Supreme Court quashes lower court ruling on public sector salary supplement due to missing prior payment condition.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court quashed the lower court's decision awarding a specific salary supplement to public employees, ruling that the statutory condition for its payment was not met. The plaintiffs argued they were entitled to the supplement based on equality principles, but the court found the prerequisite of a prior payment in 2003 was absent. Consequently, the case was remanded for further proceedings to determine the correct application of the law.
Legislator headnote
AI generatedArt. 13 para. 1 of Law 2738/1999; Art. 14 of Law 3016/2002: The statutory condition for the payment of the salary supplement under Article 14 of Law 3016/2002 is the prior payment of the same amount in the preceding year; without this prerequisite, the claim is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 96 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 96/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Λ. Α., 2) Γ. Α., 3) Ε.-Π. Β., 4) Γ. Γ., 5) Κ. Γ.-Γ., 6) Ν. Γ., 7) Γ. Γ., 8) Γ. Η., 9) Α. Κ., 10) Γ. Κ., 11) Α. Κ., 12) Α. Κ., 13) Η. Κ., 14) Β. Κ., 15) Α. Λ., 16) Α. Μ., 17) Α. Μ., 18) Μ. Ν., 19) Χ. Π., 20) Ε. Π., 21) Χ. Π., 22) Θ. Π., 23) Τ. Ρ., 24) Α. Σ., 25) Ε. Σ., 26) Κ. Σ., 27) Φ. Τ.-Μ., 28) Δ. Τ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κούλα και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/12/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 416/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2804/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28/9/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 1/12/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και την απόρριψη του δευτέρου λόγου αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 2738/1999, η συλλογική διαπραγμάτευση για τη ρύθμιση των όρων και των συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν υπάγονται στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι, ιδίως τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λ.π.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία.
Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται, όμως, για το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας νομοθετικής εξουσιοδότησης είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης .
Στο άρθρο 14 του ν. 3016/2002, "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής "1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπογράφηκαν κατά το έτος 2001. 2.
Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται ολικά ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.
Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού . Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά στο προσωπικό των ΟΤΑ και στο προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες.
Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ) καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβανομένου υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών του συνολικού ποσού των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή της ...
Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1/1/2002". Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με ορισμένους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές ΚΥΑ, με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω ειδική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το από 1/1/2002 κι' εντεύθεν διάστημα και 176 ευρώ για το από 1/7/2002, κι' εντεύθεν διάστημα σε όλους σχεδόν τους με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", ανεξάρτητα από το αν οι κλάδοι των υπαλλήλων αυτών είχαν εκπροσωπηθεί ή όχι στις προηγηθείσες συλλογικές διαπραγματεύσεις.
Κατόπιν αυτού, έγινε δεκτό ότι η ως άνω ειδική, χρηματική παροχή χορηγήθηκε σε όλους τους μόνιμους ή με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997. Ενώ δηλαδή, η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 είχε προβλεφθεί προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λάμβαναν πρόσθετες παροχές, με τις προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις επεκτάθηκε η χορήγηση της ειδικής παροχής χωρίς να τίθεται ως προϋπόθεση η μη λήψη πρόσθετων μισθολογικών παροχών.
Έτσι, με τη χορήγηση τις ειδικής παροχής σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων που αφ- ενός δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την εν λόγω προϋπόθεση και αφετέρου απασχολούνταν με τελείως διαφορετικές συνθήκες από κλάδο σε κλάδο, αυτή απέκτησε το χαρακτήρα αμοιβής που προσαυξάνει το μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, οι οποίοι αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης (Α.Π. 946/2010 Α.Π. 754/2010, Α.Π. 574/2009).
Στη συνέχεια με το άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 3205/2003 " μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις ", από την έναρξη ισχύος του (1/1/2004) καταργήθηκε το άρθρο 14 του ν. 3016/2002 και όλες οι ΚΥΑ που είχαν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση αυτού, δηλαδή όλες οι διατάξεις με τις οποίες προβλεπόταν η χορήγηση της ως άνω ειδικής παροχής και η επέκτασή της σε διαφόρους κλάδους υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ.
Για να μη γίνει όμως χειρότερη η μισθολογική θέση των υπαλλήλων στους οποίους είχε χορηγηθεί η ειδική παροχή μέχρι εκείνη τη χρονική στιγμή, με το άρθρο 24 παρ. 2 του ν. 3205/2003 ορίστηκε ότι, " ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου ".
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η γενόμενη ρύθμιση έχει την έννοια της διατηρήσεως του ποσού των ως άνω καταβαλλομένων μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος αποδοχών και όχι της εξακολουθήσεως και μετά ταύτα του προϊσχύσαντος νομικού καθεστώ τος .
Συνεπώς, προϋπόθεση της διατηρήσεως της ειδικής παροχής των 176 ευρώ, ως προσωπικής διαφοράς του δικαιούχου υπαλλήλου και μετά την 1/1/2004 είναι, είτε η πραγματική λήψη, είτε η ύπαρξη ενεργού αξιώσεως για τη λήψη της ειδικής αυτής παροχής κατά την 31/- 12/2003. Και τούτο διότι, εάν ο υπάλληλος δεν είχε ενεργό αξίωση πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 3205/2003, καμία χειροτέρευση της μισθολογικής του θέσης δεν θα μπορούσε να επέλθει μετά την 1/1/2004, αφού η κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, όλων των ΚΥΑ που είχαν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότησή του και, κατ' αποτέλεσμα, της ερμηνείας αυτών που δικαιολογούσε τη χορήγηση της ειδικής παροχής σε όλους ανεξαιρέτως τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας, δε θα μπορούσε να έχει βλαπτικές συνέπειες για την οικονομική τους θέση .Στην προκείμενη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι προσλήφθηκαν αρχικά μεταξύ των ετών 1978 και 1990 από τον ΕΟΤ - ΥΑ και ακολούθως μετατάχθηκαν στο Υπουργείο Ανάπτυξης από 5/9/2002 μέχρι 11/2/2004 προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στη Γενική Γραμματεία Εμπορίου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αμείβονταν με το ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, δεν έλαβαν την παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, η χορήγηση της οποίας συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ και δεν συναρτάτο με καμία άλλη προϋπόθεση, ότι οι αναιρεσίβλητοι έχουν δικαίωμα, βάσει της συνταγματικής αρχής της ισότητας σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία, να λάβουν την παροχή των 176 ευρώ, ότι οι αξιώσεις τους μέχρι την 13/12/2004 έχουν υποκύψει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, αφού από τη γέννησή τους και μέχρι την επίδοση της κρινόμενης αγωγής στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας και ότι οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται την ως άνω παροχή των 176 ευρώ, του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3016/2002, για το χρονικό διάστημα από 14/12/2004 μέχρι 31/12/2006.
Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών μετ' εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή ως μη νόμιμη, δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή για το από 13/12/2004 μέχρι 31/12/2006 χρονικό διάστημα. Κρίνοντας έτσι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα στην κρινόμενη περίπτωση, γιατί σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι αναιρεσίβλητοι δεν ελάμβαναν την ειδική ως άνω παροχή μέχρι την 31/12/2003, ούτε είχαν ενεργό αξίωση για τη λήψη της παροχής αυτής μέχρι το χρόνο αυτό (31/12/2003), λόγω παραγραφής της αξιώσεώς τους για το μέχρι 13/12/2004 διάστημα.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο από το άρθρο 560 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση ότι δεν συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση η απαραίτητη προϋπόθεση για τη λήψη της παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, των 176 ευρώ, από την 1/1/2004 κι ' εντεύθεν, που είναι η καταβολή της παροχής αυτής μέχρι την 31/12/2003, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 583 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2804/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ