Legislator Case Law & Legislation
970/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on ownership claim where good faith acquisition requires lawful title and good faith possession.

Case Number 970/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's rejection of his ownership claim. The appellant argued the defendants lacked good faith when acquiring the property, but the court held that good faith is a prerequisite for acquiring ownership through long-term possession. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because the appellant's claim constituted a denial of the defendants' own ownership rather than a new fact affecting the case outcome.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1041, 1042, 1044 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: Good faith acquisition of immovable property requires lawful title and good faith possession; appeals based on the defendant's good faith constitute a denial of the claim rather than a new fact.

Keywords

AI generated
good faith acquisition ownership by prescription lawful title requirement inadmissible appeal Civil Code provisions

Cited Legislation

AI generated
Article 1041 of the Civil Code
Article 1042 of the Civil Code
Article 1044 of the Civil Code
Article 559, paragraph 8, sub-section b of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 8, sub-section a of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 17 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 970 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 970/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημοσθένη Κασσαβέτη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. ...... και 2. ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αριστοτέλη Φόρτωμα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-7-1991 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 83/1995, 592/1997 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8967/2000 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-1-2001 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 7-12-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 1041 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο πράγμα κινητό για μία τριετία και ακίνητο για μια δεκαετία γίνεται κύριος του πράγματος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται και η συνδρομή νομίμου τίτλου, ήτοι περιστατικού παραγωγικού κατά νόμο κυριότητας, όπως είναι και το μεταβιβαστικό της κυριότητας για νόμιμη αιτία συμβολαιογραφικό έγγραφο, που έχει μεταγραφεί νόμιμα και πρέπει να έχει εξωτερικώς όλους τους όρους του εγκύρου τίτλου, τυχόν δε ελαττώματα κείμενα εκτός αυτού, όπως και η έλλειψη κυριότητας στο πρόσωπο του μεταβιβάζοντος, καλύπτονται από τη χρησικτησία, αν συντρέχουν και οι λοιποί όροι αυτής, μεταξύ των οποίων και η καλή πίστη.

Το στοιχείο της καλής πίστης, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1042 και 1044 ΑΚ, συντρέχει όταν ο νομέας, με βάση τα εκάστοτε συντρέχοντα περιστατικά, έχει κατά την κτήση της νομής την πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαρειά αμέλειά του, ότι με τον τίτλο απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αναφορικά με την ένσταση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων περί ιδίας αυτών κυριότητας στο διεκδικούμενο από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα τρίτο από τα επίδικα ακίνητα, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:

Με το υπ' αριθμ....... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αμαρύνθου Μαρίας Χαμάκου, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι ενάγοντες αγόρασαν από τον Ζ1, ο καθένας κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, έναν αγρό, εκτάσεως 1.242 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "........" της κτηματικής περιφέρειας ..... Εύβοιας και συνορεύει κατά τον τίτλο βορείως με ράχη (βουνό), νοτίως με την εθνική οδό ... - ....., ανατολικώς με ιδιοκτησία αγνώστων και δυτικώς εν μέρει με ιδιοκτησία αγνώστου και εν μέρει με ιδιοκτησία Γ1.

Μέρος του αγρού αυτού αποτελεί το τρίτο επίδικο ακίνητο, εμβαδού 975,66 τ.μ., το οποίο εικονίζεται στο από ..... τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνολόγου πολιτικού μηχανικού ..... με περιμετρικά στοιχεία 2,3,4,5,2. Σύμφωνα με το παραπάνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ο ως άνω αγρός περιήλθε στο δικαιοπάροχο των εναγομένωνων Ζ1 (πωλητή), δυνάμει του υπ' αριθμ. .....

συμβολαίου διανομής του συμβολαιογράφου Ταμυνέων Κων/νου Λεβέντη . Επίσης, με το ..... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ταμυνέων Ασπασίας Φωτιά ο δικαιοπάροχος των εναγομένων Ζ1 πώλησε στους .... και ..... ένα αγροτεμάχιο, εκτάσεως 1.055,66 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "....." της πιο πάνω κτηματικής περιφέρειας και συνορεύει βορείως με εθνική οδό ....-...., ανατολικώς εν μέρει με ιδιωτική οδό και εν μέρει με ιδιοκτησία ....., νοτίως με ιδιοκτησία κληρονόμων Γ2 και δυτικώς με ιδιοκτησία Γ1.

Και στο συμβόλαιο αυτό ως τίτλος κτήσεως του μεταβιβαζόμενου αγροτεμαχίου αναφέρεται το ..... συμβόλαιο διανομής. Στο διανεμητήριο ,όμως, αυτό συμβόλαιο αναφέρεται ότι στον Ζ1 περιήλθε, πλην άλλων, ένας αγρός στη θέση "......", εκτάσεως ενός (1) στρέμματος, συνορευόμενος με (ακίνητα) Γ2, Γ3 και Γ1, διαχωριζόμενος από δρόμο.

Δηλαδή ο Ζ1 , ενώ με το ..... συμβόλαιο διανομής απέκτησε αγρό εκτάσεως ενός στρέμματος, με τα παραπάνω αναφερόμενα δύο συμβόλαια φέρεται ότι πώλησε και μεταβίβασε στους αγοραστές αγρούς συνολικής έκτασης 2.297,60 τ.μ. Από δε τη σύγκριση των ορίων των ακινήτων που αναφέρονται στα τρία αυτά συμβόλαια προκύπτει ότι ο αρχικός αγρός, που, με το συμβόλαιο διανομής, είχε αποκτήσει ο δικαιοπάροχος των εναγομένων Ζ1, συνόρευε βόρεια με ακίνητο που ανήκε στον απώτερο δικαιοπάροχο του ενάγοντος Γ3 και όχι με ράχη (βουνό) , όπως αναφέρεται στο ......

συμβόλαιο με το οποίο οι εναγόμενοι αγόρασαν τον αγρό εκτάσεως 1242 τ.μ., στον οποίο περιλαμβάνεται το παραπάνω επίδικο τμήμα. Από αυτά προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο δεν ανήκε στο δικαιοπάροχο των εναγομένων και συνεπώς αυτοί, που αγόρασαν παρά μη κυρίου, δεν απέκτησαν την κυριότητα επ' αυτού με τον ως άνω παράγωγο τρόπο της αγοράς.

Όμως οι εναγόμενοι από την κατάρτιση του πιο πάνω αγοραπωλητηρίου συμβολαίου ( ....) και μέχρι την επίδοση σ' αυτούς της ένδικης αγωγής (16-10-1992), δηλαδή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας, κατείχαν τον αγρό που αγόρασαν, στον οποίο περιλαμβάνεται και το ως άνω επίδικο τμήμα, με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, και έτσι απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου με τακτική χρησικτησία.

Ειδικότερα οι εναγόμενοι αμέσως μετά την κατάρτιση του πιο πάνω συμβολαίου αγοράς περιέφραξαν το επίδικο ακίνητο με σιδερένιους πασσάλους, το φύτεψαν με αγριόδεντρα, το επισκέπτονταν, το επέβλεπαν και το καλλιεργούσαν και γενικά ασκούσαν σ' αυτό όλες τις διακατοχικές πράξεις που άρμοζαν στη φύση και τον προορισμό του.

Αυτοί είχαν καλή πίστη, πίστευαν δηλαδή ότι είχαν αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου και ειδικότερα ότι ο πωλητής Ζ1 ήταν κύριος του μεταβιβασθέντος προς αυτούς ακινήτου, ενόψει του ότι ο τελευταίος κατείχε το ακίνητο αυτό με διάνοια κυρίου, ασκώντας επ' αυτού τις ίδιες πιο πάνω διακατοχικές πράξεις, επί μία τουλάχιστον δεκαετία πριν την πώλησή του στους εναγομένους, η οποία (πώληση) ήταν πραγματική, αφού δεν υπήρξε συμπαιγνία μεταξύ εκείνου και των εναγομένων αγοραστών.

Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι οι εναγόμενοι, προσμετρώντας στο χρόνο της δικής τους νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου τους, έγιναν κύριοι του ίδιου επιδίκου ακινήτου και με έκτακτη χρησικτησία. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε βάσιμη την ένσταση ιδίας κυριότητας των εναγομένων, και ακολούθως, αφού δέχθηκε την έφεση αυτών και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που αφορούσε το πιο πάνω επίδικο ακίνητο, απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος περί διεκδικήσεως τούτου.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες στο ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης καλής πίστεως στα πρόσωπα των εναγομένων- αναιρεσιβλήτων κατά το χρόνο που απέκτησαν τη νομή του επιδίκου και της κτήσης από αυτούς κυριότητας επ' αυτού με τακτική χρησικτησία, ο δε περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.19ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ.8 εδ. β'ΚΠολΔ πλημμέλεια , ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη " πράγματα" που παραδεκτώς προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα τον προταθέντα από αυτόν ισχυρισμό ότι οι εναγόμενοι κατά την κτήση της νομής του ανωτέρω επιδίκου τμήματος ακινήτου τελούσαν σε κακή πίστη. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της ενστάσεως των εναγομένων περί ιδίας αυτών κυριότητας, αποκτηθείσης με τακτική χρησικτησία, και συνεπώς δεν αποτελεί ουσιώδες για την έκβαση της δίκης πράγμα και γι' αυτό ο υπό εξέταση λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΕΠΕΙΔΗ, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.8 εδ. α' του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τον μη προταθέντα από τους εναγομένους αυτοτελή ισχυρισμό περί κτήσεως από αυτούς της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι η κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ότι οι εναγόμενοι απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με τακτική χρησικτησία, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, πλήττεται αναποτελεσματικώς με τους δύο πρώτους λόγους της αναίρεσης, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή την απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά αβάσιμης.

ΕΠΕΙΔΗ, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 17 και 19 του ΚΠολΔ , σε σχέση με την κρίση του Εφετείου για την κυριότητα του δευτέρου επιδίκου τμήματος, εκτάσεως 370,75 τ.μ., είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν εκτίθενται στο λόγο αυτό περιστατικά που να πληρούν το πραγματικό οποιουδήποτε από τους λόγους αυτούς.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15-1-2001 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8967/2000 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ