Supreme Court dismisses appeal on inheritance declaration distortion and insufficient reasoning grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision regarding inheritance declarations. The appellants argued that the Court of Appeal distorted the content of inheritance acceptance statements and provided insufficient reasoning under Article 559 of the Code of Civil Procedure. The court rejected these claims, finding no distortion of facts and determining that the lower court's reasoning regarding evidence evaluation did not constitute a ground for annulment.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 1, 19, 20 C.Pol.D; An appeal is inadmissible if it concerns evidence evaluation rather than substantive law violations, and a distortion claim fails if the lower court accepted facts not explicitly stated in the documents.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 970 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 970/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. ...., 2. ..... και 3. ..... , οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Ντολκέρα.
Των αναιρεσίβλητων: 1. ..... και 2. ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγγελική Γιαννούλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-7-1994 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 129/1996 προδικαστική, 330/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 85/2005 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-10-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 21-2-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, ο κανόνας δε δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ. ΑΠ 36/1988). Περαιτέρω κατά τις διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου που ίσχυαν μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (ν. 30 Κ (512) Βασ. 117 (19,2) ν.μον. παρ. 13 Κ (5,13) ν. 13 παρ. 3 Π (23,5) Νεαρ. Λέοντος 20 υπ΄ 22 και Νεαρ. Ιουστιν. 91 κεφ. Α) και οι οποίες κατά το άρθρο 78 Εισ.Ν.ΑΚ. εφαρμόζονται σε προίκες που είχαν συσταθεί προ της ισχύος του ΑΚ, κύριος προικώου αδιατίμητου ακινήτου κατά τη διάρκεια του γάμου είναι ο προικολήπτης σύζυγος, μετά δε το θάνατο αυτού η κυριότητα περιέρχεται αυτοδικαίως στην επιζώσα σύζυγο, χάριν της οποίας η προίκα είχε συσταθεί. Αν ο προικοδότης δεν είναι κύριος ή το προικοσυμβόλαιο έχει κάποιο άλλο εσωτερικό ελάττωμα που αποκλείει την κτήση της κυριότητας, ο προικοδότης δεν καθίσταται κύριος. Επίσης σε περίπτωση θανάτου της υπέρ ης η προίκα συζύγου, το αδιατίμητο ακίνητο από τον θάνατό της αποβάλλει την προικώα ιδιότητά του και εξερχόμενο της κυριότητος του συζύγου προικολήπτη, περιέρχεται στους κληρονόμους της συζύγου ως κληρονομιαίας αυτής περιουσίας (ΑΠ 183/1992, ΑΠ 1536/1987).
Εν προκειμένω το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του δέχτηκε τα εξής: Με το υπ΄ αριθ. ..... προικοσυμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κορίνθου Κωνσταντίνου Τζιρακόπουλου, του οποίου δεν αποδεικνύεται η μεταγραφή κατά τα άρθρα 1 και 4 του τότε ισχύοντος Ν. ΤΖ/1856, ο ..... προπάππος των διαδίκων ενόψει του γάμου του Χ1 πάππου των διαδίκων, με την κόρη του .....
γιαγιάς των διαδίκων συνέστησε υπέρ της τελευταίας αδιατίμητη προίκα από 4 ακίνητα μεταξύ των οποίων και το επίδικο, ότι λόγω ελαττώματος του άνω προικοσυμβολαίου εξαιτίας της μη μεταγραφής του, το ατύπως περιελθόν στον Χ1 επίδικο ακίνητο, ο οποίος εκ του λόγου τούτου δεν είχε καταστεί κύριος, ο ίδιος το νεμήθηκε για χρονικό διάστημα υπέρ την 30ετία, από το 1902 μέχρι του θανάτου του στις 22-3-1956, με καλή πίστη, με την πεποίθηση ότι ως προικολήπτης είναι κύριος και έτσι κατέστη κύριος του εν λόγω ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ότι ως κύριος αυτού με την υπ΄ αριθ. .....
δημοσία διαθήκη του εγκατέστησε ως κληρονόμο στο επίδικο ακίνητο τον υιό του Χ2 ο οποίος από τον θάνατο του πατρός του κατά την 22-3-1956 και μέχρι του θανάτου του ιδίου κατά την 24-5-90 κατείχε και ενέμετο το ακίνητο επί 34 συνεχή έτη και έτσι έγινε κύριος αυτού κατά τις διατάξεις των άρθρων 974, 983 και 1045 ΠΚ με έκτακτη χρησικτησία την τοιαύτη δε νομή μετά το θάνατο του τελευταίου συνέχισαν μέχρι την άσκηση της αγωγής (8-894) οι εναγόμενοι ως κληρονόμοι του (τέκνα) οι οποίοι με την προσμέτρηση και της νομής του δικαιοπαρόχου πατέρα τους έγιναν συγκύριοι του επιδίκου κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου με έκτακτη χρησικτησία γενομένης δεκτής της σχετικής ενστάσεώς τους και έτσι συνεπεία των ανωτέρω η ....
σύζυγος Χ1 κατά το θάνατό της στις 10-6-1949, ως μητέρα α) της αρχικής 1ης ενάγουσας ..... β)της ..... μητέρας των 2ου και 3ου των εναγόντων και επίσης κληρονόμων της μετά το θάνατο αυτής και του συζύγου της Χ2 και γ)Χ2 πατέρα των εναγομένων και κληρονόμων του μετά τον κατά την 24-5-90 θάνατόν του, δεν ήταν ούτε κυρία ούτε νομέας του εν λόγω επιδίκου ακινήτου και επομένως δεν κληρονόμησαν την ανωτέρω τα τέκνα της.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς εφήρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις στις οποίες και δεν παραβίασε και συνεπώς ο εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ 1ος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι με το θάνατο της άνω ..... συζ. Χ1 επισυμβάντα προ του τοιούτου του συζύγου της Χ1 το αδιατίμητο προικώο απέβαλε την προικώα ιδιότητά του, εξήλθε της κυριότητας του συζύγου προικολήπτη και περιήλθε ως κληρονομιαίο ακίνητο στους κληρονόμους της συζύγου του, ότι δεν δέχθηκε ότι ο Χ1 δεν κατέστη κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, καθ΄ όσον την όποια πράξη νομής ενήργησε στο επίδικο την έκανε ως προικολήπτης και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να οδηγήσει στην κτήση της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, ότι δέχθηκε ότι εγκύρως ο άνω Χ1 με την υπ΄ αριθ. ....
δημόσια διαθήκη του, ως προικολήπτης εγκατέστησε τον υιό του Χ2 κληρονόμο του επιδίκου ακινήτου, η διάθεση του οποίου απαγορεύτηκε ως αδιατίμητου προικώου ακινήτου και ότι τέλος δέχθηκε ότι ο Χ2 απέκτησε το ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία ενώ την νομή στο επίδικο την είχε αιτία κληρονομικής διαδοχής και συνεπώς ενέμετο και για λογαριασμό και των λοιπών συγκληρονόμων του, και επομένως δεν μπορούσε να χρησιδεσπόσει στο επίδικο, χωρίς να γνωστοποιήσει σ΄ αυτούς ότι νέμεται το επίδικο για δικό του λογαριασμό, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι κατά τα προλεχθέντα το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν έλαβε χώρα έγκυρη σύσταση αδιατίμητης προίκας και επομένως ο Χ1 χρησιδέσποζε στο επίδικο ατομικώς και για λογαριασμό τους έγινε κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία και στη συνέχεια ως κύριος αυτού το μεταβίβασε στον υιό του Χ2 με την άνω διαθήκη και ο τελευταίος από το θάνατο του πατέρα του το έτος 1956 μέχρι το δικό του στις 24-5-90 χρησιμοποίησε το επίδικο ακίνητο, μόνο του και για δικό του λογαριασμό και όχι ως συγκληρονόμος του ανωτέρω πατέρα του.
ΕΠΕΙΔΗ, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α΄ Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια της λήψης υπόψη από το Εφετείο πραγμάτων όπως είναι και η ένσταση ιδίας κυριότητος στο επίδικο κτηθείσα με έκτακτη χρησικτησία, που δεν προτάθηκε από τους αντιδίκους αναιρεσιβλήτους.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθ΄ όσον η εν λόγω ένσταση όπως από τις πρωτόδικες προτάσεις των αναιρεσιβλήτων στο 1ο βαθμό προκύπτει είχε προταθεί νόμιμα και παραδεκτά στο πρωτόδικο δικαστήριο το οποίο με την 129/96 προδικαστική του απόφαση είχε τάξει τις δέουσες αποδείξεις εις βάρος τους, απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη και επαναφέρθηκε στο Εφετείο, με λόγο εφέσεως όπως κατ΄ εκτίμηση προκύπτει από την επισκόπηση των δικογράφων της Έφεσης και των προσθέτων λόγων.
ΕΠΕΙΔΗ, το Εφετείο, όπως ρητώς βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του σχημάτισε την κρίση του επί της ουσίας της υπόθεσης, αφού έλαβε υπόψη, εκτός από άλλα αποδεικτικά μέσα και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, από τη βεβαίωση δε αυτή σε συνδυασμό και προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν απομένει αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα αναφερόμενα στο 3ο λόγο αναίρεσης έγγραφα και δη α)το υπ΄ αριθ. ....
πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κορίνθου Κωνσταντίνου Παβέλα β)τις υπ΄ αριθ. .... και υπ΄ αριθ. ... δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας του Συμβολαιογράφου Κορίνθου Βασιλείου Σπηλιόπουλου κα ο από τον αριθμό ΙΙ του άρθρου 559 ΚΠολΔ 3ος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Εν προκειμένω με το 4ο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του αριθ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο παρεμόρφωσε το περιεχόμενο των υπ΄ αριθ. ..... και ..... δηλώσεων αποδοχής κληρονομίας των συμβολαιογράφων Κορίνθου Κωνσταντίνου Παβέλλα η πρώτη και Αθηνών Θωμά Ιωαννίδη η δεύτερη, ότι δηλαδή ενώ στις άνω δηλώσεις ο Χ2 δικαιοπάροχος των εναγομένων δεν περιλαμβάνει και το επίδικο ακίνητο, εν τούτοις το Εφετείο δέχθηκε το αντίθετο.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι το Εφετείο ως εκ της προσβαλλομένης απόφασης του προκύπτει δέχθηκε ότι ο ανωτέρω καθολικός διάδοχος του ανωτέρω κυρίου (Χ2) δεν περιέλαβε στις ανωτέρω δηλώσεις του και δεν περιέγραψε ως κληρονομιαίο και το επίδικο ακίνητο. ΕΠΕΙΔΗ, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ ανεπαρκής και αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλωση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.
Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη δήλωση εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Επομένως ο 3ος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι η επικαλούμενη ανεπάρκεια και αντίφαση των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αναφέρεται σε αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά στην εκτίμηση των αποδείξεων και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος που εκτίθεται σαφώς, αφού στο οικείο λόγο αναιρέσεως αναφέρεται ότι το Εφετείο έπρεπε να δεχθεί αλλά και δέχθηκε αλλά εσφαλμένα ως προς την απόρριψη της αγωγής τους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-10-2005 αίτηση, για αναίρεση της υπ'αριθ. 85/2005 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2007.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 3 Μαΐου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ