Supreme Court dismisses appeal on commercial agency contract where no direct contract existed between parties.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision in a dispute involving Ford Motor Hellas and a third-party dealer. The appellant argued that the lower court erred in finding no direct commercial agency contract between him and the defendant companies. The court held that the appellant had only a sub-agency contract with an existing agent, not a direct one with the principal companies. Consequently, the Court of Appeal correctly applied the relevant commercial agency regulations and rejected the appellant's claims.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1 § 2 and 9 of PD 291/1991; The court established that a direct commercial agency relationship requires a specific contractual bond between the principal and the agent, and the absence of such a bond between the appellant and the defendant companies precludes the application of the commercial agency provisions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 970 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Τι συνιστά πράγμα κατά τον αναιρετικό αυτό λόγο. Αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως, διότι ο πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας κατά το άρθρ. 1 § 2 του πδ 219/1991 «περί εμπορικών αντιπροσώπων». έννοια εμπορικού αντιπροσώπου. Πραγματικά περιστατικά. Ανυπαρξία τέτοιας ιδιότητας, διότι ο αναιρεσείων δεν είχε συμβατικό δεσμό με τις αναιρεσίβλητες, αλλά με εμπορικό αντιπρόσωπο αυτών, συνδεόμενος μόνο με τούτον με σύμβαση εμπορικής υποαντιπροσωπείας. Aναιρετικοί λόγοι από το άρθρ. 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ. Απόρριψη αναιρέσεως.
Αριθμός 970/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Σ. του Τ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπαδιαμάντη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "FORD MOTOR HELLAS A.Ε.Β.Ε", που εδρεύει στο Περιστέρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. της ιδρυθείσας και λειτουργούσας νόμιμα κατά το δίκαιο της Πολιτείας του Deleware των Η.Π.Α ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "FORD MOTOR COMPANY", που εδρεύει στο Deleware των Η.Π.Α και εκπροσωπείται νόμιμα και 3. της ιδρυθείσας και λειτουργούσας νόμιμα κατά το δίκαιο της Αγγλίας ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία ""FORD MOTOR COMPANY LIMITED", που εδρεύει στο Brentwood του Essex του Ηνωμένου Βασιλείου και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μούκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 6 Αυγούστου 1999 και 22 Νοεμβρίου 1999 αγωγές των ήδη αναιρεσίβλητων και αναιρεσείοντος αντίστοιχα που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 58/2001 προδικαστική, 55/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 116/2009 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14 Ιανουαρίου 2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Γιαννούλης, ανέγνωσε την από 12 Μαρτίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 8 β ΚΠολΔ, αναιρείται επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως πράγματα δε κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και όχι οι αρνητικοί της αγωγής ή της ενστάσεως ισχυρισμοί και οι συνιστώντες επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου εκ της εκτιμήσεως των αποδείξεων. Εξάλλου, κατά τη διαληφθείσα διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 8 β ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνο, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Άρα, ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον θεμελιωτικό της αγωγής του κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης εναγομένης και την ενστάσεως του κατά της αγωγής των αναιρεσίβλητων εναγουσών ισχυρισμό ότι συνδεόταν με την πρώτη από αυτές με σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, προς τεκμηρίωση της οποίας επικαλείται και σειρά επιχειρημάτων.
Όμως, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο ερεύνησε τον εν λόγω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ενάγοντος - εναγομένου και τον απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο δεχόμενο εν τέλει, ότι δεν συνέδεε τούτον και τις αναιρεσίβλητες εναγομένη - ενάγουσες η επικαλούμενη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, απαντώντας σχετικώς με τις παραδοχές του και στα προβαλλόμενα από τον ίδιο επιχειρήματα.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρ. 1§2 του πδ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών - μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επαγγελματίες), όπως αυτό τροποποιήθηκε με τα πδ 249/1993, 88/1994 και 312/1995 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο, για την εφαρμογή των διατάξεων του προεδρικού διατάγματος αυτού - οι οποίες για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από συμβάσεις, που συνήφθησαν πριν από την ισχύ του, εφαρμόζονται από την 1 Ιανουαρίου 1994 (άρθρ. 11§2) - εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητά του ως ανεξάρτητου, μεσολαβητή, ανατίθεται, σε μόνιμη βάση, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται "αντιπροσωπευόμενος", την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου.
Η σχετική σύμβαση καταρτίζεται εγγράφως (άρθρ. 8§1α πδ 219/1991) για λόγους μόνο αποδεικτικής διευκολύνσεως των μερών, και με αυτήν, όπως προκύπτει από την άνω διάταξη του αρθρ. 1§2 του πδ 219/1991, ο παραγωγός ή χονδρέμπορος αναθέτει, σε μόνιμη βάση, στον εμπορικό αντιπρόσωπο του, έναντι αμοιβής (προμήθειας), συνήθως για ορισμένη περιοχή, τη μέριμνα των υποθέσεών του, η οποία, ως υποχρέωση του αντιπροσώπου, κατευθύνεται είτε στη διαπραγμάτευση είτε στη σύναψη συμβάσεως πωλήσεως ή αγοράς εμπορευμάτων στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατουσίαν (ΟλΑΠ 27, 28/1998). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93§3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία, ΟλΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως, τα εξής : Η δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρία "FORD ΜΟΤΟR CΟΜΡΑΝΥ" είναι η μητρική εταιρία του διεθνώς γνωστού ομίλου κατασκευής και εμπορίας - διανομής σε όλο τον κόσμο αυτοκινήτων, ανταλλακτικών και εξαρτημάτων με το σήμα FORD, τα oποία στο σύνολο τους διακρίνονται για την ποιότητα και τις υψηλές λειτουργικές τους προδιαγραφές.
Οι δύο άλλες αναιρεσίβλητες εταιρίες "FORD ΜΟΤΟR COMPANY LIMITED" και "FORD ΜΟΤΟR ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ" είναι θυγατρικές εταιρίες της ως άνω μητρικής εταιρίας "FORD ΜΟΤΟR COMPANY", η δε εταιρία "FORD ΜΟΤΟR. ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ", που ιδρύθηκε το έτος 1995, έχει οργανώσει στην Ελλάδα, με την εξουσιοδότηση των δύο ανωτέρω εταιριών, ένα αποκλειστικό δίκτυο διανομής εξουσιοδοτημένων εμπόρων, μέσω του οποίου διανέμονται αυτοκίνητα, ανταλλακτικά και εξαρτήματα με το σήμα FORD και παρέχεται τεχνική υποστήριξη - εξυπηρέτηση σε αυτά.
Πριν το έτος 1996 η εισαγωγή και διανομή γινόταν από επίσημους εμπόρους, που είχαν ορίσει η δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες εταιρίες. Κατά τα έτη 1996 - 2000 η εισαγωγή και διανομή των αυτοκινήτων FORD γινόταν από επίσημους εμπόρους που είχε ορίσει η "FORD ΜΟΤΟR ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ", αλλά από το 2000 και εφεξής την εισαγωγή και την χονδρική πώληση προς τους επίσημους εμπόρους, που περιορίστηκαν στις λιανικές πωλήσεις, ανέλαβε η ίδια η "FORD ΜΟΤΟR ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ".
Η ως άνω μητρική εταιρία, καθώς και η εδρεύουσα στην Αγγλία "FORD ΜΟΤΟR COMPANY LIMITED", είναι οι μοναδικές κύριες και αποκλειστικές δικαιούχοι των σημάτων FORD, που διακρίνουν τα προϊόντα τους, τα οποία έχουν κατοχυρωθεί, τόσο παγκοσμίως, όσο και στην Ελλάδα και διακρίνουν, μεταξύ άλλων, τα ευρέως γνωστά οχήματα, μηχανήματα, ανταλλακτικά, εργαλεία και υπηρεσίες κατασκευής και ασφάλισης οχημάτων, που φέρουν το ίδιο όνομα.
Ειδικότερα, για την Ελλάδα τα αλλοδαπά σήματα, δικαιούχος των οποίων είναι η αμερικάνικη εταιρεία "FORD ΜΟΤΟR COMPANY" είναι τα νόμιμα κατατεθειμένα, καταχωρημένα και ισχύοντα σήματα υπ' αριθ. 84493/31.12.1986, FORD (λέξη FORD σε οβάλ περίγραμμα), Κλ. 7, 9 12, 112090/23.12.1992, FORD, (απλό λεκτικό), Κλ. 36, 37, 112092/23.12.1992, FORD, (απλό λεκτικό), Κλ. 10, ενώ αντίστοιχα, τα αλλοδαπά σήματα, των οποίων δικαιούχος είναι η αγγλική εταιρεία "FORD ΜΟΤΟR COMPANY LIMITED" είναι τα νόμιμα κατατεθειμένα, καταχωρημένα και ισχύοντα στην Ελλάδα σήματα υπ' αριθ. 11009/28.7.1937, FORD, (απλό λεκτικό), Κλ.9, 14829/23.11.1946, FORD, (απλό λεκτικό), Κλ. 6, 8, 9, 11, 12, 21,14830/23.11.1946, FORD, (απλό λεκτικό), Κλ. 9, 11, 12,14831/23.11.1946, FORD, (απλό λεκτικό), Κλ. 7, 11, 12,14832/23.11.1946, FORD, (απλό λεκτικό), Κλ. 7, 10, 12.
Δυνάμει της από 20.5.1997 συμβάσεως παραχωρήσεως άδειας χρήσεως των ανωτέρω σημάτων, η οποία έχει καταχωρηθεί νόμιμα στα οικεία Βιβλία Σημάτων του Υπουργείου Ανάπτυξης, η πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρία "FORD ΜΟΤΟR ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ" ήταν η αποκλειστική αδειούχος χρήσεώς τους για την Ελλάδα και, ως εκ τούτου, η μόνη που μπορούσε να παραχωρεί περαιτέρω (υπο)άδειες χρήσης αυτών στους απαρτίζοντες το αποκλειστικό δίκτυο διανομής της εξουσιοδοτημένους εμπόρους.
Όλα τα ως άνω σήματα διακρίνουν κατ' απόλυτο και μοναδικό τρόπο τα προϊόντα και τις υπηρεσίες, καθώς και τα επίσημα δίκτυα διανομής και τεχνικής υποστήριξής τους, οπουδήποτε στον κόσμο δραστηριοποιούνται και φυσικά και το δίκτυο διανομής, που έχει οργανώσει στην Ελλάδα η "FORD ΜΟΤΟR ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ". Τα σήματα αυτά είναι παγκοσμίου φήμης ισχυρότατα σήματα, τα οποία, λόγω της ποιότητας των προϊόντων και υπηρεσιών που διακρίνουν, απολαμβάνουν της μέγιστης εκτιμήσεως και εμπιστοσύνης των καταναλωτών των προϊόντων και υπηρεσιών FORD.
Ταυτόχρονα, η λέξη FORD αποτελεί το κύριο επωνυμικό στοιχείο των αναιρεσίβλητων εταιριών, νόμιμα κατοχυρωμένο, καθώς και διακριτικό γνώρισμα των επιχειρήσεών τους. Μέχρι το έτος 1996, η δεύτερη και η τρίτη αναιρεσίβλητες εταιρίες διόριζαν γενικούς αντιπροσώπους - διανομείς των προϊόντων FORD για γεωγραφικές περιφέρειες της Ελλάδος.
Ειδικότερα, τέτοιοι γενικοί αντιπρόσωποι - διανομείς ευρύτερων περιφερειών ήταν οι εταιρίες "Κ. ΑΕ", "ΣΤΑΚΟΡ - Κορτέσης ΑΕ", "Βελμάρ ΑΕΒΕΑ" και "Α. ΑΕ". Κάθε μια από αυτές είχε ορισθεί ως γενικός αντιπρόσωπος - διανομέας FORD, εισήγαγε από το εξωτερικό τα προϊόντα FORD και οργάνωνε τις γεωγραφικές περιφέρειες ευθύνης της, είτε ιδρύοντας δικά της καταστήματα είτε οργανώνοντας δίκτυο γνήσιων υποαντιπροσώπων.
Τέτοιος υποαντιπρόσωπος, χωρίς άμεση συμβατική σχέση με τις αναιρεσίβλητες, αλλά μόνον με την εταιρία - διανομέα "ΣΤΑΚΟΡ ΑΕ" ήταν κατά το χρόνο εκείνο και η επιχείρηση του αναιρεσείοντος εναγόμενου - ενάγοντος. Η παντελής έλλειψη οποιασδήποτε συμβατικής ή οικονομικής σχέσεως μεταξύ των αναιρεσίβλητων και της επιχείρησης του αναιρεσείοντος συνομολογείται ουσιαστικά από τον τελευταίο στο δικόγραφο των πρωτόδικων προτάσεων αυτού, προκύπτει δε και από τις μαρτυρικές καταθέσεις, που τέθηκαν υπόψη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Συνεπώς, από τους τέσσερις προαναφερόμενους γενικούς αντιπροσώπους της FORD, ο αναιρεσείων συνεργαζόταν με την "ΣΤΑΚΟΡ ΑΕ", ανήκοντας ως γνήσιος υποαντιπρόσωπος αυτής στο δίκτυο της, όπως κατέθεσε και η σύζυγος του Χ. Σ.. Το έτος 1995 ιδρύθηκε η "FORD ΜΟΤΟR ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ", θυγατρική της "FORD ΜΟΤΟR CΟΜΡΑΝΥ". Σε εκπλήρωση της επιχειρηματικής δραστηριότητάς της, η ως άνω εταιρία, αντικαθιστώντας την "FORD ΜΟΤΟR CΟΜΡΑΝΥ" και την "FORD ΜΟΤΟR CΟΜΡΑΝΥ LΙΜΙΤΕD", οργάνωσε ένα επιλεγμένο δίκτυο εξουσιοδοτημένων εμπόρων στην Ελλάδα για τη διανομή των προϊόντων FORD και την παροχή τεχνικής εξυπηρέτησης σε αυτούς. Ειδικότερα, η "FORD ΜΟΤΟR ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ" παραχώρησε, δυνάμει σχετικών συμβάσεων, αποκλειστικά δικαιώματα διανομής και τεχνικής εξυπηρέτησης εντός συγκεκριμένων γεωγραφικών περιοχών, σε επιχειρήσεις - κύριους διανομείς, που αναλάμβαναν εντός των περιοχών τους να διορίσουν και να οργανώσουν υποδίκτυα αντιπροσώπων τους, με τους οποίους συμβάλλονταν αποκλειστικά και μόνο οι ίδιες για την περαιτέρω διανομή και τεχνική εξυπηρέτηση των προϊόντων FORD. Τόσο οι κύριοι διανομείς (δυνάμει των σχετικών συμβάσεων τους με την "FORD ΜΟΤΟR ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ"), όσο και τα υποδίκτυά τους (υποαντιπρόσωποι, ως συμβληθέντες με τους κύριους και μόνο διανομείς), όφειλαν να τηρούν αυστηρές προδιαγραφές οργάνωσης, λειτουργίας
και εμφανίσεως - σήμανσης, ώστε να παρέχονται, υπό ενιαία εμφάνιση υψηλών προδιαγραφών, υπηρεσίες εφάμιλλες της παγκόσμιας και εξαιρετικής φήμης των προϊόντων FORD. Οι διανομείς και οι μετ' αυτων συμβαλλόμενοι υποαντιπρόσωποι, λειτουργούντες ως ενιαίο σύνολο, συνιστούσαν το επίσημο δίκτυο FORD στην Ελλάδα.. Η "FORD ΜΟΤΟR ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ" πωλούσε προς τους κύριους διανομείς τα προϊόντα FORD, αυτοί δε στη συνέχεια τα διέθεταν με μεταπώληση στους τελικούς καταναλωτές ή όπου αυτοί διέθεταν υποδίκτυα υποαντιπροσώπων, οι τελευταίοι διαμεσολαβούσαν επί προμηθεία στις πωλήσεις των κύριων διανομέων προς τους τελικούς καταναλωτές. Οι αναιρεσίβλητες δεν συναλλάσσονταν με τους υποαντιπροσώπους των κύριων διανομέων, ούτε τους προμήθευαν με προϊόντα FORD. Έτσι, η δραστηριότητα του παραπάνω γνήσιου υποαντιπροσώπου αναιρεσείοντος ήταν διαμεσολαβητική και συνίστατο είτε στη διαπραγμάτευση, είτε στη σύναψη συμβάσεων πωλήσεως των ως άνω προϊόντων (αυτοκινήτων), στο όνομα και για λογαριασμό του κυρίου εμπορικού αντιπροσώπου στο Νομό Φθιώτιδας "ΣΤΑΚΟΡ ΑΕ" έναντι προμήθειας, που καταβαλλόταν από αυτόν.
Συνεπώς, ο αναιρεσείων από το έτος 1990 ήταν γνήσιος υποαντιπρόσωπος της "ΣΤΑΚΟΡ ΑΕ", η οποία και του κατέβαλε τις οφειλόμενες κάθε φορά προμήθειες, όπως τούτο αναφέρεται και στην αγωγή του, η δε δεύτερη ήταν εμπορικός αντιπρόσωπος των αναιρεσίβλητων. Η εταιρία αυτή ενεργούσε συναλλακτικές πράξεις με τους τελικούς αγοραστές των προϊόντων (αυτοκινήτων) FORD στο όνομά της και εξέδιδε τα τιμολόγια πωλήσεως στο όνομά τους, όπως της υποδείκνυε ο αναιρεσείων, που μεσολαβούσε στην κατάρτιση των συμβάσεων.
Όμως, ουδεμία συμβατική σχέση συνέδεε τον αναιρεσείοντα με τις αναιρεσίβλητες, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο πρώτος, χωρίς επίκληση διαμεσολαβητικής δραστηριότητας σε πωλήσεις προϊόντων FORD από την "FORD ΜΟΤΟR ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ". Η επίκληση από τον αναιρεσείοντα περιστατικών, όπως ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη "FORD ΜΟΤΟR ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ" του απέστελνε διαφημιστικά φυλλάδια των αυτοκινήτων FORD, ότι τον καλούσε στα συνέδρια αντιπροσώπων FORD κατά τις παρουσιάσεις νέων προϊόντων της, ότι ήταν μέλος του δικτύου FORD και ότι ως τέτοιο στέλεχος της άνω αναιρεσίβλητης επισκέπτονταν τις εγκαταστάσεις της, δεν μπορούν, ούτε αρκούν για να θεμελιώσουν συμβατική σχέση εμπορικής αντιπροσωπείας.
Τούτο δε, διότι η παραπάνω συμπεριφορά της πρώτης αναιρεσίβλητης λάμβανε χώρα με σκοπό να συμμορφωθεί ο αναιρεσείων με τις ενιαίες προδιαγραφές σήμανσης, εμφάνισης, επιπέδου τεχνικής εξυπηρετήσεως και εν γένει για την ενιαία αντιμετώπιση των θεμάτων που ανέκυπταν από το σύνολο των αντιπροσώπων και λοιπών μελών του δικτύου (υποαντιπροσώπων κλπ).
Η "FORD ΜΟΤΟR ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ", όπως συνηθιζόταν και ήταν απαραίτητο για την εύρυθμη λειτουργία του δικτύου σε ένα σύστημα επιλεκτικής - αποκλειστικής διανομής και για τη διαφύλαξη της παγκόσμιας εικόνας του ομίλου FORD, έλεγχε, επόπτευε και παρείχε συμβουλευτικές και οργανωτικής φύσεως υποστηρικτικές λειτουργίες προς τους κύριους διανομείς και τους υποαντιπροσώπους τους, ώστε να διασφαλίζεται η τήρηση ενιαίας σήμανσης και ενιαίων προδιαγραφών επιπέδου τεχνικής εξυπηρέτησης και λοιπών προσφερομένων υπηρεσιών, εφάμιλλων της φήμης των προϊόντων FORD.
Η "FORD ΜΟΤΟR ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ", δαπανούσε σε ετήσια βάση μεγάλα ποσά και υποστήριζε με κάθε δυνατό τρόπο (διαφημίσεις, έντυπα, προωθητικές ενέργειες) την εν γένει επιχειρηματική δράση του επίσημου δικτύου FORD, το οποίο, όπως προεκτέθηκε, περιλάμβανε τόσο τους κύριους διανομείς, όσο και τα δίκτυα των υποαντιπροσώπων τους.
Η τήρηση συγκεκριμένων προδιαγραφών εμφάνισης και λειτουργίας από τα μέλη του επίσημου δικτύου FORD (είτε ήταν διανομείς είτε υποαντιπρόσωποι διανομέων) ήταν υποχρεωτική και από την ευρωπαϊκή νομοθεσία ανταγωνισμού (κανονισμοί 1475/1995 και 1400/2002). Η ευθύνη επιτήρησης του δικτύου για την από αυτό τήρηση των προδιαγραφών ανήκε στην "FORD ΜΟΤΟR ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ", καταλάμβανε δε, τόσο τους διανομείς, όσο και τους μη συμβατικά συνδεόμενους με την "FORD ΜΟΤΟR ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ" γνήσιους υποαντιπροσώπους των διανομέων, αφού άπαντες ήταν το επίσημο δίκτυο της FORD.
Προς επίταση της αναγνωρισιμότητας του επίσημου δικτύου FORD, τόσο παγκοσμίως, όσο και στην Ελλάδα, εχρησιμοποιείτο ομοιόμορφη εξωτερική εμφάνιση των καταστημάτων του εν λόγω επίσημου δικτύου, που συνίστατο στην ομοιομορφία της σήμανσης και του χρωματισμού τους. Η σήμανση διακρινόταν από τη χρήση συγκεκριμένων στοιχείων, και, μεταξύ άλλων, ειδικότερα :
α) από τη λέξη FORD γραμμένη με ειδικό χαρακτηριστικότατο τυπογραφικό χαρακτήρα σε μπλε οβάλ φόντο. Τα γράμματα FORD και η περιφέρεια του οβάλ ήταν πάντα λευκά και το μπλε χρώμα πάντα συγκεκριμένο. Το διακριτικό αυτό γνώρισμα είναι το πρωτεύον σημείο σήμανσης και ταυτίζεται με το σήμα 84493/86. β) Η ένδειξη αυτή εχρησιμοποιείτο, τόσο στις μαρκίζες των καταστημάτων του επίσημου δικτύου FORD, όσο και σε πυλώνες που θέτονταν έξω από τα καταστήματα αυτοτελώς, και σε συνδυασμό με την επωνυμία (όνομα) του διανομέως και του υποαντιπροσώπου αυτού, όπως και σε συνδυασμό με περιγραφή δραστηριοτήτων.
Έτσι, στον πυλώνα εμφανίζονταν πάνω από τις περιγραφικές ενδείξεις αυτοκίνητα μεταχειρισμένα, αυτοκίνητα - συνεργείο - ανταλλακτικά κλπ. γ) Όλο το επίσημο δίκτυο FORD χαρακτηριζόταν από συγκεκριμένο χρωματικό συνδυασμό, μοναδικό για τον κλάδο των αυτοκινήτων, ήτοι από τον συνδυασμό μπλε με λευκό - ασημί.
Η ενιαία εμφάνιση των καταστημάτων (εκθέσεων αυτοκινήτων - ανταλλακτικών και συνεργείων), ήταν απαραίτητη για τη διαφοροποίηση και προβολή του επίσημου δικτύου και είχε σχεδιασθεί έτσι, ώστε να είναι ιδιαίτερα καλαίσθητη, αντίστοιχη της φήμης και της ποιότητας των προϊόντων και υπηρεσιών των αναιρεσίβλητων και της εκτίμησης που έτρεφαν οι καταναλωτές για αυτά.
Η ως άνω σήμανση αποτελούσε ισχυρότατο και μοναδικό διακριτικό γνώρισμα των αναιρεσίβλητων και, ως εκ τούτου, ήταν επιτρεπτή η χρήση του μόνον από τα μέλη (διανομείς και υποαντιπροσώπους αυτών) του επίσημου δικτύου FORD και για όσο χρονικό διάστημα αυτά διατηρούσαν την ιδιότητα τους ως μέλη του επίσημου δικτύου.
Όπως ήδη εκτέθηκε ανωτέρω, η "FORD ΜΟΤΟR ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ" συστάθηκε το έτος 1995, προκειμένου να οργανώσει ένα επιλεγμένο δίκτυο εξουσιοδοτημένων εμπόρων - διανομέων σε όλη την Ελλάδα. Οι υπάρχοντες εισαγωγείς - διανομείς, στους οποίους κατά τον χρόνο εκείνο δεν είχαν απονεμηθεί διακριτές περιοχές ευθύνης και δραστηριοποίησης, χρησιμοποιούσαν αδιακρίτως σε διάφορες περιοχές, στις οποίες παράλληλα δραστηριοποιούνταν και άλλοι διανομείς προϊόντων FORD, τοπικούς εμπόρους επί προμηθεία.
Για το λόγο αυτό, αμέσως μετά τη σύσταση της "FORD ΜΟΤΟR ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ" καταγγέλθηκαν οι υπάρχουσες παλαιές συμβάσεις με τους εισαγωγείς - διανομείς, ανάμεσα στους οποίους συγκαταλεγόταν και η "ΣΤΑΚΟΡ ΑΕ", και συνάφθηκαν νέες αναλυτικές έγγραφες συμβάσεις με παλαιούς (αλλά και νέους) διανομείς, τους οποίους έχρισε ως επίσημους εμπόρους - διανομείς FORD και στους οποίους απένειμε συγκεκριμένες πλέον και αποκλειστικές περιοχές ευθύνης - δραστηριοποίησης, ενώ παράλληλα τους παραχώρησε και το δικαίωμα χρήσης των σημάτων FORD.
Στο Νομό Φθιώτιδας (και σε ορισμένους άλλους νομούς) δεν ορίστηκε αμέσως επίσημος έμπορος - διανομέας FORD, διότι η "FORD ΜΟΤΟR ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ" βρισκόταν σε διαδικασία αναζήτησης του πλέον κατάλληλου για την περιοχή συνεργάτη - εμπόρου, με αποτέλεσμα ο συγκεκριμένος νομός να παραμείνει "ανοιχτός" μέχρι το Μάρτιο του έτους 1999, χωρίς δηλαδή να αποτελεί αποκλειστική περιοχή ευθύνης ενός συγκεκριμένου εμπόρου - διανομέα FORD.
Όσο διήρκησε η φάση αναζήτησης συνεργάτη για τη συγκεκριμένη περιοχή, ο αναιρεσείων συνέχισε να δραστηριοποιείται σε αυτή, όχι πλέον ως αποκλειστικός υποαντιπρόσωπος της "ΣΤΑΚΟΡ ΑΕ", αφού από το τέλος του έτους 1996, με βάση τη νέα σύμβαση διανομής που υπέγραψε η "ΣΤΑΚΟΡ ΑΕ" με την "FORD ΜΟΤΟR ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ", η Λαμία και ο Νομός Φθιώτιδας δεν συγκαταλέγονταν στις αποκλειστικές περιοχές ευθύνης της, αλλά απλά και μόνο ως ελεύθερος χονδρέμπορος, διότι, αφού καταγγέλθηκε η σύμβαση με την "ΣΤΑΚΟΡ ΑΕ", διεκόπη αυτομάτως και η εξαρτώμενη από αυτήν παρεπόμενη σύμβαση μεταξύ "ΣΤΑΚΟΡ ΑΕ" και αναιρεσείοντος.
Τελικά, η "FORD ΜΟΤΟR ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ", μετά από έρευνα αγοράς, κατέληξε στην επιλογή της εταιρίας "Κ. ΑΕΒΕ", την οποία έχρισε στις 31.3.1999 επίσημο έμπορο - διανομέα της στην Ανατολική Στερεά. Παράλληλα, ήλθε σε επικοινωνία με την επιχείρηση του αναιρεσείοντος και του πρότεινε να ενταχθεί στο επίσημο δίκτυο της ως υποαντιπρόσωπος της "Κ.
ΑΕΒΕ", πρόταση την οποία όμως απέρριψε αυτός, δηλώνοντας ότι αποτελούσε εν τοις πράγμασι υποβιβασμό του, ζήτησε δε να ορισθεί ο ίδιος επίσημος έμπορος του Νομού Φθιώτιδος, υπογραμμίζοντας ότι σε διαφορετική περίπτωση θα δεχόταν να ορισθεί υποαντιπρόσωπος μόνο του επίσημου εμπόρου FORD στη Λάρισα. Όπως ήταν αναμενόμενο, μετά την ως άνω απόρριψη της πρότασης συνεργασίας, που του απηύθυνε η "FORD ΜΟΤΟR ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ", σε συνδυασμό με την απονομή της περιοχής του Νομού Φθιώτιδας κατ' αποκλειστικότητα στην "Κ.
ΑΕΒΕ", ο αναιρεσείων δεν δικαιούταν πλέον να δραστηριοποιείται στην εν λόγω περιοχή, ούτε να φέρει τα σήματα FORD και μάλιστα εν είδει επωνυμίας της επιχείρησης του, κατά τρόπο δηλαδή που προκαλούσε σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό, υποδηλώνοντας ότι αποτελούσε μέλος του επίσημου δικτύου της "FORD ΜΟΤΟR ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ", γεγονός που δεν ίσχυε στην πραγματικότητα.
Η ιδιότητα του χονδρεμπόρου επίσημων - αυθεντικών προϊόντων FORD, που διατήρησε κατά το χρονικό διάστημα, το οποίο μεσολάβησε ανάμεσα στην απαγόρευση στη "ΣΤΑΚΟΡ ΑΕ" να δραστηριοποιείται στην περιοχή της Λαμίας και του Νομού Φθιώτιδας και στην απονομή της εν λόγω περιοχής στην "Κ. ΑΕΒΕ", του έδινε το δικαίωμα να φέρει τα σήματα FORD μόνο για τους σκοπούς εμπορίας των εν λόγω προϊόντων FORD (άρθρ. 20§1 ν. 2.239/94 "Περί Σημάτων") και σε καμία περίπτωση ως τμήμα της επωνυμίας της επιχείρησής του ή ως διακριτικό γνώρισμα αυτής, εκμεταλλευόμενος με αυτόν τον τρόπο την αναγνωρισιμότητα των σημάτων FORD προς ίδιον και αθέμιτο όφελος της επιχείρησης του, σε βάρος μάλιστα του ήδη ορισθέντος αποκλειστικού επίσημου εμπόρου - διανομέα για την περιοχή.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού έκρινε, ότι 1) μεταξύ του αναιρεσείοντος και των αναιρεσίβλητων δεν υπήρχε σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, αιτία για την οποία παρείλκε η έρευνα της επικαλούμενης από τον αναιρεσείοντα ενάγοντα ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, 2) ότι ως υποαντιπρόσωπος της "FORD ΜΟΤΟR ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ" δεν συνδεόταν συμβατικά με αυτή και άρα δεν δικαιούταν αποζημιώσεως, και 3) ότι δεν συνέδεε τους διαδίκους σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και εξαιτίας τούτου δεν δικαιούταν εκείνος να ποιείται χρήση όλων των σημάτων, των διακριτικών γνωρισμάτων και της επωνυμίας FORD, Ι) δέχθηκε τυπικά και κατουσίαν τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων και τους πρόσθετους λόγους εφέσεως του αναιρεσείοντος και εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε κατουσίαν τις από 6.8.1999 και 22.11.1999 αντίθετες αγωγές των αναιρεσίβλητων και του αναιρεσείοντος, αντιστοίχως, ΙΙ) απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, μετά τον περιορισμό του αιτήματος με παραίτησή του από την κύρια βάση αυτής και τη μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της επικουρικής βάσεως σε αναγνωριστικό, κατά την εξετασθείσα από αυτό επικουρική της βάση για αναγνώριση της υποχρεώσεως καταβολής αποζημιώσεως για θετική και αποθετική ζημία, και κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, και ΙΙΙ) δέχθηκε εν μέρει την από 6.8.1999 αγωγή των αναιρεσίβλητων ως κατουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα εναγόμενο να παραλείπει τη χρήση όλων των σημάτων, διακριτικών γνωρισμάτων και της επωνυμίας FORD, που έχουν καταχωρηθεί νόμιμα, από όλα τα σημεία της επιχείρησής του ή καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο, να αφαιρέσει δε αυτά από τις επιγραφές, τις πινακίδες, το έντυπο ή μη διαφημιστικό υλικό και από οπουδήποτε αλλού έχει τοποθετήσει αυτά, να παύσει αμέσως και στο μέλλον την καθ' οιονδήποτε τρόπο εμφάνιση, δήλωση, παράσταση ή διαφήμιση του κατά τρόπο που να συνδέεται ή να εμφανίζεται ως έχων την εξουσιοδότησή της για την άσκηση της εμπορίας του ή ως παρέχων εγγύηση καλής λειτουργίας για τα υπ' αυτού πωλούμενα ή επισκευαζόμενα προϊόντα FORD, απειλώντας κατ' αυτού ως μέσο εκτελέσεως χρηματική ποινή 1.000 ευρώ καθώς και προσωπική κράτηση διαρκείας μέχρι ενός (1) μηνός σε βάρος του, για κάθε ημέρα μη συμμορφώσεως του προς το διατακτικό της αποφάσεως και διατάσσοντας τη δημοσίευση του διατακτικού της αποφάσεως μια φορά σε δύο ημερήσιες εφημερίδες επιλογής των εναγουσών και με δαπάνες του εναγομένου.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρ. 1§2 και 9 του πδ 291/1991 και 361 ΑΚ κρίνοντας, ότι δεν υπήρχε περίπτωση εφαρμογής τους, ούτε στέρησε περαιτέρω την απόφασή του νόμιμης βάσεως, διότι διέλαβε σε αυτή πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες σε όλα τα ζητήματα που ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, αφενός μεν για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, αφετέρου δε και εκείνης που δεν απαγγέλθηκε, με δεδομένο περαιτέρω ότι αιτιολόγησε ειδικώς που θεμελιωνόταν η αξίωση της πρώτης αναιρεσίβλητης για συμμόρφωση του αναιρεσείοντος στις προδιαγραφές του δικτύου FORD και την υπαγωγή της επιχειρήσεώς του στον έλεγχό της παρά την ανυπαρξία μεταξύ τους συμβατικού δεσμού.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρ. 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, γι' αυτό και οι περί του αντιθέτου πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Επειδή, ακολούθως η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, που νικήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητων (άρθρ. 183, 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14 Ιανουαρίου 2011 αίτηση του Κ. Σ. του Τ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 116/2009 απόφασης του Λαμίας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2012. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουνίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ