Legislator Case Law & Legislation
973/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on commercial lease term validity and inadmissible evidence arguments.

Case Number 973/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's decision regarding a commercial lease dispute. The appellant argued that the lease term was invalid due to statutory changes and that the court failed to consider specific evidence, but these claims were rejected as vague and unsupported. The court ruled that the lower court correctly applied the law on mandatory lease durations and properly evaluated the evidence presented.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(11)(c), 561(1) of the Code of Civil Procedure; The appeal must be specific regarding evidence and substantive issues, otherwise it is inadmissible or unfounded.

Keywords

AI generated
commercial lease duration statutory modification inadmissible appeal specific evidence requirement court costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 2/2008

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 973 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 973/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Διονυσίου Γιαννακόπουλου), Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Θεόδωρου Ζευκιλή και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, 3) Ψ3 του Ψ1, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Αποστολίδη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/5/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 968/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1686/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11/6/2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος ανέγνωσε την από 9/4/2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Η διάρκεια των εμπορικών μισθώσεων διακρίνεται σε συμβατική και σε νόμιμη. Η νόμιμη διάρκεια των εμπορικών μισθώσεων ήταν αρχικά έξι (6) έτη, (άρθρο 4 παρ. 1 του ν.813/1978). Με το άρθρο 2 παρ. 8 του ν. 2235/1994, (άρθρο 5 παρ. 1 ΠΔ 34/1995), ορίστηκε ότι "η μίσθωση ισχύει για εννέα (9) έτη, ακόμη και αν έχει συναφθεί για βραχύτερο ή αόριστο χρόνο, μπορεί όμως να λυθεί με νεότερη συμφωνία, που αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας".

Στη συνέχεια, με το άρθρο 7 παρ. 6 του ν. 2741/1999, τροποποιήθηκε το άρθρο 5 παρ. 1 του ΠΔ 34/1995 και ορίστηκε ότι "η μίσθωση ισχύει για δώδεκα (12) έτη,...". Με το άρθρο 7 παρ. 8 του ν. 2741/1999 ορίστηκε ότι "οι διατάξεις των παρ. 6 και 7 εφαρμόζονται και στις υφιστάμενες κατά την έναρξη ισχύος του νόμου μισθώσεις". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι τροποποιήθηκε η προηγούμενη διάταξη μόνο ως προς την υποχρεωτική διάρκεια της μίσθωσης για 12 χρόνια και όχι για το υπόλοιπο περιεχόμενό της.

Η διάταξη αυτή καταλαμβάνει και τις προηγούμενες μισθώσεις, αλλά αφορά μόνο την αρχική συμβατική διάρκεια και όχι και τη νεότερη συμφωνία για σύντμηση του χρόνου, η οποία εξακολουθεί να ισχύει και μετά την τροποποίηση με το άρθρο 7 παρ. 6 του ν. 2741/1999 του άρθρου 5 παρ. 1 του ΠΔ 34/1995 και την επέκταση σε 12 χρόνια.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η συνομολόγηση τέτοιας μίσθωσης για χρονικό διάστημα μικρότερο από δώδεκα έτη, μετατρέπεται από τον νόμο σε μίσθωση με διάρκεια δώδεκα ετών, ανεξαρτήτως της θελήσεως των συμβληθέντων και συνεπώς, στην περίπτωση αυτή δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 608 παρ. 1 του ΑΚ, κατά την οποία η μίσθωση που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λήγει μόλις περάσει αυτός ο χρόνος, χωρίς να απαιτείται τίποτε άλλο.

Επομένως, ο μισθωτής δεν δικαιούται να εναντιωθεί στην επιμήκυνση της διάρκειας της μισθώσεως, ούτε να παραιτηθεί μονομερώς της προστασίας του νόμου και να θεωρήσει ότι η μίσθωση έληξε με την πάροδο του συμβατικού χρόνου, εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 43 του ΠΔ 34/1995, (ΑΠ 364/2000). Εξάλλου, από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων, με εκείνη του άρθρου 361 ΑΚ, προκύπτει ότι η εμπορική μίσθωση, όπως και κάθε άλλη σύμβαση, μπορεί να λυθεί με νεότερη αντίθετη συμφωνία, η οποία μπορεί να έχει ως περιεχόμενο, είτε την άμεση λύση της μίσθωσης, είτε τη λύση της σε χρόνο συντομότερο από εκείνον που ισχύει σύμφωνα με το νόμο.

Η μεταγενέστερη αυτή της συνάψεως της συμβάσεως εμπορικής μισθώσεως συμφωνία, για να είναι έγκυρη, πρέπει να καταρτίζεται ανάμεσα στον εκμισθωτή και το μισθωτή και να αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας, να συμφω-νείται δε η άμεση λύση της μίσθωσης ή η λύση της σε ρητά καθοριζόμενο χρονικό σημείο.

Στην περίπτωση αυτή η λύση της μίσθωσης επέρχεται ευθύς ως συμπληρωθεί ο συμφωνηθείς εγγύτερος χρόνος, (άρθρο 599 αριθ. 1 ΑΚ). Η νεότερη αυτή συμφωνία ενέχει παραίτηση του μισθωτή από δικαιώματα που του παρέχει ο ν. 813/1978 ή άλλος τροπο-ποιητικός αυτού μεταγενέστερος νόμος. Γίνεται δεκτό, ότι οι συμβαλλόμενοι στη μίσθωση μπορούν, σύμφωνα με το άρθρο 361 ΑΚ, να συμφωνήσουν με άτυπη συμφωνία ότι στη μισθωτική σχέση από ορισμένο χρονικό σημείο υπεισέρχεται ως μισθωτής άλλο πρόσωπο, ενώ διαρκεί η μίσθωση.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα, που υπάρχει, όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται κατά περίπτωση, κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν υπάρχουν ή υπάρχουν αντίστοιχα οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, σύμφωνα με όσα ανέλεγκτα δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας.

Ειδικότερα, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιά-σθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας όταν, κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων.

Παραβιάζει δε τους κανόνες αυτούς το δικαστήριο, αν είτε δεν τους εφαρμόζει, είτε προβαίνει σε εφαρμογή τους, ενώ δεν έπρεπε ή τους εφαρμόζει εσφαλμένα. Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος για αναίρεση απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περί-πτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, (ΟλΑΠ 1/1999).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχτηκε, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα, κρίσιμα για τους ερευνόμενους λόγους αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά? "Με το από 20 Μαρτίου 1998 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, που καταρτίσθηκε αφενός μεταξύ του πρώτου ενάγοντος Ψ1, ο οποίος ενεργούσε ατομικά και για λογαριασμό των Ψ2, Ε και Β συζύγου Ε, και αφετέρου της Π, συζύγου του εναγομένου, ο πρώτος εκμίσθωσε στην τελευταία έναν ακάλυπτο χώρο, εμβαδού 600 τ.μ., που βρίσκεται στη ..., επί της Λεωφόρου ..., προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από τη μισθώτρια ως επιχείρηση φυτωρίου.

Η διάρκεια της μισθώσεως συμφωνήθηκε οκταετής, αρχομένη από 20-3-1998 και λήγουσα στις 19-3-2006, το δε μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε για το πρώτο έτος της μισθώσεως στο ποσό των 250.000 δραχμών, πλέον του αναλογούντος τέλος χαρτοσήμου εκ ποσοστού 3,6%, προσαυξανόμενο στη συνέχεια κατά ποσοστό 10% ετησίως, επί του μισθώματος του προηγουμένου έτους.

Το μίσθωμα συμφωνήθηκε να καταβάλλεται την 20η ημέρα κάθε ημερολογιακού μήνα, που συμπίπτει με την πρώτη ημέρα κάθε μισθωτικού μήνα. Η μισθώτρια, κατά την υπογραφή του μισθωτηρίου, κατέβαλε το ποσό των 500.000 δραχμών, που αντιστοιχεί σε δύο μισθώματα, ως εγγύηση για την καλή εκτέλεση των όρων της συμβάσεως εκ μέρους της, ενώ συμφωνήθηκε ότι αυτή θα αναπροσαρμόζεται κατ' έτος στο ύψος του καταβαλλομένου μισθώματος.

Ακολούθως, με το με ίδια ημερομηνία, δηλαδή από 20-3-1998, συμπληρωματικό του ως άνω μισθωτηρίου συμφωνητικό, που καταρτίσθηκε μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων, παρασχέθηκε η δυνατότητα στη μισθώτρια να κατασκευάσει επί του μισθίου λυόμενο κτίσμα, επιφάνειας 40 τ.μ. περίπου, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, η δε σχετική δαπάνη κατασκευής αυτού θα βαρύνει τη μισθώτρια και θα παραμείνει προς όφελος του μισθίου.

Στη συνέχεια, με το από 19-11-1999 "ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης μισθώσεως", που καταρτίσθηκε μεταξύ των ίδιων ως άνω συμβαλλομένων, συμφώνησαν τη λύση της υφιστάμενης μεταξύ αυτών, από 20 Μαρτίου 1998, συμβάσεως μισθώσεως αζημίως και για τα δύο μέρη. Με το ίδιο συμφωνητικό συμφωνήθηκαν κατά λέξη και τα εξής? "...συμφωνείται όμως μεταξύ της Π και του Ψ1 και του Χ ότι ο νέος μισθωτής Χ αναλαμβάνει ο διαρρεύσας χρόνος μίσθωσης της Π στο επί της οδού ...

ακίνητο, ήτοι από 20-3-1998 έως και 19-11-1999, (ένα έτος και οκτώ μήνες), θα υπολογίζεται ως χρόνος παραμονής του στο μίσθιο της οκταετίας, όσον αφορά την επαγγελματική στέγη και μόνο, καθώς επίσης παραμένει εις χείρας των εκμισθωτών η εγγύηση, σύμφωνα με τους όρους και συμφωνίες του από 20-3-1998 ιδιωτικού συμφωνητικού".

Ακολούθως, με το από 20 Νοεμβρίου 1999 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, οι προαναφερόμενοι εκμισθωτές, εκπροσωπούμενοι από τον πρώτο Ψ1, εκμίσθωσαν το ίδιο ως άνω ακίνητο στον εναγόμενο Χ, προκειμένου ο τελευταίος να το χρησιμοποιήσει ως επιχείρηση φυτωρίου, όπως και η σύζυγός του Π. Η διάρκεια της μισθώσεως ορίστηκε σε έξι (6) έτη και τέσσερις (4) μήνες, αρχομένη από 20-11-1999 και λήγουσα στις 19-3-2006, το δε μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε για τους τέσσερις πρώτους μήνες της μισθώσεως στο ποσό των 275.000 δραχμών, πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου εκ ποσοστού 3,6%, προσαυξανόμενο από 20-3-2000 και εντεύθεν κατά ποσοστό 10% ετησίως, επί του μισθώματος του προηγουμένου έτους.

Με τον 2° όρο του εν λόγω συμφωνητικού ορίστηκε ότι, "ο μισθωτής δέχεται και αναλαμβάνει ότι ο διαρρεύσας χρόνος μίσθωσης της Π στο επί της οδού Λεωφόρος ... ακίνητο, ήτοι από 20-3-98 έως 19-11-99, (ένα έτος και οκτώ μήνες), θα υπολογίζεται ως χρόνος παραμονής του στο μίσθιο της οκταετίας". Όμως, από τις ως άνω από 19-11-1999 και 20-11-1999 συμφωνίες, δημιουργείται αμφιβολία όσον αφορά την έννοια της δηλωθείσας βουλήσεως των συμβληθέντων περί του αν αυτοί ήθελαν τη λύση της μισθωτικής σχέσεως ή την έξοδο από τη σχέση της μισθώτριας και την υπεισέλευση σε αυτή του συζύγου της τελευταίας, δηλαδή τη μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσεως στον τελευταίο.

Συνεπώς, τίθεται θέμα ερμηνείας αυτών, προς αναζήτηση της αληθινής βουλήσεως των συμβληθέντων, με βάση τις αρχές της καλής πίστεως και ενόψει των συναλλακτικών ηθών, όπως απαιτούν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη αφενός τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι συμβληθέντες ήλθαν σε συμφωνία, και αφετέρου το όλο περιεχόμενο των επίμαχων συμφωνιών και ερμηνεύοντας αυτές κατά τους ορισμούς των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, καταλήγει στην άποψη ότι οι συμβληθέντες θέλησαν την έξοδο από την αρχική μισθωτική σχέση της μισθώτριας Π και την υπεισέλευση σε αυτή του εναγομένου, συζύγου της τελευταίας. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ως προς την αληθινή βούληση των συμβληθέντων ενισχύεται και από τα εξής: α) Οι ως άνω συμφωνίες καταρτίσθηκαν με διαφορά μιας ημέρας. β) Ως χρόνος ενάρξεως της μισθώσεως με μισθωτή τον εναγόμενο ορίστηκε η 20-3-1998, δηλαδή συμπεριελήφθη και ο χρόνος που παρέμεινε στη μίσθωση η αρχική μισθώτρια. γ) Ως εγγύηση παρέ-μεινε στα χέρια των εκμισθωτών το αρχικώς καταβληθέν ποσό και υπό τους ίδιους όρους και δ) η μισθωτική σχέση διέπεται από τους ίδιους όρους και συμφωνίες, όπως και η αρχική και ως χρόνος λήξεως ορίστηκε η ίδια ημερομηνία, δηλαδή η 19η Μαρτίου 2006.

Συνεπώς, πρόκειται για μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσεως στον εναγόμενο, ο οποίος πήρε τη θέση της αρχικής μισθώτριας, με όλες τις εντεύθεν συνέπειες. Η επίδικη μίσθωση, ως εμπορική, υπήχθη στις διατάξεις του Π.Δ. 34/1995 και των τροποποιητικών αυτού νόμων και παρατάθηκε αναγκαστικά και μετά την 19-3-2006, που ήταν η λήξη του συμβατικού χρόνου αυτής, αφού, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 του Π.Δ. 34/1995, η εμπορική μίσθωση ισχύει για δώδεκα (12) έτη, ακόμη και αν έχει συναφθεί για βραχύτερο η αόριστο χρόνο, απορριπτόμενου του ισχυρισμού του εναγομένου ότι, με νεότερη συμφωνία, που αποδεικνύεται από έγγραφο βεβαίας χρονολογίας, συμφώνησαν τη λύση της μισθώσεως σε ρητά καθοριζόμενο χρονικό σημείο, δηλαδή την 19-3-2006.

Και τούτο διότι, στο από 20-11-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, που θεωρήθηκε από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., ορίζεται ως συμβατική διάρκεια της μισθώσεως η οκταετία και δεν πρόκειται περί συντμήσεως της νόμιμης διάρκειάς της, που είναι τα δώδεκα έτη". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 του ΠΔ 34/1995 και τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Επιπλέον δε, με τις ανωτέρω παραδοχές, περιέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων, σχετικά με το ουσιώδες, για την έκβαση της δίκης ζήτημα, αν στο από 20.11.1999 συμφωνητικό, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων περιέχεται και μεταγενέστερη της αρχικής συμφωνίας για μικρότερη της νομίμου και δή οκταετή διάρκεια της μισθώσεως.

Επομένως είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ.

ΙΙ. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτωση γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ, (ΟλΑΠ 2/2008).

Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το εν λόγω αποδεικτικό μέσο, και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από την ως άνω διάταξη, ότι στο εκδώσαν την πληττόμενη απόφαση έγινε εκ μέρους του επίκληση του αποδεικτικού μέσου της ομολογίας των αντιδίκων του, την οποία αυτή δεν έλαβε υπόψη της.

Ο λόγος όμως αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, γιατί δεν εξειδικεύεται στο αναιρετήριο που περιέχεται η επικαλούμενη ομολογία, ποιο είναι το περιεχόμενό της, και δεν καθορίζεται ο λυσιτελής και ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το εν λόγω αποδεικτικό μέσο. Τέλος, όλες οι αιτιάσεις του αναιρετηρίου, κατά το μέρος που πλήττουν, την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Ενόψει όλων αυτών, και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος (αναιρέσεως) προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ, όπως αυτά ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-6-2009 αίτηση του Συμεώνος Μελή για αναίρεση της 1686/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ