Legislator Case Law & Legislation
974/2020 AI generated

Supreme Court allows appeal against appellate court failure to consider submitted evidence in civil proceedings.

Case Number 974/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision, finding a procedural error in the lower court's handling of evidence. The appellants had submitted specific documents regarding a workplace accident, but the appellate court's judgment failed to explicitly reference or refute these submissions. Consequently, the court ruled that the appellate court committed a defect by failing to take these legally submitted evidentiary means into account, necessitating a remand for further trial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 569, 577, 580, 495, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; A court must explicitly refute or consider evidence submitted by parties; failure to do so constitutes a defect requiring remand.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure failure to consider evidence appellate court defect remand for retrial legal representation court costs procedural history

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 569 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 974 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 974/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Μ. του Ι., κατοίκου ... 2) Ε. Μ. του Ι., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Χειρδάρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Ε., 2) Σ. Μ. του Ζ., κατοίκων ... οι οποίοι παραστάθηκαν μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων τους Ζαχαρία Σαλούστρου και Αντωνίου Ρουπακιώτη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/6/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 2/12/2009 αγωγή της πρώτης αυτών, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5435/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5445/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15/11/2018 αίτησή τους και τους από 10/10/2019 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Με την κρινόμενη από 15-11-2018 αίτηση και τους από 10-10-2019 πρόσθετους λόγους αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 5445/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας, εκτός των άλλων, τις εφέσεις των αναιρεσειόντων και των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθ. 5435/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απέρριψε κατ' ουσίαν την πρώτη έφεση και έκανε δεκτή την τελευταία, στη συνέχεια δε, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, έκανε εν μέρει δεκτές την από 14-6-2008 αγωγή των αναιρεσιβλήτων και την από 2-12-2009 αγωγή της πρώτης αυτών για τα αναφερόμενα (μεγαλύτερα) χρηματικά ποσά. Η αίτηση αυτή αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι της ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 569 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτοί (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

II. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, προκύπτει ότι σε ατύχημα που συνέβη στις 17- 8-2007 στην ... από την πτώση μεταλλικών ικριωμάτων (σκαλωσιάς) κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών στη διερχόμενη δίκυκλη μοτοσυκλέτα με οδηγό και συνεπιβάτη τους ήδη αναιρεσίβλητους, προκλήθηκε ο σοβαρός τραυματισμός της πρώτης και ο ελαφρύτερος τραυματισμός του δευτέρου αυτών (αναιρεσιβλήτων).

Ακολούθως, οι τελευταίοι προς αποκατάσταση της ζημίας και χρηματικής τους ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης άσκησαν την από 14-6-2008 αγωγή τους και την από 2-12-2009 αγωγή η πρώτη αυτών κατά των εναγομένων και ειδικότερα των δύο αναιρεσειόντων ως ιδιοκτητών των ακινήτων από τα οποία κατέπεσε η τοποθετηθείσα σκαλωσιά, οι οποίοι επέδειξαν πλημμελή επίβλεψη και εποπτεία των εργασιών και ως προστήσαντες στην υπηρεσία τους τον τρίτο εναγόμενο εργολάβο, ο οποίος, μετά από συμφωνία με τον πρώτο των αναιρεσειόντων (εναγομένων), ανέθεσε στον τέταρτο των εναγομένων, ως υπεργολάβο, την τοποθέτηση των ικριωμάτων, από την πτώση των οποίων, λόγω της παράνομης και πλημμελούς τοποθέτησης, προκλήθηκε το ένδικο ατύχημα και οι συνέπειες αυτού.

Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε η προαναφερόμενη υπ' αριθ. 5435/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και μετά την άσκηση εφέσεων η προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Ειδικότερα, με την τελευταία απόφαση έγινε δεκτό ότι υπεύθυνοι για το ατύχημα και τις συνέπειες αυτού είναι οι εναγόμενοι και συγκεκριμένα οι δύο πρώτοι εξ αυτών (αναιρεσείοντες), ιδιοκτήτες των ακινήτων επί των οποίων εκτελούνταν οι οικοδομικές εργασίες, οι οποίοι ανέθεσαν (η δεύτερη μέσω του πληρεξουσίου της πρώτου αυτών) στον τρίτο εναγόμενο, ως εργολάβο, την εκτέλεση των προαναφερόμενων οικοδομικών εργασιών, διατήρησαν, όμως, για τον εαυτό τους τη διεύθυνση και την επίβλεψη του όλου έργου (αυτεπιστασία), όπως έπρεπε, άλλωστε, να γίνει, αφού είχαν δηλώσει στην Πολεοδομία ότι θα εκτελέσουν εργασίες μικρής κλίμακας.

Επίσης, με την ίδια απόφαση έγινε δεκτό ότι ο πρώτος των αναιρεσειόντων (εναγομένων), ενεργώντας και για λογαριασμό της δεύτερης αδελφής του, κάτοικος στην ίδια περιοχή …..και διατηρώντας οικογενειακή επιχείρηση ελαιοτριβείου, παρευρισκόταν σχεδόν καθημερινά και επόπτευε τις οικοδομικές εργασίες, που εκτελούντο από τον τρίτο εναγόμενο, εργολάβο, προστηθέντα των δύο πρώτων, καθώς δεν υπήρχε επιβλέπων μηχανικός, και έδινε τις αναγκαίες δεσμευτικές κατευθύνσεις, εντολές και οδηγίες, έστω και γενικού περιεχομένου, αφού δεν διέθετε τις απαιτούμενες τεχνικές γνώσεις, ως προς τον τρόπο και την πορεία των εργασιών που έπρεπε να γίνουν.

Επιπλέον, ότι ο ίδιος παρακολουθούσε την εξέλιξη των οικοδομικών εργασιών του τρίτου εναγομένου, παρεμβαίνοντας, όπου το έκρινε αναγκαίο και ενέκρινε, και για λογαριασμό της δεύτερης, την ανάθεση στον υπεργολάβο, τέταρτο εναγόμενο, της τοποθέτησης των ικριωμάτων στα ακίνητα του ιδίου και της αδελφής του, εργασίες τις οποίες επίσης επέβλεψε.

Ακόμη, ότι ο τρίτος εναγόμενος, εργολάβος οικοδομών, που είχε αναλάβει έναντι των ιδιοκτητών την εκτέλεση όλων των εργασιών επισκευής και ανακαίνισης των παλαιών κτισμάτων τους, ανέθεσε στον τέταρτο εναγόμενο, υπεργολάβο και υποπροστηθέντα, μετά από προηγούμενη ενημέρωση του εναγομένου ιδιοκτήτη και έγκριση από αυτόν, την κατασκευή και τοποθέτηση των ικριωμάτων επί των οικοδομών αυτών, που ήταν αναγκαία για την εκτέλεση των εργασιών ανακαίνισης, που σκόπευαν εξ αρχής να πραγματοποιήσουν.

Ότι η τοποθέτηση των ικριωμάτων εκ μέρους τους έγινε χωρίς να τηρήσουν τις σχετικές διατάξεις ως προς τη σωστή σύνδεση και σταθερή στήριξη των ικριωμάτων και χωρίς να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας. Ειδικότερα, έγινε δεκτό ότι φέρουν ευθύνη, όπως και οι προστήσαντες αυτούς, εναγόμενοι ιδιοκτήτες των ακινήτων και επιβλέποντες το έργο, διότι δεν συνέδεσαν τα ικριώματα με τις οικοδομές με εγκάρσιες δοκίδες που να συνδέουν τους ορθοστάτες των ικριωμάτων και να εισέρχονται εντός των οικοδομών είτε δια των υπαρχόντων ανοιγμάτων είτε δια των προς το σκοπό αυτό διανοιγομένων οπών (άρθρ. 1, 10 Π.Δ. 778/1980 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών" σε συνδυασμό με άρθρ. 3 ν. 1396/1983 "μέτρα ασφαλείας σε οικοδομές και λοιπά ιδιωτικά τεχνικά έργα'), αλλά τα είχαν τοποθετήσει στο πεζοδρόμιο μπροστά από τα κτίρια και σε περιοχή που παρουσίαζε πυκνή κυκλοφορία οχημάτων και πεζών, με αποτέλεσμα η πλημμελής και μη στέρεη σύνδεση των ικριωμάτων καθώς και η πλημμελής στήριξή τους στα επισκευαζόμενα κτίσματα να επιφέρουν την αποκοπή τους από το κτίσμα ιδιοκτησίας της δεύτερης των ήδη αναιρειόντων και την πτώση τους πάνω στους διερχόμενους με την μοτοσυκλέτα αναιρεσείοντες, προκαλώντας σε αυτούς σωματικές βλάβες.

Επίσης, ότι κατά την εκτέλεση των εργασιών αυτών οι εναγόμενοι επέδειξαν αμελή συμπεριφορά, καθώς δεν κατέβαλαν την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία όφειλε να καταβάλει ο μέσος συνετός άνθρωπος που βρίσκεται κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις με βάση τους νομικούς κανόνες, τις επικρατούσες στις συναλλαγές συνήθειες και την κοινή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πείρα και λογική.

Εάν επεδείκνυαν την απαιτούμενη προσοχή, θα μπορούσαν, σύμφωνα με τις προσωπικές τους ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και ιδιαίτερα λόγω του επαγγέλματος τους, ως έμπειρων εργολάβων οικοδομών (οι τρίτος και τέταρτος), να προβλέψουν και να αποφύγουν το ζημιογόνο αποτέλεσμα, το οποίο συνδέεται αιτιωδώς με τη συμπεριφορά τους και την εκτέλεση της υπόθεσης των προστησάντων ιδιοκτητών που όφειλαν να διεκπεραιώσουν.

Ακόμη, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι η χρήση επιπρόσθετα και των ακατάλληλων για τις συνθήκες ελαιόπανων, που προμήθευσε ο πρώτος εναγόμενος με δική του πρωτοβουλία τον εργολάβο, καθώς οι εργάτες επρόκειτο να ξηλώσουν τους παλιούς σοβάδες των κτιρίων, συνέβαλε επίσης στην επικινδυνότητα των ικριωμάτων και στην πρόκληση του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος.

III. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποιες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 23/2008, ΑΠ 26/2018, ΑΠ 765/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5445/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών την πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τα πιο κάτω έγγραφα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα και από τα οποία προέκυπτε, κατά τους ισχυρισμούς τους, ότι το επίδικο έργο ανατέθηκε απ' αυτούς στον τρίτο εναγόμενο εργολάβο, ο οποίος ανέλαβε αποκλειστικά την επίβλεψη και εκτέλεσή του, ενώ οι ίδιοι δεν είχαν, συμβατικά ή εν τοις πράγμασι, την επίβλεψη του έργου και δεν έδιναν ούτε ήσαν σε θέση να δίνουν σ' αυτόν συμβουλές ή εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο και τα μέσα εκτέλεσής του, ώστε να είναι οι προστήσαντες και έτσι να συντρέχει ο νόμιμος λόγος της επικαλούμενης αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης τους προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης των αναιρεσιβλήτων, ήτοι:

α) την υπ' αριθ. 2576/20-6-2014 απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, με την οποία κηρύχθηκαν αθώοι για τις διωκόμενες πράξεις των άρθρων 286 παρ. 1, 290 παρ. 1 και 309-308 παρ. 1 α' του Ποινικού Κώδικα, β) την υπ' αριθ. 202, 237/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ευβοίας, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του Εισαγγελέα Εφετών κατά της ως άνω αθωωτικής απόφασης του Πλημμελειοδικείου και γ) την υπ' αριθ. 781/2015 απόφαση του Α' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η αναίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά της ως άνω απόφασης του Τριμελούς Εφετείου.

Από την παραδεκτή δε, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των από 29-2-2016 (κατάθεση στις 2-3-2016) προτάσεων των αναιρεσειόντων, ενώπιον του Εφετείου (χρόνος συζήτησης στο Εφετείο η 11-5-2017), προκύπτει ότι, πράγματι, αυτοί, ρητά και με σαφήνεια, επικαλέστηκαν (σελ. 5 επ., 8 επ., 12 και 24-25 των προτάσεών τους) και προσκόμισαν νομότυπα (αριθ.

σχετικών 21, 22 και 23) τα πιο πάνω έγγραφα. Πλην όμως ούτε από τη γενική διαβεβαίωση, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ότι το Εφετείο συνεκτίμησε, εκτός των άλλων, και "τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ως άνω έγγραφα, αφού αυτά δεν μνημονεύονται, ειδικά, στην απόφαση, ούτε και γίνεται άλλη, άμεση ή έμμεση, αναφορά στο περιεχόμενο τους, ούτε εκτίθεται ότι αποκρούστηκε η προσκόμισή τους κατ' άρθρ. 529 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Βέβαια το εφετείο δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενο της πιο πάνω ποινικής απόφασης και μπορούσε να καταλήξει, όπως και κατέληξε, σε αντίθετο με την εν λόγω ποινική απόφαση πόρισμα, έπρεπε όμως, ενόψει της σοβαρότητας και σπουδαιότητας των εν λόγω αποδεικτικών μέσων, να τα αντικρούσει. Κατά συνέπεια τούτων, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, το Εφετείο, αφού δεν προκύπτει ότι, για το σχηματισμό της κρίσης του για την ουσία της υπόθεσης, έλαβε υπόψη τα παραπάνω έγγραφα που προσκομίστηκαν νόμιμα, καθόσον η απόφαση δεν βεβαιώνει το αντίθετο, υπέπεσε στην πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων, τα οποία οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και ως εκ τούτου είναι βάσιμος ο από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ' ΚΠολΔ τρίτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης.

Περαιτέρω, η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης καθιστά πλέον αλυσιτελή την εξέταση των υπόλοιπων κύριων και πρόσθετων λόγων της αναίρεσης. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου, που έχουν καταθέσει (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, που νικήθηκαν στη δίκη, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που δεν κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1,191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 5445/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.

ΔΙΑΤΑΖΕΙ την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που έχουν καταθέσει.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ