Legislator Case Law & Legislation
973/2018 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor court award for sick leave pay due to improper calculation basis.

Case Number 973/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the Port Authority's appeal against the Piraeus Court of Appeal's decision regarding sick leave compensation. The lower court erred by using a mixed calculation basis that included irregular payments, violating the requirement to base the award solely on regular monthly wages. Consequently, the Supreme Court annulled the contested portion of the lower court's ruling and remanded the case for recalculation by a new panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The court must strictly apply regular monthly wages as the basis for sick leave pay calculations, and a mixed basis including irregular payments constitutes a violation of law requiring annulment and remittal.

Keywords

AI generated
sick leave compensation regular monthly wages calculation basis error annulment of judgment remittal to lower court labor law dispute port authority employment

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 227/2018
Supreme Court Case 228/2018
Supreme Court Case 229/2018
Supreme Court Case 230/2018
Supreme Court Case 142/2016
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 973 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 973/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Ο.Λ.Π. Α.Ε.", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Λαγούρο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Λ. Κ. του Σ., κατοίκου ... και 2)Λ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/6/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4341/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 278/2014 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρία με την από 24/7/2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα εταιρεία, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζανάκης ανέγνωσε την από 16 Φεβρουαρίου 2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και τρίτου λόγων και την απόρριψη των δευτέρου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Aπό τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (βλ.

ΑΠ 142/2016 ΤΝΠ). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 143 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4335/2015, "Ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του".

Κατά το άρθρο 143 παρ.3 ΚΠολΔ, "Η επίδοση της κλήσης για την συζήτηση αγωγής ή ενδίκου μέσου μπορεί να γίνει και σε όποιον τα έχει υπογράψει ως πληρεξούσιος". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 6541 Γ/13.11.2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά Ν. Χ. Ν., την οποία προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης και κλήση για συζήτηση για την προαναφερόμενη δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων Βασίλειο Σαξώνη, ο οποίος παρέλαβε το δικόγραφο αυτό ως αντίκλητος των αναιρεσιβλήτων.

Οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, η συζήτηση, όμως, θα προχωρήσει παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' ΚΠολΔ, βλ. ΑΠ 328/2017, ΑΠ 1404/2017). Με την από 24.07.2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 278/2014 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατόπιν εφέσεων αμφοτέρων των διαδίκων πλευρών, κατά της 4341/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Με την προσβαλλομένη απόφαση, απορρίφθηκε η έφεση των εναγόντων, έγινε δεκτή η έφεση της εναγόμενης και ακολούθως αφού εξαφανίστηκε η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών ως άνω απόφαση του Πρωτοδικείου, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή για επιδίκαση διαφορών του επιδόματος αδείας και υποχρεώθηκε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει εντόκως στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 4.847,05 ευρώ και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 1.883,09 ευρώ.

Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 ΚΠολΔ) Με την παρ. 1 του άρθρου πρώτου του ν. 2688/1999, το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς", που ιδρύθηκε με το ν.4748/1930 και αναμορφώθηκε με τον α.ν. 1559/1950, που κυρώθηκε με το ν. 1630/1951, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "ΟΛΠ ΑΕ", η οποία είναι ανώνυμη εταιρεία κοινής ωφέλειας με σκοπό την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας, τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας και διέπεται από το νόμο αυτό και τον κ.ν. 2190/1920 και συμπληρωματικά από τις διατάξεις του ν. 2414/1996, καθώς και του α.ν 1559/1950, όπως κάθε φορά ισχύουν.

Περαιτέρω από τη διαπνέουσα ολόκληρο το εργατικό δίκαιο γενικότερη αρχή της προστασίας των μισθωτών, με την εφαρμογή της οποίας αποτρέπεται η σύγκρουση των όρων εργασίας που διαμορφώνονται από περισσότερες πηγές, διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, συνάγεται ότι η αποτελούσα ειδική μορφή αυτής αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, προβλεπομένη ήδη από το άρθρο 680 ΑΚ και τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990 (ΦΕΚ Α' 27), κατά την οποία οι ευνοϊκότεροι για τους εργαζομένους όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των δυσμενέστερων όρων των συλλογικών συμβάσεων, εφαρμόζεται όχι μόνο στη σχέση συλλογικής και ατομικής σύμβασης εργασίας, αλλά και στην σχέση περισσοτέρων πηγών (νόμου, συλλογικής σύμβασης εργασίας, κανονισμού, ατομικής σύμβασης) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας (ΟλΑΠ 26/2007, ΑΠ 415/2016, ΑΠ 316/2017).

Για την εφαρμογή, όμως, της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών κατά την συσχέτιση ΣΣΕ ή άλλης πηγής, ως ρυθμιστικού παράγοντα της εργασιακής σχέσης, και ατομικής σύμβασης εργασίας και γενικότερα κατά την συσχέτιση διαφόρων πηγών μεταξύ τους οι αποδοχές συγκρίνονται ως μία ενότητα, αφού (εκτός αντίθετης ειδικής ρύθμισης) δεν είναι δυνατή η επιλεκτική αναζήτηση τμήματος αποδοχών από τη μία πηγή και άλλου από διαφορετική πηγή, διότι δεν είναι επιτρεπτή η σύγχρονη εφαρμογή όλων των πηγών αυτών ως προς την έννοια των αποδοχών (τούτο ειδικά ως προς την συσχέτιση περισσοτέρων ΣΣΕ αποτυπώνεται ρητά στο άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 1876/1990).

Κατά τη συσχέτιση περισσοτέρων πηγών της αυτής ιεραρχικής βαθμίδας δεν εφαρμόζεται η ως άνω αρχή της εύνοιας, ούτε η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 ν. 1876/1990 (που ρυθμίζει την σχέση νόμου και ΣΣΕ), αλλά οι νεότεροι και ειδικοί κανόνες αποκλείουν την εφαρμογή των παλαιοτέρων και γενικών και αυτοί εφαρμόζονται, όταν ρυθμίζουν το ίδιο γενικά θέμα κατά τρόπο αντίθετο και σε κάθε περίπτωση διαφορετικό και ασυμβίβαστο προς τη ρύθμιση των παλαιότερων κανόνων, είτε ευνοϊκότερο είτε δυσμενέστερο σε σχέση με αυτούς (άρθρο 2 ΑΚ).

Σε σχέση και συνάφεια προς τα προαναφερθέντα για την συσχέτιση διαφόρων πηγών, ως προς τους Κανονισμούς Εργασίας που καταρτίσθηκαν και κυρώθηκαν υπό την ισχύ και με τη διαδικασία του ν.δ. 3789/1957, οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις της κοινής (γενικής) εργατικής νομοθεσίας υπερισχύουν, εφόσον περιέχουν ρυθμίσεις, στο σύνολό τους λαμβανόμενες, ευνοϊκότερες για τους εργαζόμενους ως διατάξεις ανώτερης βαθμίδας, των διατάξεων των εχόντων ισχύ ουσιαστικού νόμου διατάξεων Κανονισμών Εργασίας, που καταρτίσθηκαν και κυρώθηκαν υπό την ισχύ και κατά τη διαδικασία του ν.δ. 3789/1957.

Αντίθετα, υπερισχύουν οι διατάξεις των Κανονισμών Εργασίας εάν, με την αυτή προϋπόθεση, είναι ευνοϊκότερες των αντίστοιχων της κοινής εργατικής νομοθεσίας. Περαιτέρω, σε σχέση με τις αποδοχές και το επίδομα αδείας των εργαζομένων γενικά και ως προς όλους καταρχήν τους εργαζόμενους, τον κεντρικό κορμό και τον πυρήνα του ρυθμιστικού καθεστώτος του θεσμού των αδειών αποτελεί ο α.ν 539/1945 "περί χορηγήσεως κατ' έτος εις τους μισθωτούς αδειών μετ' αποδοχών", όπως έχει κατά καιρούς τροποποιηθεί.

Οι ρυθμίσεις που περιλαμβάνει διασφαλίζουν τις ελάχιστες υπέρ όλων των εργαζομένων εγγυήσεις, λόγω δε του εντόνως προστατευτικού χαρακτήρα τους και του στενού δεσμού τους με την ικανοποίηση και προστασία του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, αποτελούν μονομερώς αναγκαστικό δίκαιο και κατά συνέπεια απόκλιση από τις σχετικές διατάξεις αυτού επιτρέπεται μόνο για την εφαρμογή ευμενέστερων για τον εργαζόμενο διατάξεων άλλων πηγών, με την προαναφερθείσα έννοια της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών.

Με το άρθρο 3 παρ.1 του ως άνω α.ν. 539/1945 ορίζεται ότι κατά τη διάρκεια της αδείας ο μισθωτός δικαιούται τις συνήθεις αποδοχές, τις οποίες θα εδικαιούτο, εάν απασχολείτο στην υπόχρεη επιχείρηση κατά τον αντίστοιχο χρόνο ή τις τυχόν για την περίπτωση αυτή καθορισμένες με συλλογική σύμβαση, ενώ με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι για τον κατ' αποκοπή ή κατ' άλλο σύστημα κυμαινόμενων αποδοχών αμειβόμενο μισθωτό, οι αποδοχές που δικαιούται κατά τη διάρκεια της αδείας του, εξευρίσκονται πολλαπλασιαζομένων των κατά μέσο όρο από της λήξεως της αδείας του προηγουμένου έτους μέχρι της ενάρξεως της αδείας, ημερησίων αποδοχών του, επί τον αριθμό των εργασίμων ημερών οι οποίες περιλαμβάνονται στη χορηγηθείσα άδεια και κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, στην έννοια των αποδοχών περιλαμβάνονται και οι κάθε είδους πρόσθετες ή συμπληρωματικές τακτικές παροχές.

Εξάλλου, ο νομοθέτης, με πρόθεση να ενισχυθεί ο σκοπός της αναψυχής του εργαζόμενου που επιδιώκεται με το θεσμό της άδειας, θέσπισε, με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966, ένα πρόσθετο ποσό, το επίδομα αδείας, το οποίο ισούται με το σύνολο των αποδοχών αδείας, με το διαλαμβανόμενο σ' αυτή χρονικό περιορισμό, κατά την οποία "Οι επί σχέσει εργασίας του ιδιωτικού δικαίου απασχολούμενοι, παρ' οιωδήποτε εργοδότη, μισθωτοί δικαιούνται κατ' έτος "επιδόματος αδείας" ίσου προς το σύνολον των αποδοχών των υπό του α.ν. 539/1945 ή άλλων διατάξεων καθοριζομένων ημερών αδείας αναπαύσεως μετ' αποδοχών, ων δικαιούται έκαστος μισθωτός, υπό τον περιορισμόν ότι το επίδομα τούτο δεν δύναται να υπερβαίνει τας αποδοχάς ενός 15νθημέρου, διά τους επί μηνιαίω μισθώ αμειβόμενους, των 13 δε εργασίμων ημερών δια τους επί ημερομίσθιω ή κατά μονάδα εργασίας ή επί ποσοστοίς ή κατ' άλλον τρόπον αμειβομένους μισθωτούς.

Το ως άνω επίδομα καταβάλλεται ομού μετά των αποδοχών της αδείας αναπαύσεως του μισθωτού...". Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με τις διατάξεις των άρθρων 648, 653, 666, 679 ΑΚ, της κυρωθείσας με το ν. 3248/1955 με αριθμ. 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου", 2 της κυρωθείσας με το ν. 133/1975 από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, 1 παρ.1 του ν. 435/1976, Ιπαρ. 2 του ν. 1082/1980 και του άρθρου 3 της υπ' αριθμ. 19040/1981 Υπουργικής Απόφασης "χορήγηση επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους μισθωτούς όλης της χώρας που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου"(ΦΕΚ Β' 742) προκύπτει ότι ως "συνήθεις αποδοχές", με βάση τις οποίες υπολογίζονται οι αποδοχές και το ισούμενο προς αυτές, υπό τον ως άνω χρονικό περιορισμό, επίδομα αδείας, ταυτίζονται δε προς τις "τακτικές αποδοχές", που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των επιδομάτων εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, και είναι ίσες με τις αποδοχές που θα εδικαιούτο ο μισθωτός, αν είχε απασχοληθεί κατά τον αντίστοιχο χρόνο της αδείας του και όμοιες με τις αποδοχές των αμειβομένων με το σύστημα των κυμαινόμενων, νοούνται ο συμβατικός ή ο νόμιμος μισθός ή το ημερομίσθιο, καθώς και οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη εργοδοτική παροχή, σε χρήμα ή σε είδος, που καταβάλλεται κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας, με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας.

Έτσι, εφόσον παρέχονται τακτικά και σταθερά, περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές, μεταξύ άλλων, η αμοιβή για υπερεργασία και για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, η κατά 75% προσαύξηση του ημερομισθίου ή προσαυξήσεις του 1/25 του μηνιαίου μισθού με βάση τις 8900/1946 και 25825/1951 κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας για εργασία κατά τις Κυριακές και από το νόμο καθιερωμένες ως μη εργάσιμες εορτές του έτους, εφόσον η εργασία αυτή παρέχεται σταθερά και μόνιμα.

Δεν περιλαμβάνονται, όμως, στις ανωτέρω αποδοχές, μεταξύ άλλων, η αμοιβή για μη νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, ακόμη και όταν η υπερωριακή απασχόληση παρέχεται σταθερά και μόνιμα δεν αποτελεί τακτικό μισθό, ακριβώς διότι δεν φέρει το χαρακτήρα νόμιμου ή συμβατικού ανταλλάγματος για την εργασία του μισθωτού, η αμοιβή για την εργασία κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, έστω και αν παρέχεται σταθερά και μόνιμα δεν αποτελεί τακτικό μισθό, διότι δεν φέρει το χαρακτήρα νόμιμου ή συμβατικού ανταλλάγματος για την εργασία του μισθωτού και τα επιδόματα εορτών (Ολ ΑΠ 5/2011, ΑΠ 415/2017, ΑΠ 191/2011).

Αν οι εν λόγω τακτικές εργοδοτικές παροχές δεν είναι σταθερές κατά ποσό, αλλά διαφέρουν από μήνα σε μήνα, λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος του προηγούμενου χρονικού διαστήματος, το οποίο μεσολάβησε από τη λήξη της προηγούμενης αδείας του μέχρι την έναρξη της νέας άδειας. Εξάλλου, με την 45058/7/1971 ΚΥΑ των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εμπορικής Ναυτιλίας και Εργασίας (ΦΕΚ ΕΓ 579) εγκρίθηκε ο Κανονισμός Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς (με τον προσαρτημένο σ' αυτόν πίνακα συνθέσεων εργατικών ομάδων και αποδόσεων αυτών σε τόνους ή m3), με τον οποίο ρυθμίζονται οι όροι εργασίας και αμοιβής του εργατικού προσωπικού (μόνιμο και έκτακτο), που συνδέεται με τον ΟΛΠ (και ήδη την αναιρεσείουσα ΟΛΠ ΑΕ) πάντοτε με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου (άρθρα 1 και 10), καθώς και οι συνθήκες και ο τρόπος διεξαγωγής των φορτοεκφορτωτικών εργασιών στην περιοχή του Λιμένος Πειραιώς (άρθρο 1 παρ.1).

Ο Κανονισμός αυτός, που καταρτίσθηκε και εγκρίθηκε υπό την ισχύ και κατά τη διαδικασία των άρθρων 1 και 2 του ν.δ. 3789/1957, όπως και στο προοίμιό του αναφέρεται, έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, με αυτόν δε ορίζονται ειδικότερα τα εξής σε σχέση με τον τρόπο υπολογισμού των αποδοχών και του επιδόματος αδείας του ως άνω προσωπικού σε συνάρτηση και με το είδος και τις κατηγορίες των εργασιών αυτών, ενώ το εκάστοτε ύψος του βασικού ημερομισθίου

των διαφόρων κατηγοριών (ειδών) φορτοεκφορτωτικών εργασιών ορίζεται με τις οικείες ΣΣΕ: 1) Σύμφωνα με το άρθρο 35 παρ.1 εδ. β' οι αποδοχές αδείας ισούνται προς το γινόμενο των ημερών αδείας που δικαιούται κάθε μισθωτός επί το βασικό ημερομίσθιο της απασχόλησής του, όπως δε διευκρινίζεται με την παρ. ε' του ίδιου άρθρου ως "βασικό ημερομίσθιο" για τον υπολογισμό των αποδοχών αδείας των μονίμων εργατών λογίζεται αυτό της επικρατέστερης απασχόλησής τους κατά το τελευταίο πριν από τη χορήγηση της αδείας τρίμηνο και προκειμένου για εργάτες που απασχολούνται σε φορτοεκφορτωτικές εργασίες δημητριακών και γαιανθράκων το βασικό ημερομίσθιο που καθορίζεται για τις εργασίες αυτές.

Κατά δε τις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 35 του ως άνω Κανονισμού, "Μετά των αποδοχών κανονικής αδείας του εργατικού προσωπικού καταβάλλεται και το ιδιαίτερον επίδομα αδείας..." (παρ. 3) και "Εις άπαντας τους εργάτας (μονίμους, δοκίμους και ελευθέρους), τους καθ' οιονδήποτε τρόπον απασχολουμένους κατά το μικτόν σύστημα ή επί ημερομισθίω εις φορτοεκφορτωτικάς και λοιπός εργασίας του λιμένος, αι καταβαλλόμεναι αυτοίς αποδοχαί αδείας προσαυξάνονται κατά ποσοστόν 25%"(παρ. 4).

Ως "επικρατέστερη απασχόληση" νοείται κατά τη διάταξη αυτή η επικρατέστερη κατά χρόνο, δηλαδή εκείνη η οποία είχε συνολικά τη μεγαλύτερη διάρκεια και στην οποία ο εργαζόμενος πραγματοποίησε τα περισσότερα ημερομίσθια κατά το τελευταίο πριν από την λήψη της άδειας τρίμηνο. Βάση, επομένως, υπολογισμού των αποδοχών αδείας είναι το βασικό ημερομίσθιο και όχι η τελική αμοιβή που προκύπτει από τυχόν προσαυξήσεις λόγω αποδόσεως (για τους εργαζόμενους "επί αποδόσει") ή λόγω τριπλασιασμού του βασικού ημερομισθίου (για τους απασχολούμενους στις γερανογέφυρες) ή λόγω άλλων προβλεπομένων προσαυξήσεων, οι προκύπτουσες δε και καταβαλλόμενες με τον υπολογισμό αυτό αποδοχές αδείας προσαυξάνονται για όλους τους εργάτες κατά ποσοστό 25%. 2) Το ύψος του βασικού ημερομισθίου των (μονίμων κλπ.) εργατών του ΟΛΠ, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, λαμβάνεται ως βάση για τον υπολογισμό των αποδοχών και του επιδόματος αδείας, ορίζεται ειδικά στο άρθρο 23 παρ.1 του Κανονισμού (αναπροσαρμοζόμενο εκάστοτε με τις οικείες ΕΣΣΕ) ανάλογα και σε αντιστοιχία με το είδος της απασχόλησής τους κατά τις διακρίσεις του άρθρου 12 παρ.1 του Κανονισμού (στο οποίο ρητά παραπέμπει το άρθρο 23 παρ.1), είναι δε αυτές:

α) η απασχόληση σε φορτοεκφορτώσεις γενικά χύδην φορτίων δημητριακών, γαιανθράκων κλπ., β) η απασχόληση σε φορτοεκφορτώσεις επί πλοίων γενικά και επί παντός είδους πλωτών ναυπηγημάτων και γ) η απασχόληση σε κομιστικές εργασίες (μεταφοράς των εμπορευμάτων από τον τόπο της οριστικής εναπόθεσής τους στα μεταφορικά μέσα των παραληπτών και αντίστροφα), σε εργασίες μεταφοράς των αποσκευών των επιβατών, σε εργασίες κάλυψης και αποκάλυψης των υπαιθρίων εμπορευμάτων και σε λοιπές βοηθητικές εργασίες σχετιζόμενες με την φορτοεκφόρτωση.

Στις κατηγορίες αυτές απασχόλησης, ειδικότερα, δεν προβλέπεται και δεν περιλαμβάνεται στο ως άνω άρθρο, ως είδος απασχόλησης η "επί αποδόσει", αφού αυτή, κατά το άρθρο 20 του Κανονισμού, που έχει ακριβώς τον τίτλο "τρόπος διεξαγωγής της εργασίας", προβλέπεται ως τρόπος εργασίας και όχι ως κατηγορία (διάκριση) απασχόλησης.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 20 του Κανονισμού: 1) Η εργασία στον λιμένα διεξάγεται "επί αποδόσει" στις περιπτώσεις εκφόρτωσης ή φόρτωσης και ειδικότερα στις περιπτώσεις της, από το κύτος ή τις φορτηγίδες μέχρι τον τόπο οριστικής απόθεσης, μεταφοράς α) γαιανθράκων, ορυκτών, μεταλλευμάτων, πορσελάνης και χωμάτων (χύμα) χωρίς τη χρήση αρπάγης, β) σιτηρών και λοιπών δημητριακών "εις χύμα", χωρίς τη χρήση αρπάγης, γ) ξυλείας, δ) φορτίων σε σάκους γενικά, ε) σιδήρων, σιδηροφύλλων κλπ, στ) ειδών γενικού εμπορίου και ζ) φορτίων πλοίων ψυγείων, κατ' εξαίρεση, όμως, εφόσον οι συνθήκες διεξαγωγής των εργασιών για τα παραπάνω φορτία (υπό στοιχεία α-ζ) παρεμποδίζουν την "επί αποδόσει" εργασία με τον ως άνω τρόπο, αυτός μπορεί με απόφαση των αρμοδίων οργάνων να μεταβληθεί (επειδή ακριβώς η "επί αποδόσει" εργασία δεν αποτελεί είδος απασχόλησης, αλλά τρόπο εκτέλεσης της εργασίας) σε εργασία "επί ημερομισθίω". 2) Η εργασία "επί ημερομισθίω" εκτελείται για α) την από την αποθήκη ή ύπαιθρο μεταφορά όλων των ανωτέρω ειδών (πλην της ξυλείας) μέχρι το μεταφορικό μέσο του παραλήπτη και αντίστροφα, β) φορτοεκφορτώσεις αποσκευών των επιβατών, γ) φορτοεκφορτώσεις νωπών ιχθύων, φρούτων και λαχανικών, δ) φορτοεκφορτώσεις φορτίων κάθε είδους "εις χύμα" (δι' αρπάγης ή μηχανημάτων αναρροφήσεως) και ε) εργασίες εκφόρτωσης βαγονιών και αυτοκινήτων που μεταφέρουν εμπορεύματα εξωτερικού και 3) οι εργασίες πλήρωσης και εκκένωσης εμπορευματοκιβωτίων, ρυμουλκούμενων οχημάτων και αυτοκινήτων μεταφερόμενων με οχηματαγωγά πλοία εξωτερικού, καθώς και οι εργασίες φορτοεκφόρτωσης στρατιωτικών εφοδίων επί αυτοκινήτων κλπ.

μπορούν να εκτελούνται "επί αποδόσει" με βάση τους 6 τόνους κατά εργάτη κλπ. Η αμοιβή για την "επί αποδόσει" εργασία έχει προβλεφθεί στο άρθρο 27 και καταβάλλεται και στις τρεις περιπτώσεις απασχόλησης του άρθρου 12 παρ.1 επιπρόσθετα του βασικού ημερομισθίου του άρθρου 23 παρ. 1 και 3) Με το άρθρο 26 του Κανονισμού Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς προβλέπονται οι καθοριζόμενες σ' αυτό έκτακτες αμοιβές για την "επί ημερομισθίω εργασίαν", ενώ με το άρθρο 28 αυτού προβλέπονται οι καθοριζόμενες εκεί πρόσθετες και έκτακτες αμοιβές για την "επί αποδόσει εργασίαν", όπως για πρόσθετες εργασίες ανοίγματος και κλεισίματος των κυτών του πλοίου, εξαρμώσεις διαφραγμάτων (μπουλμέδων) ή υποστηριγμάτων και περισυλλογή της ξυλείας κλπ, για καθυστέρηση ενάρξεως εργασίας ή διακοπή αυτής εντός των κανονικών χρονικών ορίων απασχολήσεως, για καθυστερήσεις σημειούμενες σε έκτακτα χρονικά όρια εργασίας τακτικών και εκτάκτων φυλάκων κλπ.

Τέλος, κατά το άρθρο 30 παρ.1 το "ασφαλιστικό ημερομίσθιο", που καταβάλλεται στους μόνιμους εργάτες για όσες εργάσιμες ημέρες δεν διατίθενται σε φορτοεκφορτωτικές εργασίες του λιμένος λόγω έλλειψης εργασίας, είναι ίσο προς αυτό που καταβάλλεται στους μόνιμους εργάτες που απασχολούνται σε κομιστικές εργασίες του άρθρου 23 παρ.1 εδ.

β', μετά των συντρεχόντων επιδομάτων εμπειρίας, ειδικών συνθηκών και γάμου, δεν αποτελεί, δηλαδή, το "ασφαλιστικό ημερομίσθιο" το κατώτερο ημερομίσθιο, αλλά αυτό καθορίζεται ίσο προς το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο για τις κομιστικές εργασίες, ενώ κατά το άρθρο 31 παρ. 1 σε περίπτωση ματαιώσεως προγραμματισμένης εργασίας καταβάλλεται το βασικό ημερομίσθιο.

Περαιτέρω, με τα άρθρα 4 παρ. 3 και 5 εδ. ε' του ν. 2668/1999, ο ως άνω Κανονισμός Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς διατηρήθηκε, καταρχάς, σε ισχύ και μετά την μετατροπή της αναιρεσείουσας από ΝΠΔΔ σε ανώνυμη εταιρεία, ενώ με την 5115.01/02/2004 απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών - Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Εμπορικής Ναυτιλίας (ΦΕΚ Β' 390/26- 2-2004) εγκρίθηκε και δημοσιεύθηκε ο καταρτισθείς στα πλαίσια και κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 4, 12 και 13 του ως άνω ν. 2688/1999 Γενικός Κανονισμός Προσωπικού της ΟΛΠ ΑΕ (που άρχισε να ισχύει 10 ημέρες μετά τη δημοσίευσή του στην ΕτΚ, κατά το άρθρο 83 αυτού) για τη ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων των εργαζομένων σ' αυτήν, σύμφωνα δε με αυτόν το προσωπικό της αναιρεσείουσας (τακτικό, έκτακτο και δόκιμο), στο οποίο υπάγεται ως ιδιαίτερη υπηρεσιακή κατηγορία το λιμενεργατικό προσωπικό και δη οι λιμενεργάτες (άρθρο 5 παρ.ΐα, 2 και 4α), δικαιούται ετήσιας άδειας με αποδοχές, καθώς και επιδόματος αδείας, σύμφωνα με την εργατική νομοθεσία (γίνεται, δηλαδή, παραπομπή στον α.ν. 539/1945) σε συνδυασμό με τις διατάξεις της εκάστοτε ισχύουσας ΕΓΣΣΕ, τις ειδικότερες συλλογικές συμβάσεις εργασίας που εφαρμόζονται στην εταιρεία (αναιρεσείουσα) και τις διατάξεις του παρόντος Κανονισμού (άρθρο 55 παρ.1) (Ολ ΑΠ 5/2011, ΑΠ 415/2017, ΑΠ 416/2017, ΑΠ 417/017).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή αν αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1388/2015, ΑΠ 1318/2015 ). Στην περίπτωση που το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και υπήχθησαν αυτά στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση(ΑΠ 229/2018, ΑΠ 230/2018).

Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης και την προσβαλλόμενη απόφαση, παραδεκτώς, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκοπούμενα, οι ενάγοντες, με το αγωγικό δικόγραφο εξέθεταν ότι, δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, απασχολούνται ως λιμενεργάτες στην εναγόμενη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", ζήτησαν να υποχρεωθεί η τελευταία να καταβάλει στον πρώτο αυτών, το ποσό των 27.127,58 ευρώ και στο δεύτερο αυτών, το ποσό των 12.816,37 ευρώ, που αντιστοιχούν στις διαφορές των αποδοχών αδείας και του επιδόματος αδείας, μεταξύ αυτών που έπρεπε να καταβληθούν και αυτών που τους καταβλήθηκαν κατά τα έτη 2001 έως και 2005, με το νόμιμο τόκο.

Με την προσβαλλόμενη 278/2014 απόφασή του Εφετείου Πειραιώς, εξαφανίστηκε η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών 4341/2008 απόφαση του Πρωτοδικείου, έγινε εν μέρει η αγωγή κατ'ουσίαν για επιδίκαση διαφορών του επιδόματος αδείας και υποχρεώθηκε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει εντόκως στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 4.847,05 ευρώ και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 1.883,09 ευρώ.

Το Εφετείο Πειραιώς δέχθηκε - μεταξύ των άλλων- τα ακόλουθα: "Δυνάμει συμβάσεων εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου οι ενάγοντες προσελήφθησαν ως λιμενεργάτες από την εναγομένη, η οποία ετύγχανε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπό την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ" και από 2ας Μαΐου 1999 συνέχισε την λειτουργία της ως ανώνυμη εταιρεία κατά τις διατάξεις του Ν. 2688/1999.

Ειδικώτερον οι ενάγοντες προσελήφθησαν ως λιμενεργάτες ο πρώτος εξ αυτών την 18ην Ιουλίου 1988 και ο δεύτερος εξ αυτών την 1η Φεβρουάριου 1988. Κατά την πρόσληψή του ο πρώτος ενάγων ήτο έγγαμος μετά δύο τέκνων. Οι όροι εργασίας των εναγόντων διήποντο από τον Κανονισμό Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς, διά του οποίου γίνεται παραπομπή και στις διατάξεις της γενικής εργατικής νομοθεσίας ως προς τις αποδοχές και επιδόματα αδείας των εργαζομένων, και από τις εκάστοτε συλλογικές συμβάσεις εργασίας, οι οποίες κατηρτίζοντο μεταξύ της εναγομένης και του σωματείου των εργαζομένων υπό την επωνυμίαν "Ένωση Μονίμων και Δοκίμων Λιμενεργατών ΟΛΠ".

Αναλόγως δε προς τις παρουσιαζόμενες ανάγκες οι ενάγοντες κατανέμονταν από τα αρμόδια όργανα της εναγομένης εταιρείας εις διαφορετικά ωράρια εργασίας εντός του εικοσιτετραώρου και απησχολούντο εις όλα τα είδη των λιμενικών εργασιών είτε αυτές διεξήγοντο βάσει αποδόσεως είτε βάσει σταθερού ημερομισθίου και αναλόγως της παρεχομένης εργασίας κατεβάλλετο προς αυτούς το εκ των διατάξεων του Κανονισμού και των οικείων ειδικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας σταθερό ημερομίσθιο ή το κυμαινόμενο ποσοστόν αποδόσεως, το οποίον αναλογούσε στις υπ' αυτών φορτοεκφορτούμενες ποσότητες.

Καθ' όλην δέ την επίδικη χρονική περίοδο (από 1ης Ιανουάριου 2001 έως 31ης Δεκεμβρίου 2005) όλα τα προβλεπόμενα επιδόματα και οι λοιπές πρόσθετες παροχές διεμορφώνοντο και κατεβάλλοντο βάσει του προαναφερομένου ημερομισθίου. Η κυμαινομένη ανώτερη αυτή αμοιβή αποδόσεως προβλέπεται και καταβάλλεται στους εργαζομένους της εναγομένης εταιρείας τακτικώς και σταθερώς ως αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας και ως εκ τούτου η τοιαύτη αμοιβή έχει την έννοιαν των τακτικών αποδοχών, επί των οποίων πρέπει να υπολογίζονται οι αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας συμφώνως προς τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (ΑΝ 539/1945 και Ν. 4504 /1966), κατά τα διά της μείζονος σκέψεως διαλαμβανόμενα.

Ειδικώτερον, όμως το επίδομα αδείας, το οποίον ελάμβαναν οι ενάγοντες κατά την ως άνω χρονικήν περίοδον, δεν διεμορφώνετο βάσει του ημερομισθίου, το οποίον προέκυπτε από την πραγματική πόδοση αυτών και κατεβάλλετο εις αυτούς κατά το τελευταίον δωδεκάμηνον προ της λήψεως της αδείας, ως έδει κατά τα εν τη μείζονι σκέψει αναπτυχθέντα, αλλά βάσει του κατωτέρου ημερομισθίου ασφαλείας προσαυξημένο κατά ποσοστόν 20% από του έτους 1990 και κατά ποσοστόν 25% αργότερον κατά την αντίστοιχη πρόβλεψη των οικείων ειδικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας.

Ο τρόπος, όμως, αυτός υπολογισμού του επιδόματος αδείας εις ποσοστά κατώτερα των αναλογούντων στο προβλεπόμενο και πραγματικώς καταβαλλόμενον ημερομίσθιον αποδόσεως κατά το τελευταίο προ της λήψεως της αδείας δωδεκάμηνον είναι βλαπτικός δι' αυτούς (ενάγοντες), οι οποίοι δικαιούνται να αξιώνουν τον υπολογισμόν του επιδόματος αδείας συμφώνως προς τις ευμενέστερες διατάξεις της κοινής (γενικής) εργατικής νομοθεσίας, ήτοι του άρθρου 3§16 Ν. 4504 /1966 και του άρθρου 3 ΑΝ 539 /1945, κατά τις οποίες το επίδομα αδείας είναι ίσον προς τις αποδοχές δέκα τριών εργασίμων ημερών βάσει του ημερομισθίου του εξευρισκομένου από την διαίρεση του συνόλου όλων των συνυπολογιστέων κατά νόμον αποδοχών του εργαζομένου κατά το τελευταίο προ της λήψεως της αδείας δωδεκάμηνον (ώστε να περιληφθούν όλες οι εργοδοτικές παροχές οι καταβληθείσες κατά το χρονικό αυτό διάστημα ως αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας τακτικώς ανά μήνα) διά του αριθμού δώδεκα (12), λαμβανομένου υπ' όψιν ότι οι διατάξεις αυτές, εν συνόλω λαμβανόμενες, υπερισχύουν, κατά τα προαναφερόμενα στην μείζονα σκέψη, βάσει της αρχής της ευνοίας υπέρ των μισθωτών εν σχέσει προς τις αντίθετες και δυσμενέστερες διά τους εργαζομένους διατάξεις των αντιστοίχων κανονισμών εργασίας ή των οικείων ειδικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας..." Ότι κατά τα άρθρα 3§16 Ν. 4504 /1966, 1§1, 2§§1,2&3 και 3§§1,2,3&8 ΑΝ 539 /1945 και 1 Ν. 1346 /1983, το επίδομα αδείας είναι....ίσον προς τις αποδοχές δέκα τριών (13) εργασίμων ημερών βάσει του ημερομισθίου του εξευρισκομένου από την διαίρεση του συνόλου των συνυπολογιστέων κατά νόμον αποδοχών του εργαζομένου κατά το τελευταίον προ της λήψεως της αδείας δωδεκάμηνον (ώστε να περιληφθούν άπασες οι εργοδοτικές παροχές οι καταβληθείσες ως αντάλλαγμα της παρασχεθείσης εργασίας τακτικώς ανά μήνα κατά το κρίσιμο αυτό χρονικό διάστημα) διά του αριθμού δώδεκα (12) και ακολούθως διά του αριθμού είκοσι πέντε (25) και ουχί από την διαίρεση του ως άνω συνόλου των συνυπολογιστέων κατά νόμον αποδοχών διά αριθμού μικροτέρου του δώδεκα, ο οποίος προκύπτει από τις ημέρες πραγματικής απασχολήσεως εκάστου ενάγοντος εντός του χρονικού διαστήματος του ως άνω δωδεκαμήνου, όπως αβασίμως αυτοί ισχυρίζονται .Καθ' όλον δέ το επίδικο χρονικό διάστημα (από 1- 1-2001 έως 31-12-2005), κατά το οποίον οι ενάγοντες εδικαιούντο να λάβουν κανονικήν άδειαν, δεν προέκυψεν ότι εις το μηνιαίον σύνολον των αποδοχών αυτών περιλαμβάνονται και ποσά αντιστοιχούντο εις παράνομες υπερωρίες, έξοδα κινήσεως και αποζημίωση διά εκτός έδρας εργασία, τα οποία δεν συνυπολογίζονται στην εξεύρεση των αποδοχών αδείας και του επιδόματος αδείας.

Κατόπιν τούτων οι ενάγοντες βάσει των κάτωθι αναφερομένων πλήρων μηνιαίων αποδοχών του τελευταίου δωδεκαμήνου δικαιούνται να λάβουν διά διαφορές επιδόματος αδείας των ετών 2001, 2002, 2003, 2004 και 2005 τα ακόλουθα χρηματικά ποσά: Α) Ο πρώτος ενάγων: α) κατά το έτος 2001 έπρεπε να λάβει διά επίδομα αδείας χρηματικό ποσό 894,13 ευρώ [= 718.322 δραχμές (μισθός Ιουλίου 2000) + 218.385 δραχμές (μισθός Αυγούστου 2000) + 810.869 δραχμές (μισθός Σεπτεμβρίου 2000) + 722.340 δραχμές (μισθός Οκτωβρίου 2000) + 850.414 δραχμές (μισθός Νοεμβρίου 2000) + 763.879 δραχμές (μισθός Δεκεμβρίου 2000) + 455.288 δραχμές (μισθός Ιανουάριου 2001) + 741.461 δραχμές (μισθός Φεβρουάριου 2001) + 392.519 δραχμές (μισθός Μαρτίου 2001) + 423.236 δραχμές (μισθός Απριλίου 2000) + 509.687 δραχμές (μισθός Μαΐου 2001) + 424.543 δραχμές (μισθός Ιουνίου 2001) = 7.030.943 δραχμές ή 20.633,73 ευρώ : 12 μήνες = 1.719,48 ευρώ (μέσος όρος μηνιαίων αποδοχών τελευταίου δωδεκαμήνου προ της αδείας) : 25 ημέρες = 68,78 ευρώ (ημερομίσθιο) X 13 ημέρες], λαβών δε ποσόν 432,63 ευρώ,.......

δικαιούται υπόλοιπον 461,50 ευρώ, β) κατά το έτος 2002 έπρεπε να λάβει διά επίδομα αδείας χρηματικό ποσό 1.307,57 ευρώ [= 610.659 δραχμές ή 1.792,10 ευρώ (μισθός Ιουλίου 2001) + 203.978 δραχμές ή 598,62 ευρώ (μισθός Αυγούστου 2001) + 674.993 δραχμές ή 1.980,90 ευρώ (μισθός Σεπτεμβρίου 2001) + 579.299 δραχμές ή 1.700,07 ευρώ (μισθός Οκτωβρίου 2001) + 1.071.542 δραχμές ή 3.144,66 ευρώ (μισθός Νοεμβρίου 2001) + 485.394 δραχμές ή 1.424,49 ευρώ (μισθός Δεκεμβρίου 2001) + 3.342,98 ευρώ (μισθός Ιανουάριου 2002) + 3.131,27 ευρώ (μισθός Φεβρουάριου 2001) + 3.162,32 ευρώ (μισθός Μαρτίου 2002) + 3.405,18 ευρώ (μισθός Απριλίου 2002) + 2.992,14 ευρώ (μισθός Μαΐου 2002) + 3.500,08 ευρώ (μισθός Ιουνίου 2002) = 30.174,81 ευρώ : 12 μήνες = 2.514,57 ευρώ (μέσος όρος μηνιαίων αποδοχών τελευταίου δωδεκαμήνου προ της αδείας) : 25 ημέρες = 100,58 ευρώ (ημερομίσθιο) X 13 ημέρες], λαβών δέ ποσόν 506,67 ευρώ (ως έγινε δεκτόν διά της εκκαλουμένης αποφάσεως, βάσει της οποίας αφηρέθη εκ του εξευρεθέντος ποσού επιδόματος αδείας λόγω καταβολής ουχί μόνον το καθ' υποφοράν διά του αγωγικού δικογράφου αναφερόμενον ποσόν εκ 489,77 ευρώ αλλά και επιπρόσθετον ποσόν εκ 16,90 ευρώ, δίχως, όμως, να έχει προβληθεί αντίστοιχη ένσταση καταβολής αλλά και χωρίς να έχει προβληθεί λόγος εφέσεως πλήττων το συγκεκριμένο σφάλμα της πρωτοδίκου αποφάσεως), δικαιούται υπόλοιπον 800,90 ευρώ, γ) κατά το έτος 2003 έπρεπε να λάβει διά επίδομα αδείας χρηματικό ποσό 1.947,59 ευρώ [= 3.795,50 ευρώ (μισθός Ιουλίου 2002) + 3.263,73 ευρώ (μισθός Αυγούστου 2002) + 2.607,99 ευρώ (μισθός Σεπτεμβρίου 2002) + 3.504,86 ευρώ (μισθός Οκτωβρίου 2002) + 4.324,93 ευρώ (μισθός Νοεμβρίου 2002) + 4.032,39 ευρώ (μισθός Δεκεμβρίου 2002) + 2.919,86 ευρώ ( μισθός Ιανουάριου 2003) + 3.828,25 ευρώ (μισθός Φεβρουάριου 2003) + 4.260,30 ευρώ (μισθός Μαρτίου 2003) + 3.241,58 ευρώ (μισθός Απριλίου 2003) + 4.801,55 ευρώ (μισθός Μαΐου 2003) + 4.363,57 ευρώ (μισθός Ιουνίου 2003) = 44.944,51 ευρώ : 12 μήνες = 3.745,38 ευρώ (μέσος όρος μηνιαίων αποδοχών τελευταίου δωδεκαμήνου προ της αδείας) : 25 ημέρες = 149,81 ευρώ (ημερομίσθιο) X 13 ημέρες], λαβών, όμως, αρχικώς ποσόν 515,26 ευρώ,....

συνάψας δε εν συνεχεία τον από 9-2-2004 εξώδικον συμβιβασμόν μετά της εναγομένης διά περιορισμού (συμβιβαστικού εκ των υστέρων επανακαθορισμού) του υπολοίπου της οφειλής εις 730,94 ευρώ (κατόπιν γενομένων αμοιβαίων υποχωρήσεων μετά το ληξιπρόθεσμον και απαιτητόν της εν λόγω απαιτήσεως....) και εισπράξας και το συμβιβαστικώς επανακαθορισθέν ως άνω υπόλοιπον δυνάμει των από 9-2-2004, 3-5-2004, 2-8-2004 και 10-11-2004 αποδείξεων εισπράξεως, συμφώνως προς την υπό της εφεσιβλήτου - εναγομένης διά πρώτην φοράν παραδεκτώς εις δεύτερον βαθμόν, κατ' άρθρον 527περ.1&3 ΚΠολΔ, διά των δευτεροβαθμίων προτάσεων προβαλλομένην εις απόκρουσιν της εφέσεως του πρώτου ενάγοντος .....και επί του άρθρου 871 ΑΚ ερειδομένην ένστασιν περί εξωδίκου συμβιβασμού, εν συνδυασμό προς την εις πρώτον και δεύτερον βαθμόν προβληθείσαν και επί του άρθρου 416 ΑΚ ερειδομένην ένστασιν περί καταβολής, έχει, βάσει των (εγγράφως) ως άνω αποδεικνυομένων ενστάσεων, εξοφληθεί ολοσχερώς διά την αμέσως ως άνω απαίτησιν, όπως αύτη διά του εξωδίκου συμβιβασμού εγκύρως περιωρίσθη, δ) κατά το έτος 2004 έπρεπε να λάβει διά επίδομα αδείας χρηματικό ποσό 2.393,72 ευρώ [= 3.423,17 ευρώ (μισθός Ιουλίου 2003) + 4.010,78 ευρώ (μισθός Αυγούστου 2003) + 4.176,99 ευρώ (μισθός Σεπτεμβρίου 2003) + 4.852,02 ευρώ (μισθός Οκτωβρίου 2003) + 4.703,72 ευρώ (μισθός Νοεμβρίου 2003) + 4.359,34 ευρώ (μισθός Δεκεμβρίου 2003) + 4.875,01 ευρώ (μισθός Ιανουάριου 2004) + 4.794,11 ευρώ (μισθός Φεβρουάριου 2003) + 5.344,60 ευρώ (μισθός Μαρτίου 2004) + 3.867,17 ευρώ (μισθός Απριλίου 2004) + 5.287,81 ευρώ (μισθός Μαΐου 2004) + 5.545,01 ευρώ (μισθός Ιουνίου 2004) = 55.239,73 ευρώ : 12 μήνες = 4.603,31 ευρώ (μέσος όρος μηνιαίων αποδοχών τελευταίου δωδεκαμήνου προ της αδείας) : 25 ημέρες = 184,13 ευρώ (ημερομίσθιο) X 13 ημέρες], λαβών δε ποσόν 556,32 ευρώ (ως έγινε δεκτόν διά της εκκαλουμένης αποφάσεως, βάσει της οποίας αφηρέθη εκ του εξευρεθέντος ποσού επιδόματος αδείας λόγω καταβολής ουχί μόνον το καθ' υποφοράν διά του αγωγικού δικογράφου αναφερόμενον ποσόν εκ 535,89 ευρώ αλλά και επιπρόσθετον ποσόν εκ 20,43 ευρώ, δίχως, όμως, να έχει προβληθεί αντίστοιχη ένσταση καταβολής αλλά και χωρίς να έχει προβληθεί λόγος εφέσεως πλήττων το συγκεκριμένο σφάλμα της πρωτοδίκου αποφάσεως), δικαιούται υπόλοιπον 1.837,40 ευρώ, ε) κατά το έτος 2005 έπρεπε να λάβει διά επίδομα αδείας χρηματικό ποσό 2.345,60 ευρώ [= 4.154,06 ευρώ (μισθός Ιουλίου 2004) + 5.133,25 ευρώ (μισθός Αυγούστου 2004 + 4.637,81 ευρώ (μισθός Σεπτεμβρίου 2004) + 4.367,89 ευρώ (μισθός Οκτωβρίου 2004) + 4.707,54 ευρώ (μισθός Νοεμβρίου 2004) + 4.558,69 ευρώ (μισθός Δεκεμβρίου 2004) + 4.932,35 ευρώ (μισθός Ιανουάριου 2005) + 5.376,91 ευρώ (μισθός Φεβρουάριου 2005) + 5.731,64 ευρώ (μισθός Μαρτίου 2005) + 3.896,92 ευρώ (μισθός Απριλίου 2005) + 4.638,93 ευρώ (μισθός Μαΐου 2004) + 1.993,19 ευρώ (μισθός Ιουνίου 2004) = 54.129,18 ευρώ / 12 μήνες = 4.510,76 ευρώ (μέσος όρος μηνιαίων αποδοχών τελευταίου δωδεκαμήνου προ της αδείας) : 25 = 180,43 ευρώ (ημερομίσθιο) X 13 ημέρες], λαβών δέ ποσόν 598,35 ευρώ....δικαιούται υπόλοιπον 1.747,25 ευρώ και Β) Ο δεύτερος ενάγων:

α) κατά το έτος 2001 έπρεπε να λάβει διά επίδομα αδείας χρηματικό ποσό 756,69 ευρώ [= 552.249 δραχμές (μισθός Ιουλίου 2000) + 583.523 δραχμές (μισθός Αυγούστου 2000) + 507.444 δραχμές (μισθός Σεπτεμβρίου 2000) + 586.578 δραχμές (μισθός Οκτωβρίου 2000) + 514.129 δραχμές (μισθός Νοεμβρίου 2000) + 498.009 δραχμές (μισθός Δεκεμβρίου 2000) + 575.746 δραχμές (μισθός Ιανουάριου 2001) + 506.487 δραχμές (μισθός Φεβρουάριου 2001) + 321.585 δραχμές (μισθός Μαρτίου 2001) + 454.495 δραχμές (μισθός Απριλίου 2001) + 451.400 δραχμές (μισθός Μαΐου 2001) + 398.565 δραχμές (μισθός Ιουνίου 2001) = 5.950.210 δραχμές ή 17.462,10 ευρώ : 12 μήνες = 1.455,17 ευρώ (μέσος όρος μηνιαίων αποδοχών τελευταίου δωδεκαμήνου προ της αδείας) : 25 ημέρες = 58,21 ευρώ (ημερομίσθιο) X 13 ημέρες], λαβών δε ποσόν 165.483 δραχμών ή 485,64 ευρώ, δικαιούται υπόλοιπον 271,05 ευρώ, β) κατά το έτος 2002 έπρεπε να λάβει διά επίδομα αδείας χρηματικό ποσό 784,95 ευρώ [= 450.666 δραχμές ή 1.322,57 ευρώ (μισθός Ιουλίου 2001) + 324.643 δραχμές ή 952,73 ευρώ (μισθός Αυγούστου 2001) + 326.680 δραχμές ή 958,71 ευρώ (μισθός Σεπτεμβρίου 2001) + 279.295 δραχμές ή 819,65 ευρώ (μισθός Οκτωβρίου 2001) + 403.088 δραχμές ή 1.182,94 ευρώ (μισθός Νοεμβρίου 2001) + 479.660 δραχμές ή 1.407,66 ευρώ (μισθός Δεκεμβρίου 2001) + 1.775,22 ευρώ (μισθός Ιανουάριου 2002) + 1.585,64 ευρώ (μισθός Φεβρουάριου 2002) + 1.819,81 ευρώ (μισθός Μαρτίου 2002) + 2.433,74 ευρώ (μισθός Απριλίου 2002) + 1.974,95 ευρώ (μισθός Μαΐου 2002) + 1.880,68 ευρώ (μισθός Ιουνίου 2002) = 18.114,30 ευρώ : 12 μήνες = 1.509,52 ευρώ (μέσος όρος μηνιαίων αποδοχών τελευταίου δωδεκαμήνου προ της αδείας) : 25 ημέρες = 60,38 ευρώ (ημερομίσθιο) X 13 ημέρες], λαβών δέ ποσόν 546,45 ευρώ (ως έγινε δεκτόν διά της εκκαλουμένης αποφάσεως, βάσει της οποίας αφηρέθη εκ του εξευρεθέντος ποσού επιδόματος αδείας λόγω καταβολής ουχί μόνον το καθ' υποφοράν διά του αγωγικού δικογράφου αναφερόμενον ποσόν εκ 528,16 ευρώ αλλά και επιπρόσθετον ποσόν εκ 18,29 ευρώ, δίχως, όμως, να έχει προβληθεί αντίστοιχη ένσταση καταβολής αλλά και χωρίς να έχει προβληθεί λόγος εφέσεως πλήττων το συγκεκριμένο σφάλμα της πρωτοδίκου αποφάσεως), δικαιούται υπόλοιπον 238,50 ευρώ, γ) κατά το έτος 2003 έπρεπε να λάβει διά επίδομα αδείας χρηματικό ποσό 1.010,43 ευρώ [= 2.166,86 ευρώ (μισθός Ιουλίου 2002) + 1.554,30 ευρώ (μισθός Αυγούστου 2002) + 1.260,02 ευρώ (μισθός Σεπτεμβρίου 2002) + 51,92 ευρώ (μισθός Οκτωβρίου 2002) + 2.397,55 ευρώ (μισθός Νοεμβρίου 2002) + 1.688,36 ευρώ (μισθός Δεκεμβρίου 2002) + 2.321,77 ευρώ (μισθός Ιανουάριου 2003) + 2.023,46 ευρώ (μισθός Φεβρουάριου 2003) + 2.345,05 ευρώ (μισθός Μαρτίου 2003) + 2.457,34 ευρώ (μισθός Απριλίου 2003) + 2.531,06 ευρώ (μισθός Μάΐου 2003) + 2.519,92 ευρώ (μισθός Ιουνίου 2003) = 23.317,61 ευρώ : 12 μήνες = 1.943,13 ευρώ (μέσος όρος μηνιαίων αποδοχών τελευταίου δωδεκαμήνου προ της αδείας) : 25 ημέρες = 77,72 ευρώ (ημερομίσθιο) X 13 ημέρες], λαβών, όμως, αρχικώς ποσόν 573,12 ευρώ, ......., συνάψας δε εν συνεχεία τον από 9-2-2004 εξώδικον συμβιβασμόν μετά της εναγομένης διά περιορισμού (συμβιβαστικού εκ των υστέρων επανακαθορισμού) του υπολοίπου της οφειλής εις 107,76 ευρώ (κατόπιν γενομένων αμοιβαίων υποχωρήσεων μετά το ληξιπρόθεσμον και απαιτητόν της εν λόγω απαιτήσεως.....) και εισπράξας και το συμβιβαστικός επανακαθορισθέν ως άνω υπόλοιπον δυνάμει των από 9-2-2004, 3-5-2004, 22-6-2004, 2-8-2004 και 10-11- 2004 αποδείξεων εισπράξεως, συμφώνως προς την υπό της εφεσιβλήτου - εναγόμενης διά πρώτην φοράν παραδεκτώς εις δεύτερον βαθμόν, κατ' άρθρον 527περ.1&3 ΚΠολΔ, διά των δευτεροβαθμίων προτάσεων προβαλλομένην εις απόκρουσιν της εφέσεως του πρώτου ενάγοντος και επί του άρθρου 871 ΑΚ ερειδομένην ένστασιν περί εξωδίκου συμβιβασμού, εν συνδυασμό προς την εις πρώτον και δεύτερον βαθμόν προβληθείσαν και επί του άρθρου 416 ΑΚ ερειδομένην ένστασιν περί καταβολής, έχει, βάσει των (εγγράφως) ως άνω αποδεικνυομένων ενστάσεων, εξοφληθεί ολοσχερώς διά την αμέσως ως άνω απαίτησιν, όπως αύτη διά του εξωδίκου συμβιβασμού εγκύρως περιωρίσθη, δ) κατά το έτος 2004 έπρεπε να λάβει διά επίδομα αδείας χρηματικό ποσό 1.085,66 ευρώ [= 2.606,94 ευρώ (μισθός Ιουλίου 2003) + 755,50 ευρώ (μισθός Αυγούστου 2003) + 487,34 ευρώ (μισθός Σεπτεμβρίου 2003) + 219,19 ευρώ (μισθός Οκτωβρίου 2003) + 2.369,13 ευρώ (μισθός Νοεμβρίου 2003) + 2.054,47 ευρώ (μισθός Δεκεμβρίου 2003) + 2.536,55 ευρώ (μισθός Ιανουάριου 2004) + 2.117,39 ευρώ (μισθός Φεβρουάριου 2004) + 3.117,23 ευρώ (μισθός Μαρτίου 2004) + 2.804,10 ευρώ (μισθός Απριλίου 2004) + 2.869,82 ευρώ (μισθός Μαΐου 2004) + 3.116,12 ευρώ (μισθός Ιουνίου 2004) = 25.053,78 ευρώ : 12 μήνες = 2.087,81 ευρώ (μέσος όρος μηνιαίων αποδοχών τελευταίου δωδεκαμήνου προ της αδείας) : 25 ημέρες = 83,51 ευρώ (ημερομίσθιο) X 13 ημέρες], λαβών δε ποσόν 619,03 ευρώ (ως έγινε δεκτόν διά της εκκαλουμένης αποφάσεως, βάσει της οποίας αφηρέθη εκ του εξευρεθέντος ποσού επιδόματος αδείας λόγω καταβολής ουχί μόνον το καθ' υποφοράν διά του αγωγικού δικογράφου αναφερόμενον ποσόν εκ 596,18 ευρώ αλλά και επιπρόσθετον ποσόν εξ 22,85 ευρώ, δίχως, όμως, να έχει προβληθεί αντίστοιχη ένσταση καταβολής αλλά και χωρίς να έχει προβληθεί λόγος εφέσεως πλήττων το συγκεκριμένο σφάλμα της πρωτοδίκου αποφάσεως), δικαιούται υπόλοιπον 466,63 ευρώ, ε) κατά το έτος 2005 έπρεπε να λάβει διά επίδομα αδείας χρηματικό ποσό 1.551,02 ευρώ [= 1.743,01 ευρώ (μισθός Ιουλίου 04) + 3.059,30 ευρώ (μισθός Αυγούστου 2004) + 3.232,64 ευρώ (μισθός Σεπτεμβρίου 2004) + 3.349,79 ευρώ (μισθός Οκτωβρίου 2004) + 2.693,90 ευρώ (μισθός Νοεμβρίου 2004) + 1.537,50 ευρώ (μισθός Δεκεμβρίου 2004) + 4.098,44 ευρώ (μισθός Ιανουάριου 2005) + 3.435,06 ευρώ (μισθός Φεβρουάριου 2005) + 4.174,89 ευρώ (μισθός Μαρτίου 2005) + 2.796,82 ευρώ (μισθός Απριλίου 2005) + 4.083,44 ευρώ (μισθός Μαΐου 2004) + 1.587,94 ευρώ (μισθός Ιουνίου 2004) = 35.792,73 ευρώ : 12 μήνες = 2.982,73 ευρώ (μέσος όρος μηνιαίων αποδοχών τελευταίου δωδεκαμήνου προ της αδείας) : 25 ημέρες = 119,31 ευρώ (ημερομίσθιο) X 13 ημέρες], λαβών δέ ποσόν 644,11 ευρώ, ......δικαιούται υπόλοιπον 906,91 ευρώ.

Όμως, το πρωτοβάθμιον Δικαστήριον έσφαλεν εν σχέσει προς τον τρόπον υπολογισμού του ύψους του επιδόματος αδείας των κρίσιμων ετών 2001 έως 2005 διά διαιρέσεως του συνόλου των συνυπολογιστέων κατά νόμον αποδοχών των εναγόντων κατά το τελευταίον προ της λήψεως εκάστης αντιστοίχου αδείας δωδεκάμηνον διά του συντελεστού "10,9" αντί του συντελεστού "12" και επεδίκασε διά οφειλές επιδομάτων αδείας των ετών 2001, 2002, 2004 και 2005 χρηματικά ποσά μείζονα των αμέσως ως άνω αναφερομένων και πρέπει επομένως να γίνει δεκτός ο πέμπτος λόγος (κατά το δεύτερον σκέλος) της δευτέρας εκ των συνεκδικαζομένων εφέσεων.

Επιπλέον (πέραν της παραδοχής του δευτέρου σκέλους του πέμπτου λόγου), κατά παραδοχήν του έκτου λόγου της ιδίας ως άνω εφέσεως, το επίδομα αδείας του έτους 2003, υπολογισθέν ωσαύτως βάσει του ορθού συντελεστού "12" αντί του εσφαλμένου "10,9" εις μικρότερον του πρωτοδίκως υπολογισθέντος ύψους, δεν οφείλεται ουχί μόνον προς τον πρώτον ενάγοντα αλλά και προς τον δεύτερον ενάγοντα λόγω εξωδίκου, κατά τα προαναφερθέντα, συμβιβασμού και εξοφλήσεως (απορριπτομένου, συνακολούθως, του μοναδικού λόγου της πρώτης εκ των συνεκδικαζομένων εφέσεων περί οφειλής διά επίδομα αδείας του έτους 2003 των διά του αγωγικού δικογράφου παρ' αμφοτέρων των εναγόντων επιδιωκομένων χρηματικών ποσών".

Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του απορρίπτοντας την έφεση των εναγόντων και κατά μερική παραδοχή της εφέσεως της εναγόμενης εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή και επιδίκασε στους ενάγοντες αναιρεσιβλήτους ως οφειλόμενες διαφορές επιδόματος αδείας του χρονικού διαστήματος των ετών 2001 έως και 2005, προκύπτουσες από τον υπολογισμό αυτών με βάση το πραγματικό ημερομίσθιο απόδοσης και της επικρατέστερης απασχόλησής τους κατά το τελευταίο τρίμηνο πριν από την λήψη της αδείας, δηλ.

τις καταβαλλόμενες αποδοχές τους (και όχι μόνο το βασικό ημερομίσθιο) α) στον πρώτο ενάγοντα συνολικό ποσό 4.847.5 (= 461,50 + 800,90 + 1.837,40 + 1.747,25) ευρώ και β) στον δεύτερο ενάγοντα συνολικό ποσό 1.883,09 (= 271.5 + 238,50 + 466,63 + 906,91) ευρώ, με το νόμιμο τόκο κατά τα ειδικότερα οριζόμενα σ' αυτή. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, εφόσον εφάρμοσε, κατά τις διαλαμβανόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχές, την αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών και για τον υπολογισμό των αιτούμενων διαφορών του επιδόματος αδείας των εναγόντων έλαβε υπόψη το σύνολο των αποδοχών με βάση την κυμαινόμενη και ανώτερη του βασικού ημερομισθίου "αμοιβή απόδοσης" και της "επικρατέστερης απασχόλησής" τους, όπως τα ποσά αυτά ζητούνταν με την αγωγή, ως μιας ενότητας αποδοχών, καθοριζομένης από τον Κανονισμό, στις ρυθμίσεις του οποίου, με το αγωγικό δικόγραφο γινόταν σαφής αναφορά, όφειλε, προκειμένου να οδηγηθεί στην εφαρμοστέα ως ευνοϊκότερη για τους ενάγοντες ρύθμιση, ενόψει του προεκτεθέντος περιεχομένου της αγωγής και προκειμένου για μισθωτούς αμειβόμενους με σύστημα κυμαινόμενων αποδοχών, κατά τις ίδιες παραδοχές, να συγκρίνει το ρυθμιζόμενο από τις δύο αυτές πηγές επίδομα αδείας για να καταλήξει στην ευνοϊκότερη για τους μισθωτούς ρύθμιση.

Ειδικότερα, όφειλε: Α) ακολουθώντας τις επιταγές του άρθρου 35 του Κανονισμού να εξεύρει τις δικαιούμενες αξιώσεις με βάση το "βασικό ημερομίσθιο", λογιζομένου ως τέτοιου εκείνου της "επικρατέστερης απασχόλησής" τους κατά το τελευταίο προ της χορηγήσεως της άδειας τρίμηνο, κατά τα οριζόμενα από τον Κανονισμό και τις ισχύουσες ΕΣΣΕ, προσαυξανόμενο κατά 25% και πολλαπλασιαζόμενο επί 13 και Β) ακολουθώντας τις επιταγές της κοινής εργατικής νομοθεσίας, εφόσον έλαβε υπόψη τις εν λόγω αποδοχές ως μία ενότητα, να υπαγάγει για εξεύρεση της βάσης υπολογισμού του εν λόγω επιδόματος εκείνες που ενέπιπταν στην προαπαιτούμενη από το ν. 4504/1966 σε συνδυασμό με τον α.ν. 539/1945, με τον οποίο άρρηκτα, κατά τούτο συνδέεται, έννοια των συνήθων -τακτικών αποδοχών, όπως στην αρχή αναφέρθηκε, ενόψει του ότι από τον ίδιο τον Κανονισμό, που επικαλείται και αναλύει η προσβαλλόμενη απόφαση, προβλέπονται, για την "επί αποδόσει" και "επί ημερομισθίω" αμοιβή και έκτακτες αμοιβές, για δε το "ασφαλιστικό ημερομίσθιο" προβλέπεται επίσης και βασικό ημερομίσθιο (για την περίπτωση ματαιώσεως προγραμματισμένης εργασίας), οι οποίες, κατά τα εκτεθέντα, για να αποτελέσουν βάση υπολογισμού θα πρέπει να εμπίπτουν, κατά το ένδικο διάστημα, στην έννοια των "τακτικών αποδοχών".

Είναι δε διαφορετικό το ζήτημα αν, προκειμένου περί τακτικών - συνήθων αποδοχών, αυτές διαφέρουν από μήνα σε μήνα, ώστε τότε να χωρήσει επ' αυτών η εξεύρεση του μέσου όρου από της λήξεως της αδείας του προηγούμενου έτους μέχρι της ενάρξεως της νέας άδειας, μετά την αντιπαράθεση δε αυτών να καταλήξει, κατ' εφαρμογή της αρχής της εύνοιας, στην εφαρμοστέα ευμενέστερη για τους μισθωτούς- ενάγοντες ρύθμιση.

Καταλήγοντας το Εφετείο διαφορετικά, χωρίς να προβεί στα ανωτέρω και χωρίς την προαπαιτούμενη νόμιμη προϋπόθεση ότι οι γενόμενες δεκτές συνολικές αγωγικές μηνιαίες αποδοχές, που αποτέλεσαν βάση υπολογισμού του εν λόγω επιδόματος, ενέπιπταν στο σύνολό τους στην έννοια των "τακτικών" αποδοχών κατά τα ένδικα επί μέρους χρονικά διαστήματα, αλλά χρησιμοποιώντας ως βάση υπολογισμού την τελική αμοιβή που προέκυπτε "από την απόδοση" και την "επικρατέστερη απασχόληση", κατά τα οριζόμενα στον Κανονισμό Εργασίας, για τον προσδιορισμό αυτών, παραβίασε ευθέως τις ρηθείσες διατάξεις που εφάρμοσε, αφού δεν είναι επιτρεπτή η σύγχρονη επιλεκτική εφαρμογή όλων των πηγών προς εξεύρεση του εν λόγω επιδόματος (ΑΠ 227/2018, ΑΠ 228/2018, 229/2018, 230/2018).

Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ανωτέρω αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ είναι βάσιμος. Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το αναφερόμενο στην επιδίκαση διαφορών επιδόματος αδείας μέρος της, παρελκούσης της έρευνας των δεύτερου και τρίτου, επικουρικά ασκηθέντων, αναιρετικών λόγων.

Μετά από αυτά, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το άνω μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, καθόσον η υπόθεση χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνηση. Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 278/2014 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Απριλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Μαΐου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ