Legislator Case Law & Legislation
971/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding appellate court's ex officio rejection of vague civil claim.

Case Number 971/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision rejecting a civil claim as vague. The appellant argued the appellate court erred by examining the claim's clarity ex officio, but the court held that the appellate court possessed inherent authority to verify the legal viability of the claim upon receiving the appeal. Consequently, the appellate court's rejection of the vague claim was deemed legally sound and not a reversible error.

Legislator headnote

AI generated

Articles 511, 520, 522, 536, 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure; The appellate court has the authority to ex officio examine the legal viability and clarity of the claim transferred with the appeal, and rejecting a vague claim does not constitute a reversible error.

Keywords

AI generated
appellate court ex officio power vague civil claim rejection legal viability examination reversible error standard Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 511 of the Code of Civil Procedure
Article 520 of the Code of Civil Procedure
Article 522 of the Code of Civil Procedure
Article 536 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 25/2003

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 971 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 971/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Β. του Π., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Πανούση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΤΤΙΚΗΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/11/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 687/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5430/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23/8/2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 5/4/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη και των δύο λόγων της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ., πράγματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης είναι και οι λόγοι έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 25/2003). Γι' αυτό η παραδοχή από το Εφετείο ανύπαρκτου λόγου έφεσης ή η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναιρέσεως, εκτός αν πρόκειται για σφάλμα της απόφασης που αφορά προσβαλλόμενο με την έφεση κεφάλαιο και μπορεί να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Εξάλλου, από τα άρθρα 511, 520, 522 και 536 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι με την άσκηση της έφεσης μεταβιβάζεται η υπόθεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει ως προς την αγωγή την ίδια με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξουσία, δηλαδή την εξουσία να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως τα θέματα που εξετάζει αυτεπαγγέλτως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπως είναι η νομική βασιμότητα και το ορισμένο της αγωγής την οποία επομένως μπορεί να απορρίψει ως μη νόμιμη η αόριστη, χωρίς ειδικό παράπονο, αρκεί να ζητεί την απόρριψη της αγωγής ο εκκαλών και να μην γίνεται επιβλαβέστερη η θέση του χωρίς την άσκηση έφεσης ή αντέφεσης εκ μέρους του εφεσίβλητου.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 111 παρ.2,118 παρ.4 και 216 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι η αοριστία της αγωγής ερευνάται από το δικαστήριο της ουσίας αυτεπαγγέλτως γιατί ανάγεται στην προδικασία και συνεπώς δεν απαιτείται για την έρευνα αυτής ισχυρισμός του εναγομένου και αίτημα του για απόρριψη της αγωγής λόγω αοριστίας.

Τέλος, κατά τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου και ορισμένο σαφές αίτημα. Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη.

Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 Κ.Πολ.Δ., των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Αν δε το δικαστήριο δεν απορρίψει την αγωγή, αν και το δικόγραφο της σε ό,τι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία, είναι αόριστο, αλλά προβαίνει στην κατ'ουσία εξέτασή της, παραλείπει κατά παράβαση της άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ.14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανό να ουσιαστικού δικαίου, και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ.

Εξ άλλου από τον συνδυασμό των δια τάξεων των άρθρων 223 και 295 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ενάγων μπορεί να περιορίσει το αίτημα της αγωγής και ότι ο περιορισμός αυτός συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής κατά το αίτημα που περιορίστηκε, το οποίο θεωρείται από την αρχή ότι δεν ασκήθηκε.

Με την παραίτηση, όμως, δεν πρέπει να προκαλείται αοριστία ως προς το υπόλοιπο τμήμα της αγωγής, που εμποδίζει τη συγκεκριμενοποίηση της διαφοράς, η οποία έχει αχθεί σε δικαστική κρίση. Όταν το αγωγικό αίτημα συντίθεται από περισσότερα κονδύλια, ο περιορισμός του επιχειρείται παραδεκτά μόνον εφόσον διευκρινίζεται σε ποια κονδύλια αφορά, ή όταν περιορίζεται κατά σαφή δήλωση του ενάγοντος αναλόγως κατά ποσοστό του όλου αιτήματος, και επέρχεται έτσι αντίστοιχη μείωση όλων των κονδυλίων (Ολ.ΑΠ 30/2007).

Στη προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των προσκομιζομένων διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσείων με την ένδικη αγωγή του ιστορούσε ότι προσλήφθηκε από το αναιρεσίβλητο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο την 7-9-1983 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για να απασχοληθεί ως ηλεκτροτεχνίτης, η σύμβαση δε αυτή τράπηκε σε αορίστου χρόνου την 24-9-1987.

Ότι αυτός παρείχε έκτοτε τις υπηρεσίες του στο ως άνω αναιρεσίβλητο Νοσοκομείο με αποδοχές ίσες προς τις προβλεπόμενες από την εκάστοτε ΣΣΕ και ΔΑ των ηλεκτροτεχνιτών του δημοσίου και των ΝΠΔΔ, μέχρι και την 26-2-2004, οπότε και αποχώρησε λόγω συνταξιοδότησης. Ότι αυτός ισχυρίσθηκε ότι στο διάστημα από 1-1-1999 έως 25-2-2004 το αναιρεσίβλητο:

α)δεν υπολόγιζε το βασικό μισθό του βάσει της ΕΓΣΣΕ, και β)δεν χορηγούσε σε αυτόν τα επιδόματα ανθυγεινής εργασίας σε ποσοστό 50% επί του βασικού μισθού και ειδικών συνθηκών σε ποσοστό 40% επί του βασικού μισθού, γ)δεν κατέβαλε την πρόσθετη αμοιβή των 2 ωρών ημερησίως του άρθρου 2 παρ.3 Ν.201/1975, δ)δεν κατέβαλε την προσαύξηση 75% για τις Κυριακές και αργίες στις ο ποίες απασχολείτο προς συμπλήρωση των 37,5 ωρών εβδομαδιαίως και ε)δεν κατέβαλε αμοιβή νομίμων υπερωριών.

Με βάση τα ανωτέρω ζήτησε με την αγωγή να υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο να του καταβάλει για όλες τις παραπάνω αιτίες συνολικά 92.524,33 ευρώ, ποσό αναλυόμενο σε 45.291,24 ευρώ για το διάστημα από 1-12-1999 μέχρι 31-12-2001 και 47.233,09 ευρώ για το διάστημα από 1-1-2002 μέχρι 25-2-2004,όπως το κάθε επί μέρους ποσό ανέλυσε και συγκεκριμένα για το ποσό των 47.233,09 ευρώ σε ποσά 37.325,86 ευρώ για τα κονδύλια που αναφέρθηκαν ανωτέρω με στοιχεία α, β, γ, σε 3.640,76 ευρώ για το κονδύλιο που αναφέρθηκε παραπάνω με το στοιχείο δ και σε 6.266,47 ευρώ για το κονδύλιο που αναφέρθηκε παραπάνω με στοιχείο ε, και για το ποσό των 45.291,24 ευρώ, σε ποσά 11.858.780 δραχ.

άλλως 34.802 ευρώ, 1.052.615 δραχ., άλλως 3.089,11 ευρώ και 2.521.595 δραχ., άλλως 7.400,13 ευρώ αντιστοίχως για τα ίδια κονδύλια, όλα δε τα ποσά νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής. Με δήλωσή του στο ακροατήριο και με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοδικείου ο αναιρεσείων περιόρισε το αίτημά του κατά ένα μέρος για το πέραν των 12.000 ευρώ ποσό από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό και ως προς το τελευταίο (αναγνωριστικό) ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου να του καταβάλει 80.524,33 ευρώ (92.524,33-12.000) νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής.

Πλην όμως από την ως άνω δήλωση του αναιρεσείοντος και από τις πρωτόδικες προτάσεις του δεν συνάγεται ότι περιορίζονται ανάλογα τα επί μέρους κονδύλια κατά ποσοστό του όλου αιτήματος, καθόσον δεν διευκρινίζεται ποιών αξιώσεων από αυτές που αναφέρθηκαν ζητείται η αναγνώριση και ποιών η καταψήφιση, κατά τρόπο ώστε να μη είναι δυνατόν να διαγνωσθεί σε περίπτωση που θα κριθούν νόμω ή ουσία αβάσιμες κάποιες αξιώσεις αυτές, αν πρόκειται για αξιώσεις των οποίων ζητήθηκε η αναγνώριση ή η καταψήφιση και ειδικώς να αποφασισθεί ποιες απ'αυτές τις υπόλοιπες αξιώσεις που έγιναν δεκτές, πρέπει να αναγνωρισθούν και ποιες πρέπει να επιδικασθούν στον αναιρεσείοντα.

Επί της άνω αγωγής, όπως περιορίσθηκε, δια της μερικής τροπής του καταψηφιστικού της αιτήματος σε αναγνωριστικό εκδόθηκε η 687/2006 οριστική απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε εκείνη ως μη νόμιμη. Κατά της άνω απόφασης ο αναιρεσείων άσκησε έφεση, με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της και την αποδοχή της αγωγής του, όπως αυτή περιορίσθηκε.

Το δε Εφετείο, με τη προσβαλλομένη απόφασή, ύστερα από αυτεπάγγελτη έρευνα και λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, έκρινε ότι η αγωγή ήταν αόριστη, και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί αυτή ως μη νόμιμη, κατ' αποδοχή της έφεσης που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων, έστω και χωρίς ειδικό παράπονο, στη συνέχεια την απέρριψε για το λόγο αυτό, χωρίς η απόρριψη αυτή να καθιστά χείρονα τη θέση του εκκαλούντος-αναιρεσείοντος.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο που απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8α ΚΠολΔ, διότι, ανεξάρτητα του ότι ο λόγος έφεσης του αναιρεσείοντος δεν περιέχει αιτίαση για αοριστία της άνω αγωγής, εφόσον η υπόθεση στο σύνολό της μεταβιβάσθηκε στο Εφετείο με τον μοναδικό λόγο έφεσης, είχε αυτό την εξουσία, για αυτεπάγγελτο έλεγχο της αοριστίας αυτής.

Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης που πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για την πλημμέλεια αληθώς του αριθμού 8α και όχι και των αριθμών 9 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, εφόσον το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή ήταν αόριστη στο σύνολό της από την άνω αιτία και την απέρριψε ως τέτοια, δεν κήρυξε παρά το νόμο το απαράδεκτο αυτής (ως άνω αγωγής), λόγω της αοριστίας της.

Επομένως και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, και συνακόλουθα και αυτή στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-8-2012 αίτηση για αναίρεση της 5430/ 2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαΐου 2013.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ