Legislator Case Law & Legislation
971/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding non-consideration of witness affidavits in a dismissal case.

Case Number 971/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two employees against a Third Instance Court decision dismissing their lawsuit. The appellants argued that the lower court failed to consider witness affidavits, but the Court ruled this argument was procedurally inadmissible. The Court determined that since the original lawsuit was rejected as unlawful, the lower court did not examine factual evidence, rendering the appeal regarding unconsidered affidavits invalid.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 8 and 9 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the non-consideration of a counter-appeal argument is inadmissible if that argument did not constitute an independent request creating a pending case.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal non-consideration of evidence dismissal of lawsuit pending case request witness affidavits procedural defect civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 8 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 9 of the Code of Civil Procedure
Art. 281 of the Civil Code
Art. 914 et seq. of the Civil Code
Art. 247 of the Civil Code
Art. 251 of the Civil Code
Art. 298 of the Civil Code
Art. 937 of the Civil Code
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 971 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 971/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Χριστόφορο Κοσμίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεώργιου Γιαννούλη), Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Σοφία Καρυστηναίου και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 12η Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ: 1. Γ. Ζ. κατοίκου ..., 2. Ι. Σ. του Π. κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αβραάμ Ιορδανίδη και κατέθεσαν προτάσεις.

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Περικλή Κατσαούνη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-10-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2574/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1943/2011 Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 28-3-2013 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη, ανέγνωσε την από 28-4-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται να απορριφθεί η από 28-3-2013 αίτηση των Γεωργίου Ζαμπούκου και Ιωάννη Σαρόγλου, για αναίρεση της υπ' αριθμ 1943/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης, ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, η παράλειψη προαγωγής υπαλλήλου της ΔΕΗ, σύμφωνα με τον Κανονισμό Καταστάσεως Προσωπικού ΔΕΗ (ΚΚΠ/ΔΕΗ), που θεσπίστηκε με την από 4-10-1973 ΕΣΣΕ Προσωπικού ΔΕΗ, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ.5 του ν. 3239/1955, δημοσιεύτηκε με την 2842/442/25-10-1973 απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης (ΦΕΚ Β, 1274/25-10-1973), κυρώθηκε με το ν.δ. 210/1974 (ΦΕΚ Α, 364/7-12-1974) και έχει ισχύ νόμου, ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια με τους όρους του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή όταν παραλείφθηκε υπάλληλος που υπερείχε καταφανώς, κατά την υπηρεσιακή απόδοση και επίδοση και την εν γένει καταλληλότητα, έναντι άλλων συναδέλφων του, οι οποίοι προήχθησαν αντί εκείνου.

Σε μια τέτοια περίπτωση, η παράλειψη προαγωγής του υπαλλήλου, που οφείλεται σε υπαιτιότητα των αρμοδίων οργάνων της ΔΕΗ, συνιστά αδικοπραξία, με την έννοια των άρθρων 914 επ. ΑΚ, και παρέχει στον παραλειφθέντα υπάλληλο το δικαίωμα να ζητήσει, εκτός των άλλων, και αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από την καταχρηστική παράλειψή του.

Από το συνδυασμό δε των διατάξεων αυτών με εκείνες των άρθρων 247, 251, 298 και 937 ΑΚ, συνάγεται ότι κάθε αξίωση του υπαλλήλου, ο οποίος, κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, δεν έχει προαχθεί, είτε η αξίωση αυτή αναφέρεται στην προαγωγή από ορισμένο χρόνο είτε έχει ως αντικείμενο την καταβολή αποζημίωσης για την από την παρανομία θετική ή αποθετική ζημία του, υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, η οποία αρχίζει, για όλες τις ζημίες, παρούσες ή μέλλουσες, αν είναι προβλεπτές κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή τους, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση.

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 938 ΑΚ, "όποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία έχει την υποχρέωση, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να αποδώσει ό,τι περιήλθε σ' αυτόν, ακόμη και αν η απαίτηση από την αδικοπραξία έχει παραγραφεί". Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι αν από την τέλεση της αδικοπραξίας δεν επήλθε μόνο ζημία σε άλλον, αλλά συγχρόνως και ωφέλεια στον αδικοπραγήσαντα από την περιουσία ή με ζημία του αδικηθέντος, τότε, παρά την παραγραφή της αξιώσεως από αδικοπραξία, υφίσταται αξίωση του τελευταίου από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία υπόκειται εφεξής στη ρύθμιση των άρθρων 904 επ.

ΑΚ. Στην περίπτωση, όμως, που τα αρμόδια όργανα του εργοδότη παρέλειψαν παράνομα και υπαίτια να προαγάγουν σε ανώτερο βαθμό κάποιον υπάλληλο και προήγαγαν αντί αυτού άλλο συνάδελφό του, που υστερούσε καταφανώς του παραλειφθέντος, αλλά έλαβε από της προαγωγής του τις διαφορές αποδοχών του ανώτερου βαθμού, δεν υφίσταται ωφέλεια του εργοδότη (ως αδικοπραγήσαντος) από την ανωτέρω αδικοπραξία.

Διότι, τις διαφορές αποδοχών του επόμενου βαθμού, που στερήθηκε ο υπάλληλος που παραλείφθηκε από την τέλεση της αδικοπραξίας, κατέβαλε ο αδικοπραγήσας εργοδότης στον υπάλληλο που προήχθη αντί του παραλειφθέντος και, συνεπώς, δεν απέφυγε ισόποση με τις διαφορές αυτές δαπάνη και μείωση της περιουσίας του, ούτε είχε οποιαδήποτε άλλη οικονομική ωφέλεια (ΑΠ 112/2006, ΑΠ 2056/1990).

Εξ άλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2014, 2/2013).

2. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, με την ένδικη, από 9-10-2004 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίζονται ότι προσελήφθησαν από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη δημόσια επιχείρηση (ΔΕΗ) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και εντάχθηκαν στο τακτικό προσωπικό αυτής, την 17-7-1975 ο πρώτος και την 12-7-1974 ο δεύτερος, με την ειδικότητα του τεχνικού και στην κατηγορία Τ4, ενώ με τις αναφερόμενες σε αυτή αποφάσεις του Γενικού Διευθυντή της εναγομένης μετατάχθηκαν στην κατηγορία ΔΟ2 (διοικητικοί - οικονομικοί υπάλληλοι), με την ειδικότητα του καταμετρητή.

Ότι, ακολουθώντας τη μισθολογική εξέλιξη του κλάδου αυτού, έφθασαν ο μεν πρώτος μέχρι το μισθολογικό κλιμάκιο 3, ο δε δεύτερος μέχρι το μισθολογικό κλιμάκιο 2. Ότι η εναγομένη παράνομα, υπαίτια και καταχρηστικά αρνείται να τους προαγάγει στο μισθολογικό κλιμάκιο 2 τον πρώτο εξ αυτών και στο μισθολογικό κλιμάκιο 1 το δεύτερο, παρότι συμπλήρωσαν την απαιτούμενη από το νόμο τριετία για την προαγωγή τους σε αυτά τα κλιμάκια από την 1-11-1996 και την 29-10-1998, αντίστοιχα, διότι δεν θεωρεί ισότιμο το πτυχίο εργοδηγού μηχανολόγου της Πρότυπης Σχολής Μαθητείας Τεχνιτών αυτής, το οποίο κατέχουν οι ενάγοντες, με το απαιτούμενο εκ του νόμου για την προαγωγή τους απολυτήριο εξαταξίου Γυμνασίου ή Γενικού Λυκείου, το οποίο διέθεταν οι αντί αυτών προαχθέντες συνάδελφοί τους.

Ότι, εξαιτίας της ανωτέρω συμπεριφοράς των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης, η τελευταία τους οφείλει τις μισθολογικές διαφορές που προκύπτουν ανάμεσα στα ως άνω κλιμάκια, καθώς και στα επόμενα των ανωτέρω μισθολογικά κλιμάκια, στα οποία δεν τους προήγαγε και δη στο 1 και 1α, όσον αφορά τον πρώτο ενάγοντα και στο 1α, όσον αφορά το δεύτερο ενάγοντα.

Ότι τα αιτούμενα ποσά οφείλει η εναγομένη σ' αυτούς ως εξοικονομηθείσα ωφέλειά της, που περιήλθε σε αυτή σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 938, 904 και 911 ΑΚ, καθόσον οι αξιώσεις τους από την αδικοπραξία έχουν υποπέσει στη πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ. Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, ζητούν με την αγωγή:

α) να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει μισθολογικές διαφορές για το χρονικό διάστημα από 1-11-1996 μέχρι 30-6-2005 για τον πρώτο ενάγοντα και για το χρονικό διάστημα από 29-10-1998 μέχρι 30-6-2005 για το δεύτερο ενάγοντα, ανερχόμενες συνολικά στα ποσά των 84.606,15 και 128.786,12 ευρώ, αντίστοιχα, οι οποίες αποτελούν, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, το περιελθόν σε αυτή, ως μη καταβληθέν και συνεπώς εξοικονομηθέν ποσό, με το νόμιμο τόκο από τότε που κατέστη απαιτητό κάθε επί μέρους κονδύλιο, άλλως από την επίδοση της αγωγής, β) ποσό 5.869,41 ευρώ στον καθένα, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, γ) τους αναλογούντες τόκους, επί των τόκων των ως άνω απαιτήσεων και δ) τους αναλογούντες τόκους στους τόκους τόκων υπερημερίας ενός έτους από την επίδοση της αγωγής, αίτημα το οποίο προτάθηκε για πρώτη φορά με την από 5-6-2006 προσθήκη - αντίκρουση επί των πρωτόδικων προτάσεών τους.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 2574/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, αφού απέρριψε ως απαράδεκτο το αίτημα του δεύτερου ανατοκισμού και ως ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημα περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, στη συνέχεια έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή κατ' ουσία κατά τα λοιπά και επιδίκασε στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 25.976,38 ευρώ και στο δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 9.495,99 ευρώ, νομιμότοκα κατά τα ειδικότερα οριζόμενα σ' αυτή.

3. Επειδή, κατά της ανωτέρω απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η εναγομένη άσκησε έφεση και επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 1943/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με αυτήν κρίθηκε ότι τα ποσά, τα οποία ζητούνται από τους ενάγοντες, δεν αποτελούν ωφέλεια της εναγομένης και "περιελθόν" σ' αυτήν από την επικαλούμενη αδικοπραξία των οργάνων της, αλλά ωφέλεια από την παραγραφή της προς αποζημίωση αξιώσεως των εναγόντων, η οποία συνιστά νόμιμη αιτία πλουτισμού της εναγομένης.

Κατόπιν, το Εφετείο εξαφάνισε την τότε εκκαλούμενη απόφαση, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή κατ' ουσία και, δικάζοντας εκ νέου επ' αυτής, την απέρριψε κατά το μέρος αυτό ως μη νόμιμη. Με την κρίση αυτή, αν και με εν μέρει εσφαλμένη αιτιολογία, το Εφετείο κατέληξε σε ορθό αποτέλεσμα ως προς την εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που ήδη αναφέρθηκαν (βλ.

παραπάνω, σκέψη αρ.1, ΚΠολΔ 578). Πράγματι, εφόσον, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, αντί των εναγόντων προήχθησαν συνάδελφοί τους, οι οποίοι είχαν το τυπικό προσόν του απολυτηρίου εξαταξίου γυμνασίου ή γενικού λυκείου και οι οποίοι από της προαγωγής τους έλαβαν τις διαφορές αποδοχών του ανώτερου βαθμού, δεν υφίσταται εξ αυτού του λόγου ωφέλεια της εναγομένης (ΔΕΗ), διότι τις διαφορές αποδοχών των επόμενων βαθμών, που στερήθηκαν οι ενάγοντες λόγω της παραλείψεώς τους, κατέβαλε ήδη η ΔΕΗ στους υπαλλήλους που προήχθησαν αντί των εναγόντων και, συνεπώς, αυτή δεν απέφυγε ισόποση με τις διαφορές αυτές δαπάνη και μείωση της περιουσίας της, ούτε είχε οποιαδήποτε άλλη οικονομική ωφέλεια.

Επομένως, ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ και, συγκεκριμένα, παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 281, 288, 904, 911, 914 επ., 937 και 938 ΑΚ, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2, 4, 5 του ΚΚΠ/ΔΕΗ, 2 παρ.1, 4 παρ.1, 5 παρ.1, 17 παρ.1, 22 παρ.5 και 25 παρ.1 του Συντάγματος, 1 παρ.1 και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, είναι αβάσιμος.

4. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας και δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρονται στη σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε νόμιμη, στηριζόμενη σε ορισμένες διατάξεις ή μη νόμιμη (ΑΠ 848/2012, ΑΠ 1823/2011). Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως (κατά το δεύτερο μέρος τους), με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι χωρίς επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες απορρίφθηκε η μεν αγωγή ως μη νόμιμη, ο δε ισχυρισμός των αναιρεσειόντων περί καταχρηστικής ασκήσεως του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, που οι πρώτοι προέβαλαν ενώπιον του Εφετείου με τις από 19-10-2010 προτάσεις- αντέφεσή τους, σχετικά με την προαναφερθείσα συμπεριφορά της δεύτερης και με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι.

5. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 εδ. β' ΚΠολΔ, ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 8/2013, 25/2003, 3/1997).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο από τους λόγους της αιτήσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη λόγο της αντέφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων. Ο λόγος αυτός ελέγχεται αβάσιμος, ως αλυσιτελής, διότι, μετά την εκ μέρους του Εφετείου απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης, ο φερόμενος ως αγνοηθείς λόγος της αντέφεσης, ο οποίος, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό του, αναφερόταν στην ουσία της υπόθεσης, είχε παύσει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν αποτελούσε "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ.

6. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, όπως είναι η αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση, ανακοπή, τριτανακοπή και κάθε ένδικο μέσο. Δεν αποτελούν "αιτήσεις", κατά την ως άνω έννοια, οι ενστάσεις, αντενστάσεις κλπ και γενικά τα "πράγματα", κατά την έννοια του αρ.8 του ίδιου άρθρου και οι λόγοι έφεσης, τους οποίους δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο (ΑΠ 145/2014). Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στη μη εκδίκαση του λόγου της αντέφεσής τους, σχετικά με τη μη λήψη υπόψη από το πρωτόδικο δικαστήριο ενόρκων βεβαιώσεων, είναι απαράδεκτος, διότι αυτός ο λόγος της αντεφέσής τους δεν αποτελούσε "αίτηση", κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.9 ΚΠολΔ.

7. Επειδή, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ.11 περ γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Ο λόγος αυτός πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλματα που έγιναν κατά το δεύτερο στάδιο της διαδικαστικής πορείας, δηλαδή κατά το στάδιο διαπιστώσεως της αλήθειας των πραγματικών περιστατικών. Επομένως, και ο λόγος αυτός δεν μπορεί να προταθεί όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο της ουσίας δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 524/2014, ΑΠ 503/2009). Εν όψει των προεκτεθέντων, ο πέμπτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων των αναιρεσειόντων, που είχαν παραδεκτά επικαλεσθεί και προσκομίσει ενώπιόν του και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος.

8. Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28-3-2013 αίτηση περί αναιρέσεως της 1943/ 2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. -Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 9η Ιουνίου 2015. -Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 7η Ιουλίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ