Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of set-off claim due to lack of proof.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision to dismiss the appellant's set-off claim. The lower court rejected the claim because the appellant failed to provide documentary evidence or a formal objection regarding the specific debt owed by the respondent. The Court ruled that the lower court erred in law by requiring proof before the set-off right could be established, as the law only demands immediate proof if the objection is raised late. Consequently, the appeal was granted, the case was remitted for retrial, and the respondent was ordered to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 269 §1 and 591 §2 of the Code of Civil Procedure; Article 559 no. 14 of the Code of Civil Procedure: The right of set-off arises when mutual claims exist, and the law does not require identity of legal grounds or prior clarification of the opposing claim, mandating only immediate proof if the objection is raised tardily.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 971 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 971/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Μίμη Γραμματικούδη), Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 10η Μαϊου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΒΑΚΑΛΟ ΑΕ, ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Στυλιανό Βλαστό, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Χ. Π. του Π. ,κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αντώνη Ρουπακιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-9-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 415/2007 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως η 6128/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-2-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 28-04-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως , ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις εκτελέσεως μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου.
Εξάλλου, από το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, όπως έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (ν. 4558/1920, αρθ.11 α.ν. 547/1937), το οποίο ορίζει ότι "οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια εάν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλά τέθηκε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου", προκύπτει ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειας τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1,2,3 του ν. 2112/1920 ή 1,3,5 του βδ 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι τότε καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζόμενου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως Η σύναψη συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, πάντως, είναι δικαιολογημένη όταν ο εργαζόμενος προσλαμβάνεται με αντικείμενο εποχική εργασία ή όταν η επιχείρηση διακόπτει τη λειτουργία της κατά το θερινό τρίμηνο, καθώς και όταν μεταξύ των συμβάσεων ορισμένου χρόνου μεσολαβούν χρονικά διαστήματα κατά τα .οποία δεν υπάρχει αντικείμενο εργασίας, όπως και όταν η συνομολόγηση του ορισμένου χρόνου γίνεται προς το συμφέρον του μισθωτού ή όταν προβλέπεται από τον νόμο ή εσωτερικό κανονισμό με ισχύ νόμου (ΑΠ(ολ) 157/78).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία, που διατηρεί εργαστήρια ελεύθερων σπουδών, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας τον Οκτώβριο του έτους 1979 ως καθηγητής γραφιστικών τεχνών.
Η σύμβαση εργασίας ήταν ορισμένου χρόνου και είχε διάρκεια όση και το σχολικό έτος που έληγε τον Ιούνιο κάθε έτους, περί τα μέσα δε του μηνός αυτού διακόπτονταν τα μαθήματα. Ο αναιρεσίβλητος μετά τη λήξη της αρχικής συμβάσεως συνήψε με την αναιρεσείουσα συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου για καθένα από τα επόμενα έτη, που έληγε η προηγούμενη, δηλαδή από τον Οκτώβριο έως τον Ιούνιο του επόμενου έτους, όσο διαρκούσε η σχολική περίοδος.
Με τέτοια ορισμένης διάρκειας σύμβαση εργάσθηκε για διάστημα περίπου οκτώ [8] μηνών ο αναιρεσίβλητος και πρόσφερε τις υπηρεσίες του για καθένα από τα έτη που μεσολάβησαν από την αρχική πρόσληψη του μέχρι την 20-6-2005 που έληξε η τελευταία σύμβαση [από 23-10-2004 έως 20-6-2005] χωρίς να επαναπροσληφθεί για την επόμενη σχολική περίοδο του έτους 2005.
Η παραπάνω σύμβαση εργασίας του όμως είχε καταστεί αορίστου χρόνου, διότι από το έτος 1979 μέχρι το έτος 2005, δηλαδή επί 26 έτη αυτός πρόσφερε τις υπηρεσίες του με διαδοχικές συμβάσεις που καταρτίζονταν μεταξύ των διαδίκων και κατ' επίφαση χαρακτηρίζονταν ως ορισμένου χρόνου και ο καθορισμός αυτών ως ορισμένου χρόνου δεν δικαιολογείται από τη φύση και τον σκοπό της εργασίας του ούτε από τις ανάγκες λειτουργίας της αναιρεσείουσας εταιρείας αλλά έγινε προς καταστρατήγηση των από τις προστατευτικές διατάξεις του Ν. 2112/1920 απορρεόντων αναφορικά με τη σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου δικαιωμάτων των μισθωτών, στα οποία περιλαμβάνεται και η υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αόριστου χρόνου.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κατ' αποδοχή της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί αντιθέτως και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να του καταβάλει την αναλογούσα σύμφωνα με τις διατάξεις των Ν. 2112/1920 και 3198/1955 αποζημίωση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του αρθρ. 8§3 του Ν. 2112/1920, διότι, εφόσον δέχθηκε ότι κάθε σύμβαση ορισμένου χρόνου διαρκούσε επί οκτώ [8] μήνες περίπου και κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα ο αναιρεσίβλητος δεν παρείχε υπηρεσίες, αφού η σχολική περίοδος άρχιζε τον Οκτώβριο και έληγε τον Ιούνιο του επόμενου έτους, ήταν δικαιολογημένη η σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου λόγω των αναγκών της επιχείρησης αφενός και της φύσης και του σκοπού εργασίας που παρείχε ο εργαζόμενος, οι οποίοι συνίσταντο στην παροχή μαθημάτων στους σπουδαστές κατά τη διάρκεια της σχολικής περιόδου και μόνο, ενώ δεν υπήρχε αντικείμενο εργασίας κατά το χρονικό διάστημα των τεσσάρων [4] μηνών περίπου που μεσολαβούσε μεταξύ της λήξης της μιας σχολικής περιόδου και της ενάρξεως της επομένης, με τη συνδρομή δε των περιστατικών αυτών που ανελέγκτως δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, η εκάστοτε συμφωνία των διαδίκων ότι η σύμβαση εργασίας θα είναι ορισμένης διάρκειας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έγινε προς καταστρατήγηση των διατάξεων του νόμου περί καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων εργασίας.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο του μέρος από τον αρ. 1 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η παραπάνω πλημμέλεια είναι βάσιμος. Υπό τις προεκτεθείσες δε παραδοχές του Εφετείου αναφορικά με το κρινόμενο ζήτημα της φύσης της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου υπάρχει ευθεία και όχι εκ πλαγίου παραβίαση των πιο πάνω ουσιαστικών διατάξεων του νόμου και ο αυτός λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος, με το οποίο αποδίδεται η αιτίαση της εκ πλαγίου παραβίασης των εν λόγω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμος.
Επειδή κατά την έννοια των διατάξεων των αρθρ. 440 και 441 του ΑΚ το διαπλαστικό δικαίωμα της προτάσεως συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δυο αντίθετες απαιτήσεις, οι οποίες πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, θα συνυπάρξουν. Ο δικαιούχος της κάθε απαιτήσεως από το χρονικό αυτό σημείο έχει δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του, προτείνοντας την ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό.
Με την πρόταση αυτή, οποτεδήποτε γίνει, οι αμοιβαίες απαιτήσεις αποσβένονται αναδρομικά, δηλαδή από τον χρόνο που συνυπήρξαν Ο νόμος δεν απαιτεί, ως όρο του συμψηφισμού, ταυτότητα του νομικού λόγου που στηρίζει τις αμοιβαίες απαιτήσεις ή συνάφεια της αιτίας ούτε επιβάλλει η ανταπαίτησή που αντιτάσσεται προς συμψηφισμό να είναι εκκαθαρισμένη.
Περαιτέρω, μόνο επί βραδείας προβολής της ενστάσεως συμψηφισμού απαιτείται, κατ' αρθρ. 442 του ΑΚ, να αποδεικνύεται αμέσως, δηλαδή εγγράφως ή με δικαστική ομολογία άλλως προτείνεται όπως κάθε άλλη ένσταση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο αρθρ. 269§1 του ΚΠολΔ. Εξάλλου, κατά το αρθρ. 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Η διάταξη αυτή αναφέρεται σε δικονομική ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι η ένσταση συμψηφισμού [που είχε προτείνει η αναιρεσείουσα νομοτύπως, σύμφωνα με τη τις διατάξεις των αρθρ. 269§1 και 591§2 του ΚΠολΔ, με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με δήλωση της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά] και αφορά απαίτηση της που προέρχεται από τις δαπάνες φοίτησης των τριών τέκνων του αναιρεσιβλήτου στο Εργαστήρι Σπουδών της αναιρεσείουσας "πρέπει να απορριφθεί γιατί οι απαιτήσεις που προτείνονται για συμψηφισμό πρέπει να αποδεικνύονται παραχρήμα [δηλ.
με έγγραφα ή δικαστική ομολογία] και να είναι εκκαθαρισμένη ... η εναγομένη δεν προσκομίζει έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία περί της απαιτήσεως αυτής και ούτε προσκομίζει έστω και κάποια έγγραφη διαμαρτυρία της προς τον ενάγοντα για την απαίτηση της αυτή, που ισχυρίζεται ότι έχει εναντίον του, ώστε να αποδεικνύει αυτή".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο παρά τον νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την ένσταση συμψηφισμού της αναιρεσείουσας με την αιτιολογία ότι οι προτεινόμενες με την ένσταση συμψηφισμού απαιτήσεις πρέπει να αποδεικνύονται παραχρήμα, και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η παραπάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ ), προς περαιτέρω εκδίκαση. Ακόμη, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατ' άρθρ.176 και 183 του ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6128/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 14 Ιουνίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ