Supreme Court dismisses appeal on inheritance rights and contract interpretation grounds under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Court of Appeal's decision regarding inheritance and property rights. The appellants argued that the lower court erred in applying the law of acquisitive prescription and misinterpreted a sales contract, but the court found these arguments based on incorrect factual premises and an unreviewable assessment of evidence. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286, 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure; Articles 559(20), 561(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if it relies on a false factual premise or an error in the evaluation of evidence rather than a distortion of the document's content, as the latter constitutes a matter of evidentiary assessment not subject to appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 971 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 971/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1. Χ1, κατοίκου ..., 2. Χ2, κατοίκου ..., 3. Χ3, κατοίκου ..., 4. Χ4, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Μαλεβίτη.
Των αναιρεσίβλητων-καθών η κλήση: 1. α. Ψ1-Α, β. Ψ1-Β, γ. Ψ1-Γ, δ. Ψ1-Δ, κατοίκων ..., ως κληρονόμων της αρχικής διαδίκου ΨΨ1, 2. α. Ψ2-Α, β. Ψ2-Β, γ. Ψ2-Γ, κατοίκων ..., ως κληρονόμων της αρχικής διαδίκου ΨΨ2. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Παπαδογιάννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-8-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 242/1998 μη οριστική, 88/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 260/2005 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 10-10-2005 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1267/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 29-4-2009 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 4-4-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην κατ' αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί, είτε εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, είτε αναγκαστικά με πρόσκληση του αντιδίκου του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, ο οποίος μπορεί να επισπεύσει την επανάληψη της δίκης, κοινοποιώντας στο διάδικο υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή δικόγραφο για επανάληψη της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, η, αρχικώς εναγόμενη, πέμπτη των αναιρεσιβλήτων ΨΨ2 αποβίωσε στις 8-12-2007, δηλαδή μετά την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (11-10-2005), οι δε Χ1, Ψ2-Β και Ψ2-Γ, τέκνα και μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αποβιώσασας, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που έγινε στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο της 7-5-2008 και καταχωρίστηκε στα αντίστοιχα υπ' αριθμ. 1267/7-5-2008 πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου αυτού, γνωστοποίησαν το γεγονός του θανάτου της ως άνω καθολικής δικαιοπαρόχου τους και ταυτόχρονα δήλωσαν ότι συνεχίζουν για εκείνην τη διακοπείσα δίκη. Ενόψει αυτών νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη και νομίμως χωρεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
-ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκηση του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε από ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολ.ΑΠ 17/1995).
Μόνη όμως η αδράνεια επί μακρόν χρόνο του δικαιούχου και όταν ακόμα δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί πλέον αυτό, δεν αρκεί να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, εφόσον όμως η συμπεριφορά του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε από τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με το άρθρο 281 Α.Κ. (Ολ.ΑΠ 8/2001, 62/1990).
Εξάλλου, η εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία έχει έντονο χαρακτήρα κανόνα δημοσίας τάξης, δεν αποκλείεται και επί ασκήσεως δικαιώματος που πηγάζει από διατάξεις δημοσίας τάξης, όπως είναι και εκείνες του Αγροτικού Κώδικα για παραχώρηση της κυριότητας γεωργικών κλήρων και οικοπέδων (Ολ.ΑΠ 7/1991).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο, αναφορικά με την ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος, την οποία πρόβαλαν κατά της ένδικης περί διανομής κοινών ακινήτων αγωγής των ήδη αναιρεσειόντων οι αρχικά εναγόμενες, στη θέση των οποίων υπεισήλθαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Με τους υπ' αριθμ. .../8-3-1975 και .../17-1-1970 τίτλους κυριότητας της Διεύθυνσης Γεωργίας της Νομαρχίας Ρεθύμνης και του Διοικητή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, αντίστοιχα, που μεταγράφηκαν νόμιμα, η ΑΑ και τα τρία τέκνα αυτής, ήτοι οι αρχικώς εναγόμενες θυγατέρες της ΨΨ1 και ΨΨ2 και ο γιος της ΒΒ, πατέρας και δικαιοπάροχος των εναγόντων, έγιναν συγκύριοι, ο καθένας κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, των επιδίκων διανεμητέων ακινήτων, που βρίσκονται στην εποικισθείσα περιοχή του αγροκτήματος "..." Ρεθύμνου και συγκεκριμένα: 1) του ενιαίου αγροτεμαχίου, που αποτελείται από τα με αριθμούς ..., ..., ...
και ... κληροτεμάχια, στη θέση " ...", και έχει συνολική έκταση 6.080 τ.μ., 2) του ενιαίου αγροτεμαχίου που αποτελείται από τα με αριθμούς ..., ..., ..., ... και ... κληροτεμάχια, στη θέση "...",και έχει συνολική έκταση 27.765 τ.μ., 3) του ενιαίου αγροτεμαχίου που αποτελείται από τα με αριθμούς ... και ... κληροτεμάχια, στη θέση "...", και έχει συνολική έκταση 1.060,120 τ.μ., 4) του αγροτεμαχίου με αριθμό κληροτεμαχίου ..., στη θέση "...", συνολικής έκτασης 5.335 τ.μ., 5) του ενιαίου αγροτεμαχίου, που αποτελείται από τα με αριθμούς ..., ...
και ... κληροτεμάχια, οτη θέση "...",και έχει συνολική έκταση 1.080 τ.μ., 6) του ενιαίου αγροτεμαχίου, που αποτελείται από τα με αριθμούς ..., ... και ... κληροτεμάχια, στη θέση "...", και έχει συνολική έκταση 11.790 τ.μ., 7) του ελαιώνα με αριθμό κληροτεμαχίου ..., στη θέση "...", συνολικής έκτασης 5.655 τ.μ. και 8) ενός οικοπέδου, εκτάσεως 95 τ.μ., με την επ' αυτού παλαιά διώροφη οικία, που βρίσκεται εντός του οικισμού "...", στο υπ' αριθμ. ...
Τετράγωνο, με αριθμό 7. Ακολούθως οι πιο πάνω συγκύριοι, με συμφωνίες που έγιναν μεταξύ τους κατά τα έτη 1943 και 1946, διένειμαν ατύπως τα επίδικα ακίνητα και καθένας από αυτούς έλαβε στην αποκλειστική κατοχή του συγκεκριμένα ακίνητα, προκειμένου να τα εκμεταλλεύεται για τον εαυτό του. Ειδικότερα κατά το έτος 1943 η ΑΑ, κατόπιν προφορικής συμφωνίας που έγινε μεταξύ αυτής και των αρχικώς εναγομένων θυγατέρων της ΨΨ1 και ΨΨ2, αλλά και δυνάμει του από 25-7-1943 ιδιωτικού συμφωνητικού (προικοδωρητηρίου), παραχώρησε στο σύζυγο της πρώτης τούτων ΓΓ τα με αριθμούς ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...
κληροτεμάχια, καθώς και διαιρετό τμήμα από τα με αριθμούς ..., ..., ..., ... (άμπελο) και ... κληροτεμάχια, τα οποία παρέλαβε έκτοτε ο τελευταίος και τα εκμεταλλευόταν αποκλειστικά για λογαριασμό της συζύγου του. Την παραχώρηση αυτή των ως άνω κληροτεμαχίων στην πρώτη εναγομένη την ενέκρινε, με προφορική δήλωση του, ο αδελφός αυτής και δικαιοπάροχος των εναγόντων ΒΒ κατά το έτος 1945, που επέστρεψε από τον πόλεμο.
Εν συνεχεία κατά έτος 1946, ενόψει του γάμου της δεύτερης εναγόμενης ΨΨ2, οι ανωτέρω συγκύριοι των επιδίκων ακινήτων προήλθαν μεταξύ τους σε νέα άτυπη συμφωνία, με βάση την οποία, η μεν δεύτερη εναγόμενη έλαβε στην κατοχή της τα με αριθμούς ..., ..., ..., ..., ..., ...κληροτεμάχια, καθώς και το υπόλοιπο διαιρετό τμήμα των με αριθμούς ..., ..., ..., ...κληροτεμαχίων, ο δε δικαιοπάροχος των εναγόντων ΒΒ έλαβε στην κατοχή του το με αριθμό ...
κληροτεμάχιο, στη θέση "...". Ακόμη συμφωνήθηκε μεταξύ τους, ότι καθένα από τα τρία αδέλφια θα έχει στην κατοχή του και θα εκμεταλλεύεται συγκεκριμένο τμήμα του με αριθμό ... κληροτεμαχίου (ελαιώνα). Η μητέρα των εναγομένων και του δικαιοπαρόχου των εναγόντων ΑΑ, η οποία αποβίωσε στις 9-8-1957 χωρίς να αφήσει διαθήκη, δεν έλαβε κατά την άτυπη διανομή κανένα ακίνητο.
Και βέβαια η αξία των κληροτεμαχίων που περιήλθαν με την άτυπη διανομή στο δικαιοπάροχο των εναγόντων ΒΒ ήταν κατά πολύ μικρότερη από εκείνη των κληροτεμαχίων που περιήλθαν με αυτή σε καθεμιά από τις εναγόμενες αδελφές του, πλην όμως ο δικαιοπάροχος των εναγόντων συνήνεσε σε αυτό, γιατί επιθυμούσε να βοηθήσει τις αδελφές του που, όπως και ο ίδιος, ήταν ορφανές από πατέρα, στην επαγγελματική και δια γάμου αποκατάσταση τους.
Οι εναγόμενες αμέσως μετά τις παραπάνω άτυπες διανομές εγκαταστάθηκαν στα ακίνητα που καθεμιά έλαβε, με τη συναίνεση του αδελφού τους και δικαιοπαρόχου των εναγόντων ΒΒ, και έκτοτε ασκούσαν στα ακίνητα αυτά, δια των συζύγων τους, όλες τις πράξεις νομής που προσιδίαζαν στη φύση τους. Ειδικότερα αυτές καλλιέργησαν τα χέρσα ακίνητα και τα κατέστησαν προσοδοφόρα, φυτεύοντας σ' αυτά ελαιόδεντρα.
Ακόμη, η δεύτερη εναγόμενη προέβη σε ανακαίνιση της οικίας των γονέων της, που βρίσκεται στο "...", και κατασκεύασε εντός του αγροτεμαχίου, που αποτελείται από τα υπ' αριθμ. ...-...κληροτεμάχια, μία αποθήκη και ένα δωμάτιο, ενώ ο σύζυγος της πρώτης εναγόμενης ΓΓ κατασκεύασε, με βάση την υπ' αριθμ. .../1980 οικοδομική άδεια του αρμόδιου Γραφείου Πολεοδομίας Ρεθύμνης, στο τμήμα του ίδιου αγροτεμαχίου που είχε περιέλθει στη σύζυγο του με το από 25-7-1943 ιδιωτικό προικοδωρητήριο, αγροτική οικία, εμβαδού 55,78 τ.μ.
Εξάλλου, ο δικαιοπάροχος των εναγόντων ΒΒ τους αγρούς που έλαβε με την άτυπη διανομή, τους είχε στην κατοχή του μέχρι το έτος 1950, κατά το οποίο τους πώλησε ατύπως και τους παρέδωσε στο σύζυγο της πρώτης εναγόμενης ΓΓ. Έτσι οι εναγόμενες ασκούσαν έκτοτε διακατοχικές πράξεις σε όλα τα επίδικα ακίνητα, φυτεύοντας σ' αυτά δέντρα και συλλέγοντας τους καρπούς τους, συνεχώς μέχρι τους κατωτέρω χρόνους, κατά τους οποίους καθεμιά μεταβίβασε τη νομή των ακινήτων, που είχαν περιέλθει σ' αυτήν με τις άτυπες διανομές, στα τέκνα της.
Εδικότερα η πρώτη εναγόμενη ΨΨ1: α) κατά το έτος 1968 δώρησε ατύπως στο γιο της Ψ1-Δ, το αγροτεμάχιο στη θέση "..." που αποτελείται από τα ... και ... κληροτεμάχια, ένα μεγάλο τμήμα του αγροτεμαχίου στη θέση "...", που αποτελείται από τα ..., ..., ..., ... και ... κληροτεμάχια, και ένα μεγάλο τμήμα του αγροτεμαχίου στη θέση "...", που αποτελείται από τα ...-...κληροτεμάχια, μετά της επ' αυτού αγροτικής οικίας που είχε ανεγείρει ο σύζυγος της ΓΓ, β) κατά το έτος 1965 δώρησε ατύπως στην κόρη της Ψ1-Α το υπόλοιπο τμήμα του αγρού στη θέση "...", εκτάσεως 2.335,43 τ.μ., το οποίο μάλιστα στη συνέχεια η τελευταία πώλησε και μεταβίβασε σε τρίτους με το .../1996 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ρεθύμνης Ιωάννας Στεφανάκη- Παπαδοπετράκη, γ) κατά το έτος 1981, με το .../1981 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ρεθύμνης Ιωάννη Ψαρουδάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε κατά κυριότητα στην κόρη της Ψ1-Γ, λόγω δωρεάς, ένα τμήμα του υπ' αριθμ. ...
κληροτεμαχίου, εμβαδού κατά το συμβόλαιο 1000 τ.μ., και ένα τμήμα του υπ' αριθμ. ... κληροτεμαχίου, εμβαδού 500 τ.μ. και δ) κατά το ίδιο έτος 1981, με το .../1981 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε κατά κυριότητα στην κόρη της ΔΔ, λόγω δωρεάς, 1) το υπόλοιπο τμήμα του αγροτεμαχίου στη θέση "...", που αποτελείτο από τα υπ' αριθμ. ...-...κληροτεμάχια, εμβαδού 1/2 στρέμματος, στο οποίο και ανήγειρε η κόρη της αυτή διόροφη οικία με υπόγειο, βάσει της .../1992 οικοδομικής άδειας, 2)έ να τμήμα του ...
κληροτεμαχίου, στην ίδια θέση, εμβαδού 2000 τ.μ. και 3) το υπόλοιπο τμήμα του ... κληροτεμαχίου, στη θέση "...", εμβαδού 2.564,10 τ.μ. Στα παραπάνω αναφερόμενα δύο συμβόλαια δωρεάς, με αριθμούς .../1981 και .../1981, η έκταση του μεταβιβαζόμενου τμήματος του τελευταίου κληροτεμαχίου (με αριθμό ...) προσδιορίσθηκε για λόγους φορολογικούς σε 1.000 τ.μ.
Όμως, όταν η θυγατέρα της πρώτης εναγόμενης ΔΔ θέλησε να πωλήσει το περιελθόν σ' αυτήν με την πιο πάνω δωρεά της μητέρας της τμήμα του ... κληροτεμαχίου στον ... και ο εν λόγω αγοραστής αξίωσε απ' αυτήν να συναινέσει στην πώληση και ο δικαιοπάροχος των εναγόντων ΒΒ, ο οποίος εφέρετο τυπικώς ως εξ αδιαιρέτου συγκύριος του ακινήτου, ο τελευταίος, γνωρίζοντας την πραγματική και νομική κατάσταση των επιδίκων ακινήτων και όντας έντιμος άνθρωπος, έδωσε τη ζητηθείσα συναίνεση του με το υπ' αριθμ. .../20-11-1984 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Αναγνωστίδη.
Ειδικότερα με το πληρεξούσιο αυτό ο ΒΒ παρέσχε στο γαμβρό του ΕΕ την εξουσιοδότηση "να εμφανισθεί ενώπιον οιουδήποτε συμβολαιογράφου και οιασδήποτε αρχής και να δηλώσει και υπογράψει ότι αυτός αναγνωρίζει ρητώς και ανεπιφυλάκτως απόλυτη και αποκλειστική κυρία, νομέα και κάτοχο του ακινήτου στη θέση " ...
ή ...", το οποίο είναι εκτάσεως δύο και ημίσεος στρεμμάτων ή όσης έκτασης είναι επιπλέον και εμπεριέχει 15 νεόφυτες ελαίες, την αδελφή του ΨΨ1. Ωσαύτως να δηλώσει ότι το ακίνητο αυτό παρεχωρήθη ατύπως υπό της μητρός του προ εικοσιπενταετίας και πλέον προς την άνω αδελφή του, ότι αυτή νέμεται και κατέχει έκτοτε τούτο συνεχώς, ανενοχλήτως και αδιαταράκτως....και κατέστη ούτω αποκλειστικώς κυρία, νομέας και κάτοχος αυτού και ότι επί του ακινήτου τούτου ουδείς ποτέ διεκδίκησε ή άσκησε δικαίωμα προσωπικό ή εμπράγματο πλην αυτής ...".
Μετά δε τη χορήγηση του πληρεξουσίου αυτού επακολούθησε η πώληση και μεταβίβαση της κυριότητας του άνω τμήματος του υπ' αριθμ. ... κληροτεμαχίου από την κόρη της πρώτης εναγομένης ΔΔ στον ..., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1985 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ρεθύμνης Ιωάννη Ψαρουδάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα. Αλλά και δεύτερη εναγόμενη, ΨΨ2, κατά το έτος 1970 διένειμε ατύπως μεταξύ των τέκνων της ΣΤ, Ψ2-Α, Ψ2-Β και Ψ2-Γ το αγροτεμάχιο στη θέση "...", που αποτελείται από τα υπ' αριθμ. ...-...
κληροτεμάχια, ενώ στο γιο της Ψ2-Γ παραχώρησε, με άτυπη δωρεά, και το υπόλοιπο τμήμα του αγροτεμαχίου στη θέση "...", που αποτελείται από τα υπ' αριθμ. ...-... κληροτεμάχια, εμβαδού 1.460,77 τ.μ., μαζί με την επ' αυτού υπάρχουσα αποθήκη, εμβαδού 12 τ.μ., την οποία η ίδια είχε προηγουμένως ανεγείρει, καθώς και τον αγρό στη θέση "...", που αποτελείται από τα υπ' αριθμ. ...-...
κληροτεμάχια. Τον τελευταίο αυτόν αγρό στη συνέχεια τον αγόρασαν από το γιο της δεύτερης εναγόμενης Ψ2-Γ, οι ... και ..., με το υπ' αριθμ. .../1989 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ρεθύμνης Ιωάννη Σαρμάνη, που μεταγράφηκε νόμιμα. Προκειμένου να αποφευχθεί η καταβολή φόρου χρησικτησίας για το μεταβιβαζόμενο ακίνητο, στο ανωτέρω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο εμφανίζονται ως συμβαλλόμενοι πωλητές οι εναγόμενες και ο δικαιοπάροχος των εναγόντων, οι οποίοι, ως συγκληρούχοι και συγκληρονόμοι της μητέρας τους, φέρονταν τυπικώς ως εξ αδιαιρέτου συγκύριοι του πωλούμενου αγρού.
Στην πραγματικότητα, όμως, πωλητής του εν λόγω ακινήτου ήταν ο γιος της δεύτερης εναγόμενης Ψ2-Γ, ο οποίος και έλαβε από τους αγοραστές για τον εαυτό του ολόκληρο το τίμημα πωλήσεως του ακινήτου. Στην πώληση και αυτού του ακινήτου από τον ρηθέντα ανηψιό του συνήνεσε ο δικαιοπάροχος των εναγόντων, γιατί ήταν έντιμος άνθρωπος και γνώριζε την άτυπη παραχώρηση αυτού από το έτος 1946 στη δεύτερη εναγόμενη αδελφή του, αλλά και την αξιοποίηση τούτου από αυτήν και το γιο της Ψ2-Γ.
Κατά τα προαναφερόμενα, από τα έτη 1945 και 1946, που ο δικαιοπάροχος των εναγόντων ΒΒ συνήνεσε στην άτυπη παραχώρηση των επιδίκων στις εναγόμενες αδελφές του, καθεμιά από αυτές εγκαταστάθηκε στα ακίνητα που της παραχωρήθηκαν και έκτοτε ασκούσε επ' αυτών όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση τους πράξεις νομής.
Ειδικότερα οι εναγόμενες, με τη βοήθεια των συζύγων τους, καλλιεργούσαν τους επίδικους αγρούς, φύτεψαν ελαιόδεντρα, συνέλεγαν τους καρπούς τους, επόπτευαν αυτούς, προέβησαν στην περίφραξη τους και ακόμη στην κατασκευή της οικίας και των άλλων κτισμάτων που αναφέρθηκαν. Τις ίδιες πράξεις νομής στα επίδικα συνέχισαν να ασκούν και τα τέκνα τους, μετά την παραχώρηση σ' αυτά των ακινήτων με τις προαναφερθείσες δικαιοπραξίες.
Ο δικαιοπάροχος των εναγόντων ΒΒ ουδέποτε αμφισβήτησε την παραχώρηση των επιδίκων στις εναγόμενες αδελφές του, ούτε ποτέ προέβαλε δικαίωμα κυριότητας επ' αυτών. Ακόμη αυτός ουδέποτε αξίωσε από τις αδελφές του να λάβει μερίδιο από τα έσοδα τους, ως αντάλλαγμα της αποκλειστικής χρήσης από αυτές των επιδίκων ακινήτων, αλλ' ούτε και συνεισέφερε κάποιο ποσό για την κάλυψη των δαπανών που εκείνες έκαναν για την αξιοποίηση τούτων.
Αντίθετα αυτός δύο φορές συνέπραξε στην πώληση τμήματος του υπ' αριθμ. ... κληροτεμαχίου και των υπ' αριθμ. ...-... κληροτεμαχίων, προς διευκόλυνση και μόνο των εναγομένων αδελφών του, χωρίς να διεκδικήσει μερίδιο από το τίμημα της πώλησης. Και βέβαια είναι αλήθεια ότι οι εναγόμενες κάθε χρόνο έδιδαν σ' εκείνον και τα παιδιά του, που κατοικούσαν στην ..., 15 περίπου κιλά ελαιόλαδου για οικιακή χρήση.
Στην παροχή, όμως, αυτή προέβαιναν οι εναγόμενες χάριν δωρεάς, στα πλαίσια της συγγενικής σχέσης που τις συνέδεε με τον αδελφό τους, και όχι προς εκπλήρωση υποχρέωσης τους από την αποκλειστική χρήση και εκμετάλλευση των επιδίκων. Αλλά και οι ίδιοι οι ενάγοντες, όσο ζούσε ο δικαιοπάροχος πατέρας τους, ποτέ δεν αμφισβήτησαν το δικαίωμα των εναγομένων για αποκλειστική κατοχή και εκμετάλλευση των επιδίκων.
Αυτοί (ενάγοντες), όπως και ο δικαιοπάροχος τους, ουδέποτε άσκησαν πράξεις νομής στα επίδικα, και, ενώ κάθε έτος, κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, που επισκέπτονταν τις εναγόμενες και φιλοξενούνταν στις κατοικίες αυτών, διαπίστωναν την αξιοποίηση των επιδίκων ακινήτων και τη συνεχή εκμετάλλευση τούτων από τις εναγόμενες, η οποία γινόταν για δικό τους αποκλειστικά λογαριασμό, ποτέ δεν διαμαρτυρήθηκαν γι' αυτό και δεν πρόβαλαν δικαίωμα συγκυριότητας στα επίδικα.
Πα πρώτη φορά οι ενάγοντες εκδήλωσαν την πρόθεση τους να διεκδικήσουν τη συγκυριότητα των επιδίκων μετά το θάνατο του πατέρα τους, όταν συμπεριέλαβαν τα επίδικα στην υπ' αριθμ. .../26-5-1993 δήλωση τους αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά Ευαγγελίας Πουλακάκη, στην οποία προέβησαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι εκείνου.
Έτσι, από την εκτεθείσα συμπεριφορά του δικαιοπαρόχου των εναγόντων, αλλά και αυτών των ιδίων, δημιουργήθηκε εύλογα στις εναγόμενες η πεποίθηση ότι οι ενάγοντες δεν πρόκειται να διεκδικήσουν στο μέλλον τα επίδικα, κατά το ανήκον στον πατέρα τους ιδανικό μερίδιο, και ως εκ τούτου η άσκηση με την αγωγή τους του δικαιώματος για διανομή των επιδίκων ακινήτων υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, είναι δηλαδή καταχρηστική, κατά το άρθρο 281 ΑΚ".
Μετά από όλα αυτά το Εφετείο, έκρινε βάσιμη την ένσταση των αρχικά εναγομένων για καταχρηστική άσκηση του ενδίκου δικαιώματος και απορριπτέα για το λόγο αυτό την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων περί διανομής των επιδίκων ακινήτων, ακολούθως δε απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση των τελευταίων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο, κρίνοντας ομοίως, είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την προπαρατεθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ., την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού, υπό τα ανωτέρω γενόμενα από τούτο δεκτά πραγματικά περιστατικά, η άσκηση του επιδιωκόμενου με την αγωγή δικαιώματος των αναιρεσειόντων για διανομή των επιδίκων ακινήτων υπερβαίνει πράγματι προφανώς τα οριζόμενα από τη διάταξη αυτή όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Επίσης το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, αφού για το ουσιώδες ζήτημα της παραδοχής της παραπάνω ένστασης των αρχικά εναγομένων περί καταχρήσεως δικαιώματος διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, η εφαρμογή της οποίας δεν αποκλείεται από το ότι τα επίδικα διανεμητέα ακίνητα αποτελούν τεμάχια γεωργικού κλήρου, αφού, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, ο συγκληρούχος και δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων κατά τα έτη 1945 και 1946 συνήνεσε στην άτυπη παραχώρηση της κατοχής και εκμετάλλευσης τους στις αρχικά εναγόμενες αδελφές του, χωρίς έκτοτε να ασκήσει αυτός και οι αναιρεσείοντες κληρονόμοι του, την αξίωση τους από την κατά το άρθρο 79 παρ. 2 του Αγροτικού Κώδικα πλασματική νομή τους σ' αυτά και η προπεριγραφείσα συμπεριφορά τους δημιούργησε στις αρχικά εναγόμενες (καθολικές δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων) την εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτών το ένδικο δικαίωμα για διανομή των επιδίκων ακινήτων.
Επομένως ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, καθώς και ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, ως προς τις αντίστοιχες αιτιάσεις, ότι το άρθρο 281 ΑΚ δεν είχε στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, λόγω του ότι τα επίδικα ακίνητα αποτελούν τεμάχια γεωργικού κλήρου και ως εκ τούτου ήταν ανεπίτρεπτη η απόκτηση αποκλειστικής νομής επ'αυτών από τις αρχικά εναγόμενες συγκληρούχους, είναι απορριπτέοι, και κατά τα δύο μέρη τους, ως αβάσιμοι.
ΕΠΕΙΔΗ, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι "το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι με τη γενόμενη κατά τα έτη 1943 και 1946 άτυπη διανομή των επιδίκων ακινήτων και την εν συνεχεία κατά το έτος 1950 άτυπη πώληση από το δικαιοπάροχο τους ΒΒ των με αριθμούς ...
και ... κληροτεμαχίων προς τον σύζυγο της πρώτης εναγόμενης αδελφής του ΓΓ, αποδυναμώθηκε το δικαίωμα συγκυριότητας του εν λόγω δικαιοπαρόχου τους στα επίδικα και συνακόλουθα και των ιδίων των αναιρεσειόντων", παραβίασε, αφενός τις διατάξεις των άρθρων 980, 981, 982 επ., 994 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες ο εξ αδιαιρέτου συγκύριος αν κατέχει ολόκληρο το κοινό ακίνητο, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών συγκυρίων και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή, προτού καταστήσει σ' αυτούς γνωστό ότι νέμεται για δικό του λογαριασμό ολόκληρο το ακίνητο, και αφετέρου τις διατάξεις των άρθρων 26, 74, 79 παρ.1,2,3, 180 και 203 του Αγροτικού Κώδικα (Β.Δ.
της 29-10/6-12-1949), και του άρθρου 1 παρ.1 του α.ν. 431/1968 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της εν γένει εποικιστικής Νομοθεσίας κ.λ.π.", σύμφωνα με τις οποίες μόνο η κτήση της νομής επί ολοκλήρου κληροτεμαχίου από τρίτο, όχι όμως και διαιρετού τμήματος αυτού, μπορεί να οδηγήσει στην απόκτηση της κυριότητας του με χρησικτησία.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη πραγματική προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έκρινε καταχρηστική την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος των αναιρεσειόντων, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, όχι λόγω αποδυνάμωσης του δικαιώματος συγκυριότητας αυτών στα επίδικα ακίνητα, αλλά γιατί δέχθηκε ότι η άσκηση του δικαιώματος τούτου υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από την πρώτη από αυτές λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι περιέχει και όχι όταν, από την αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, καταλήγει σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο, το οποίο θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση που ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αριθμ. .../1989 συμβολαίου πωλήσεως του συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Ιωάννη Σαρμάνη, αφού, ενώ σε αυτό ο δικαιοπάροχος πατέρας των αναιρεσειόντων συμβάλλεται ως αληθής συγκύριος των μεταβιβαζομένων με αυτό στους Ιωάννη και Μαρία Καλογεράκη υπ' αριθμ. ..., ...
και ... επιδίκων κληροτεμαχίων, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο δικαιοπάροχος τους αυτός τυπικώς μόνον εμφανίζεται στο εν λόγω συμβόλαιο ως συγκληρούχος, μαζί με τις εναγόμενες, προκειμένου να καταστεί δυνατή η κατάρτιση της σύμβασης αυτής και να αποφευχθεί η καταβολή φόρου χρησικτησίας. Με τέτοιο περιεχόμενο, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα διαγνωστικό κατά την ανάγνωση του παραπάνω εγγράφου, το οποίο και συγκροτεί τον από το άνω άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-10-2005 αίτηση των Χ1, Χ2, Χ3 και Χ4 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 260/2005 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ