Legislator Case Law & Legislation
96/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against seizure notice ruling, upholding negative declaration interpretation.

Case Number 96/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a final judgment regarding a seizure notice. The State argued that a third party's ambiguous declaration should be treated as a negative declaration, triggering adverse legal consequences. The court ruled that the lower court correctly interpreted the ambiguous statement as a negative declaration, thereby preventing the harsh penalty of the third party being deemed the full debtor.

Legislator headnote

AI generated

Articles 32, 33, and 34 of the Seizure Law (ΚΕΔΕ); An ambiguous declaration by a third party regarding the existence of a seized claim is legally construed as a negative declaration, precluding the adverse presumption of debt under Article 33.

Keywords

AI generated
seizure notice procedure third party declaration negative declaration adverse presumption burden of proof seizure law appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 32 of the Seizure Law (ΚΕΔΕ)
Article 33 of the Seizure Law (ΚΕΔΕ)
Article 34 of the Seizure Law (ΚΕΔΕ)
Article 559, paragraphs 1, 14, and 19 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 96 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 96/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών και στην προκειμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) Ιλίου, που κατοικοεδρεύει στο … και εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Μαρία Βλάσση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-10-2001 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1082/2003 μη οριστική, 3465/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5247/2010 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 16-9-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 29-10-2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Βασιλείου Πέππα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 32 του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/74), σε περίπτωση κατασχέσεως σε χέρια τρίτου, αν ο τρίτος δεν οφείλει τίποτα ή δεν οφείλει όλα τα χρήματα και άλλα πράγματα που αναφέρονται στο κατασχετήριο έγγραφο του Δημοσίου Ταμείου, ή αν δεν είναι υποχρεωμένος να τα αποδώσει αμέσως, εξ αιτίας των συμφωνιών ανάμεσα σ’ αυτόν και τον οφειλέτη ή εξ αιτίας άλλου νομικού λόγου, ο τρίτος οφείλει να το δηλώσει μέσα σε προθεσμία οκτώ ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου.

Η δήλωση αυτή γίνεται εγγράφως, με αναφορά που επιδίδεται με δικαστικό κλητήρα στο Διευθυντή του Δημοσίου Ταμείου που εξέδωσε το κατασχετήριο έγγραφο, ή προφορικώς στον Ειρηνοδίκη της κατοικίας ή της διαμονής του τρίτου, ο οποίος συντάσσει έκθεση, την οποία στέλνει στο Διευθυντή του Δ.Τ. μέσα σε 24 ώρες.

Κατά δε τη διάταξη του επομένου άρθρου 33 του ιδίου ΚΕΔΕ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με άρθρο 67 παρ. 1 ν. 3842/2010, αν ο τρίτος δεν κάνει τη δήλωση αυτή ή την κάνει εκπρόθεσμα ή όχι κατά τον τύπο που διαγράφει η ως άνω διάταξη του άρθρου 32, λογίζεται οφειλέτης της όλης ποσότητας για την οποία έγινε η κατάσχεση στα χέρια του.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κατά τον ΚΕΔΕ η παράλειψη του τρίτου να δηλώσει αν υπάρχει η απαίτηση ή αν έχει στα χέρια του το πράγμα που κατασχέθηκε, ή η εκπρόθεσμη ή παράτυπη δήλωση, δημιουργεί αμάχητο τεκμήριο ότι ο τρίτος είναι οφειλέτης της ποσότητας που κατασχέθηκε στα χέρια του, κατά του οποίου δεν χωρεί ανταπόδειξη, κατά αντίθεση με τον ΚΠολΔ (άρθρο 985 παρ.3), κατά τον οποίο η ως άνω παράλειψη του τρίτου εξομοιώνεται με αρνητική δήλωση.

Το αμάχητο τούτο τεκμήριο δημιουργείται μόνο στις ως άνω αναφερόμενες τρεις περιπτώσεις του άρθρου 33 του ΚΕΔΕ. Άρα δεν δημιουργείται τούτο όταν η δήλωση του τρίτου δεν περιέχει κάποιο από τα στοιχεία, την αναφορά των οποίων αξιώνει όχι η διάταξη του άρθρου 32 του ΚΕΔΕ, αλλά η διάταξη του άρθρου 985 ΚΠολΔ, η οποία, κατά τα λοιπά, εφαρμόζεται και στη διοικητική εκτέλεση κατά τον ΚΕΔΕ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 89 του ΚΕΔΕ.

Έτσι η ανακριβής δήλωση του τρίτου και εν γένει η ουσιαστικά αναληθής δήλωση αυτού, πέραν από την προς αποζημίωση ευθύνη αυτού έναντι του κατασχόντος (985 παρ.3 εδ. β’ ΚΠολΔ), χορηγεί στον κατασχόντα, όπως και η αρνητική δήλωση, δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της δηλώσεως αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 34 του ΚΕΔΕ και (στο οποίο παραπέμπει) το άρθρο 986 ΚΠολΔ και να ζητήσει την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεθέντος ποσού ή στην παράδοση του κατασχεθέντος πράγματος (άρθρο 990 ΚΠολΔ).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, δέχτηκε τα εξής: "Στην Δ.Ο.Υ. Ιλίου Αττικής βεβαιώθηκε σε βάρος του Κ. Σ. του Ι., χρέος του προς το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, συνολικού ύψους 110.829.527 δραχμών. Με το αριθμό πρωτ. ...25-7-2001 κατασχετήριο έγγραφο ο Προϊστάμενος της πιο πάνω Δ.Ο.Υ.

κατάσχεσε στα χέρια της εφεσίβλητης ως τρίτης τις κάθε μορφής καταθέσεις του τελευταίου μέχρι του ως άνω ποσού της οφειλής του. Ακολούθως η εφεσίβλητη υπέβαλε στον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Ιλίου Αττικής νομότυπα και εμπρόθεσμα την ...2-8-2001 δήλωσή της, σύμφωνα με το άρθρο 32 ΚΕΔΕ στην οποία δεν δήλωσε αν ο οφειλέτης του εκκαλούντος έχει χρηματικές καταθέσεις σ’ αυτήν.

Ενόψει τούτων δε μπορεί να εφαρμοστεί στην προκειμένη περίπτωση η δυσμενής κύρωση του άρθρου 33 ΚΕΔΕ που συνίσταται στο ότι ο τρίτος κατ’ αμάχητο τεκμήριο λογίζεται οφειλέτης της άνω απαίτησης για την οποία έγινε η κατάσχεση, διότι η διάταξη του άρθρου 33 ΚΕΔΕ δεν εφαρμόζεται όταν έγινε νομότυπη και εμπρόθεσμη δήλωση του τρίτου.

Ειδικότερα η μη σαφής αναφορά της καθ’ ης στην προαναφερόμενη νομότυπη και εμπρόθεσμη δήλωση της περί της ύπαρξης ή ανυπαρξίας της κατασχεθείσας απαίτησης, θεωρείται ως σιωπηρά αρνητική για την ύπαρξη της απαίτησης δήλωση, οπότε και υπόκειται στην κατά το άρθρο 34 ΚΕΔΕ ανακοπή. Ενισχυτικό της κρίσεως του Δικαστηρίου ότι πρόκειται περί αρνητικής δηλώσεως αποτελεί και το γεγονός ότι η καθ’ ης η ανακοπή στην ανωτέρω δήλωσή της αναφέρει ρητά ότι προβαίνει στην παρούσα δήλωσή της σύμφωνα με το άρθρο 985 ΚΠολΔικ.

Εξάλλου και το ανακόπτον με την υπό κρίση ανακοπή του συνομολογεί ότι η δήλωση της καθ’ ης είναι αρνητική και ζητεί, εκτός των άλλων, "να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. ...13-9-2001 αρνητική δήλωση" της καθ’ ης. Κατόπιν τούτο το ανακόπτον που φέρει όπως προεκτέθηκε το βάρος απόδειξης του κατασχεμένου δικαιώματος δεν απέδειξε από τα πιο πάνω προσκομιζόμενα και επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα τυχόν κατάθεση του οφειλέτου, Σ.

Κ. στην εφεσίβλητη ούτε προέκυψε ότι προέβη σε προδικαστικές πληροφορίες του για τέτοια στοιχεία, στην οποία πληροφόρηση η εφεσίβλητη είναι υποχρεωμένη... να απαντήσει εξωδίκως αλλά και δικαστικώς με επιβολή ασφαλιστικών μέτρων για παροχή πληροφοριών. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε ότι η ανακοπή στηρίζεται στις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 34 ΚΕΔΕ και όχι σε εκείνη του άρθρου 33 ΚΕΔΕ και εν συνεχεία απέρριψε την ανακοπή στην ουσία της ορθά εφήρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και οι περί του αντιθέτου σχετικοί λόγοι της έφεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι στην ουσία τους καθώς επίσης απορριπτέα ως αβάσιμη στην ουσία της είναι και η έφεση στο σύνολό της".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ευθέως ή εκ πλαγίου, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, αναφορικά με το αποδεικτικό του πόρισμα, σύμφωνα με το οποίο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη παραδοχή του, η αναιρεσίβλητη προέβη νομοτύπως και εμπροθέσμως σε αρνητική δήλωση, υποκείμενη στην κατά το άρθρο 34 ΚΕΔΕ ανακοπή και αποτρέπουσα την επέλευση της δυσμενούς κύρωσης του άρθρου 33 ΚΕΔΕ, ούτε παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο.

Συνεπώς, οι από το άρθρο 559 αρ. 1, 14 και 19 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει ν’ απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ και 22 του ν. 3693/1957), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16 Σεπτεμβρίου 2013 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ’ αριθ. 5247/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 25 Ιανουαρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ