Supreme Court dismisses appeal rejecting shipowner's claim for fixed costs as lacking causal link to the accident.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeals filed by three shipping companies against a lower court's decision. The appellants argued that fixed costs incurred during the ship's immobilization following an accident should be compensated as lost profits. The court held that these expenses lack causal connection to the accident because they would have been incurred regardless of the incident. Consequently, the court ruled that the lower court correctly rejected the claims for lack of legal basis.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 298, 330, 914 of the Civil Code and Article 336 of the Code of Civil Procedure; Damages must have a causal link to the wrongful act, and expenses incurred independently of the incident are not compensable.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 96 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 96/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ' αριθμ. 83/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Γεώργιο Παπανδρέου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Α) Της αναιρεσείουσας: ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε1", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Αγγελίδου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε2", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, για την οποία παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπός της Ιωάννης Γωγής και διόρισε τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γεωργόπουλο, 2) Αλληλοασφαλιστικού Συνδέσμου με την επωνυμία "Α1", που εδρεύει στη … Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Θεόδωρο Ζευκιλή και Νικόλαο Γερασίμου και 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Ηρακλείου Α.Ε.", που εδρεύει στο λιμένα Ηρακλείου Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Δημάκη. Β) Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "Ο.Λ.Η. Α.Ε.", που εδρεύει στον Λιμένα Ηρακλείου Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Δημάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Αλληλοασφαλιστικού Συνδέσμου με την επωνυμία "Α1", ο οποίος εδρεύει στη … της Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Θεόδωρο Ζευκιλή και Νικόλαο Γερασίμου, 2) ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε2", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, για την οποία παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπός της Ιωάννης Γωγής και διόρισε τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γεωργόπουλο, και 3) ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε1", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Αγγελίδου. Γ) Της αναιρεσείουσας: ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε2", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, για την οποία παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπός της Ιωάννης Γωγής και διόρισε τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γεωργόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε1.", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Αγγελίδου και 2) "Οργανισμού Λιμένος Ηρακλείου Α.Ε.", που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Δημάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-2-2010 αγωγή της ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε2", τις δύο από 7-10-2010 και 16-2-2010 παρεμπίπτουσες αγωγές της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Ηρακλείου Α.Ε.", τις δύο από 10-11-2010 και 5-11-2010 αγωγές της ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε1" και την από 16-2-2010 αγωγή του Αλληλοασφαλιστικού Συνδέσμου με την επωνυμία "Α1", που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 240/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 263/2015 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με τις από 4-1-2016, 29-12-2015 και 1-2-2016 αιτήσεις τους. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Παπανδρέου, ανέγνωσε την από 28-11-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αντωνίου Ζευγώλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 29-12-2015 αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι ζήτησαν την παραδοχή της αίτησής τους, την απόρριψη των αιτήσεων του αντιδίκου μέρους και την καταδίκη του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με τις κρινόμενες από 29-12-2015(α/α πιν….), 4-1-2016(α/α πιν. …),1-2-2016(α/α πιν…) αιτήσεις αναίρεσης προσβάλλεται η 263/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Οι αιτήσεις ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθρ. 552, 553, 556, 558,564, 566§1 Κ.Πολ.Δ)και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο. Είναι συνεπώς παραδεκτές(αρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω συναφείας (άρθρο 246 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (αρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
II. Με τις κρινόμενες αναιρέσεις προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 263/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, κατόπιν εφέσεων που ασκήθηκαν κατά της υπ' αριθμ. 240/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, το οποίο συνεκδίκασε τις ακόλουθες κύριες και παρεμπίπτουσες αγωγές:
α) Την από 5-2-2010 κύρια αγωγή της ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία ''Ε2'' με την οποία, αφού ισχυρίσθηκε ότι, από τις ειδικότερα αναφερόμενες, υπαίτιες και παράνομες πράξεις και παραλείψεις της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Ηρακλείου Α.Ε." και της πρώτης εναγομένης ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε1", το πλοίο "Π1" ιδιοκτησίας της, το οποίο στις 27-7-2008 είχε πλαγιοδετήσει στο λιμάνι του Ηρακλείου στην συγκεκριμένη προβλήτα που υπέδειξαν στον πλοίαρχο του πλοίου τα αρμόδια όργανα της δεύτερης εναγόμενης "ΟΛΗ Α.Ε." υπέστη τις αναφερόμενες φθορές και βλάβες, συνεπεία των οποίων ζημιώθηκε κατά το συνολικό ποσό των 509.056,32 ευρώ (όπως ειδικότερα οι θετικές και αποθετικές ζημίες περιγράφονται στην αγωγή), ενώ παράλληλα υπέστη ηθική βλάβη για την οποία δικαιούται ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 100.000 ευρώ, το ως άνω δε συνολικό ποσό των 609.056,32 ευρώ, ζήτησε να της επιδικασθεί αναγνωριστικώς, μετά τον παραδεκτό περιορισμό ως προς αυτό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής της, β) την από 7-10-2010 παρεμπίπτουσα αγωγή της δεύτερης εναγόμενης "ΟΛΗ Α.Ε." στην οποία, αφού ενσωματώνει την προηγούμενη κύρια αγωγή εναντίον της, ισχυρίζεται ακολούθως, ότι σε ατύχημα που συνέβη στις 29-7-2008 στον λιμένα του Ηρακλείου, προκλήθηκε ζημία, από αποκλειστική υπαιτιότητα της παρεμπιπτόντως εναγομένης ναυτικής εταιρείας "Ε1" άλλως από υπαιτιότητα της εταιρείας αυτής σε ποσοστό 99% και σε ποσοστό 1% του ναυτικού πράκτορα και του πλοιάρχου του φορτηγού πλοίου "Π1", ιδιοκτησίας της κυρίως ενάγουσας "Ε2" όταν τούτο επικάθισε στη βυθισμένη πλωτή φορτηγίδα "Π2", ιδιοκτησίας της πρώτης εναγομένης, "Ε1." ζήτησε δε στη συνέχεια, μετά τον παραδεκτό περιορισμό της αγωγής της από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της παρεπιπτόντως εναγομένης να της καταβάλει νομιμοτόκως, ό,τι υποχρεωθεί να καταβάλει στην ενάγουσα της κύριας αγωγής σε περίπτωση παραδοχής αυτής, γ) την από 10-11-2010 παρεμπίπτουσα αγωγή της "Ε1." στην οποία, αφού ενσωματώνει την προηγούμενη κύρια αγωγή και εναντίον της και ισχυρίζεται ακολούθως, ότι σε ατύχημα που συνέβη στις 29-7-2008 στον λιμένα του Ηρακλείου, προκλήθηκε ζημία, από αποκλειστική υπαιτιότητα της παρεμπιπτόντως εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ Α.Ε." στο φορτηγό πλοίο "Π1'' ιδιοκτησίας της κυρίως ενάγουσας "Ε2" όταν τούτο επικάθισε στη βυθισμένη πλωτή φορτηγίδα "Π2", της ιδιοκτησίας της, ζήτησε στη συνέχεια, μετά τον παραδεκτό περιορισμό της αγωγής της από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της παρεμπιπτόντως εναγομένης να της καταβάλει νομιμοτόκως, ό,τι υποχρεωθεί να καταβάλει στην ενάγουσα της κύριας αγωγής σε περίπτωση παραδοχής αυτής, επί πλέον δε και το ποσό των 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αναφερόμενη παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης, δ) την από 16-2-2010 κύρια αγωγή του αλληλοασφαλιστικού Συνδέσμου με την επωνυμία "Α1" με την οποία, αφού ισχυρίσθηκε, ότι στα πλαίσια της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, ως ασφαλιστική εταιρεία με σκοπό την ασφαλιστική κάλυψη παντός είδους ασφαλιστικών κινδύνων, μέχρι του ποσού των 800.000 ευρώ, είχε ασφαλίσει το πλοίο "Π1" ιδιοκτησίας της "Ε2" αντί του ποσού αυτού και ότι στις 29-7-2008 που το πλοίο είχε πλαγιοδετήσει προς φόρτωση στο λιμένα του Ηρακλείου, από αποκλειστική υπαιτιότητα της "ΟΛΗ Α.Ε." και της "Ε1" υπέστη τις λεπτομερώς αναφερόμενες φθορές και βλάβες, για την αποκατάσταση των οποίων απαιτείται το ποσό των 850.000 ευρώ, αποτελούντος έτσι του πλοίου "τεκμαρτή ολική καταστροφή", κατά τους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και του αγγλικού δικαίου στο οποίο είχε υπαχθεί η σύμβαση, λόγω δε της επελθούσης .
ασφαλιστικής περίπτωσης, αποζημίωσε την ιδιοκτήτρια του πλοίου "Ε2" με το ποσό των 800.000 ευρώ, μέχρι του οποίου η ασφαλιστική κάλυψη κατά την συμβατική του υποχρέωση και υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα της τελευταίας, λόγω εκχώρησης της κατά τα άνω απαίτησης από κάθε υπεύθυνο, το ποσό δε αυτό ζήτησε να του καταβάλουν οι εναγόμενες νομιμοτόκως, ε) την από 7-1-2010 παρεμπίπτουσα αγωγή της "Ε1" στην οποία, αφού ενσωματώνει την προηγούμενη κύρια αγωγή της ασφαλιστικής εταιρείας εναντίον της, ισχυρίζεται ακολούθως, ότι σε ατύχημα που συνέβη στις 29-7-2008 στον λιμένα του Ηρακλείου, προκλήθηκε ζημία στο φορτηγό πλοίο "Π1", από αποκλειστική υπαιτιότητα της παρεμπιπτόντως εναγομένης ναυτικής εταιρείας "Ε1", άλλως από υπαιτιότητα της σε ποσοστό 99% και σε ποσοστό 1% του ναυτικού πράκτορα και του πλοιάρχου του πλοίου της κυρίως ενάγουσας, το πλοίο δε αυτό ήταν ασφαλισμένο από τον κυρίως ενάγοντα αλληλοασφαλιστικό Σύνδεσμο με την επωνυμία "Α1" ζήτησε στη συνέχεια, μετά τον παραδεκτό περιορισμό της αγωγής της από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της παρεμπιπτόντως εναγομένης να της καταβάλει νομιμοτόκως, ό,τι υποχρεωθεί να καταβάλει στον ενάγοντα της κύριας αγωγής σε περίπτωση παραδοχής αυτής, και στ) την από 5-11-2010 παρεμπίπτουσα αγωγή της "Ε1" στην οποία, αφού ενσωματώνει την προηγούμενη κύρια αγωγή και εναντίον της, ισχυρίζεται ακολούθως, ότι σε ατύχημα που συνέβη στις 29-7-2008 στον λιμένα του Ηρακλείου, προκλήθηκε ζημία στο φορτηγό πλοίο "Π1", από αποκλειστική υπαιτιότητα της παρεμπιπτόντως εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΙΜΕΝΟΣ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ Α.Ε.", όταν τούτο επικάθισε στη βυθισμένη πλωτή φορτηγίδα "Π2" της ιδιοκτησίας της, το πλοίο δε αυτό ήταν ασφαλισμένο από τον κυρίως ενάγοντα αλληλοασφαλιστικό Σύνδεσμο με την επωνυμία "Α1" ζήτησε στη συνέχεια, μετά τον παραδεκτό περιορισμό της αγωγής της από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της παρεπιπτόντως εναγομένης να της καταβάλει νομιμοτόκως, ό,τι υποχρεωθεί να καταβάλει στην ενάγουσα της κύριας αγωγής σε περίπτωση παραδοχής αυτής, επί πλέον δε και το ποσό των 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αναφερόμενη παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης.
Το άνω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο συνεκδίκασε τις πιο πάνω κύριες και παρεμπίπτουσες αγωγές, με την προρρηθείσα 240/2012 οριστική απόφαση του: α) όσον αφορά την πρώτη κύρια αγωγή απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη, ως προς τα υπό στοιχεία α, β, και γ κονδύλιά της και κατά τα λοιπά, δέχθηκε αυτή κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στην ενάγουσα, εις ολόκληρον καθεμία, το ποσό των 208.185,92 ευρώ και δη 188.185,92 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη της ενάγουσας και 20.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση της λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, β) όσον αφορά την δεύτερη κύρια αγωγή, απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη κατά την βάση της εκ του νόμου υποκατάστασης λόγω καταβολής του ασφαλίσματος και δέχθηκε αυτή κατά την βάση της σύμβασης εκχώρησης ως ουσιαστικά βάσιμη, υποχρεώνοντας τις εναγόμενες να καταβάλουν στην ενάγουσα, εις ολόκληρον κάθε μία, το ποσό των 800.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, γ) όσον αφορά την ενωμένη στην δεύτερη των ανωτέρω παρεμπίπτουσα αγωγή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη και δ) όσον αφορά τις τέσσερις παρεμπίπτουσες αγωγές, απέρριψε αυτές ως μη νόμιμες.
Κατά της άνω πρωτόδικης απόφασης άσκησαν εφέσεις όλοι οι διάδικοι, εκτός από την ασφαλιστική εταιρία. Τo Εφετείο συνεκδίκασε εφέσεις των διαδίκων α) "ΟΛΗ ΑΕ", β) "Ε1" ΚΑΙ γ) "Ε2", απέρριψε τις εφέσεις των β και γ εκκαλουσών, δέχθηκε εν μέρει την έφεση της α εκκαλούσας εξαφάνισε εν μέρει την εκκαλουμένη απόφαση ως προς τις παρεμπίπτουσες αγωγές και αναγνώρισε την υποχρέωση της παρεμπιπτόντως εναγομένης "Ε1" να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα "ΟΛΗ Α.Ε." το 60% των ποσών που αυτή αναγνωρίσθηκε ότι υποχρεούται να καταβάλει στη ενάγουσα της από 5-2-2010 κύριας αγωγής και στην ενάγουσα της από 16-2-2010 κύριας αγωγής.
III Α. Επί της υπ αριθμ. πιν. … από 29-12-2015 αιτήσεως αναιρέσεως της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ και το διακριτικό τίτλο (εφεξής) "ΟΛΗ Α.Ε." Το Εφετείο, δικάζοντας επί της από 17-7-2012 εφέσεως της αναιρεσείουσας, απέρριψε την έφεση αυτής, κατά το μέρος που αφορά το κεφάλαιο της εκκαλουμένης για την από 5-2-2010 και με αριθμό καταθέσεως …/2010 κύρια αγωγή της ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε2" και την από 16-2-2010 και με αριθμό καταθέσεως …/2010 κύρια αγωγή του αλληλοασφαλιστικού Συνδέσμου με την επωνυμία "Α1", επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση.
Και με τους δύο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τη νοηματική έννοια αυτών, η αναιρεσείουσα προβάλει τις αιτιάσεις, ότι καμία υπαίτια και παράνομη πράξη η παράλειψη, ή άλλου είδους ευθύνη δεν βαρύνει την ίδια, ούτε και την τρίτη, αναιρεσίβλητη στις φθορές και βλάβες του πλοίου "Π1" ιδιοκτησίας της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ώστε να καθίστανται υπόχρεες σε αποζημίωση της, ούτε και σε αποκατάσταση του πρώτου αναιρεσίβλητου αλληλοασφαλιστικού Συνδέσμου που ασφάλιζε το εν λόγω πλοίο και κατέβαλε στην ασφαλισμένη του ιδιοκτήτρια του πλοίου το συφωνηθέν ασφάλισμα, λόγω της συμβατικής εκχώρησης αυτού, επιδιώκοντας για τους λόγους αυτούς την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τα καφάλαιά της που αφορούν τις από 5-2-2010 και 16-2-2010 αγωγές της αναιρεσίβλητης εταιρείας "Ε2" και του αναιρεσίβλητου αλληλοασφαλιστικού Συνδέσμου με την επωνυμία "Α1", κατά το μέρος που οι αγωγές αυτές απευθύνοντα τόσον κατ' αυτής, όσον και της ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε1".
Επομένως, στο πλαίσιο αυτό ερευνάται η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 εδ. β' και 914 ΑΚ προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της ζημίας που έχει επέλθει. Ο χαρακτηρισμός της παραλείψεως ως παράνομης συμπεριφοράς προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρεώσεως για επιχείρηση της θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε.
Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστεως, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 906/2001, ΑΠ 820/2002). Αμέλεια, κατ' άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητας του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις περιστάσεις (ΑΠ 1500/2002).
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά (πράξη ή η παράλειψη) του δράστη, ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικός ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Αντίθετα, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ 1653/2010). Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 926 ΑΚ καθορίζονται, στα πλαίσια της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από το νόμο ευθύνη περισσοτέρων προσώπων.
Οι περιπτώσεις αυτές είναι τρεις: α) κοινή πράξη περισσοτέρων προσώπων, β) παράλληλη ευθύνη περισσοτέρων προσώπων και γ) περιπτώσεις διαζευκτικής αιτιότητας. Στην πρώτη περίπτωση, η ζημία προέρχεται από κοινή πράξη περισσοτέρων προσώπων. Ο όρος "κοινή πράξη" λαμβάνεται με την ευρεία έννοια της αιτιώδους συμπράξεως ή συμμετοχής - με οποιαδήποτε μορφή - στην αδικοπραξία και ειδικότερα είτε στην τέλεση της πράξεως είτε στην επαγωγή της ζημίας.
Έτσι, εμπίπτει στην έννοια αυτή, μεταξύ άλλων, και η μορφή συμμετοχής της παραυτουργίας, δηλαδή η περίπτωση κατά την οποία δύο ή περισσότερα πρόσωπα πραγματώνουν με τη συμπεριφορά τους ορισμένη αδικοπραξία, χωρίς να υπάρχει μεταξύ τους καμία συνεννόηση(βλ. ΑΠ 527/87 ΝοΒ 36.1411, ΑΠ 33/79 ΝοΒ 27.958, ΑΠ 854/74 ΝοΒ 24.479).
Στη δεύτερη περίπτωση της παράλληλης ευθύνης, περισσότερα πρόσωπα ευθύνονται από το νόμο, αυτοτελώς το καθένα, για την αποκατάσταση της ίδιας ζημίας. Η περίπτωση αυτή μπορεί να υπάρχει στο πεδίο της αντικειμενικής, αλλά και της υποκειμενικής ευθύνης. Στην τρίτη περίπτωση, η ζημία προήλθε από ανεξάρτητες πράξεις ή παραλείψεις περισσοτέρων προσώπων, οι οποίες αποτελούν όλες δυνατούς αιτιώδεις όρους επαγωγής της ζημίας, αλλά δεν μπορεί να εξακριβωθεί ποία συγκεκριμένη πράξη προκάλεσε πράγματι τη ζημία.
Όταν συντρέχει μία από τις πιο πάνω τρεις περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου 926 ΑΚ, θεμελιώνεται εις ολόκληρον ευθύνη των περισσοτέρων προσώπων, δηλαδή δημιουργείται παθητική εις ολόκληρον ενοχή κατά την έννοια του άρθρου 481 ΑΚ. Προϋπόθεση, όμως, της εις ολόκληρον ευθύνης δεν είναι η κοινή εναγωγή από τον ζημιωθέντα περισσοτέρων προσώπων, φερομένων ως συνοφειλετών, αλλά η πραγματική συνδρομή των νομίμων όρων ευθύνης για τον κάθε συνοφειλέτη χωριστά.
Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του ν. 2881/2001, ορίζονται τα εξής: " 1. Πλοίο ή πλωτό ναυπήγημα, νηολογημένο ή όχι, αποτελεί ναυάγιο, αν παύσει να έχει πλευστότητα και παραμένει, ολόκληρο ή κατά μέρος, υπό την επιφάνεια της θάλασσας. Ναυάγιο επίσης αποτελεί και η κατασκευή, η οποία έχει περιέλθει σε κατάσταση, που κάνει αδύνατη την επαναχρησιμοποίηση κατά τον προορισμό της και παραμένει, ολόκληρη ή κατά μέρος, υπό την επιφάνεια της θάλασσας.
Ναυάγιο αποτελεί και το φορτίο πλοίου ή πλωτού ναυπηγήματος ή το τμήμα ή παράρτημα πλοίου, πλωτού ναυπηγήματος ή κατασκευής, που παραμένει, ολόκληρο ή κατά μέρος, υπό την επιφάνεια της θάλασσας.
2. Με τον όρο "Οργανισμός" στις επόμενες διατάξεις νοείται το κατά περίπτωση αρμόδιο νομικό πρόσωπο του δημόσιου τομέα ή η δημόσια υπηρεσία, που ασκεί τη διοίκηση και διαχείριση λιμένα, διώρυγας ή διαύλου". Εξάλλου, στην μεν παρ. 1 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου 2881/2001 ορίζεται ότι "Ο κύριος ναυαγίου, το οποίο αποτελεί κίνδυνο για τη ναυσιπλοΐα σε περιοχή λιμένα, σε διώρυγα ή σε δίαυλο ή παρεμποδίζει την προσόρμιση, την αγκυροβολιά, την παραβολή, τη χρήση των κρηπιδωμάτων και γενικά τη λειτουργία τους ή προσβάλλει ή απειλεί να προσβάλλει το περιβάλλον, υποχρεούται να το ανελκύσει και απομακρύνει εκτός λιμένα, διώρυγας ή διαύλου, όπως έχει ή κατά τμήματα ή, αν επιβάλλεται από τις περιστάσεις, να το μετατοπίσει ή καταστρέψει ή με οποιονδήποτε τρόπο εξουδετερώσει, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις", στην δε παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "Ο Οργανισμός προσκαλεί εγγράφως τον κύριο να προβεί στις αναγκαίες κατά την προηγούμενη παράγραφο ενέργειες, για να εξαλειφθεί κάθε κίνδυνος και να αποτραπεί κάθε δυσμενής συνέπεια από την ύπαρξη του ναυαγίου, ορίζοντας εύλογη κατά περίπτωση προθεσμία, που δεν μπορεί να υπερβεί τους τρεις (3) μήνες και δηλώνοντας συγχρόνως ότι σε διαφορετική περίπτωση θα προβεί στις ενέργειες αυτές με ευθύνη και με δαπάνες του κυρίου, οι οποίες σε περίπτωση μη άμεσης καταβολής, καταλογίζονται σε βάρος του και εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις περί είσπραξης δημοσίων εσόδων.
Η προθεσμία μπορεί να παραταθεί μέχρι δύο (2) μήνες ακόμα. Όταν ο κύριος έχει ήδη αρχίσει να προβαίνει σε εμφανείς πράξεις για την απομάκρυνση του ναυαγίου και συντρέχουν εξαιρετικές περιπτώσεις, μπορεί να χορηγηθεί επιπλέον παράταση από τον Υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας. Οι προθεσμίες δεσμεύουν και κάθε διάδοχο του κυρίου μετά την επίδοση ή δημοσίευση της πρόσκλησης".
Τέλος, στην παρ. 4 του ίδιου ως άνω άρθρου ορίζεται ότι " Αν ο κύριος δεν εκπληρώσει την υποχρέωση του, ο Οργανισμός μπορεί, ως νόμιμος εντολοδόχος του, να εκτελέσει τις πράξεις που αναγράφονται στην πρόσκληση είτε με ίδια αυτού μέσα και προσωπικό είτε με ανάθεση των σχετικών εργασιών σε τρίτο". Από τις ανωτέρω διατάξεις, ερμηνευόμενες σε συνδυασμό με την εισηγητική έκθεση του νόμου και σε συμφωνία με το άρθρο 24 του Συντάγματος και τις ειδικότερες αρχές της προλήψεως και αποκαταστάσεως, προκύπτει ότι σε περίπτωση ναυάγιου, ο κανόνας είναι η εντός της ρητώς καθοριζομένης προθεσμίας ανέλκυση και απομάκρυνση αυτού από το θαλάσσιο περιβάλλον από τον ίδιο τον κύριο του ναυαγίου ή, σε περίπτωση μη συμμορφώσεως του, από τον αρμόδιο δημόσιο φορέα, μόνον δε κατ' εξαίρεση, αν επιβάλλεται από τις περιστάσεις, είναι δυνατόν να επιτραπεί η μετατόπιση ή καταστροφή του ναυαγίου (ΣτΕ 164/2011).
Είναι δηλαδή προφανής η θεσμοθέτηση υποχρέωσης των Οργανισμών Λιμένων να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες για την ανέλκυση των ναυαγίων και σε περίπτωση κωλυσιεργίας των κατ' αρχήν αρμοδίων για την ανέλκυση των ναυαγίων, πρέπει να προβαίνουν οι ίδιες στην ανέλκυση με ευθύνη και με δαπάνες του - κυρίου.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 9 του ίδιου ως άνω νόμου ο κύριος του ναυαγίου και ο κατά περίπτωση υπόχρεος σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος για την εξάλειψη των κίνδυνων και" αποτροπή \των δυσμενών συνεπειών από ναυάγιο ή πλοίο, ευθύνονται για κάθε 'ζημιά ή βλάβη που προκαλείται από αυτό. Τέλος, κατά το άρθρο 22 του ν. 2932/2001 εγκρίθηκε καταστατικό των νεοϊδρυόμενων εταιριών των Οργανισμών Λιμένων, με συγκεκριμένο περιεχόμενο που διαγράφονταν στο κείμενο του εν λόγω νόμου.
Έτσι, κατά το άρθρο 2 του καταστατικού σκοπός της εταιρείας είναι η διοίκηση και η εκμετάλλευση των χώρων της Ζώνης Λιμένα δικαιοδοσίας της, ενώ στο σκοπό της εταιρείας περιλαμβάνονται η παροχή κάθε είδους λιμενικών υπηρεσιών προς τους χρήστες, η αναβάθμιση, η συντήρηση, η βελτίωση και η ανάπτυξη του λιμένα, και η παροχή υπηρεσιών ελλιμενισμού των πλοίων.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 2α της ΥΑ 16932/ΕΓΔΕΚΟ 1777 (ΦΕΚ Β '654/27.04.2007) με θέμα 'Έγκριση τιμολογίου και κανονισμών παροχής λιμενικών υπηρεσιών Οργανισμού Λιμένος Ηρακλείου Α.Ε." η θέση παραβολής ή πρυμνοδέτησης κάθε πλοίου εντός της λιμενικής ζώνης, καθώς και μεθόρμιση ή μετακίνηση πλοίου, ορίζεται από το αρμόδιο προς τούτο τμήμα του "ΟΛΗ Α.Ε." τηρώντας τους ισχύοντες, κατά το νόμο, κανονισμούς και διατάξεις.
Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 22 του ν. 1629/1951 σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του ν. 2932/2001 ο Οργανισμός Λιμένος έχει την υποχρέωση να επισημαίνει κάθε ναυάγιο εντός του λιμένος εφόσον ήθελε χαρακτηριστεί ότι αποτελεί κίνδυνο για την ναυσιπλοΐα με διαρκή φωτισμό. Ακόμη, οι ως άνω Οργανισμοί υποχρεούνται να αναφέρουν την ύπαρξη ναυαγίων στα αρμόδια τμήματα Υδατογραφικής Υπηρεσίας και της Υπηρεσίας Φάρων του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού, προκειμένου να διαπιστωθεί αν είναι επικίνδυνα για τη ναυσιπλοΐα και να χαρακτηριστούν αναλόγως.
Ετέρωθεν, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).
Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτος δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ" αριθ. 263/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ενόψει των ερευνώμενων αναιρετικών λόγων, έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η πρώτη εναγομένη της α'αγωγής (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη) [στο εξής "Ε1"] ήταν ιδιοκτήτρια της πλωτής φορτηγίδας "Π2" με αριθμό νηολογίου....
Η εν λόγω φορτηγίδα επί σειρά ετών και σίγουρα από το έτος 2003, ήταν εγκαταλελειμμένη στην προβλήτα … του λιμένα Ηρακλείου. Η δεύτερη εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) [στο εξής ΟΛΗ), εταιρεία που διαχειρίζεται τους χώρους της ζώνης του λιμένος Ηρακλείου, είχε προβεί την 17-9-2003 και την 9-2-2007 σε έκτακτες επιθεωρήσεις και διαπίστωσε την εγκατάλειψη της και ότι δεν λαμβάνονταν μέτρα συντήρησης της, καθόσον παρέμενε ανενεργή για μεγάλο χρονικό διάστημα και ειδικότερα διαπιστώθηκε ότι υπήρχε εκτεταμένη διάβρωση όλων των εκτεθειμένων μερών του πλοίου και κυρίως ότι είχαν εισρεύσει ύδατα στις διαχωριστικές δεξαμενές λόγω πιθανόν ρηγμάτων στα ύφαλα.
Η κατάσταση αυτή είχε ως αποτέλεσμα να απαιτείται συνεχής απάντληση των υδάτων και να υφίσταται κίνδυνος βύθισης. Παρά όμως την από 1-3-2007 έγγραφη προειδοποίηση της, για απομάκρυνση της φορτηγίδας, η οποία συνοδευόταν από συνεχείς προφορικές υπομνήσεις, η Ε1 σε ουδεμία ενέργεια προέβη για την αποφυγή της πιθανολογούμενης ήδη από το έτος 2003 βύθισης του πλοίου.
Η αμελής αυτή συμπεριφορά είχε ως αποτέλεσμα την βύθιση τελικά της φορτηγίδας την 5-4-2007. Με την βύθιση αυτή η φορτηγίδα μήκους 45 μ. και πλάτους περίπου 10μ. επικάθησε του βυθού καθ' όλο το μήκος και πλάτος αυτής, σχεδόν παράλληλα με τον κρηπιδότοιχο του δυτικού τμήματος της προβλήτας No …. Το προς βορρά γωνιαίο/ακραίο τμήμα αυτής απείχε από τον κρηπιδότοιχο 1,80μ.
και προς Νότο 1μ., το σκάφος δε είχε μικρή κλίση προς την θάλασσα. Το σκάφος σε σχέση με την ανωδομή της προβλήτας No. … ευρίσκονταν σχεδόν παράλληλα αυτής και στο ύψος των δεστρών No. 6, No. 7 και No. 8 όπως μετρώνται από το βόρειο άκρο της προβλήτας (ελλείψει επίσημης αρίθμησης). Το βάθος της θάλασσας στο ΒΑ άκρο του σκάφους ήταν 8.40μ.
και στο στο ΒΔ 11.1 μ. Στο ΝΑ άκρο του σκάφους 7.80μ. και στο ΝΔ 9.20μ. Η απόσταση (βάθος θάλασσας) από το ΒΑ άνω άκρο του καταστρώματος του σκάφους στην επιφάνεια της θάλασσας ήταν 5.30μ. και από το ΒΔ 7.60μ. Η απόσταση (βάθος θάλασσας) από το ΝΑ άνω άκρο του καταστρώματος του βυθισμένου σκάφους στην επιφάνεια ήταν 4.60μ.
και από το ΝΔ 6.90μ. Επί του καταστρώματος του βυθισμένου σκάφους παρατηρήθηκαν μετά το υπό κρίση περιστατικό και καταγράφηκαν διάφορα αντικείμενα όπως σχοινιά, συρματόσχοινα, παλιοσίδερα, λάστιχα αυτοκινήτων δεμένα επί των πλευρών (χρησιμοποιούντο προφανώς ως παραβλήματα, στρωμάτσες) ως επίσης και υπολείμματα μόνιμων κατασκευών όπως χαλύβδινοι κίονες/δέστρες, χαλύβδινα στηρίγματα, παραπέτα, τύμπανο βαρούλκου (βιντζίου) για έλξη και περιέλιξη (σχοινιών, συρματόσχοινων ή αλύσεων).
Όλες οι παραπάνω προεξέχοντες του καταστρώματος, όντας μόνιμες κατασκευές, μείωναν το βύθισμα στην συγκεκριμένη περιοχή. Τέλος, επί του καταστρώματος υπήρχε μία κατασκευή εκ κοιλοδοκών σχήματος "Π" που ανήκει στην βάση στήριξης της μπούμας με αποτέλεσμα η όλη κατασκευή να προεξέχει του καταστρώματος κατά 1.70μ.
το δε άνω τμήμα αυτής να απέχει από την επιφάνεια της θάλασσας 4.10μ. όντας το εγγύτερο προς την επιφάνεια. Το ναυάγιο αυτό, αποτελούσε μέγιστο θαλάσσιο κίνδυνο για τα παραπλέοντα και τα παραβάλλοντα σκάφη. Για το σκοπό αυτό ο ΟΛΗ με συνεχείς προφορικές οχλήσεις ζητούσε από την Ε1 να προβεί στην ασφαλή ανέλκυση του πλοίου της, όπως άλλωστε είχε υποχρέωση από την κείμενη νομοθεσία, η οποία προαναφέρθηκε.
Η Ε1 όμως αδιαφόρησε για τις νόμιμες υποχρεώσεις της και εκδήλωσε μόνο ενδιαφέρον για την ανέλκυση του ογκώδους γερανού που έφερε το βυθισμένο πλοίο, ο οποίος πράγματι ανελκύστηκε και πωλήθηκε στην εταιρεία "Κ1" (βλ με αριθμό …/27-4-2007 τιμολόγιο πώλησης Ε1). Επισήμως βέβαια, η Ε1 επιθυμούσε την ανέλκυση του πλοίου της, πλην όμως, ουδέποτε προέβη σε οιαδήποτε ενέργεια.
Αποδεικνύεται πιο συγκεκριμένα, ότι με την υπ' αριθ. πρωτοκόλλου …/24-4-2007 άδεια του Κεντρικού Λιμεναρχείου Ηρακλείου επετράπη στην Ε1 να προβεί στην ανέλκυση της υπό ιδιοκτησία της βυθισμένης φορτηγίδας εντός χρονικής προθεσμίας τριάντα (30) ημερών. Επειδή όμως παρήλθε η εν λόγω προθεσμία και η Ε1 συνέχιζε να αδιαφορεί, ο ΟΛΗ με το υπ' αριθ.
πρωτοκόλλου …/04-06-2007 έγγραφο του, την κάλεσε εκ νέου να φροντίσει για την άμεση ανέλκυση του ναυαγίου, μνημονεύοντας μάλιστα ως επιχείρημα και το ότι το ναυάγιο εμποδίζει την πρόσδεση των εμπορικών πλοίων για διεξαγωγή φορτοεκφορτωτικών εργασιών. Στη συνέχεια, ο ΟΛΗ με την υπ' αριθ. πρωτοκόλλου …/08-11-2007 νέα πρόσκληση του προς την Ε1, την κάλεσε για μία ακόμη φορά, να ανελκύσει και να απομακρύνει το ναυάγιο εντός είκοσι (20) ημερών, διαφορετικά θα φρόντιζε με δική του πρωτοβουλία και ίδια μέσα να εκτελέσει τις σχετικές εργασίες, με χρέωση της ιδιοκτήτριας εταιρείας.
Ενόψει όμως της συνεχιζόμενης αδράνειας, ο ΟΛΗ με τα υπ' αριθ. πρωτοκόλλου …/18-12-2007 και …/19-12-2007 έγγραφα του, απέστειλε προς δημοσίευση σε εφημερίδες της Αθήνας και του Ηρακλείου κείμενο σχετικά με την εκποίηση της βυθισμένης φορτηγίδας και ενημέρωσε σχετικά την πρώτη εναγόμενη. Τότε η Ε1 αντέδρασε με την από 21-12-2007 επιστολή της παρέχοντας την σαφή υπόσχεση ότι έως την 31-1-2008 θα είχε ανελκύσει και απομακρύνει το ναυάγιο.
Προς επίρρωση δε των σοβαρών προθέσεων της προσκόμισε ένα ιδιωτικό συμφωνητικό ανέλκυσης του ναυαγίου της φορτηγίδας που είχε συνάψει με τον Β. Β., δύτη. Ο ΟΛΗ πεισθείς από τις ανωτέρω διαβεβαιώσεις διέκοψε τις διαδικασίες ανέλκυσης και απομάκρυνσης του ναυαγίου προσωρινά, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ.
πρωτοκόλλου …/14-1-2008 έγγραφο του και επαναχορήγησε στις 25-1-2008 νέα άδεια ανέλκυσης στην Ε1. Δεδομένου όμως ότι και πάλι η Ε1 δεν προέβη στην ανέλκυση, ο ΟΛΗ με τις από 20-2-2008 και 20-4-2008 επιστολές του, την ενημέρωσε ότι θα συνεχίσει τις διαδικασίες απομάκρυνσης του βυθισμένου ναυπηγήματος, τις οποίες είχε προσωρινά διακόψει.
Παρά τα ανωτέρω όμως η Ε1 αδιαφόρησε, ακόμα δε και μετά το επίδικο ατύχημα και ενόψει της διενέργειας πλειοδοτικού διαγωνισμού την 28-8-2008 για την ανέλκυση του ναυαγίου με διαδικασίες που κίνησε ο ΟΛΗ, διαμαρτυρήθηκε για την αυθαίρετη κατά την εκτίμηση της, ανέλκυση του ναυαγίου από αυτόν, εκθέτοντας ότι οι ενέργειες του ΟΛΗ είναι "καταφανώς παράνομες" λόγω της εκπεφρασμένης επιθυμίας της να το ανελκύσει μόνη της και λόγω έλλειψης σχετικής ειδοποίησης της (βλ την από 27-8-2008 εξώδικη δήλωση της).
Πολύ αργότερα δε, ο Α. Λ., διευθύνων σύμβουλος της Ε1, στην από 4-2-2009 προανακριτική εξέταση του χωρίς όρκο ενώπιον των Λιμενικών Αρχών, εξέθεσε ότι είχε βρει δύο συνεργεία για την ανέλκυση του ναυαγίου, πλην όμως δεν προχώρησε σε περαιτέρω ενέργειες, διότι δεν μπορούσε να λάβει σαφείς διαβεβαιώσεις ότι το βυθισμένο του πλοίο θα μπορούσε να καταστεί πλεύσιμο.
Μάλιστα, προσθέτει ότι είχε ενημερώσει προφορικά σχετικά και τον ΟΛΗ, κατάθεση που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Από την εν λόγω κατάθεση όμως προκύπτει ότι στόχος της Ε1 ήταν όχι η εκπλήρωση των νομίμων υποχρεώσεων της, αλλά η διασφάλιση των οικονομικών της συμφερόντων. Σημειώνεται ότι πλειοδότης του διαγωνισμού για την ανέλκυση αυτού υπήρξε η Α.
Α., συγγενής του ανωτέρω Α. Λ., η οποία κηρύχθηκε έκπτωτη, αφού δεν προσήλθε να υπογράψει την σύμβαση των εργασιών ανέλκυσης του ναυαγίου (βλ. την με αριθμό …/22-12-2008 απόφαση του ΟΛΗ). Ενόψει της απραγίας της ιδιοκτήτριας του ναυαγίου να το ανελκύσει και να το απομακρύνει άμεσα από τον λιμένα Ηρακλείου, ο ΟΛΗ είχε υποχρέωση κατά τις διατάξεις του ν. 2881/2001 να προβεί-ο ίδιος σε ταχείες ενέργειες εντός πέντε το αργότερο μηνών από την βύθιση του πλοίου, γνωρίζοντας την επικινδυνότητα του και ότι ήδη είχε προκαλέσει προβλήματα στην ομαλή παραβολή άλλων σκαφών στο σημείο αυτό.
Εντούτοις αναλώθηκε επί ικανό χρονικό διάστημα σε ανταλλαγή επιστολών με την εταιρία Ε1, δίδοντας παρατύπως σε αυτήν συνεχείς παρατάσεις για να ολοκληρώσει τις νόμιμες υποχρεώσεις της, εκδίδοντας και ανακαλώντας άδειες ανέλκυσης του ναυαγίου και αδιαφορώντας εν τέλει για την ανέλκυση του. Ενόψει των ανωτέρω, ανταποκρίνεται στη πραγματικότητα η κατάθεση μάρτυρα που εξετάστηκε στο ακροατήριο, τότε αξιωματικού του λιμενικού και νυν έμμισθου συνεργάτη του ΟΛΗ, ότι ο ΟΛΗ έδιδε περιθώριο ενεργειών στην Ε1 διότι δεν ήθελε να πιέσει μία εταιρεία που αντιμετώπιζε πρόσκαιρα (κατά την εκτίμηση του) οικονομικά προβλήματα και της οποίας ο διευθύνων σύμβουλος, σημαντικός επιχειρηματίας του Ηρακλείου, είχε κατά το παρελθόν εργαστεί με επιτυχία ως εργολάβος στο Λιμένα.
Ακολούθως, δέκα μήνες μετά το ναυάγιο του "Π2" αποδείχθηκε ότι ο ΟΛΗ, απέστειλε το με αριθμό …/19- 2-2008 έγγραφο του προς το Λιμεναρχείο Ηρακλείου προκειμένου να συμπληρωθεί το έντυπο Ε 118, το οποίο είναι απλό πληροφοριακό έντυπο των εργασιών του λιμένος και δεν υποκαθιστά την αναγγελία κινδύνων και ναυαγίων.
Το έγγραφο του αυτό συνοδευόταν από διάγραμμα οριζοντιογραφίας σε κλίμακα 1 : 2000 του Λιμένα Ηρακλείου, όπου κάπου απροσδιόριστα στην προβλήτα … απεικονίζεται ένα ορθογώνιο παραλληλόγραμμο, που υποδηλώνει τη θέση του ναυαγίου. Το Λιμεναρχείο Ηρακλείου έλαβε αυθημερόν τα ανωτέρω έγγραφα τα οποία απεστάλησαν προς τους ακόλουθους παραλήπτες:
α) ΓΕΝΙΚΟ ΕΠΙΤΕΛΕΙΟ ΝΑΥΤΙΚΟΥ β) ΥΕΝΑΝΠ/ΓΓΛΠ/ΔΛΥ γ) ΓΕΕΘΑ/ΥΠ/ΠΧΛ δ) ΝΑΥΤΙΚΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΑΙΓΑΙΟΥ ΥΔΡΟΓΡΑΦΙΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ε) ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΦΑΡΩΝ. Η αποστολή της αρχικής αλληλογραφίας προς το Λιμεναρχείο Ηρακλείου και όχι προς την Υδρογραφική Υπηρεσία και την Υπηρεσία Φάρων του ΓΕΝ, δεν δημιούργησε πρόβλημα, αφού τα εν λόγω έγγραφα αποδεικνύεται ότι απεστάλησαν στην αρμόδια υπηρεσία.
Άλλωστε και ο ίδιος ο ανωτέρω νόμος κάνει λόγο για ενημέρωση του "Υπουργείου Ναυτικών", υπηρεσία του οποίου είναι και το Λιμεναρχείο Ηρακλείου. Το μέγιστο πρόβλημα προκύπτει από το γεγονός ότι τα δηλωθέντα στοιχεία του ναυαγίου ήταν τόσο εσφαλμένα όσο και ελλιπή. Απόδειξη αυτού είναι το γεγονός ότι με βάση την εν λόγω ενημέρωση καμία αναγγελία προς ναυτιλλόμενους δεν εκδόθηκε που να απεικονίζει το ναυάγιο (βλ.
σχετικές αναγγελίες έως και τον Δεκέμβριο του 2008). Όπως όμως προκύπτει από τις επόμενες ενέργειες του ΟΛΗ, η ανωτέρω αλληλογραφία αποσκοπούσε μόνο στην συμπλήρωση του εντύπου Ε118 και όχι στην σημείωση αυτού στους ναυτικούς χάρτες. Έτσι, καθυστερημένα ο ΟΛΗ στις 8-8-2008 με το με αριθμό …/8-8-2008 έγγραφο του, ενημέρωσε απευθείας το Γενικό Επιτελείο Ναυτικού.
Είναι χαρακτηριστικό ότι στο έγγραφο αυτό περιέχονται για πρώτη φορά ακριβέστατες πληροφορίες για το ναυάγιο, αφού δίδονται οι συντεταγμένες αυτού (…) το βάθος του ποντισμένου σκάφους, οι ακριβείς διαστάσεις αυτού, το ελάχιστο βάθος πάνω από το ναυάγιο, αναφέρεται ο χρησιμοποιούμενος χάρτης (…), ο τρόπος εξαγωγής του στίγματος (με χρήση gps).
Μόλις η Υπηρεσία Φάρων έλαβε γνώση του παραπάνω σήματος, εξέδωσε για πρώτη φορά την με αριθμό …/2008 προαγγελία για ναυτιλλόμενους, όπου οι τελευταίοι ενημερώθηκαν για πρώτη φορά για την ύπαρξη του ναυαγίου και τότε, για πρώτη φορά, έγινε επίσημη αναφορά του εν λόγω ναυαγίου στις Αγγελίες για Ναυτιλλόμενους της 31 Ιανουαρίου 2009 (βλ.
σώματα των προηγούμενων αγγελιών όλου του έτους 2008). Έτσι επισημάνθηκε κατά λέξη ότι "σε απόσταση 120 περίπου μέτρα νότια του φανού του ανατολικού λιμενοβραχίονα και στη δυτική πλευρά του προβλήτα … βρίσκεται επικίνδυνο ναυάγιο μη σημαινόμενο. Το μήκος του ναυαγίου είναι 47,5 μέτρα ενώ το πλάτος του είναι 9,5 μέτρα.", ενώ παράλληλα δόθηκαν συντεταγμένες για την τοποθέτηση σχετικού συμβόλου του ναυαγίου στους χρησιμοποιούμενους ναυτικούς χάρτες (βλ.
σελ. … Αγγελιών). Αποτέλεσμα της αμελούς συμπεριφοράς του ΟΛΗ ήταν όλοι οι κυκλοφορούντες ναυτικοί χάρτες να μην απεικονίζουν το ναυάγιο του "Π2" έως και τον Ιανουάριο του 2009. Είναι προφανές ότι, αν ο ΟΛΗ είχε ενημερώσει από την ημερομηνία βύθισης του ανωτέρω πλοίου την Υπηρεσία Φάρων, πράγμα που γνώριζε ότι έπρεπε να κάνει (και έπραξε μετά το ατύχημα, για το οποίο θα γίνει λόγος κατωτέρω), θα είχε επισημανθεί το ναυάγιο και τα παραβάλλοντα πλοία στην προβλήτα … θα απέφευγαν τον κίνδυνο.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ΟΛΗ δεν προέβη σε νομότυπη σήμανση του ναυαγίου με φωτοσημαντήρες, αλλά επέλεξε τις απλές σημαδούρες, οι οποίες παρασυρόταν από τα παραβάλλοντα πλοία και σπανίως αντικαθίσταντο. Η υποχρέωση σήμανσης με φωτοσημαντήρες του εν λόγω ναυαγίου προκύπτει από το νόμο και επιβεβαιώνεται από έγγραφες υπομνήσεις ευάριθμων υπηρεσιών.
Ειδικότερα, ο ΟΛΗ την 8-8-2008 ζήτησε αρκετά καθυστερημένα πληροφορίες για την ορθή φωτοσήμανση του ναυαγίου, οπότε και έλαβε την απάντηση από την Υπηρεσία Φάρων, ότι απαιτείται η προμήθεια, πόντιση και λειτουργία δύο πλωτών φωτοσημαντήρων, εκ των οποίων ένας πάνω από την πλώρη και ένας πάνω από την πρύμνη του ναυαγίου, οι οποίοι σύμφωνα με το Διεθνές Ναυτιλιακό Σύστημα "IALA Α'" πρέπει να έχουν χαρακτηριστικά σήμανσης μεμονωμένου κινδύνου.
Οι σημαντήρες αυτοί ουδέποτε είχαν τοποθετηθεί, αλλά και ουδέποτε τοποθετήθηκαν αργότερα και τούτο προκύπτει και από το από 20 Απριλίου 2008 έγγραφο του Οργανισμού για το οποίο έγινε λόγος παραπάνω, όπου αναφέρεται επί λέξει "το βυθισμένο πλωτό ναυπήγημα ιδιοκτησίας σας Π2 Ν …. παραμένει στον βυθό εμποδίζοντας την ομαλή παραβολή άλλων σκαφών στο σημείο αυτό, που σημειωτέον δεν έχει σημάδια για τα ακριβή σημεία που έχει βυθιστεί", αλλά και από την συνέντευξη στην εφημερίδα "…" του … του ΟΛΗ Ε.
Φ.. Στην τελευταία περίπτωση μάλιστα, ο εν λόγω υπάλληλος του ΟΛΗ σαφώς εκθέτει, ότι στο παρελθόν υπήρχε σημαδούρα στο συγκεκριμένο σημείο όμως προφανώς καταστράφηκε από κάποιο πλοίο, γεγονός που έγινε αντιληπτό, πλην όμως επειδή βρίσκονταν στη διαδικασία πίεσης για την ανέλκυση του ναυαγίου, δεν πρόλαβαν να την αντικαταστήσουν.
Βέβαια, σχετικά με την τοποθέτηση σήμανσης υπάρχουν αντικρουόμενες καταθέσεις, τόσο προανακριτικά, όσο και με ένορκες βεβαιώσεις. Κοινό στοιχείο αυτών είναι ότι οι υπάλληλοι εκάστης πλευράς λαμβάνουν θέση υπέρ του εργοδότη τους. Υπάρχει όμως μία κατάθεση τρίτου ατόμου, ο οποίος διατηρεί μακρόχρονη συνεργασία τόσο με τον ΟΛΗ, όσο και με την ενάγουσα της α' αγωγής.
Πρόκειται για τον επιχειρηματία Κ., ο οποίος καταθέτει, ότι μετά την βύθιση της φορτηγίδας "Π2" στις 7 Απριλίου 2007, οι λιμενικές αρχές του Ηρακλείου, τοποθέτησαν προειδοποιητική σημαδούρα στο σημείο του ναυαγίου, η οποία (σημαδούρα), λίγο μετά την βύθιση της φορτηγίδας έφυγε από τη θέση της, γεγονός που συμβαίνει αρκετές φορές στα λιμάνια.
Όμως οι λιμενικές αρχές δεν τοποθέτησαν στην θέση του ναυαγίου έκτοτε άλλη σημαδούρα προς αντικατάσταση της απωλεσθείσης μέχρι και το ατύχημα του Φ/Γ Π1 στις 29 Ιουλίου 2008, οπότε και τοποθετήθηκε μεταγενέστερα του ατυχήματος κοινή προειδοποιητική σημαδούρα (όχι φωτεινή) στο σημείο του ναυαγίου. Η κατάθεση αυτή θεωρείται ειλικρινής, ιδίως δε αν συγκριθεί με τις αντίστοιχες των μαρτύρων του ΟΛΗ, Δ.
Ν. και Α. Σ., οι οποίοι κάνουν λόγο ο μεν πρώτος για τοποθέτηση πέντε χρωματιστών σημαντήρων και ο δεύτερος για τοποθέτηση δύο χρωματιστών σημαντήρων μετά τη βύθιση του "Π2", τη στιγμή μάλιστα που, όπως αναφέρθηκε, ο Πλωτάρχης Σ. Α. κάνει λόγο για μία. Έτσι είχε διαμορφωθεί η κατάσταση στο λιμένα Ηρακλείου κατά τον Ιούλιο του 2008 όταν η εταιρεία "Κ2.", ζήτησε με σχετική της αίτηση, απευθυνόμενη προς τον ΟΛΗ, να της χορηγηθεί η άδεια φόρτωσης scrap σε πλοίο με δικά της φορτωτικά μέσα, διότι ο ΟΛΗ δεν διέθετε ανάλογα, χωρίς να προσδιορίζει συγκεκριμένη προβλήτα.
Ακολούθως, ο ΟΛΗ με την με αριθμό …/22-7-2008 απόφαση του και αφού έλαβε υπόψη τις διατάξεις του Ν. 2932/2001 περί μετατροπής Λιμενικών Ταμείων σε Ανώνυμες Εταιρείες, την απόφαση …/24-4-07 περί Κανονισμού Λειτουργίας του Δ.Σ./Ο.Λ.Η. Α. Ε. και την με αριθ. πρωτ. …/19-6-08 εισήγηση του υπαλλήλου του, Διευθυντή… Ε. Φ., αποφάσισε να γίνει δεκτό το παραπάνω αίτημα, να πραγματοποιούνται όμως οι αναφερόμενες εργασίες στην προβλήτα …, με την υποχρέωση της ενδιαφερόμενης εταιρείας να καταβάλλονται κανονικά τα προβλεπόμενα δικαιώματα του Οργανισμού, να αποκαθίστανται οι τυχόν φθορές, να παραδίδεται η προβλήτα καθαρή από τα υπολείμματα της φόρτωσης του scrap και να τηρούνται τα μέτρα ασφαλείας που προβλέπει ο νόμος.
Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται, ότι αρμοδιότητα για τον ορισμό των προβλητών παραβολής έχει το Κεντρικό Λιμεναρχείο Ηρακλείου και ότι ο ΟΛΗ μόνο συμβουλευτική αρμοδιότητα έχει. Από το σώμα όμως της παραπάνω απόφασης αποδεικνύεται, ότι για τον ορισμό της προβλήτας … ως χώρου παραβολής των πλοίων που θα εξυπηρετούσαν αποφάσισε κυριαρχικά ο ΟΛΗ, χωρίς καν να ερωτηθεί το ΚΛΗ και μάλιστα όπως εμφαντικά ορίζεται όλα τα ανωτέρω έγιναν κατ' εφαρμογή των κείμενων διατάξεων.
Η απόφαση αυτή του ΟΛΗ ήταν σύννομη και δεν έγινε κατά νόσφιση εξουσίας του Λιμεναρχείου, (οπότε και σε αυτή τη περίπτωση θα έφερε ευθύνη για την υπό κρίση περίπτωση). Άλλωστε χαρακτηριστική είναι και η δήλωση στις τοπικές εφημερίδες ("…" "…" της 31-8-2008) του τότε … Ν. Γ., ότι την ευθύνη για τον καθορισμό των θέσεων που δένουν τα καράβια την έχει ο ΟΛΗ και όχι το Λιμεναρχείο.
Η φαινομενικά αντίθετη κατάθεση του Διευθυντή …, Ε. Φ., αποκρύπτει την αλήθεια. Ειδικότερα, ο εν λόγω μάρτυρας παραβλέπει το άρθρο 2 § 1 της ΥΑ 16932/ΕΓΔΕΚΟ 1777 (ΦΕΚ Β' 654/27.04.2007) με θέμα "Έγκριση τιμολογίου και κανονισμών παροχής λιμενικών υπηρεσιών Οργανισμού Λιμένος Ηρακλείου Α.Ε." περί της ευθύνης του ΟΛΗ για τον ορισμό θέσης παραβολής.
Είναι προφανές ότι το Λιμεναρχείο από την πλευρά του ορίζει τις θέσεις αγκυροβολιάς και ακολούθως ο ΟΛΗ διαχειρίζεται αυτές κατά τις εμπορικές και άλλες ανάγκες του. Τελευταίο και καταλυτικό επιχείρημα σχετικά με τις απόψεις του εν λόγω Διευθυντή Λιμενικών Υπηρεσιών είναι το ότι ο ίδιος κατά την ανωτέρω εισήγηση του προς τον ΟΛΗ δεν είχε καμία αμφιβολία ως προς την αρμοδιότητα αλλαγής χώρου φόρτωσης του scrap.
Τέλος, στο έγγραφο για τη θέση παραβολής αναμενόμενων - υπαρχόντων πλοίων στο Λιμένα Ηρακλείου, είναι τυπωμένα στο κάτω μέρος της σελίδας τα κινητά τηλέφωνα συνεννόησης υπευθύνου και του αντικαταστάτη του, του ΟΛΗ και όχι του Λιμεναρχείου. Μετά από τον κατά τα παραπάνω καθορισμό ως χώρου φόρτωσης του scrap της προβλήτας …, ενώ μέχρι τότε τα πλοία φορτώνονταν από την προβλήτα …, η εταιρία "Κ2." έστειλε στο χώρο εκείνο το γερανό της, αναμένοντας το πλοίο της ενάγουσας της α' αγωγής [ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης] (στο εξής "Ε2"), για να φορτώσει scrap.
Ειδικότερα, την 27-7-2008 αναμενόταν η άφιξη του Φ/Γ πλοίου "Π1" με αριθμό νηολογίου..., κενού φορτίου προερχόμενο από Σούδα Χανίων προκειμένου να φορτώσει την επομένη (28-7-2008) scrap. Δύο ημέρες πριν, την 25-7-2008, ο ναυτικός πράκτορας του πλοίου, Ι. Α., δια του υπαλλήλου του, Γ. Π., απέστειλε, όπως είχε νόμιμη υποχρέωση προς το Κεντρικό Λιμεναρχείο Ηρακλείου την αναγγελία του κατάπλου του ανωτέρω πλοίου και μάλιστα προσδιόρισε ότι η προβλήτα παραβολής θα ήταν η προβλήτα …, όπως συνηθιζόταν επί ικανό χρονικό διάστημα.
Μόλις έλαβε γνώση αυτής της αναγγελίας ο Διευθυντής … του ΟΛΗ, Ε. Φ., τηλεφώνησε στον ανωτέρω Γ. Π., και του δήλωσε, ότι το αναμενόμενο πλοίο έπρεπε να παραβάλει στην προβλήτα … αφενός γιατί υπήρχαν πολλά πλοία στο λιμάνι και αφετέρου λόγω της ανωτέρω από 22-7-2008 απόφασης του ΟΛΗ (βλ. την από 4-11-2008 προανακριτική κατάθεση του μάρτυρα Ε.
Φ.), χωρίς να κάνει ουδεμία μνεία για την ύπαρξη του ναυαγίου. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο Γ. Π. να αποστείλει νεότερη αναγγελία κατάπλου με διορθωμένη τη θέση παραβολής, κατ' απαίτηση του ΟΛΗ, από … σε …. Αμέσως, ενημερώθηκε τηλεφωνικά ο πλοίαρχος του Φ/Γ πλοίου "Π1" από τον υπάλληλο του ναυτικού πράκτορα Ι.
Α.. Ενώ έτσι είχαν τα πράγματα, την 27 Ιουλίου 2008, ημέρα Κυριακή, και περί ώρα 05.00 το Φ/Γ πλοίο "Π1" ήταν σε τελική πορεία για να καταπλεύσει στο λιμάνι Ηρακλείου. Την στιγμή εκείνη ο πλοίαρχος του πλοίου Μ. Σ., ενημέρωσε στο κανάλι … του VHF το Κεντρικό Λιμεναρχείο Ηρακλείου ότι περίπου σε μία ώρα το πλοίο καταφθάνει στο λιμάνι του Ηρακλείου και ακολούθως το Κεντρικό Λιμεναρχείο Ηρακλείου του έδωσε εντολή να έρθει σε επικοινωνία μαζί του πέντε λεπτά πριν από την είσοδο του πλοίου στο λιμάνι.
Ο καιρός ήταν καλός, αφού έπνεαν άνεμοι Δυτικοί Βορειοδυτικοί εντάσεως 4 μποφόρ και η θάλασσα ήταν ήρεμη χωρίς κυματισμό. Περί ώρα 06:00 το πλοίο έφτασε έξω από το λιμάνι του Ηρακλείου και ο πλοίαρχος ήλθε σε επικοινωνία με το Λιμεναρχείο Ηρακλείου ενημερώνοντας το για την άφιξη του Φ/Γ "Π1" και ζήτησε την άδεια να εισέλθει στο λιμάνι και περαιτέρω οδηγίες για το σημείο πλεύρισης του πλοίου.
Το Λιμεναρχείο του έδωσε εντολή να πάει στην προβλήτα …, χωρίς να του δώσει άλλη οδηγία όσον αφορά κάποιο συγκεκριμένο σημείο πλαγιοδέτησης του πλοίου μεταξύ συγκεκριμένων δεστρών. Η επικοινωνία του πλοιάρχου με το Λιμεναρχείο επιβεβαιώνεται από την από 7-11-2011 αθωωτική απόφαση του ΠΣΕΝ, το οποίο απάλλαξε τον πλοίαρχο από την κατηγορία ότι δεν επικοινώνησε με το Κεντρικό Λιμεναρχείο Ηρακλείου, από την εξέταση του πλοιάρχου επ' ακροατηρίω και ιδίως από την ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Σ.
Α., ο οποίος, ως πλοιοκτήτης του ρυμουλκού ασφαλείας, και όντας σε επιφυλακή εκείνη την ώρα, άκουσε από το κανάλι … του VHF την ανωτέρω στιχομυθία. Ακολούθως και περί ώρα 06:15 το Φ/Γ "Π1" εισήλθε εντός του λιμένος Ηρακλείου και άρχισε η προετοιμασία κατάπλου του πλοίου και περί ώρα 06:40 έφτασε πλησίον της προβλήτας VI.
Στην προβλήτα VI εκείνη την στιγμή ευρίσκονταν η φορτηγίδα "Π3", στη δε νότια πλευρά της προβλήτας ήταν πλαγιοδετημένο το ιταλικό αλιευτικό σκάφος "Σ1" καθώς επίσης και διάφορα ιστιοφόρα σκάφη και μικρά πλοιάρια που μεταφέρουν κατάλοιπα. Με βάση τα ανωτέρω ο πλοίαρχος, Μ. Σ., κατεύθυνε το πλοίο στο μοναδικό σημείο στο οποίο χώραγε το Φ/Γ "Π1" την δεδομένη χρονική στιγμή με σκοπό να πλαγιοδετήσει την αριστερή του πλευρά του πλοίου στην προβλήτα VI.
Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι κατά την στιγμή του κατάπλου του Φ/Γ "Π1" στην προβλήτα δεν ευρίσκονταν κανένα άλλο πλοίο και ως εκ τούτου ο πλοίαρχος όφειλε να ζητήσει πληροφορίες σχετικά με το που ακριβώς οφείλε να δέσει. Η θέση αυτή των εναγομένων καταρρίπτεται από την κατάθεση του πλοιάρχου, η οποία δεν μπορεί να αντικρουστεί από τα έγγραφα που προσκομίζουν οι εναγόμενες.
Πιο συγκεκριμένα προσκομίζεται το από 26 Ιουλίου 2008 έγγραφο περί θέσεως παραβολής αναμενόντων/υπαρχόντων πλοίων για να αποδειχθεί ότι η φορτηγίδα Π3, αλλά και το αλιευτικό "Σ1" δεν βρισκόταν πλαγιοδετημένα στην συγκεκριμένη προβλήτα όταν κατέφθασε το Φ/Γ Π1 στην προβλήτα 6 την 27 Ιουλίου 2008. Από το σύνολο όμως των σχετικών εγγράφων μεταξύ 26-7-2008 έως 30-7-2008 αποδεικνύεται ότι σε κανένα δεν απεικονίζεται η φορτηγίδα Π3, παρόλο που από προσκομιζόμενες φωτογραφίες μετά το ατύχημα, αυτή φαίνεται να υπάρχει στην προβλήτα.
Περαιτέρω, το Φ/Γ "Π1" φαίνεται την 26-7-2008 να αναμένεται να καταπλεύσει και ακολούθως στις 27-7-2008 και στις 28-8-2008 δεν εμφανίζεται στα υπάρχοντα στο λιμάνι πλοία. Επίσης, το αλιευτικό "Σ1" εμφανίζεται για πρώτη φορά στα υπάρχοντα στο λιμάνι καράβια την 30-7-2008 και απουσιάζει η κατάπλευσή του όλες τις προηγούμενες ημέρες, δημιουργώντας το εύλογο ερώτημα για την ημερομηνία κατάπλευσης.
Είναι προφανές ότι τα εν λόγω έγγραφα συντάσσονταν από το Λιμεναρχείο Ηρακλείου με προχειρότητα και ουδεμία βάση μπορούν να δώσουν για το σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης. Το Φ/Γ "Π1" πλησιάζοντας την προβλήτα VI αρχικά έπλευσε με χαμηλή ταχύτητα παραλλήλως της φορτηγίδας "Π3", και, όταν την προσπέρασε, έστριψε το τιμόνι αριστερά ώστε να πλησιάσει η πλώρη του πλοίου την προβλήτα.
Τότε ένας ναυτικός του πλοίου έδωσε με ιβιλάι ένα πλωριό κάβο στους καβοδέτες, οι οποίοι τον έδεσαν στην δέστρα No. … και ο πλοίαρχος τραβώντας τον κάβο αυτό με το βίντσι του πλοίου έφερε σιγά σιγά την πλώρη του πλοίου πλησίον της προβλήτας. Ακολούθως ο πλοίαρχος έκανε ανάποδα, και τότε άλλο μέλος του πληρώματος έδωσε με ιβιλάι ένα πρυμναίο κάβο στους καβοδέτες, οι οποίοι τον έδεσαν στην δέστρα No. ….
Τέλος, ο πλοίαρχος τραβώντας τους κάβους με το βίντσι του πλοίου, ώστε να φέρει σιγά σιγά την πρύμνη του πλοίου και προβαίνοντας σε κινήσεις πρόσω και ανάποδα, έφερε σιγά-σιγά την αριστερή πλευρά του πλοίου παράλληλα της προβλήτας, και εν μέρει πάνω από το ναυάγιο του "Π2". Με την με αριθμό …/4-9-2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ν.
Μ., την οποία διενήργησε κατ' εντολή του ενάγοντας της δ' αγωγής, με σκοπό την διερεύνηση των αιτίων του επιδίκου ατυχήματος και την συνεπεία αυτού έκταση της προκληθείσας ζημίας, προκύπτει ότι το στήριγμα της μπούμας του "Π2" είχε ύψος περίπου 1,60 μέτρα ενώ ο γερανός (σάτι) είχε ύψος περίπου 3 μέτρα, δηλαδή σάτι και στήριγμα είχαν συνολικό ύψος περίπου 4,6 μέτρα.
Ο δύτης επίσης ανέφερε ότι το βάθος της θάλασσας κοντά στην προβλήτα ήταν περίπου 8,5 μέτρα και επομένως το άνω άκρο του στηρίγματος της μπούμας ευρίσκετο περίπου (8,5-4,6 =) 3,9 μέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας και ιδιαιτέρως κοντά με το άνωθεν αυτού πλοίο. Τελικά περί ώρα 7:00 ολοκληρώθηκαν οι κινήσεις μηχανής και περί ώρα 07:15 η πλαγιοδέτηση του Φ/Γ "Π1" στην προβλήτα … ολοκληρώθηκε δένοντας 3 κάβους και 1 σπρινγκ πλώρα και 3 κάβους και 1 σπρινγκ πρύμα των κάβων του πλοίου στις δέστρες της προβλήτας … με την συνδρομή των καβοδετών του Λιμανιού.
Καθόλη την διάρκεια της παραβολής σημειώνεται, ότι κανένα σημείο, (σημαδούρα ή φωτοσημαντήρας), δεν υπήρχε που να προειδοποιεί για την ύπαρξη ναυαγίου δίπλα από την προβλήτα VI και κάτω από το Φ/Γ "Π1". Άλλωστε, αν υπήρχαν τέτοια προειδοποιητικά σημάδια θα τα έβλεπαν ο πλοίαρχος, οι ναυτικοί και οι καβοδέτες.
Επίσης, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι είχαν τοποθετηθεί σημαδούρες αλλά το Φ/Γ "Π1" τις κατέστρεψε παραβάλλοντας, διότι σε αυτήν τη περίπτωση θα ανευρίσκονταν στο κουφάρι του "Π2" (στην πλώρη και την πρύμνη) οι δέστρες των σημαδούρων, κάτι το οποίο δεν έγινε. Επίσης, το πλοίο Φ/Γ "Π1" είναι εφοδιασμένο με το σύστημα kort nozzle το οποίο τοποθετείται στα πλοία τόσο για την βελτίωση της εκτέλεσης μανουβρών, όσο και για την προστασία της προπέλας σε περίπτωση επαφής με οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο, π.χ.
φύκια, δίχτυα, κάβους, καδένες αγκύρων άλλων πλοίων. To "kort nozzle" περιβάλει την προπέλα του πλοίου και την προφυλάσσει από το να έλθει σε επαφή με διάφορα αντικείμενα και να πάθει ή να προξενήσει ζημιά. Όπως δε προέκυψε από την με χρονολογία 22 Αυγούστου 2008 αυτοψία του Επιθεωρητή πλοίων, Ν. Ρ., τόσο η προπέλα όσο και το kort nozzle του Φ/Γ Π1 δεν είχαν κανένα σημάδι στην επιφάνεια τους που να καταδεικνύει επαφή της προπέλας του πλοίου με καδένα ή κάβο τσαμαδούρας ή άλλο αντικείμενο.
Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο πλοίαρχος του πλοίου έσφαλε κατά την ανάγνωση του βυθόμετρου ή ενδεχομένως δεν το χρησιμοποίησε. Από την σχετική όμως έκθεση του μηχανικού Φ. Γ. προκύπτει ότι το Φ/Γ Π1 είναι πλοίο της τάξης άνω των 500 και κάτω των 3.000 κόρων και βάσει των διατάξεων των υπ' αριθμ. 36 και 44 Εισηγήσεων και του υπ' αριθμ. 19 Κανόνα της Διεθνούς Συνθήκης για την Ασφάλεια της Ζωής στη Θάλασσα (1960), αλλά και βάσει της υπ' αριθμ.
Α.244 απόφασης του Διεθνούς Επιτροπής Ασφάλειας στη Θάλασσα, το συγκεκριμένο πλοίο πρέπει να είναι εφοδιασμένο με μία (1) συσκευή βυθόμετρου με δύο τουλάχιστον σκάλες λειτουργίας, εκ των οποίων η μικρή σκάλα προορισμένη για χρήση σε ρηχά ύδατα πρέπει να έχει εμβέλεια τουλάχιστον σαράντα (40) μέτρων, ενώ η μεγάλη σκάλα προορισμένη για χρήση σε βαθιά ύδατα να έχει εμβέλεια τουλάχιστον τετρακοσίων (400) μέτρων.
Στο ίδιο συμπέρασμα δε, ότι δηλαδή το Φ/Γ "Π1" πρέπει να είναι εφοδιασμένο με μία (1) συσκευή βυθόμετρου, καταλήγει και το πιστοποιητικό του Ελληνικού Νηογνώμονα για τον Εξοπλισμό Ασφαλείας. Ο εν λόγω μηχανικός επιθεώρησε το βυθόμετρο που είναι εγκαταστημένο επί του Φ/Γ "Π1" και διαπίστωσε ότι αυτό είναι εγκαταστημένο στην πλώρη του πλοίου, όπως ενδείκνυται στην σελίδα 1 του εγχειριδίου λειτουργίας της κατασκευάστριας εταιρείας.
Επιπροσθέτως, διαπίστωσε ότι το εύρος δέσμης ηχητικών κυμάτων του λοβού ακτινοβολίας είναι ρυθμισμένο από 5° έως 25° και ότι η διάρκεια του παλμού καθορίζει το μήκος της ακτινοβολίας στο νερό από 0,15 μέτρα μέχρι 30 μέτρα. Επίσης παρατήρησε ότι το συγκεκριμένο βυθόμετρο φέρει τρεις σκάλες λειτουργίας, οι οποίες αλλάζουν μέσω ενός επιλογέα περιοχής μέτρησης της εμβέλειας από 0 έως 50 μέτρα στην πρώτη σκάλα, από 0 έως 500 μέτρα στην δεύτερη σκάλα και από 500 έως 1000 μέτρα στην τρίτη σκάλα.
Ο εν λόγω επιλογέας περιοχής μέτρησης ρυθμίζεται σε μία από τρεις διαθέσιμες σκάλες ανάλογα με το βάθος του πυθμένα της θάλασσας, καθώς το εύρος της δέσμης και η διάρκεια του παλμού είναι καθοριστικοί παράγοντες για την βέλτιστη παροχή ανάλυσης των αντικειμένων μεγαλύτερης πυκνότητας. Δηλαδή η πρώτη σκάλα με εμβέλεια από 0 έως 50 μέτρα συνιστάται για χρήση σε ρηχά νερά, διότι σε αυτό το βάθος φέρει την καλύτερα δυνατή ανάλυση των αντικειμένων κάτω από τα ύφαλα του πλοίου, και γι' αυτό το λόγο χρησιμοποιείται κατά κόρον στα ελληνικά λιμάνια, όπου το βάθος του πυθμένα της θάλασσας δεν ξεπερνά τα 50 μέτρα, ενώ η δεύτερη και η τρίτη σκάλα με εμβέλεια από 0 έως 500 μέτρα και από 500 έως 1000 μέτρα αντίστοιχα χρησιμοποιούνται κατά κόρον κατά την διάρκεια των πλόων.
Λαμβάνοντας υπ' όψιν όλα τα ανωτέρω, όπως και το γεγονός ότι το ολικό μήκος του Φ/Γ "Π1" είναι 72 μέτρα, προκύπτει ότι το βυθόμετρο του πλοίου ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατο να ανιχνεύσει τους υποθαλάσσιους στόχους που βρίσκονται κάτω από την πρύμνη του, σε οποιαδήποτε σκάλα και αν είχε τεθεί ο επιλογέας περιοχής μέτρησης, καθ' όσον ο αισθητήρας του βυθόμετρου είναι τοποθετημένος κάτω από την πλώρη του πλοίου και στοχεύει προς τα εμπρός.
Μάλιστα, ο επιλογέας περιοχής μέτρησης δεν συντρέχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος να ρυθμίζεται σε καμία άλλη σκάλα πέραν της πρώτης σκάλας και γι' αυτό το λόγο ο πλοίαρχος του συγκεκριμένου κατά την προσέγγιση σε λιμένα ή σε όρμο χειρίζεται το βυθόμετρο έτσι ώστε να έχει την καλύτερη δυνατή ανάλυση των αντικειμένων που βρίσκονται κάτω από το πλοίο σε βάθος μέχρι 50 μέτρων, όπως συνίσταται από την κατασκευάστρια εταιρεία του βυθόμετρου.
Επίσης, ο λοβός ακτινοβολίας είναι έτσι ρυθμισμένος ώστε κοιτάζει μπροστά έχοντας εύρος δέσμης ηχητικών κυμάτων του από 5° έως 25°. Τέλος, ο μόνος τρόπος για να είναι δυνατή η ανίχνευση αντικειμένων που βρίσκονται κάτω από την πρύμνη του Φ/Γ Π1, είναι να υπάρχει εγκαταστημένο δεύτερο βυθόμετρο στην πρύμνη του πλοίου, πράγμα όμως που δεν προβλέπεται ούτε από το ναυπηγείο που κατασκεύασε το συγκεκριμένο πλοίο, αλλά ούτε και από τις διεθνείς συμβάσεις που διέπουν τον συγκεκριμένο τύπο πλοίου ή από τον Ελληνικό Νηογνώμονα που είναι υπεύθυνο για την αξιοπλοΐα του Φ/Γ Π1.
Σε κάθε περίπτωση, ο εντοπισμός του ναυαγίου με το βυθόμετρο του Φ/Γ "Π1", θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο σε περίπτωση που το τελευταίο "περνούσε" πάνω από το ναυάγιο και όχι παράλληλα με αυτό, όπως ήταν αναγκαίο για την πλαγιοδέτησή του ανάμεσα στη φορτηγίδα "Π3", και το αλιευτικό "Σ1". Ακολούθως η φόρτωση ξεκίνησε περί ώρα 07.45 της επόμενης ημέρας, 28 Ιουλίου 2008, και συνεχίστηκε μέχρι ώρα 20.00 της ίδιας ημέρας οπότε και διεκόπη για να συνεχίσει την επομένη.
Την επομένη, 29 Ιουλίου 2008, η φόρτωση επανελήφθη περί ώρα 07.45 και ολοκληρώθηκε περί ώρα 12.40. Συνολικά φορτώθηκαν 1271,107 μετρικοί τόνοι παλιοσίδερα Τύπου "Α". Μετά το πέρας της φόρτωσης και από τις 13.00 μέχρι τις 18.25 της ιδίας ημέρας, το πλοίο εφοδιάστηκε με 50 μετρικούς τόνους καυσίμου το οποίο του παρεδόθη με βυτιοφόρο.
Ο πλοίαρχος ανέφερε στον πραγματογνώμονα Ν. Μ. ότι μετά την ολοκλήρωση της φόρτωσης και του εφοδιασμού καυσίμου, τα βυθίσματα του πλοίου ήταν πλώρα: 3.3 μέτρα και πρύμα : 4.3 μέτρα ενώ κατά την παραβολή ήταν πλώρα : 1.80 μέτρα και πρύμα 3.00 μέτρα. Στις 29-7- 2008 και περί ώρα 18.40 ο πλοίαρχος έδωσε εντολή να τεθεί η κυρία μηχανή σε ετοιμότητα για αναχώρηση.
Στις 18.45 το πλήρωμα μηχανής κατέβηκε στο μηχανοστάσιο και ξεκίνησαν οι διαδικασίες προετοιμασίας ενώ σχεδόν ταυτόχρονα διαπιστώθηκε εισροή υδάτων στον χώρο του μηχανοστασίου. Ενεργοποιήθηκε το σύστημα ελέγχου υψηλής στάθμης υδάτων σεντινών του μηχανοστασίου και ειδοποιήθηκε ο πλοίαρχος ο οποίος αμέσως κατέβηκε στο μηχανοστάσιο όπου διαπιστώθηκε ότι η εισροή είναι έντονη και τα νερά έχουν ανέβει περίπου 1 μέτρο πάνω από τα πανιόλα του μηχανοστασίου.
Έγιναν προσπάθειες απάντλησης των υδάτων με τα μέσα του πλοίου αλλά χωρίς αποτέλεσμα και ακολούθως δόθηκε εντολή στο πλήρωμα μηχανής να εγκαταλείψει το μηχανοστάσιο. Πριν από την έξοδο από τον χώρο, το πλήρωμα μηχανής σταμάτησε όλα τα μηχανήματα που ήταν σε λειτουργία, συμπεριλαμβανομένων και των ηλεκτρομηχανών (το ηλεκτροστάσιο ευρίσκεται πάνω από τον κύριο χώρο του μηχανοστασίου), και εν συνεχεία εγκατέλειψε το μηχανοστάσιο.
Στις 18.55 ενημερώθηκαν οι λιμενικές αρχές και η πυροσβεστική για το συμβάν. Το πλήρωμα τοποθέτησε απορροφητικά υλικά γύρω από το πλοίο για το περιορισμό ρύπανσης λόγω πιθανής διαφυγής πετρελαιοειδών από το μηχανοστάσιο. Στις 19.20 ένα πυροσβεστικό όχημα και ένα όχημα με αξιωματικούς του λιμενικού κατέφθασαν στην προβλήτα.
Οι πυροσβέστες τοποθέτησαν καταδυόμενη αντλία στο μηχανοστάσιο και την έθεσαν σε λειτουργία, χωρίς όμως αποτέλεσμα λόγω μικρής αντλητικής ικανότητας της αντλίας. Στις 20.00 κατέφθασε το ρυμουλκό λιμένος "Π4" και πρόσδεσε στην δεξιά πλευρά του πλοίου. Στις 20.15 κατόπιν συνεννοήσεων του πράκτορα του πλοίου, κατέφθασε ο πλωτός γερανός "Γ" του καταδυτικού συνεργείου "… Ο.Ε.", ρυμουλκούμενος από το ρυμουλκό "Π5" και προσέδεσε στην εξωτερική (δεξιά) πλευρά του "Π1", ενώ παράλληλα δύτης από το "Γ" εκτέλεσε υποβρύχια επιθεώρηση για την εκτίμηση της κατάστασης.
Κατά τη έρευνα εντόπισε ύπαρξη κάθετου ρήγματος (περίπου 70 χ 25 εκ.) πρύμα και αριστερά στα ύφαλα του πλοίου, στην περιοχή του μηχανοστασίου και μία μικρή τρύπα στα ύφαλα, σε σημείο περίπου 2 μέτρα πλώρα από το ρήγμα. Ακολούθως, στις 22.30 ο δύτης τοποθέτησε πάνω στο ρήγμα επίθεμα από έλασμα (περίπου 1 μέτρο χ 60 εκατοστά) το οποίο περιφερειακά στεγανοποιεί με ειδικό στεγανοποιητικό υλικό και το οποίο στερεώνει/ασφαλίζει στο σκάφος με βίδες/γάντζους.
Εν συνεχεία στεγανοποίησε με ξύλινη σφήνα και στεγανοποιητικό υλικό την τρύπα στα ύφαλα. Την ίδια στιγμή άρχισε η απάντληση των υδάτων από το μηχανοστάσιο με καταδυόμενες αντλίες που είχαν τοποθετηθεί από το πλήρωμα του "Γ". Οι εργασίες απάντλησης διεκόπησαν στις 00.30 και συνεχίστηκαν την επομένη ημέρα 30-7-2008 στις 08.30.
Εξαιτίας της εισροής των υδάτων το μηχανοστάσιο είχε κατακλυστεί πλήρως με θαλασσινό νερό και υπήρχαν ενδείξεις διαρροής πετρελαιοειδών/λιπαντικών (τα οποία είχαν προφανώς διαρρεύσει από δεξαμενές του μηχανοστασίου και από διάφορα μηχανήματα) με αποτέλεσμα η κυρία μηχανή και όλα τα βοηθητικά μηχανήματα και εξοπλισμός, συμπεριλαμβανομένων και των ηλεκτρικών κινητήρων και του ηλεκτρολογικού εξοπλισμού (καλωδιώσεις, πίνακες, κλπ) να έχουν βυθιστεί/εμβαπτισθεί σε θαλασσινό νερό αναμειγμένο με πετρελαιοειδή/λιπαντικά.
Από τις ενδείξεις στα τοιχώματα των χώρων προέκυπτε (βλ. έκθεση πραγματογνωμοσύνης Ν. Μ., όπου και φωτογραφίες) ότι η στάθμη του νερού είχε ανέβει πάνω από τον χώρο του κυρίως μηχανοστασίου και σε ύψος περίπου 1 μέτρο όλους τους χώρους που βρίσκονται επάνω από το κυρίως μηχανοστάσιο, με αποτέλεσμα τα μηχανήματα, εξοπλισμός και υλικά/τρόφιμα στους χώρους αυτούς να έχουν καλυφθεί από το θαλασσινό νερό σε ύψος περίπου 1 μέτρο.
Έτσι, ειδικότερα καλύφθηκε α) το ηλεκτροστάσιο (όπου και οι τρεις ηλεκτρογεννήτριες είχαν σχεδόν πλήρως καλυφθεί από το νερό), β) ο χώρος του κύριου ηλεκτρικού πίνακα και του μηχανουργείου (το νερό είχε καλύψει το κάτω τμήμα του κύριου ηλεκτρικού πίνακα σε ύψος περίπου 1 μέτρο και τη γυροσκοπική πυξίδα που είναι εγκατεστημένη σε αυτόν τον χώρο, κοντά στον κύριο πίνακα, όπως επίσης εργαλεία και υλικά είχαν καλυφθεί από το νερό), γ) ο χώρος του μηχανισμού του πηδαλίου (ο μηχανισμός του πηδαλίου καθώς και οι δυο υδραυλικές αντλίες με τους ηλεκτρικούς κινητήρες είχαν πλήρως καλυφθεί από το νερό), δ) η αποθήκη με υλικά και ανταλλακτικά, όπου υλικά και ανταλλακτικά αποθηκευμένα σε ύψος μέχρι 1 περίπου μέτρο, είχαν διαβραχεί με το θαλασσινό νερό, ε) η πλατφόρμα όπου είναι εγκατεστημένος ο λέβητας, ο οποίος είχε καλυφθεί από το νερό σε ύψος 1 περίπου μέτρο, στ) τρεις (3) συσκευές πλυντηρίου, εγκατεστημένες σε χώρο πρύμα του ηλεκτροστασίου, ζ) οι αντλίες υγιεινής με τους ηλεκτρικούς κινητήρες, η) στον χώρο των ψυγείων και καταψυκτών, τα ψυγεία και οι καταψύκτες όπως και τρόφιμα μέσα τους.
Η απάντληση των υδάτων από το μηχανοστάσιο ολοκληρώθηκε περί ώραν 13.00 της 30 Ιουλίου 2008, οπότε και απεχώρησε το Ρ/Κ "Π4" και παρέμειναν τα άλλα δύο σκάφη προς συνέχιση των εργασιών. Τις πρωινές ώρες της 31 Ιουλίου 2008, παρετηρήθη μικρή άνοδος της στάθμης του νερού στο μηχανοστάσιο. Επελήφθη το καταδυτικό συνεργείο, έγινε έλεγχος από δύτη, πρόσθετη στεγανοποίηση του επιθέματος και απάντληση του νερού.
Την 1 Αυγούστου 2008, πέραν του επιθέματος που είχε τοποθετηθεί εξωτερικά στο ρήγμα, το καταδυτικό συνεργείο στεγανοποίησε το ρήγμα και εσωτερικά εντός του μηχανοστασίου, με την κατασκευή καλουπιού μεταξύ νομέων (εδρών) στην περιοχή του ρήγματος και την τοποθέτηση ράβδων σιδήρου και την ρίψη μπετόν (τσιμεντόκουτο).
Επίσης, την 1 Αυγούστου 2008, επιθεωρητής του Ελληνικού Νηογνώμονα πραγματοποίησε επιθεώρηση για την έκδοση άδειας ρυμούλκησης του πλοίου προς τον λιμένα εκφόρτωσης, για να εκφορτώσει το πλοίο το φορτίο, και εν συνεχεία προς τον Πειραιά για επισκευές. Με το πέρας της επιθεωρήσεως, ο επιθεωρητής του νηογνώμονα εξέδωσε βεβαίωση με ημερομηνία 1/8/08 "ότι το πλοίο δύναται να ρυμουλκηθεί από λιμένα Ηρακλείου για λιμένα Βόλου (έμφορτο) από επαγγελματικό ρυμουλκό με τις εξής προϋποθέσεις 1.
Η ρυμούλκηση να γίνει από επαγγελματικό ρυμουλκό με καλές καιρικές συνθήκες και ένταση ανέμου μέχρι πέντε (5) Μποφώρ. 2 Κατά την ρυμούλκηση στο πλοίο θα επιβαίνει πλήρωμα. 3. Στο Ρ/Κ θα επιβαίνουν δυο επαγγελματίες δύτες με πλήρη εξοπλισμό, 4. Στο κυρίως κατάστρωμα του (φ/γ) θα τοποθετηθεί ηλεκτρογεννήτρια 50 KW καθώς και τρεις αντλίες με δυνατότητα αντλήσεως υδάτων σε πλήρη ετοιμότητα.
Οι εργασίες από το καταδυτικό συνεργείο ολοκληρώθηκαν την 4-8-08, οπότε ο πλούτος γερανός "Γ" και το ρ/κ "Π5" απεχώρησαν. Λόγω κακών καιρικών συνθηκών, το πλοίο παρέμεινε στον Ηράκλειο μέχρι την 10 Αυγούστου 2008, οπότε και βελτιώθηκε ο καιρός και του εδόθη άδεια απόπλου από το Λιμεναρχείο. Η ρυμούλκηση του πλοίου πραγματοποιήθηκε από το ρ/κ "Π6".
Ρυμουλκό και πλοίο απέπλευσαν από το Ηράκλειο περί ώρα 12.10 της 10 Αυγούστου 2008 και αφίχθησαν στο Τσιγκέλι, Αλμυρού, την 13 Αυγούστου 2008, όπου περί ώρα 06.55 το πλοίο επλεύρισε στις εγκαταστάσεις των παραληπτών του φορτίου. Το ρυμουλκό παρέμεινε πλησίον του πλοίου για λόγους ασφαλείας. Η εκφόρτωση ξεκίνησε περί ώρα 10.25 της ίδιας ημέρας και ολοκληρώθηκε περί ώρα 13.00 της 14 Αυγούστου 2008.
Μετά το πέρας της εκφόρτωσης και περί ώρα 22.40, ρυμουλκό και πλοίο αναχώρησαν για Πειραιά όπου κατέφθασαν την 16 Αυγούστου 2008. Με την άφιξη στον Πειραιά, το πλοίο οδηγήθηκε στις εγκαταστάσεις του ναυπηγείου/καρνάγιου … στο …, με την βοήθεια ρυμουλκών του λιμένος, όπου και προσέδεσε ασφαλώς σε προβλήτα του ναυπηγείου.
Κατά την παραμονή του πλοίου στο Ηράκλειο, καταδυτικό συνεργείο διενήργησε υποβρύχια επιθεώρηση για να διερευνήσει και να αναφέρει την αιτία πρόκλησης του ρήγματος στα ύφαλα του πλοίου που είχε σαν αποτέλεσμα την κατάκλυση του μηχανοστασίου. Ο δύτης ανέφερε ότι κάτω από το πλοίο ευρίσκετο ένας βυθισμένος πλωτός γερανός (σάτι), αυτός του "Π2", ο οποίος ήταν σχεδόν σε επαφή με την προβλήτα.
Ανέφερε δε ότι το ρήγμα στα ύφαλα προκλήθηκε όταν το πλοίο ήρθε σε επαφή με το στήριγμα της μπούμας του γερανού το οποίο προεξείχε από το κατάστρωμα του βυθισμένου σατιού. Ο γερανός είχε αφαιρεθεί από το ναυάγιο και ο δύτης ανέφερε ότι υπήρχαν έντονα, φρέσκα σημάδια επαφής πάνω στο στήριγμα της μπούμας.
Το στήριγμα της μπούμας, το οποίο ευρίσκετο κάτω από το πρυμναίο τμήμα του πλοίου, είχε προκαλέσει ένα κάθετο ρήγμα διαστάσεων περίπου 75 χ 25 στον πυθμένα του πλοίου, περίπου 6 μέτρα πλώρα από τη προπέλα στην περιοχή του μηχανοστασίου, και προς τα αριστερά του ελάσματος της τρόπιδας. Ο δύτης ανέφερε ότι το στήριγμα της μπούμας είχε ύψος περίπου 1,60 μέτρα ενώ το σάτι είχε ύψος περίπου 3 μέτρα, δηλαδή σάτι και στήριγμα είχαν συνολικό ύψος περίπου 4,6 μέτρα.
Ο δύτης επίσης ανέφερε ότι το βάθος της θάλασσας κοντά στην προβλήτα ήταν περίπου 8,5 μέτρα και επομένως το άνω άκρο του στηρίγματος της μπούμας ευρίσκετο περίπου (8,5-4,6 =) 3,9 μέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Όπως προανεφέρθηκε, μετά το πέρας της φόρτωσης και της πετρέλευσης, το βύθισμα του πλοίου στην πρύμη ήταν περίπου 4,3 μέτρα και επομένως προκύπτει ότι το άνω άκρο του στηρίγματος της μπούμας ήταν ψηλότερα (δηλ.
προεξείχε) από τον πυθμένα του πλοίου κατά περίπου (4,3 - 3,9 =) 0,4 μέτρα. Η κατάσταση αυτή είχε σαν αποτέλεσμα κάποια στιγμή από κάποιο "σκαμπανέβασμα" του πλοίου, όπως για παράδειγμα από κυματισμό μέσα στο λιμάνι, λόγω διέλευσης άλλου πλοίου, ο πυθμένας του να προσκρούσει στο άνω άκρο του στηρίγματος της μπούμας και να προκληθεί το προαναφερθέν ρήγμα, το οποίο και θα μεγάλωνε με την περαιτέρω βύθιση της πρύμης του πλοίου, όσο αυξάνονταν η εισροή υδάτων στο μηχανοστάσιο του πλοίου.
Από την υποβρύχια επιθεώρηση αποκλείστηκε άλλη αιτία πρόκλησης του ναυαγίου, όπως αυτή της κινήσεως του πλοίου και της πρόσκρουσης του πάνω στην μπούμα ή αυτή των ελαττωματικών ελασμάτων. Οι εναγόμενοι υποστηρίζουν, ότι δήθεν ο πλοίαρχος του Φ/Γ "Π1" μετακίνησε το πλοίο χωρίς τη χρήση μηχανής, αλλά δένοντας και λύνοντας τους κάβους και με τον τρόπο αυτό το πλοίο, το οποίο αρχικά δεν ήταν πάνω από το ναυάγιο, έφθασε ακριβώς πάνω από αυτό και πλέον, με ευθύνη του πλοιάρχου, κατέληξε να ευρίσκεται ο πυθμένας του πλοίου πάνω από την μπούμα.
Για να στηρίξουν τη θέση αυτή επικαλούνται ιδίως τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Δ. Ν. και Α. Σ., καβοδετών. Οι εν λόγω μάρτυρες εκθέτουν με βεβαιότητα, ότι, αν και αρχικά το πλοίο είχε δεθεί από αυτούς σε δέστρες που απείχαν από το ναυάγιο, αργότερα μόνος του ο πλοίαρχος επέλεξε να το μετακινήσει μία μπίντα βορειότερα, παρόλο που εκεί ευρίσκονταν η σημαδούρα ένδειξης του ναυαγίου.
Οι καταθέσεις αυτές όμως, περί μετακίνησης του πλοίου από την αρχική του θέση, γεγονός σημειωτέον που δεν ανέφεραν στις προανακριτικές τους καταθέσεις, έχουν δύο γεγονότα ως δεδομένα και δη την ύπαρξη σήμανσης του ναυαγίου και την απουσία άλλων πλοίων δίπλα στο Φ/Γ "Π1". Εφόσον όμως και τα δύο αυτά δεδομένα έχουν αποκλειστεί οι εν λόγω καταθέσεις δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, όπως και ο ισχυρισμός των εναγομένων εν γένει.
Άλλωστε και ο μάρτυρας που εξετάστηκε επιμέλεια του ΟΛΗ, Μ. Π., κατέθεσε ότι το Φ/Γ "Π1" είχε παραβάλει κάτω από το γερανό του Κ., οπότε ανακύπτει το ερώτημα για ποιο λόγο να μετακινηθεί όταν εκεί ακριβώς θα γινόταν η φόρτωση του scrap. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ευθύνη για το ατύχημα φέρει ο πλοίαρχος του στο Φ/Γ "Π1", διότι δεν άκουσε το αλάρμ της σεντίνας, ή διότι αυτό δεν λειτούργησε.
Ιδιαίτερα πειστική όμως περί του αντιθέτου ήταν η επ' ακροατηρίω κατάθεση του πλοιάρχου ότι όλα λειτούργησαν κατά τον προβλεπόμενο από τον κατασκευαστή τους τρόπο. Άλλωστε, η κατάθεση του επιβεβαιώνεται και από την ανωτέρω πραγματογνωμοσύνη που δεν διαπίστωσε κάποιου είδους βλάβη στο αλάρμ της σεντίνας.
Περαιτέρω δε, ο μάρτυρας, Μ. Π. εξέθεσε ότι ευθύνεται ο πλοίαρχος, διότι προσπαθώντας να αποπλεύσει έκανε ανάποδα και έπεσε επάνω στο ναυάγιο. Η κρίση αυτή, όμως, παρόλο που την υποστηρίζει με έμφαση εντούτοις αποδέχεται ότι αποτελεί απλά μία εκτίμηση που έχει, αλλά "δεν την υπογράφει κιόλας". Ακόμα όμως και η εκτίμηση του μάρτυρα να είναι ορθή και πάλι, ενόψει της απουσίας σήμανσης του ναυαγίου, τίποτα δεν εμπόδιζε τον πλοίαρχο να αποπλεύσει με όποιο τρόπο έκρινε δόκιμο κατά την ναυτική τέχνη.
Περαιτέρω, ο εν λόγω μάρτυρας εκθέτει ότι, όπως αποδέχεται ο πλοίαρχος, εντός του μηχανοστασίου υπήρχε ναυτικός από το πέρας της φόρτωσης έως τον απόπλου και δεδομένου ότι ήδη τα ύφαλα του Φ/Γ "Π1" απείχαν λίγο από την μπούμα του σατιού, τότε εύλογο είναι ότι είτε ο ναύτης στο μηχανοστάσιο, είτε ο πλοίαρχος θα έπρεπε να είχαν ακούσει τον μεταλλικό θόρυβο από την κρούση των υφάλων του πλοίου με την μεταλλική μπούμα.
Η επισήμανση είναι εύλογη, αλλά για να συμβεί κάτι τέτοιο απαιτείται η ύπαρξη ικανού κυματισμού. Ο ίδιος ο μάρτυρας όμως συνεχίζει ότι δεν γνωρίζει τι καιρός επικρατούσε, αλλά όπως πληροφορήθηκε ήταν 4-5 Μποφόρ βορειοδυτικοί που επηρεάζει ελάχιστα..Ο ΟΛΗ υποστηρίζει επίσης, ότι εταιρεία "Κ2." είχε ανελκύσει τον γερανό από το "Π2" και ως εκ τούτου ήξερε την ύπαρξη του ναυαγίου, γεγονός που δεν μερίμνησε να το αναφέρει στον πλοίαρχο του Φ/Γ "Π1".
Καταρχήν, πρέπει να επισημανθεί ότι ο ΟΛΗ και το ΚΛΗ έπρεπε να το αναφέρουν στον πλοίαρχο και όχι τρίτος και μάλιστα ενόψει της υποχρέωσης τους αυτής ουδέν έπραξαν. Επιπλέον, δεν φέρει ευθύνη ο πλοίαρχος αν δεν τον ενημέρωσε κάποιος τρίτος. Επιπρόσθετα, η εταιρεία "Κ2." δεν είναι προστηθεισα της εταιρίας "Ε2" και τέλος ο ίδιος ο Μ.
Κ. αρνείται την γνώση της ακριβούς θέσης του ναυαγίου, το οποίο, αν μη τι άλλο, δεν ήταν υποχρεωμένος να γνωρίζει αν είχε ανελκυστεί ή όχι. Τέλος, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο ναυτικός πράκτορας του πλοίου, Ι. Α., γνώριζε την ύπαρξη του ναυαγίου στην προβλήτα … και όφειλε να ενημερώσει τον πλοίαρχο αυτού.
Περί της γνώσης αυτής καταθέτουν οι Μ. Π. επ' ακροατηρίου και ο Ε. Φ. σε ένορκη βεβαίωση του, αλλά και ο Σ. Α. στην από 19-11-2008 ένορκη προανακριτική κατάθεση του. Οι δυο πρώτοι μάρτυρες ουσιαστικά εκθέτουν την πεποίθηση τους ότι ο ανωτέρω πράκτορας είχε ενημερωθεί από τον Σ. Α.. Από την κατάθεση βέβαια του τελευταίου όντως ρητά μνημονεύεται ότι είχαν ενημερωθεί οι πράκτορες, Ι.
Α., Π. Π. και Ι. Ζ. και μάλιστα τους είχε γίνει υπόμνηση ότι σε περίπτωση κατάπλου πλοίου με προορισμό την προβλήτα … ο πλοίαρχος του πλοίου θα έπρεπε πρωτίστως να επικοινωνήσει με το Λιμεναρχείο για τη λήψη οδηγιών. Οι ναυτικοί όμως πράκτορες αρνούνται μία τέτοια ενημέρωση. Άλλωστε κρίνεται, ότι, αν το Λιμεναρχείο ήθελε να ενημερώσει τους ναυτικούς πράκτορες θα το έκανε με έγγραφο, πράγμα που δεν αποδεικνύεται ότι συνέβη ποτέ.
Βέβαια, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο ναυτικός πράκτορας του πλοίου δεν μπορεί παρά να ήξερε το ναυάγιο από το ρεπορτάζ του τοπικού τηλεοπτικού σταθμού "…", ή απλά επειδή είναι "άνθρωπος του λιμανιού". Κάτι τέτοιο όμως δεν αποδείχθηκε, ενώ απεναντίας με ενέργειες τους τόσο ο ΟΛΗ όσο και το Λιμεναρχείο ενημέρωσαν πράκτορα και πλοίαρχο να παραβάλει στην προβλήτα …, ανατρέποντας όποιες αμφιβολίες τυχόν είχαν οι τελευταίοι για την καταλληλότητα αυτής, χωρίς καμία αναφορά στην ύπαρξη του ναυαγίου.
Ας σημειωθεί στο σημείο τούτο ότι, με την με αριθμό 2414/2013 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, και για τις πράξεις που τους είχαν αποδοθεί, ενόψει του επιδίκου ατυχήματος, ο πλοίαρχος του Φ/Γ "Π1" αθωώθηκε και δη για την πράξη της παραβίασης των διατάξεων του κανονισμού αποφυγής συγκρούσεων, ενώ για την πράξη της διατάραξης της ασφάλειας της υδάτινης συγκοινωνίας αθωώθηκε ο ναυτικός πράκτορας Ι.
Α. και κρίθηκε ένοχος ο νόμιμος εκπρόσωπος της Ε1, Α. Λ. καταδικασθείς σε ποινή φυλάκισης 10 μηνών. Εξαιτίας του ένδικου ατυχήματος, αποκλειστικά υπαίτιοι του οποίου αποδείχθηκαν οι εναγόμενοι των δύο αγωγών, λόγω της παραπάνω αναφερθείσας αμελούς συμπεριφοράς που επέδειξαν, απορριπτόμενων ως ουσιαστικά αβάσιμων των ισχυρισμών τους περί συνυπαιτιότητας της ιδιοκτήτριας του Φ/Γ "Π1" που παραδεκτά πρωτοδίκως πρόβαλαν σε εκάστη αγωγή και επαναφέρουν στο παρόν Δικαστήριο με σχετικούς λόγους της πρώτης και δεύτερης των εφέσεων, το Φ/Γ "Π1" υπέστη σοβαρότατες ζημίες.
Ειδικότερα, απαιτούνταν για την επισκευή του: κοπή και αντικατάσταση τμήματος του ελάσματος του πυθμένα με τα ενισχυτικά του, στην περιοχή του ρήγματος και της τρύπας (υπολογίστηκε ότι θα χρειαστούν αντικατάσταση περίπου 700 kg σιδηροκατασκευής σε πολύ περιορισμένο χώρο στη περιοχή του μηχανοστασίου, πλήρης αποσυναρμολόγηση της κυρίας μηχανής και των παρελκομένων, λεπτομερής έλεγχος και καθαρισμός όλων των εξαρτημάτων, αντικατάσταση/επισκευή όσων χρήζουν αντικατάστασης / επισκευής λόγω διάβρωσης και επανασυναρμολόγηση, έλεγχος αποκλίσεων του στροφαλοφόρου άξονα πριν από την αποσυναρμολόγηση και μετά την συναρμολόγηση, αποσυναρμολόγηση του μειωτήρος, λεπτομερής έλεγχος και καθαρισμός όλων των εξαρτημάτων, αντικατάσταση/επισκευή όσων χρήζουν αντικατάστασης/επισκευής λόγω διάβρωσης και επανασυναρμολόγηση, αποσύνδεση των τριών μηχανών ντήζελ από τις ηλεκτρογεννήτριες και από την βάση τους και μεταφορά σε συνεργείο, πλήρης αποσυναρμολόγηση των μηχανών στο συνεργείο, λεπτομερής καθαρισμός και έλεγχος όλων των εξαρτημάτων για πιθανή διάβρωση αντικατάσταση / επισκευή όσων χρήζουν αντικατάστασης / επισκευής λόγω διάβρωσης και επανασυναρμολόγηση, επαναφορά στο πλοίο και εγκατάσταση, δοκιμή και έλεγχος καλής λειτουργίας, αποσυναρμολόγηση των αγωγών εξαγωγής καυσερίων των δηζελομηχανών, αφαίρεση της μόνωσης καθόλο το μήκος, καθαρισμός, αντικατάσταση της μόνωσης και επανασυναρμολόγηση, αποσύνδεση από την βάση τους, μεταφορά σε συνεργείο, πλήρης αποσυναρμολόγηση συμπεριλαμβανομένων των παρελκομένων, καθαρισμός, έλεγχος για πιθανή διάβρωση, αντικατάσταση των διαβρωμένων εξαρτημάτων, συναρμολόγηση, επαναφορά στο πλοίο και εγκατάσταση, δοκιμή και έλεγχος καλής λειτουργίας, αποσυναρμολόγηση, χημικός καθαρισμός εσωτερικά, μεταφορά του καυστήρα στο συνεργείο, αποσυναρμολόγηση, καθαρισμός, έλεγχος και επισκευή/αντικατάσταση εξαρτημάτων ως απαιτείται, επισκευή/αντικατάσταση των αυτοματισμών του λέβητα, συναρμολόγηση, δοκιμή και έλεγχος καλής λειτουργίας, αποσύνδεση των υδραυλικών αντλιών και κυλίνδρων, μεταφορά στο συνεργείο, πλήρης αποσυναρμολόγηση, καθαρισμός και έλεγχος των εξαρτημάτων για πιθανή διάβρωση, επισκευή/αντικατάσταση εξαρτημάτων ως απαιτείται, συναρμολόγηση των αντλιών και κυλίνδρων με καινούργια παρεμβύσματα, μεταφορά στο πλοίο, εγκατάσταση.
Δοκιμή και έλεγχος καλής λειτουργίας, αποσύνδεση όλων των αντλιών από την βάση τους και μεταφορά στο μηχανουργείο, αντικατάσταση τριβέων και μηχανικών παρεμβυσμάτων, συναρμολόγηση, επαναφορά στο πλοίο και εγκατάσταση, αποσυναρμολόγηση των σωληνώσεων αέρος, λίπανσης, πετρελαίου ντίζελ, γλυκού νερού, πλήρης καθαρισμός εσωτερικά των σωληνώσεων και συναρμολόγηση με καινούργια παρεμβύσματα, αποσύνδεση, μεταφορά στο συνεργείο, πλήρης αποσυναρμολόγηση, καθαρισμός/έλεγχος των εξαρτημάτων, επισκευή/αντικατάσταση ως απαιτείται, συναρμολόγηση, επαναφορά και εγκατάσταση στο πλοίο, έλεγχος καλής λειτουργίας, αντικατάσταση των εξαρτημάτων (διακόπτες, ρελέ, καλώδια, όργανα, κλπ.) στο κάτω τμήμα του πίνακα που έχουν επηρεαστεί από το θαλασσινό νερό, αποσύνδεση και μεταφορά στο συνεργείο, εξάρμωση, καθαρισμός του ρότορα και του στάτορα, αντικατάσταση των ρουλεμάν, άρμωση, μεταφορά στο πλοίο, εγκατάσταση, δοκιμή καλής λειτουργίας, επισκευή / αντικατάσταση της ηλεκτρικής εγκατάστασης εκκινήσεως και ελέγχου και των τριών ηλεκτρομηχανών, αντικατάσταση όλων των ηλεκτρικών κινητήρων του μηχανοστασίου, αντικατάσταση του συστήματος αυτοματισμού και ελέγχους της κυρίας μηχανής, των ηλεκτρομηχανών και των βοηθητικών μηχανημάτων, συμπεριλαμβανομένων των πρεσοστατικών θερμοστατικών διακοπτών, αντικατάσταση μπαταριών εκκίνησης των ηλεκτρομηχανών και των φορτιστών αυτών, αντικατάσταση του τηλεγράφου, αντικατάσταση του συστήματος τηλεφώνου, αντικατάσταση του συστήματος ανίχνευσης πυρκαγιάς στο μηχανοστάσιο, αντικατάσταση του συστήματος προθέρμανσης της κυρίας μηχανής, αντικατάσταση του ηλεκτρολογικής εγκατάστασης του πίνακα ελέγχου και λειτουργίας υδραυλικών επιστομίων των δεξαμενών έρματος, αποξήλωση / αντικατάσταση των μονώσεων των οχετών εξαγωγής καυσαερίων κυρίας μηχανής, ηλεκτρομηχανών και του λέβητα, αποξήλωση/αντικατάσταση των μονώσεων διάφορων σωληνώσεων, καθαρισμός του χώρου του μηχανοστασίου και των σεντινών με πιεστικό μηχάνημα και βαφή του χώρου, αντικατάσταση του ηλεκτροκίνητου τροχού, εσωτερικός καθαρισμός σωληνώσεων του συστήματος, αντικατάσταση της κύριας μονάδος της γυροσκοπικής πυξίδας, αντικατάσταση εργαλείων, ανταλλακτικών, αναλωσίμων, και ηλεκτρικών συσκευών όπως μηχανές ηλεκτροσυγκόλλησης, ηλεκτρικά πλυντήρια, ψυγεία, κ.λπ, αντικατάσταση του ελαίου λίπανσης στο κάρτερ της κυρίας μηχανής (περίπου 3200 λίτρα), απομάκρυνση και αντικατάσταση περίπου 2200 λίτρων αχρησιμοποίητου ελαίου λίπανσης της κυρίας μηχανής που ευρίσκετο σε δεξαμενές στο μηχανοστάσιο.
Επίσης κρίθηκαν αναγκαίες οι κάτωθι γενικής φύσεως εργασίες / υπηρεσίες ήτοι, ανέλκυση του πλοίου σε πλωτή δεξαμενή ή σε καρνάγιο (γλύστρα) για τις ελασματουργικές εργασίες στον πυθμένα, παροχή διάφορων γενικών υπηρεσιών κατά την παραμονή του πλοίου δεξαμενής/καρνάγιου και στο ναυπηγείο, όπως πρόσδεση/απόδεση, χρήση προβλήτας, χρήση γερανού, παροχή ρεύματος, πυρασφάλεια, προσωρινός φωτισμός/εξαερισμός στους χώρους επισκευών, καθαρισμός και βαφή της γάστρας.
Ο χρόνος που απαιτείτο για την εκτέλεση των επισκευών εκτιμήθηκε στις 80 συνολικά ημερολογιακές ημέρες και το κόστος των προαναφερομένων επισκευών που απαιτούνταν προκειμένου το πλοίο να επανέλθει στην πρότερα κατάσταση του εκτιμήθηκε ότι θα ξεπεράσει το ύψος της ασφαλιστέας αξίας του πλοίου των 800.000 ευρώ και ότι συγκεκριμένα θα ανέλθει στις 850.000 ευρώ.
Παράλληλα, αποδείχθηκε ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. … σημειώματος ασφαλιστικής κάλυψης η ενάγουσα της δ' αγωγής (στο εξής "Α1") ανέλαβε την ασφάλιση του φορτηγού πλοίου Φ/Γ "Π1" κατά των κινδύνων απώλειας ή ζημίας αυτού ως κύτους και μηχανών, πηδαλίου και λοιπού εξοπλισμού για το ποσό των 800.000 ευρώ για χρονικό διάστημα δώδεκα (12) μηνών, αρχής γενομένης από την 13 Απριλίου 2008.
Οι συνάψεις των ασφαλιστικών συμβάσεων μεταξύ του Συνδέσμου και των Μελών του, λαμβάνουν χώρα για κάθε πλοίο, με βάση τους Κανονισμούς του Συνδέσμου (Rules) στους οποίους έχουν πλήρως ενσωματωθεί οι όροι του Ινστιτούτου των Άγγλων Ασφαλιστών για Σκάφη (Institute Time Clauses - Hulls), οι οποίοι παγίως ενσωματώνονται και αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα κάθε ασφαλιστικής σύμβασης μεταξύ του Συνδέσμου και των , Μελών.
Σύμφωνα με τους όρους λοιπόν του ασφαλιστηρίου συμβολαίου (Ρήτρα 19) αλλά και σύμφωνα με τις διατάξεις του αρθρ. 60 (2) (ιί) του Αγγλικού Νόμου Περί Θαλασσίων Ασφαλίσεων 1906 (ΜΙΑ 1906) στον οποίο είχε υπαχθεί η σύμβαση ασφάλισης, το πλοίο μετά το ατύχημα αποτέλεσε "τεκμαρτή ολική απώλεια", εφόσον η αξία των επισκευών εκτιμήθηκε σύμφωνα με την υπ' αριθμ.
…/2008 Έκθεση Επιθεώρησης στο ποσό των 850.000 ευρώ. Αφού, επομένως, επήλθε κατά τα ανωτέρω η ασφαλιστική περίπτωση, δηλαδή η απώλεια του αντικειμένου της ασφάλισης, η οποία προκλήθηκε από ατύχημα κατά τη διάρκεια φορτωτικών εργασιών (Ρήτρα 6.2.1), η ανωτέρω "Α1." αποζημίωσε την ασφαλισμένη εταιρεία με το ποσό των 800.000 ευρώ.
Η ως άνω καταβολή έγινε σε εκπλήρωση της νόμιμης και συμβατικής ασφαλιστικής αποζημίωσης, δυνάμει της από 22 Σεπτεμβρίου 2008 απόδειξης καταβολής, εκχώρησης απαίτησης και υποκατάστασης υποχρέωσης δικαιώματα της ασφαλισμένης εταιρείας. Έτσι μετά την καταβολή του ως άνω ποσού, η "Α1" νόμιμα υποκαταστάθηκε αμετάκλητα στα ουσιαστικά και νομικά δικαιώματα της ασφαλισμένης της κατά οποιουδήποτε τρίτου υπευθύνου για την ως άνω περιγραφείσα απώλεια λόγω της σχετικής σύμβασης εκχώρησης.
Πρέπει λοιπόν, ενόψει των όσων εκτέθηκαν, οι εναγόμενες της δ' αγωγής να καταβάλουν στην ενάγουσα "Α1" το ποσό των 800.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Επίσης αποδείχθηκε ότι η αξία του Φ/Γ "Π1" κατά την στιγμή του ατυχήματος ανερχόταν στο ποσό των 800.000 ευρώ και όχι σε αυτό των 1.200.000 ευρώ που ισχυρίζεται η ενάγουσα της α' αγωγής.
Η κρίση αυτή εδράζεται ιδίως στο γεγονός ότι η πλοιοκτήτρια εταιρεία ασφάλισε το 100 % στο ποσό των 800.000 ευρώ και προφανώς η δήλωση στην οποία προέβη, ανταποκρινόταν στην αλήθεια. Ενόψει δε του γεγονότος, ότι η πλοιοκτήτρια εταιρεία έχει ήδη λάβει το σύνολο της αξίας του πλοίου, δεν δικαιούται σε σωρευτική απόληψη της εμπορικής υπαξίας του πλοίου, αφού αυτό θα οδηγούσε σε πολλαπλή αποζημίωση για την ίδια ζημία.
Πρέπει λοιπόν να απορριφθεί το σχετικό κονδύλιο ως ουσία αβάσιμο. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το Φ/Γ "Π1" για διάστημα 78 ημερών από την ημέρα του ατυχήματος μέχρι και την ολοκλήρωση των επισκευαστικών εργασιών, επισκευαζόταν και για το λόγο αυτό η πλοιοκτήτρια εταιρεία αποστερήθηκε της χρήσης και εκμετάλλευσης του.
Κατά το διάστημα δε αυτό με βεβαιότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε κέρδη που προκύπτουν από τους ναύλους του πλοίου μείον τα έξοδα. Ειδικότερα, το ζημιωθέν πλοίο ναυλωνόταν σε πάγια βάση πριν αλλά και μετά το επίδικο ατύχημα για λογαριασμό της "… Α. Ε." για τη μεταφορά προϊόντων (ευθύγραμμα σίδερα, κουλούρες, πλέγματα) και παλιοσίδερων (σκραπ) και κατά δεύτερο λόγο από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας και την εταιρεία "… ΕΠΕ" για τη μεταφορά εμπορευματοκιβωτίων.
Τους μήνες πριν από το ατύχημα με βάση τις φορτωτικές που εξέδωσε ο πλοίαρχος του πλοίου υπ' αριθμ. …/10.05.08, …/20.05.08, …/24.05.08, …/29.05.08, …/29.05.08, …/31.05.08, …/05.06.08, …11.06.08, …/11.06.08, …/11.06.08, …/20.06.08, …/25.06.08, …/30.06.08, …/02.07.08, …/09.07.08, …/22.07.08, …/22.07.08, …/29.07.08, οι ναύλοι του πλοίου ανέρχονταν για τους μήνες Μάιο, Ιούνιο και Ιούλιο 2008 στο συνολικό ποσό των 444.531,226 ευρώ.
Συνεπώς οι ναύλοι τους οποίους με βεβαιότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε από τη μηνιαία χρήση του πλοίου ανέρχονται στο ποσό των (444.531,22 ευρώ δια 3 μήνες ίσον) 148.177 ευρώ. Πρέπει όμως να ληφθούν υπ' όψιν για τον υπολογισμό των καθαρών κερδών και τα τρέχοντα έξοδα που προκύπτουν ένεκα της χρήσης του πλοίου.
Αυτά είναι τα έξοδα των πρακτόρων για τις υπηρεσίες που προσφέρουν στα λιμάνια που επισκέπτεται ανά τακτά χρονικά διαστήματα το Φ/Γ "Π1", όπως είναι η Θεσσαλονίκη, το Ηράκλειο, το Ρέθυμνο, η Σούδα, το Τσιγγέλι Αλμυρού στον Βόλο και η Ελευσίνα. Τα έξοδα των πρακτόρων που παρείχαν τις υπηρεσίες του στο Φ/Γ "Π1" όσον αφορά τους μήνες Μάιο, Ιούνιο και Ιούλιο 2008 ανέρχονται για 3 μήνες, το συνολικό ποσό το 8.224,06 ευρώ και επομένως για κάθε μήνα περίπου 2.741,35 ευρώ.
Επίσης τρέχοντα είναι και τα έξοδα των καυσίμων που το πλοίο καταναλώνει για την εκτέλεση των ναυλωμένων πλόων, τα οποία όσον αφορά τους μήνες Μάιο, Ιούνιο και Ιούλιο του 2008 ανέρχονται κάθε μήνα στο ποσό των 37.700 ευρώ) όπως προκύπτει από τα τιμολόγια πώλησης καυσίμων της εταιρείας πετρελαιοειδών …. Βάσει αυτών, η πλοιοκτήτρια εταιρεία πλήρωσε για τα έξοδα των καυσίμων που το πλοίο κατανάλωσε για την εκτέλεση των ναυλωμένων πλόων από τον Μάιο μέχρι και τον Ιούλιο του 2008, ήτοι για 3 μήνες, το συνολικό ποσό των 113.173,41 ευρώ και επομένως για κάθε μήνα πλήρωναν περίπου 37.700 ευρώ.
Επομένως, το ποσό των καθαρών κερδών που εισπράττει κάθε μήνα από την εκμετάλλευση του πλοίου ανέρχεται στο ποσό των 72.379,2 ευρώ, το οποίο προκύπτει μετά από αφαίρεση από το συνολικό ποσό των μηνιαίων ναύλων ύψους 148.177,076 ευρώ, ποσού 1.936,20 ευρώ για την μηνιαία τροφοδοσία του πλοίου, 25.500 ευρώ για την μηνιαία μισθοδοσία του πλοίου, 7.920 ευρώ για τα μηνιαία πάγια έξοδα, 37.700 ευρώ για την μηνιαία πετρέλευση του πλοίου και 2.741,35 ευρώ για την μηνιαία πρακτόρευση του πλοίου.
Έτσι το συνολικό ποσό των καθαρών κερδών που απώλεσε η πλοιοκτήτρια εταιρεία ήταν 72.379.2 ευρώ για κάθε μήνα και συνεπώς για το επίδικο διάστημα των 78 ημερών ανέρχεται σε 188.185,92 ευρώ. Τέλος, ενόψει των συνθηκών που έγινε το ατύχημα, του είδους και βαθμού των υλικών ζημιών και της μετέπειτα καταστάσεως του πλοίου εξ αιτίας αυτού, που παρατείνεται και μελλοντικά, του βαθμού του πταίσματος των εναγομένων που προκάλεσαν τη ζημία, της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των εμπλακέντων μερών, η ενάγουσα της α' αγωγής υπέστη ηθική βλάβη η χρηματική ικανοποίηση για την οποία αποτιμάται στο εύλογο ποσό των 20.000 ευρώ.
Κατ' ακολουθίαν όλων των μέχρι τούδε αποδειχθέντων, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα αυτά και επιδίκασε στην ενάγουσα της α' (κυρίας) αγωγής το ποσό των 208.185,92 (188.185,92 + 20.000 ευρώ) ευρώ και στην ενάγουσα της δ (κυρίας) αγωγής το ποσό 800.000 ευρώ, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και δεν είχε στην κρίση του, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα σχετικά τις υπό κρίση εφέσεις".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, το Εφετείο, απέρριψε κατ' ουσίαν την πρώτη έφεση, (αριθμός καταθ. …/2012), της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "Ο.Λ.Η. Α.Ε." (η οποία μόνον ενδιαφέρει εν προκειμένω), κατά το μέρος που αφορά το κεφάλαιο της εκκαλουμένης για την από 5-2-2010 και με αριθμό καταθεσεως της εκκαλουμένης για την από 5-2-2010 και με αριθμό …/2010 κυρία αγωγή και την από 16-2-2010 και με αριθμό καταθέσεως …/2010 κυρία αγωγή, επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ως προς τις παραπάνω δύο κύριες ένδικες αγωγές, δεν παραβίασε τις διάταξες των άρθρων 914, 297, 298, 300, 330,926, 932 ΑΚ, 1 παρ. 1, 2 παρ. 1 και 2, 4, 21, 22 του ν. 2881/2001 ,σε συνδυασμό με το άρθρο 2α της εκδοθείσας κατ' εξουσιοδότηση νόμου αυτού ΥΑ 16932/ΕΓΔΕΚΟ/1777/2007 και του άρθρου 22 του ν. 1629/1951, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, υπαγάγοντας τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά στις διατάξεις αυτές, καθόσον τα τελευταία πληρούσαν το πραγματικό των εν λόγω διατάξεων ως προς την υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας εναγομένης εταιρείας, που επέφερε αιτιωδώς την προαναφερθείσα ζημία στην δεύτερη αναιρεσίβλητη ενάγουσα εταιρία, μέρος της οποίας είχε εκχωρήσει συμβατικώς, στην πρώτη αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρεία.
Ειδικότερα, δικαιολογούσαν την παραδοχή των άνω ένδικων αγωγών, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας εναγομένης εταιρείας, που επέφερε αιτιωδώς την προαναφερθείσα ζημία στην δεύτερη αναιρεσίβλητη ενάγουσα εταιρία, και ανεξάρτητα από τη συνδρομή σε τούτο και της τρίτης αναιρεσίβλητης εταιρείας, ιδιοκτήτριας του ναυαγηθέντος πλοίου, χωρίς να υφίσταται οποιαδήποτε υπαιτιότητα στον πλοίαρχο και τον πράκτορα του ζημιωθέντος πλοίου, οι παραδοχές του Εφετείου, α) ότι παρά την απραγία της ιδιοκτήτριας του ναυαγίου να ανελκύσει και να απομακρύνει άμεσα από τον λιμένα Ηρακλείου την πλωτή φορτηγίδα "Π2", μολονότι ο ΟΛΗ (αναιρεσείουσα) είχε υποχρέωση κατά τις διατάξεις του ν. 2881/2001 να προβεί ο ίδιος σε ταχείες ενέργειες εντός πέντε το αργότερο μηνών από την βύθιση του πλοίου, γνωρίζοντας την επικινδυνότητα του και ότι ήδη είχε προκαλέσει προβλήματα στην ομαλή παραβολή άλλων σκαφών στο σημείο αυτό, εντούτοις αναλώθηκε επί ικανό χρονικό διάστημα σε ανταλλαγή επιστολών με την εταιρία Ε1, δίδοντας παρατύπως σε αυτήν συνεχείς παρατάσεις για να ολοκληρώσει τις νόμιμες υποχρεώσεις της, εκδίδοντας και ανακαλώντας άδειες ανέλκυσης του ναυαγίου και αδιαφορώντας εν τέλει για την ανέλκυση του, β) ότι, αν και γνώριζε την ύπαρξη στο συγκεκριμένο σημείο της προβλήτας … του προρρηθέντος σκάφους και καθόλο το διάστημα της βύθισης αυτού δεν επέτρεπε στην προβλήτα αυτή την πλαγιοδέτηση πλοίων, εν τούτοις τα αρμόδια όργανα της αναιρεσείουσας προέβησαν στην επιλογή της συγκεκριμένης προβλήτας για την πλαγιοδέτηση του ζημιωθέντος πλοίου, δίνοντας παράλληλα σχετική εντολή στον πράκτορα του πλοίου αυτού, προκειμένου να ενημερώσει σχετικά τον πλοίαρχο, παραλείποντας συγχρόνως να ενημερώσουν τους τελευταίους, οι οποίοι αγνοούσαν την ύπαρξη στο σημείο εκείνο του προρρηθέντος ναυαγίου και της επικινδυνότητας του χώρου αυτού με όλες τις συνεπείς που συνεπείγετο τούτο, γ) ότι δεν προέβησαν έγκαιρα τα αρμόδια όργανα της αναιρεσείουσας, και πάντως πριν από την πλαγιοδέτηση του ζημιωθέντος πλοίου, σε ενημέρωση των αρμόδιων υπηρεσιών, το οποίο επιβάλλεται από το νόμο και τον προρρηθέντα Κανονισμό Λιμένος, για την ύπαρξη στο συγκεκριμένο χώρο του λιμένος Ηρακλείου του παραπάνω ναυαγίου, προκειμένου να χαρτοσημανθεί και να αναφερθεί στο μηνιαίο τεύχος αναγγελιών προς τους ναυτιλομένους, ώστε να είναι ενήμεροι προς τούτο οι τελευταίοι, δ) ότι δεν τοποθέτησαν τα αρμόδια όργανα της αναιρεσείουσας, όντας υπόχρεοι προς τούτο από το νόμο και τον Κανονισμό Λιμένος, σταθερή και ευκρινή προειδοποιητική σήμανση, στο χώρο που καταλάμβανε το ως άνω ναυάγιο, προς ενημέρωση των αρμοδίων των εισερχομένων στον λιμένα του Ηρακλείου πλοίων και ε) ότι ο πλοίαρχος του ζημιωθέντος πλοίου "Π1", δεν ήταν δυνατόν να αντιληφθεί κατά την πλαγιοδέτηση του πλοίου στην προβλήτα που του υποδείχθηκε από τον ΟΛΗ το υφιστάμενο στο χώρο εκείνο ναυάγιο, βάσει των οργάνων που διέθετε το πλοίο, τα οποία επιτρέπονται για τον συγκεκριμένο τύπο αυτού, βάσει των κανόνων της ναυπηγικής και των διεθνών κανόνων ναυσιπλοίας, ώστε καμιά ευθύνη και υπαιτιότητα να μην τον βαρύνει, για τις ζημίες που υπέστη εξ αιτίας του υφισταμένου ναυαγίου, στο χώρο που πλαγιοδέτησε το πλοίο "Π1".
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει, η αναιρεσείουσα με τους μοναδικούς, πρώτο και δεύτερο, λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Επομένως πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της.
Β) Επί της υπ αριθμ. πιν. … από 4-1-2016 αιτήσεως αναιρέσεως της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε1" Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.Α.Π.24/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, έκανε δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ότι η αναιρεσείουσα ("Ε1") ήταν ιδιοκτήτρια πλωτής φορτηγίδας η οποία επί σειρά ετών και σίγουρα από το έτος 2003 ήταν εγκαταλελειμμένη στην προβλήτα … του Λιμένα Ηρακλείου παρά την από 1-3-2007 έγγραφη προειδοποίηση του Οργανισμού Λιμένα Ηρακλείου (ΟΛΗ ΑΕ)για απομάκρυνση της σε ουδεμία ενέργεια προέβη για την αποφυγή της πιθανολογούμενης ήδη από το έτος 2003 βύθισης του πλοίου .Η αμελής αυτή συμπεριφορά είχε ως αποτέλεσμα τη βύθιση της φορτηγίδας την 5-4-2007.Περαιτέρω στην απόφαση η ευθύνη της αναιρεσείουσας στοιχειοθετείται ,κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης και στην διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του ν.2881/2001 που ορίζει ότι "Ο κύριος ναυαγίου, το οποίο αποτελεί κίνδυνο για τη ναυσιπλοία σε περιοχή λιμένα σε διώρυγα ή σε δίαυλο ή παρεμποδίζει την προσόρμιση, την αγκυροβολία, την παραλαβή ή την χρήση των κριπιδωμάτων ...υποχρεούται να το ανελκύσει.
Σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης αποκλειστικά υπαίτιοι του ενδίκου ατυχήματος είναι οι εναγόμενοι των δυο παρεμπιπτουσών αγωγών "Ε1" και "ΟΛΗ ΑΕ" λόγω της αναφερθείσας αμελούς συμπεριφοράς τους και ειδικότερα επειδή το ναυάγιο αποτελούσε μέγιστο θαλάσσιο κίνδυνο για τα παραπλέοντα και παραβάλλοντα σκάφη η "Ε1" κυρία του ναυαγίου η οποία παρά τις συνεχείς προφορικές οχλήσεις του "ΟΛΗ ΑΕ" που ζητούσε από την "Ε1" να προβεί σε ασφαλή ανέλκυση του πλοίου της αδιαφόρησε για τις νόμιμες υποχρεώσεις της.
Ο δε " ΟΛΗ ΑΕ" επέδειξε αμελή συμπεριφορά με αποτέλεσμα όλοι οι κυκλοφορούντες ναυτικοί χάρτες να μην απεικονίζουν το ναυάγιο. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι το ποσοστό ευθύνης της παρεμπιπτόντως εναγομένης σε εκάστη από τις δυο παρεμπίπτουσες αγωγές ναυτικής εταιρείας "Ε1" ιδιοκτήτριας του ναυαγίου "Π2" ανέρχεται σε 60% της δε παρεμπιπτόντως ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας "ΟΛΗ ΑΕ" διαχειρίστριας των χώρων του λιμένα Ηρακλείου όπου είχε βυθισθεί η φορτηγίδα ,η οποία αν και είχε και η ίδια νόμιμη υποχρέωση δεν προέβη στη ανέλκυση του ναυαγίου αφού η πρώτη αδιαφορούσε στις οχλήσεις της και περαιτέρω προέβη στην επιλογή της προβλήτας προς πλαγιοδέτηση του ζημιωθέντος πλοίου Φ/Γ Π1" ,αν και γνώριζε την ύπαρξη του ναυαγίου, παραλείποντας να ενημερώσει σχετικά τον πράκτορα και τον πλοίαρχο του πλοίου, ούτε είχε τοποθετήσει προειδοποιητική σήμανση του ναυαγίου αλλά και δεν είχε ενημερώσει τις αρμόδιες υπηρεσίες για την ύπαρξη του ώστε να χαρτοσημανθεί και να αναφερθεί τούτο στο μηνιαίο τεύχος αναγγελιών προς τους ναυτιλομένους σε ποσοστό 40%.
Έτσι όπως έκρινε η προσβαλλόμενη δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 300, 330 ΑΚ, γιατί αναφέρονται σε αυτή η ιδιότητα της αναιρεσείουσας ως κυρίας του ναυαγίου ,η ευθύνη της ως προς το ναυάγιο και οι υποχρεώσεις της η επιδειχθείσα αμελής συμπεριφορά που συνίσταται στην αδράνεια της να απομακρύνει το ναυάγιο παρά τις οχλήσεις του "ΟΛΗ" και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της (συντρέχουσας) αμελούς συμπεριφοράς της προς το επελθόν αποτέλεσμα και πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της αναίρεσης.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ως άνω αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, διέλαβε δε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων.
Επομένως, οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ., με τους οποίους η αναιρεσείουσα "Ε1" υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Επειδή κατά τη διάταξη του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (Ολ.
ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφώς και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο. Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση του αποδεικτικού μέσου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του (Ολ.ΑΠ 23/2008).
Καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος, κατά το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, από δε την ιδιαίτερη αναφορά της αποφάσεως σε κάποιο αποδεικτικό μέσο δεν συνάγεται ότι τα λοιπά δεν λήφθηκαν υπόψη, αφού η απόδοση μεγαλύτερης αξιοπιστίας σε κάποιο από τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα, ανήκει στην ανέλεγκτη και ελεύθερη, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, εκτίμηση των αποδείξεων.
Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Εξάλλου ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο τη βαρύτητα που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.(ΑΠ 242/2017).Τέλος τα αποδεικτικά μέσα, κατά κανόνα και ενόψει του συστήματος της ελεύθερης εκτιμήσεως των αποδείξεων που ισχύει στον ΚΠολΔ (αρθρ. 340 ΚΠολΔ), είναι ισοδύναμα και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως στη δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και στα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (αρθρ. 438 επ, 441, 445), η δε απόδοση σε ένα ή περισσότερα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερης ή μικρότερης βαρύτητας ή αξιοπιστίας δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αρ. 12 αλλά ανήκει στην ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 618/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη των αριθμ. 11γ και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο έσφαλε ως προς την ορθή εκτίμηση των σχετικών εγγράφων, των μαρτυρικών καταθέσεων και του αποδεικτικού υλικού εν γένει καθότι δεν έλαβε υπ' όψιν της τα εξής:
α) Την κατάθεση των μαρτύρων Γ. Π., Γ. Σ., Μ. Σ., δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε και προσκόμισε, από τα οποία αποδεικνύεται ότι δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της το ένδικο συμβάν. β)Προσέδωσε μεγαλύτερη βαρύτητα στο περιεχόμενο μαρτυρικών καταθέσεων συγκεκριμένων μαρτύρων οι οποίοι δεν ήταν αξιόπιστοι ενώ έπρεπε να δεχθεί αντίθετες καταθέσεις αξιόπιστων μαρτύρων και δεν απάντησε στο πόρισμα τεχνικής έκθεσης και με τον τρόπο αυτό δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν και παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί από την προσβαλλόμενη απόφαση και ιδιαίτερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και η ρητή αναφορά στις μαρτυρικές καταθέσεις και τις ένορκες βεβαιώσεις που αναφέρονται στην δεύτερο λόγο σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, όπου γίνεται αναφορά σε όλα τα επί μέρους ζητήματα για την απόδειξη των οποίων προσκομίστηκαν με επίκληση τα επίμαχα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό και με την μνημονευόμενη ειδικώς από 28-4-2015 τεχνική έκθεση που συνέταξε ο Ν.
Θ., κατ' εντολήν της εκκαλούσας της δεύτερης έφεσης (αναιρεσείουσας) δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς το ουσία βάσιμο της αγωγής για το λόγο ότι το επίδικο συμβάν οφείλεται και σε συντρέχουσα αμέλεια της αναιρεσείουσας.
Οι αιτιάσεις του ερευνώμενου λόγου ότι από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και ότι αποδόθηκε σε ένα ή περισσότερα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία είναι απαράδεκτες, καθόσον πλήττουν, την κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων.
Ενόψει τούτων ο ερευνώμενος , δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Επομένως πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της.
Β) Επί της υπ αριθμ. πιν. … από 1-2-2016 αιτήσεως αναιρέσεως της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε2".
Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 και 330 του ΑΚ συνάγεται, ότι η ευθύνη προς αποζημίωση από αδικοπραξία προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος προστατεύει δικαίωμα ή συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας από διάταξη νόμου ή από προηγούμενη συμπεριφορά του δράστη ή από υπάρχουσα έννομη σχέση μεταξύ αυτών ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ειδικότερα, όταν ο δράστης δημιούργησε ορισμένη επικίνδυνη κατάσταση, οπότε είχε υποχρέωση να λάβει πριν και μετά τη δημιουργία της επικίνδυνης καταστάσεως κάθε ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις, σύμφωνα με τους κανόνες της τέχνης, της επιστήμης και της κοινής πείρας, μέτρο, έστω και μη προβλεπόμενο από ειδική διάταξη νόμου, προς προστασία των τρίτων από την πρόκληση σε αυτούς οποιασδήποτε ζημίας (Α.Π. 50/2002, 831/2005).
Η υπαιτιότητα με τη μορφή είτε του δόλου (άμεσου ή ενδεχόμενου), ο οποίος υπάρχει όταν ο δράστης θέλει ή αποδέχεται την παραγωγή του επιζήμιου αποτελέσματος, είτε της αμέλειας (ενσυνείδητης ή ασυνείδητης), η οποία υπάρχει όταν ο δράστης προξενεί το επιζήμιο αποτέλεσμα από έλλειψη της προσοχής, την οποία θα όφειλε να καταβάλει ο μετρίως συνετός κοινωνικός άνθρωπος στη θέση του, ευρισκόμενος από τις αυτές βιοτικές και λοιπές περιστάσεις.
Ζημία είναι η προς το χειρότερο προξενούμενη μεταβολή (βλάβη) των έννομων αγαθών του προσώπου, που αφήνει ένα έλλειμμα (μία διαφορά) μεταξύ της νέας καταστάσεως που έχει παραχθεί και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς το επιζήμιο γεγονός. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή παράληψη είναι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ικανή και μπορεί, με την κανονική και συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Αντίθετα, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (Α.Π. 1128/2000). Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, 7/2006, 4/2005, ΑΠ 757/2015,ΑΠ 216/2017. Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται από την διάταξη αυτήν ως λόγος αναίρεσης, είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, έγινε δεκτή ως νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να κριθεί ως μη νόμιμη, ή το αντίστροφο, σύμφωνα με τον συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, που κατά την συναφή αίτηση αναίρεσης παραβιάσθηκε (πρβλ.
Πλ ΟλΑΠ 8, 7/2011, ΑΠ 214/2006, ΑΠ 216/2017). Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε απορρίψει εν μέρει την αγωγή της κατά των αναιρεσιβλήτων - εναγομένων ως νομικά αβάσιμη, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα ...ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων - εφεσίβλητων να της καταβληθούν, λόγω του επικαλούμενου επιδίκου ατυχήματος που προκλήθηκε από υπαιτιότητα τους, τα έξοδα στα οποία κάθε μήνα υποβάλλεται ανεξάρτητα από τους ναύλους που εισπράττει από την εκμετάλλευση του πλοίου και αφορούν διάστημα 78 ημερών που ακινητοποιήθηκε το ζημιωθέν φορτηγό πλοίο "Π1" ιδιοκτησίας της, για την επισκευή του και δή:
α) 20.592,83 ευρώ για τα πάγια έξοδα του πλοίου (ασφάλιστρα ζωής πληρώματος, ασφάλεια κύτους και πλοίου, εισφορά υπέρ NAT)β)5.034,14 ευρώ για τροφοδοσία του πλοίου και γ)54.918,43 ευρώ για μισθοδοσία των ναυτικών του πλοίου. Τα κονδύλια όμως αυτά είναι μη νόμιμα και απορριπτέα ,δοθέντος ότι, όπως εκτίθεται στην ένδικη αγωγή, τα ανωτέρω έξοδα θα καταβάλλονταν από την ενάγουσα ακόμα και αν δεν είχε μεσολαβήσει το ζημιογόνο γεγονός και η εξαιτίας αυτού ακινητοποίηση του πλοίου και δεν αποτελούν ζημία από τον περιορισμό της επαγγελματικής της δραστηριότητας λόγω παρεμπόδισης λειτουργίας μιας σύμβασης, η πηγή δε εισοδήματος της ενάγουσας προς κάλυψη των εξόδων αυτών ακόμα και αν ήταν, όπως αυτή ισχυρίζεται, οι ναύλοι του πλοίου που απωλέσθηκαν λόγω του ατυχήματος, είναι αδιάφορο γεγονός και μπορεί να αιτηθούν τούτοι (ναύλοι) ως διαφυγόν κέρδος.
Επομένως, η επικαλούμενη ανωτέρω περιουσιακή ζημία της ενάγουσας, δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την εκτιθέμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επομένως που δέχθηκε τα αυτά και απέρριψε τα ανωτέρω κονδύλια ως νόμω αβάσιμα, ελλείψει αιτιώδους συνάφειας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα της τρίτης έφεσης"(αναίρεσείουσας).
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ως άνω αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου(297, 298, 330, 914 ΑΚ και 336 ΚΠολΔ), διέλαβε δε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων και ο μοναδικός λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ., με τον οποίο η αναίρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και επομένως πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της.- Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή των παραβόλων στο δημόσιο ταμείο και να καταδικασθεί καθεμία των αναιρεσειουσών στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων(αρθρ. 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων τις από 29-12-2015 (α/α πιν….), 4-1-2016, (α/α πιν. …), 1-2-2016 (α/α πιν….) αιτήσεις για αναίρεση της 263/2015 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Απορρίπτει τις αιτήσεις αναίρεσης.
Διατάσσει την εισαγωγή των παραβόλων στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει καθεμία από τις αναίρεσείουσες, στις συνεκδικασθείσες αιτήσεις, στη δικαστική δαπάνη καθεμίας των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ για την καθεμία αναιρεσίβλητη.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ