιτησίας.

Παρά ταύτα ο εν λόγω μεσολαβητής συνέταξε την με αριθμ. πρωτοκ. ΟΜΕΔ ... έκθεσή του, με την οποία έκρινε ότι δεν πρέπει να υποβάλει πρόταση με το σκεπτικό κυρίως ότι η αναιρεσίβλητη δεν αποτελεί ούτε κλαδική ομοσπονδία του άρθρου 1 § 3β'του Ν.1264/1982, ούτε ομοιοεπαγγελματική ομοσπονδία, αλλά μία νόμιμα συγκροτημένη οργάνωση που απολαμβάνει της προστασίας του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι και λειτουργεί νόμιμα, χωρίς να έχει αρμοδιότητα κατά το Ν. 1876/1990 να υπογράψει ούτε κλαδική ΣΣΕ, ούτε ομοιοεπαγγελματική.

Η πράξη (έκθεση) αυτή του μεσολαβητή αποτελεί μη, νόμιμη υπέρβαση των καθηκόντων του, αφού η έκδοσή της δεν προβλέπεται από τα άρθρα 15 έως 17 του Ν. 1876/1990 και περαιτέρω είναι και ουσιαστικά εσφαλμένη, γιατί η αναιρεσίβλητη, όπως αποδείχτηκε, είναι (δευτεροβάθμια) κλαδική συνδικαλιστική οργάνωση και έχει την ικανότητα να συνάπτει συλλογικές συμβάσεις εργασίας για εργαζομένους κλάδων του ευρύτερου κλάδου των βιομηχανικών επιχειρήσεων και ειδικότερα για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των βιομηχανικών επιχειρήσεων επεξεργασίας και κατεργασίας ξύλου όλης της χώρας και θέτει σε κίνδυνο το δικαίωμα αυτής για μονομερή υπαγωγή της διαφοράς στη διαιτησία.

Κατά συνέπεια, έχει αυτή έννομο συμφέρον, έναντι της αναιρεσείουσας εργοδοτικής πλευράς, η οποία ως μέρος της επίδικης συλλογικής διαφοράς αμφισβήτησε και εξακολουθεί να αμφισβητεί την ικανότητα της αναιρεσίβλητης προς σύναψη ΣΣΕ για τους ορούς αμοιβής και εργασίας του εν γένει προσωπικού των βιομηχανικών επιχειρήσεων επεξεργασίας και κατεργασίας ξύλου της χώρας έτους 2002, αφενός να αναγνωριστεί η ακυρότητα της με αριθμ.

πρωτοκ. ... έκθεσης του τακτικού κληρωθέντος μεσολαβητή του ΟΜΕΔ και αφετέρου να αναγνωριστεί η ικανότητά της προς σύναψη της αιτηθείσας συλλογικής σύμβασης εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας του εν γένει προσωπικού, που απασχολείται στις βιομηχανικές επιχειρήσεις επεξεργασίας και κατεργασίας ξύλου όλης της χώρας έτους 2002 και προς έγερση της σχετικής συλλογικής διαφοράς.

Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας εργοδοτικής οργάνωσης (σωματείου), επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή έναντι αυτής η από 16.9.2002 ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης δευτοροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης και είχε αφενός αναγνωρισθεί η ακυρότητα της με αριθμ.

πρωτ. .... έκθεσης του μεσολαβητή του ΟΜΕΔ δευτέρου των εναγομένων Φ1 και αφετέρου είχε αναγνωρισθεί η ικανότητα της τελευταίας αυτής προς σύναψη συλλογικής σύμβασης εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας του εν γένει προσωπικού που απασχολείται στις βιομηχανικές επιχειρήσεις επεξεργασίας και κατεργασίας ξύλου όλης της χώρας έτους 2002 και προς έγερση της σχετικής συλλογικής διαφοράς.

Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ απορρέοντες, πρώτος και δεύτερος λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-3-2008 αίτηση του σωματείου με την επωνυμία "Σύνδεσμος Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών" και τον διακριτικό τίτλο "ΣΕΒ" περί αναιρέσεως της 8222/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και,

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ