Supreme Court allows appeal against eviction compensation ruling due to failure to address property value reduction arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal filed by one of the appellants against the Third Instance Court of Kalamata's eviction compensation decision. The court found that the lower court failed to address specific arguments regarding the irregular shape of the property, environmental degradation, and construction impacts on the view and elevation. Consequently, the decision was quashed for the appellant who appeared, and the case was remanded for further trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94, 96, 97, 104 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must quash a lower court decision if it fails to address substantive arguments presented by a party that significantly influence the outcome and the determination of compensation for property value reduction.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 96 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 96/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. … και 45. …, όλων κατοίκων ..., εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Έλλη Ευθυμίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και από τον Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Παναγιώτα Παρασκευοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-4-2017 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη (μετά την έκδοση της 13/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Καλαμάτας και συνεκδικάστηκε με την από 30-6-2017 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, με τις αιτήσεις άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.
Εκδόθηκε η 87/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-3-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η 3η των αναιρεσειόντων και το αναιρεσίβλητο όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3,97 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο και ότι η πληρεξουσιότητα προς αυτόν, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται μόνο είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και του παρέχει το δικαίωμα να εκπροσωπεί στο δικαστήριο εκείνον που την έδωσε, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται, πλην άλλων, και η άσκηση ένδικων μέσων, καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες που δημιουργούνται.
Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπάγγελτα, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (ΑΠ Ολομ. 13/2008, ΑΠ 2062/2017, ΑΠ 1863/2017).
Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 576 παρ. 2 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, επί ερημοδικίας του διαδίκου που φέρεται ότι άσκησε το ένδικο μέσο της αναίρεσης, χωρίς να αποδεικνύεται η ύπαρξη πληρεξουσιότητας αυτού προς το δικηγόρο που υπέγραψε την αναίρεση, η τελευταία απορρίπτεται, αυτεπάγγελτα, ως απαράδεκτη (A.Π.1085/2020, Α.Π. 1036/2018, Α.Π. 365/2018, Α.Π. 401/2017), υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι αυτός έχει κλητευθεί νόμιμα από εκείνον που επέσπευσε τη συζήτηση, ώστε να είναι έγκυρη η συζήτηση της αναίρεσης (ΑΠ 622/2020, AΠ 365/2018, 160/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη από 6-3-2019 αίτηση των Μ. Σ. κ.τ.λ. διώκεται η αναίρεση της 87/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, της οποίας με πράξη του Προέδρου του Τμήματος αυτού είχε οριστεί η αρχική δικάσιμος για τη συζήτηση της υπόθεσης η 22-5-2020. Κατά τη δικάσιμο όμως αυτή η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε, διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, λόγω των εκτάκτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του COVIT 19, προσδιορίστηκε δε αυτεπαγγέλτως με πράξη της Προέδρου του Τμήματος αυτού και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, με την επιμέλεια του γραμματέα (άρθρο 74 παρ.2 του ν. 4690/2020) για την δικάσιμο της 19-2-2021, οπότε ματαιώθηκε και πάλι για την ίδια ως άνω αιτία ,προσδιορίστηκε δε εκ νέου αυτεπαγγέλτως με πράξη της Προέδρου του Τμήματος αυτού και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, με την επιμέλεια του γραμματέα (άρθρο 83 παρ.2 του ν.4790/2021) για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (10-9-2021).Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του οικείου πινακίου εκπροσωπήθηκαν:
η μεν υπ' αυξ. αριθμό αναιρετηρίου 3 αναιρεσείουσα, Β. Κ. του Σ. και της Α., από την πληρεξούσια δικηγόρο της Έλλη Ευθυμίου, το δε αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο από την Παναγιώτα Παρασκευοπούλου, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ενώ οι λοιποί αναιρεσείοντες δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν δήλωση μη παραστάσεως κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμό Ε4481/4-9-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Ι. Π., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η προαναφερθείσα, νομίμως παραστάσα υπ' αυξ. αριθμό αναιρετηρίου 3 αναιρεσείουσα, Β. Κ. του Σ. και της Α. ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης με πράξη ορισμού της αναφερομένης παραπάνω αρχικής δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε με επιμέλεια της ως άνω αναιρεσείουσας, που επισπεύδει τη συζήτηση, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στο δικηγόρο Θεσσαλονίκης Χρήστο Αλεξάκη, ο οποίος είχε εκπροσωπήσει τους ανωτέρω απόντες αναιρεσείοντες κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του προαναφερομένου δικαστηρίου της ουσίας, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Ωστόσο, από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι η ως άνω δικηγόρος Έλλη Ευθυμίου, που υπογράφει το αναιρετήριο, είχε ρητή πληρεξουσιότητα από τους ανωτέρω απόντες αναιρεσείοντες, για να ασκήσει για λογαριασμό τους, την ένδικη αίτηση αναίρεσης. Επομένως και ενόψει το ότι οι απόντες ως άνω αναιρεσείοντες είχαν νομίμως κλητευθεί να παραστούν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης για την αρχική δικάσιμο ,κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω της αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση αυτών (άρθρα 74 παρ.2 του ν.4690/2020 και 83 παρ.2 του ν. 4790/2021), η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς τους απόντες αναιρεσείοντες ( άρθρο 577 παρ2 του Κ.Πολ.Δ.) και να συζητηθεί αυτή ως προς την νομίμως παρισταμένη υπ' αυξ.
αριθμό αναιρετηρίου 3 αναιρεσείουσα, Β. Κ. του Σ. και της Α.). Η κρινόμενη από 6-3-2019 (αρ. κατ.16/2019) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 87/2018 οριστικής απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των αρθ.18,19 και 20 ν.2882/2001 έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ και άρθρο 22 ν.2882/2001) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί μεταξύ των παρισταμένων διαδίκων ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την με αρ.13/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας που εκδόθηκε κατόπιν αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία συνεκδικάστηκε με αίτηση της παρούσας αναιρεσείουσας ως και αιτήσεις άλλων ενδιαφερομένων, μη διαδίκων στην δίκη αυτή, καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης για την απαλλοτριωθείσα αναγκαστικά και για λόγους δημόσιας ωφέλειας, δυνάμει της με αρ.60359/4383/2013 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, που δημοσιεύτηκε νόμιμα, έκταση συνολικού εμβαδού 239.975 τ.μ., που βρίσκεται στην περιοχή Δήμου Μεσσήνης της Π.Ε.
Μεσσηνίας και εικονίζεται στο σχετικό κτηματολογικό διάγραμμα και αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο της αιτούσας - αναιρεσείουσας. Στην συνέχεια επί της με αρ.κατάθεσης 28/2017 αίτησης που άσκησε μεταξύ άλλων και η αναιρεσείουσα, της με αρ.35/2017 αντίθετης αίτησης που άσκησε το αναιρεσίβλητο και αιτήσεων άλλων ενδιαφερομένων, ενώπιον του Πολυμελούς Εφετείου Καλαμάτας, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης, μεταξύ άλλων ακινήτων, και για το επίδικο με Κ.Π 217 ακίνητο ιδιοκτησίας της αναιρεσείουσας, ενώ απορρίφθηκε το αίτημα καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομείναν μετά την απαλλοτρίωση τμήμα του ακινήτου αυτού.
Κατά το άρθρο 13 παρ.4 ν.2882/2001 "Εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.
Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως, η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος." Το άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε, μαζί με τη σύμβαση, αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, έναντι των κοινών νόμων, ορίζει ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας, και υπό τους όρους που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου.
Με τη διάταξη προστατεύονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημιώσεως για την προσγενόμενη ζημία, στην περιουσία του. Έλλειψη δε σεβασμού της περιουσίας στην περίπτωση αυτή υπάρχει όταν η συνεπεία του λόγου της αποζημιώσεως μείωση της περιουσιακής δυναμικότητας του προσώπου δεν αποκαθίσταται πλήρως.
Συνεπώς, στην περίπτωση που, λόγω απαλλοτριώσεως μέρους του ακινήτου, το απομένον τμήμα αυτού, που εξακολουθεί να αποτελεί στοιχείο περιουσίας του ιδιοκτήτου - υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, το αναγνωριζόμενο από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν.2882/2001 δικαίωμα αποζημιώσεως ικανοποιείται πλήρως και εντεύθεν διασφαλίζεται ο σεβασμός στην περιουσία του ιδιοκτήτου όταν η αποζημίωση καλύπτει όχι μόνο την εκ της απομειώσεως και μόνον της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημίαν αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου.
Διότι άλλως κατά την τελευταία αυτή ζημία το παραμένον στον ιδιοκτήτη μέρος του ακινήτου, και επομένως η περιουσία του, θα παρέμενε χωρίς αποκατάσταση. Ανεξαρτήτως δε του ότι το περιεχόμενο αυτό της αποζημιώσεως είναι απότοκο της εφαρμογής της άνω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεως του άρθρου 1 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου της Συμβάσεως της Ρώμης, είναι αδιάφορη στην περίπτωση αυτή η διάταξη της περ. 2 του άρθρου 13 του ν.δ. 797/1971, που ορίζει ότι "δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριωμένου η επαύξηση ή μείωση της αξίας λόγω εκτελέσεως του έργου." (ήδη παρ.2 άρθρου 13 ν.2882/2001 κατά την οποία ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριωμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης της απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της δεν λαμβάνεται υπόψη).
Και τούτο διότι η διάταξη αυτή αφορά την αύξηση ή μείωση του απαλλοτριουμένου μέρους, που το κατά το Σύνταγμα πλήρες της αξίας του κρίνεται κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως και όχι μετά την εκτέλεση του έργου. Ενώ αντιθέτως η αποζημίωση για την υποτίμηση κατά την παρ. 4 του άρθρου 13 αφορά το απομένον στον ιδιοκτήτη μέρος, που εξακολουθεί να αποτελεί περιουσία του και μετά την εκτέλεση του έργου δι` ο η απαλλοτρίωση (ολ.ΑΠ 31/2005, ΑΠ 783/2011 ΝΟΜΟΣ).
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008).Με την έννοια αυτή "πράγμα" αποτελεί η ιστορική βάση της αγωγής και τα θεμελιωτικά αυτής πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 879/2013, ΑΠ 1008/2007).
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης, όπως αυτοί εκτιμώνται, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ισχυριζόμενη, ότι το Εφετείο, εξετάζοντας το ζήτημα της μείωσης της αξίας του εναπομείναντος ακινήτου της, λόγω της απαλλοτρίωσης, μόνο από την άποψη της ζημιάς που επήλθε από την απομείωση της έκτασης αυτού (ακινήτου), απέρριψε το αίτημα καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι αυτό δεν υφίσταται μείωση της αξίας του, αφού εξακολουθεί και μετά την απαλλοτρίωση να παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο, χωρίς όμως να εξετάσει τους στην κρινόμενη αίτηση αναίρεσης αναφερομένους και νομίμως ενώπιον του Εφετείου με την αίτησή της περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης προβληθέντες ισχυρισμούς και το αντίστοιχο αίτημά της περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομείναν μετά την απαλλοτρίωση τμήμα του ακινήτου της λόγω ζημίας που επήλθε σε αυτό από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχτηκε η απαλλοτρίωση.
Από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου επισκόπηση της ενώπιον του Εφετείου Καλαμάτας αίτησης προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα για το ακίνητο με αριθμό Κ.Π. 217, μεταξύ άλλων, επικαλέστηκε τα ακόλουθα: "Από το παραπάνω ακίνητο απαλλοτριώνεται τμήμα εκτάσεως 744,75 μ2 . Το ακίνητο πριν την κήρυξη της απαλλοτρίωσης ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο και σύμφωνα με την αποτύπωση της έκτασής του στον από Ιούνιο 2014 συμπληρωματικό κτηματολογικό πίνακα η επιφάνειά του ανερχόταν σε 5.248,99 τ.μ.
Συνεπώς, η έκτασή του μετά την απαλλοτρίωση ανέρχεται σε 4.504,24 μ2.
α) Το σχήμα του ακινήτου πριν την απαλλοτρίωση είχε κανονική μορφή, προσομοιάζουσα με αυτήν του πλαγίου παραλληλογράμμου Με την κήρυξη της απαλλοτρίωσης μειώνεται η νοτιοδυτική του πλευρά κατά 20 μ. με αποτέλεσμα το σχήμα του να προκύπτει επίμηκες και ως εκ τούτου μη κανονικό.
β) Λαμβάνοντας θέση το ακίνητο, μετά την κατασκευή του έργου στα κατάντη της οδού, επιβαρύνεται με τη θέαση του τοιχείου - τοίχου από μπετόν, μήκους 65 μ. και ύψους 4-5 μ. που θα ανεγερθεί στο όριο του με την νέα οδό Βάσει της μελέτης, στη συγκεκριμένη περιοχή η οδός διέρχεται σε επίχωμα και με σημαντική υπερύψωση από το φυσικό έδαφος Για τη στήριξη του επιχώματος κατασκευάζεται το προαναφερθέν τοιχείο.
Η άμεση θέαση όμως του όγκου του επιχώματος, καθώς και του εκτεταμένου μετώπου του τοιχείου, από την πλευρά της κατοικίας της κειμένης πλέον μετά την κατασκευή του έργου σε κοντινή απόσταση, επιβαρύνει αισθητά την τελευταία και μειώνει την αξία της .
Συνεκτιμώντας όλα τα παραπάνω η ένδικη απαλλοτρίωση μειώνει σημαντικά την αξία του απομένοντος ακινήτου, σε σχέση με την κύρια κατά προορισμό χρήση του, αφού επιδεινώνεται σημαντικά η οικονομική και εμπορική του εκμετάλλευση, δεδομένου ότι η αξία του συγκεκριμένου ακινήτου ήταν στενά συνυφασμένη με την ύπαρξη του οικοδομήματος και του χώρου εντός του οποίου αυτό εντασσόταν.
Συνεπώς, η μείωση της αξίας του απομένοντος τμήματος του παραπάνω ακινήτου, ανέρχεται σε ποσοστό 40% της αξίας του".
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχτηκε τα ακόλουθα: "Για το με αρ 217 ακίνητο Το ακίνητο αυτό πριν την απαλλοτρίωση είχε έκταση 5.248,99 τ.μ. απαλλοτριώνεται έκταση 744,75 τ.μ. και απομένει υπόλοιπο 4504,24 τ.μ. Πριν την απαλλοτρίωση ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο και μετά την απαλλοτρίωση και την έγκριση του ΣΧΟΟΑΠ εξακολουθεί να παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο. Επομένως δεν υφίσταται μείωση της αξίας του". Έτσι που έκρινε δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, δηλαδή τους παραπάνω αυτοτελείς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και μάλιστα στον καθορισμό της αποζημίωσης για την μείωση της αξίας του εναπομείναντος τμήματος που οφείλεται στην εκτέλεση του έργου και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη τους νομίμως προταθέντες ισχυρισμούς περί μη κανονικότητας του σχήματος του ακινήτου μετά την απαλλοτρίωση, περί της περιβαλλοντικής υποβάθμισης, της κατασκευής επιχωμάτων και τοιχείων στα όρια του ακινήτου που επηρεάζουν την θέαση από αυτό, καθώς και της υψομετρικής διαφοράς που δημιουργείται, που οφείλονται στην κατασκευή του έργου και συντελούν, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας στην μείωση της αξίας του ακινήτου και ουδόλως απάντησε επ' αυτών.
Συνεπώς πρέπει να γίνουν δεκτοί οι παραπάνω από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγοι αναίρεσης, παρελκούσης μετά από αυτά της έρευνας του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διότι αναφέρεται στο ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης και καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια των ως άνω λόγων, που έγιναν δεκτοί.
Στην συνέχεια πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναίρεσης ως προς την παριστάμενη αναιρεσείουσα κατά παραδοχή, ως βασίμων, των παραπάνω λόγων της και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μεταξύ παρισταμένης αναιρείουσας και αναιρεσίβλητου και κατά το μέρος αυτό. Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το παραπάνω μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, σε αυτήν (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει).
Τέλος, το αναιρεσίβλητο που ηττήθηκε στη δίκη, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά το άρθρ. 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), καθώς και άρθρ. 22 παρ. 3 ν. 2882/2001, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-3-2019 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 87/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας ως προς όλους τους αναιρεσείοντες πλην της υπ' αυξ. αριθμό αναιρετηρίου 3 αναιρεσείουσας Β. Κ. ως προς την οποία χωρίζεται η υπόθεση.
Αναιρεί την 87/2018 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας μεταξύ των παρισταμένων διαδίκων.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση. Διατάζει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της παρισταμένης τρίτης αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 20 Ιανουαρίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ