Supreme Court partially allows appeal against lower court's dismissal of wage arrears claim due to overruling.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's dismissal of a wage arrears claim. The appellant argued the lower court erred in interpreting employment documents and overruled the employee's claim for a specific amount. The court found the lower court had overruled the claim for 1,576.78 euros, exceeding the employee's request of 679.88 euros, which constituted a procedural violation.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 2, 9 K.Pol.D; Art. 580 no. 3 K.Pol.D: The Supreme Court may partially allow an appeal if the lower court overruled a claim exceeding the amount requested by the party, thereby violating the principle of overruling.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 96 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 96/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Χ & Α Ο.Ε" και τον διακριτικό τίτλο "ΠΥΡΟΛΙΘΟΣ ΜΕΖΕΔΟΠΩΛΕΙΟ-ΟΥΖΕΡΙ", που εδρεύει στο ...... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Χ, που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Ρήγου.
Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ......, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Παναγιώτης Γιώρκας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 29.11.2005 και 18.04.2006 αγωγές της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1947/2006 του ίδιου δικαστηρίου και 3260/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10.10.2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 30.09.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τέταρτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της 3260/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε ερήμην της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας και απέρριψε λόγω της ερημοδικίας της την έφεση αυτής κατά της 1947/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έχει ασκηθεί παραδεκτά καθόσον προκύπτει ότι παρήλθε η προθεσμία προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της ανωτέρω εφετειακής αποφάσεως, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη απόφαση με συνέπεια ότι οι κατ' αυτής αιτιάσεις παραδεκτά συνιστούν τους προτεινόμενους αναιρετικούς λόγους (βλ. σημείωση δικαστικού Επιμελητού περί επιδόσεως τα αποφάσεως αυτής την 31-8-2008 σε συνδυασμό με το 653/2008 πιστοποιητικό του Γραμματέως Εφετών Αθηνών).
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που περιλαμβάνονται σ' αυτό. Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι η πλημμέλεια υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό και όχι όταν από την αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου καταλήγει, από λανθασμένη εκτίμηση, σε συμπέρασμα διάφορο από εκείνο το οποίο θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση που ανάγεται σε εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη κατά το άρθρο 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Στην προκείμενη περίπτωση με το πρώτο μέρος του από το άρθρο 559 αριθ. 20 λόγου αναιρέσεως η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στην προαναφερόμενη πλημμέλεια, ως προς το περιεχόμενο: 1) της κάρτας προσλήψεώς της στον ΟΑΕΔ , 2) του από 22-11-2002 βιβλιαρίου υγείας της και 3) του δελτίου ανεργίας της στον ΟΑΕΔ, με το να δεχθεί ότι η αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε στην αναιρεσείουσα εταιρία στις 26-11-2002 και όχι στις 15-2-2002.
Όπως προκύπτει όμως, από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας, κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό, αφού εκτίμησε το όλο περιεχόμενο των προαναφερόμενων εγγράφων, καθώς και τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Περαιτέρω με το δεύτερο μέρος του ίδιου λόγου αναιρέσεως και με επίκληση και πάλι του ανωτέρω άρθρου και αριθμού, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι για τα έτη 2003 και 2004 επιδίκασε εσφαλμένα στην αναιρεσίβλητη περισσότερα χρηματικά ποσά, από αυτά, που προκύπτουν από τον υπολογισμό των επί μέρους ποσών, τα οποία αναφέρονται στις σχετικές αποδείξεις των μηνών Ιανουαρίου - Δεκεμβρίου 2003 και 2004.
Με τα δεδομένα αυτά ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, κατ' αμφότερα τα μέρη του πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι κατ' επίφαση φέρεται εκ του αριθ. 20 του ανωτέρου άρθρου, ενώ στην πραγματικότητα αιτιάται κακή εκτίμηση των αναφερόμενων εγγράφων. Επειδή, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.πολ.Δ πλημμέλεια, στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το ανωτέρω δικαστήριο, με το να λάβει υπόψη του 1) την κάρτα προσλήψεώς της αναιρεσίβλητης στον ΟΑΕΔ, 2) το από 22-11-2002 βιβλιάριο υγείας της και 3) το δελτίο ανεργίας της αναιρεσίβλητης στον ΟΑΕΔ, από τα οποία προέκυπτε ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η πρόσληψη της αναιρεσίβλητης δεν έγινε στις 15-2-2002,αλλά στις 22-11-2002 και τα οποία είχαν προσκομισθεί με επίκληση από την αναιρεσείουσα στο δικαστήριο της ουσίας.
Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του "ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο (του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου), τις ένορκες βεβαιώσεις και περιέχονται στα οικεία πρακτικά, τις ένορκες βεβαιώσεις και λήφθηκαν νομίμως κατ' άρθρο 671 Κ.Πολ.Δ και αναφέρονται στα ίδια πρακτικά και από τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται", προκύπτει αναμφίβολα ότι το ανωτέρω δικαστήριο έλαβε υπόψη του και τις προαναφερόμενες αποδείξεις.
Παράβαση κανόνα δικαίου, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, υπάρχει εφόσον αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν αυτός εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε ή εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, ενώ έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του αριθμού 19 του ανωτέρω άρθρου, υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας, ή την άρνησή της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Στην προκείμενη περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχεται, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα εξής: "Η αναιρεσίβλητη προσελήφθη την 15/2/2002 από το νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας εταιρείας, με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως λαντζιέρα, στη επιχείρηση μεζεδοπωλείο - ουζερί που διατηρεί αυτή στο ......, η δε πρόσληψη της αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ την 26-11-2002, όπως προκύπτει από την σχετική έγγραφη αναγγελία πρόσληψης.
Η αναιρεσίβλητη ως εργαζόμενη σε εστιατόριο και επειδή εργαζόταν ως λαντζιέρα και ερχόταν σε επαφή με τα διάφορα σκεύη στα οποία σερβιρόταν τρόφιμα, ήταν υποχρεωμένη να κατέχει το βιβλιάριο υγείας, που προβλέπεται από το άρθρο 14 της ΑΙ 8/8577/1983 αποφάσεως του Υπουργού Υγείας και πρόνοιας, όπως αντικαταστάθηκε με την υπ' αριθ. 8405/11-11-1992 απόφαση του ιδίου Υπουργού (ΦΕΚ 665 τ.Β' της 11-11-1992), το οποίο εξεδόθη επ' ονόματι της την 22-11-2002, και συνεπώς καταρτίστηκε έγκυρη σύμβαση εργασίας, αφού, αν μετά την απόκτηση του βιβλιαρίου υγείας, ή τη θεώρησή του, εξακολουθεί η λειτουργία της σχέσης εργασίας, τότε θεωρείται ότι σιωπηρά καταρτίστηκε έγκυρη σύμβαση, αφού ο λόγος ακυρότητας που την καθιστούσε αντίθετη με την παραπάνω διάταξη νόμου δεν υπάρχει πια.
Σύμφωνα με τις από 1-6-2001, 31-5-2002, 9-5-2003, 22-6-2004 και 25-4-2005 συλλογικές συμβάσεις εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των τουριστικών και επισιτιστικών καταστημάτων, οι οποίες κηρύχθηκαν υποχρεωτικές με τις υπ' αριθ. 13310/2001 (ΦΕΚ 1276 Β/4-10-2001), 12013/17-7-2002 (ΦΕΚ 1006 Β'2002), 15126/2003 (ΦΕΚ 10334 Β'/2003), 13028/2004 (ΦΕΚ 1557 Β'/2004) και 12124/2005 (ΦΕΚ 967 Β'/2005) υπουργικές αποφάσεις, αντίστοιχα, η αναιρεσείουσα υπάγεται στην περίπτωση ιι του άρθρου 1 των ως άνω ΣΣΕ (προσωπικό καφενείων, καφέ - σνακ μπαρ, ουζερί κλπ) και ο προβλεπόμενος από αυτές μισθός της ανερχόταν στο ποσό των 642,66 για το χρονικό διάστημα από την 1-1-2002 έως 30-6-2002,στο ποσό των 655,43 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1/7/2002 έως 31/12/2002, στο ποσό των 686,24 ευρώ ,για το χρονικό διάστημα από 1/1/2003 έως 31/12/2003, στο ποσό των 717,47 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1/1/2004 έως 30/6/2004, στο ποσό των 743,57 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1/7/2004 έως 31/12/2004 και στο ποσό των 773,964 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1/1/2005 έως 30/6/2005 (βασικός μισθός+10% επίδομα γάμου+10% επίδομα ανθυγιεινής εργασίας+4,11 ανά έτος υπηρεσίας ως επίδομα πολυετίας, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι η αναιρεσίβλητη όταν προσελήφθη στην αναιρεσείουσα είχε ένα έτος προϋπηρεσίας, καθώς δεν απέδειξε αυτή περισσότερα έτη προϋπηρεσίας και με δεδομένο αυτό το γεγονός, το έτος 2002 είχε ένα έτος προϋπηρεσίας, το έτος 2003 δύο έτη προϋπηρεσίας, το έτος 2004 τρία έτη προϋπηρεσίας και το έτος 2005 τέσσερα έτη προϋπηρεσίας, το δε επίδομα πολυετούς υπηρεσίας, όπως αυτό καθορίσθηκε για τους εργαζομένους στα καταστήματα της περίπτωσης ΙΙ του άρθρου 1 της ως άνω από 1-6-2001 ΣΣΕ, δεν τροποποιήθηκε από τις μεταγενέστερες ΣΣΕ.
Η αναιρεσίβλητη προσκομίζει αποδείξεις πληρωμής για την επίδικη χρονική περίοδο, τις οποίες υπογράφει η αναιρεσίβλητη και δεν αμφισβητεί ως προς την υπογραφή της, οι οποίες αναφέρουν αναλυτικά τα ποσά που έλαβε αυτή, ισχυριζόμενη ότι έχει εξοφληθεί πλήρως για τις επίδικες απαιτήσεις της. Οι ως άνω αποδείξεις είναι αναλυτικές, καθώς αναφέρουν τα επιμέρους ποσά που απαρτίζουν τις καταβληθείσες αποδοχές της αναιρεσίβλητης καθώς και τις αιτίες καταβολής τους.
Η αναιρεσίβλητη α) για το χρονικό διάστημα 1-7-2002 έως 31-12-2002, σύμφωνα με τα ανωτέρω, έπρεπε να λάβει, το ποσό των 3.932,604 ευρώ και έλαβε το ποσό των 3.960 ευρώ σύμφωνα με τις ανωτέρω αποδείξεις και συνεπώς έχει εξοφληθεί για την περίοδο αυτή β) για το χρονικό διάστημα από την 1/1/2003 έως την 31/12/2003 έπρεπε να λάβει το ποσό των 8.234,92 ευρώ και έλαβε το ποσό των 8.025 και συνεπώς οφείλεται σε αυτήν η διαφορά εκ ποσού 209,92 ευρώ γ)για το χρονικό διάστημα από την 1/1/2004 έως την 30/6/2004 έπρεπε να λάβει το ποσό των 4.304,84 ευρώ και έλαβε το ποσό των 4.080 ευρώ και συνεπώς οφείλεται σε αυτήν το ποσό των 224,84 ευρώ, δ) για το χρονικό διάστημα από την 1/7/2004 έως την 31/12/2004 έπρεπε να λάβει το ποσό των 4.461,44 ευρώ και έλαβε το ποσό των 4,278 ευρώ και συνεπώς οφείλεται σε αυτήν το ποσό των 183,44 ευρώ, ε) για το χρονικό διάστημα από την1/1/2005 έως την 30/6/2005 έπρεπε να λάβει το ποσό των 4.643,78 ευρώ και έλαβε το ποσό των 3.067 ευρώ και συνεπώς οφείλεται σε αυτήν το ποσό των 1.576,78 ευρώ και συνολικά από την ανωτέρω αιτία οφείλεται σε αυτή το ποσό των 2.194,98 ευρώ.
Επίσης, η αναιρεσίβλητη εργάσθηκε στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας 17 Κυριακές από την 15/2/2002 έως την 30/6/2002, 22 Κυριακές από την 1/7/2002 έως την 31/12/2002, 45 Κυριακές από την 1/1/2003 έως την 31/12/2003, 24 Κυριακές από την 1/1/2004 έως την 30/6/2004, 17 Κυριακές από την 1/7/2004 έως την 31/12/2004 και 12 Κυριακές από την 1/1/2005 έως την 30/6/2005 και συνεπώς οφείλεται σε αυτήν το νόμιμο ημερομίσθιο της, προσαυξημένο όμως κατά 75%, (υπ' αριθ. 8900/1946 και 258251/1951 αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας σε συνδυασμό με το αρθρ. 2§1 ν. 435/1976), η δε αναιρεσίβλητη ζητεί μόνο την προσαύξηση αυτή.
Συνεπώς, για την ανωτέρω αιτία οφείλεται σε αυτή(α) για το χρονικό διάστημα από την 15/2/2002 έως την 30/6/2002 το ποσό των 327,75 ευρώ (642,66:25Χ75%Χ17 ημέρες), β) για το χρονικό διάστημα από την 1/7/2002 έως την 31/12/2002 το ποσό των 432,58 ευρώ (655,43:25Χ75%Χ22 ημέρες) γ) για το χρονικό διάστημα από την 1/1/2003 έως την 31/12/2003 το ποσό των 926,42 ευρώ (686,24:25Χ75%Χ45 ημέρες) δ) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως την 30-6-2004 το ποσό των 516,58 ευρώ (717,47:25Χ75%Χ24 ημέρες), ε) για το χρονικό διάστημα από την 1/7/2002 έως την 31/12/2002 το ποσό των 379,22 ευρώ (743,57:25Χ75%Χ17 ημέρες), στ) για το χρονικό διάστημα από την 1/1/2005 έως την 30/6/2005 το ποσό των 278,62 ευρώ (773,96:25Χ75%Χ12 ημέρες) και συνολικά οφείλεται σε αυτήν το ποσό των 2.861,17 ευρώ.
Ακολούθως, στην αναιρεσίβλητη οφείλονται α) υπόλοιπο αποδοχών αδείας 2002, εκ ποσού 287,26 ευρώ, β) επίδομα αδείας 2002 εκ ποσού 332,5 (665:2), γ) αποδοχές αδείας 2005 εκ ποσού 773,96 ευρώ, δ) επίδομα αδείας 2005 εκ ποσού 386,98 ευρώ (773,96:2), ε) την προσαύξηση λόγω μη χορήγησης σε αυτήν άδειας αναψυχής 2005, εκ ποσού 773,96 ευρώ, ενώ για τα έτη 2003 και 2004 οι σχετικές απαιτήσεις;
έχουν εξοφληθεί, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από την αναιρεσείουσα αποδείξεις πληρωμής, το περιεχόμενο των οποίων δεν ανταπέδειξε η αναιρεσίβλητη, στ) αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2005 εκ ποσού 250,76 ευρώ (773,96:25X8,10)". Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε εν μέρει τις συνεκδικασθείσες δύο αγωγές και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το σε αυτήν αναφερόμενο ποσό ευρώ, επιπλέον δε απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ένσταση της αναιρεσείουσας κα του άρθρου 281 ΑΚ.
Με αυτά που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας ορθώς εφήρμοσε την προαναφερθείσα ουσιαστική διάταξη και διέλαβε τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση των εφαρμοσθείσων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, (ειδικώς για το κεφάλαιο των αποδοχών της αναιρεσίβλητης για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 μέχρι 30-6-2005 γίνεται λόγος κατωτέρω στον τέταρτο λόγο αναιρέσεως).
Επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά τα κεφάλαια Α-Δ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω με το υπό στοιχείο Ε του ίδιου λόγου προβάλλεται η αιτίαση ότι παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας επιδίκασε για το έτος 2002 επίδομα αδείας, διότι η αναιρεσίβλητη - εργαζόμενη δεν είχε συμπληρώσει χρόνο υπηρεσίας τουλάχιστον 12 μηνών.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού κατ' άρθρο 5 της από 15-4-2002 της ΕΓΣΣΕ (που ισχύει από 1-1-2002), η διάρκεια της σχέσης εργασίας που απαιτείται για τη γένεση της εν λόγω αξίωσης, ορίστηκε από δώδεκα σε δέκα μήνες συμπληρωμένους, προϋπόθεση την οποία είχε η αναιρεσίβλητη, αφού, κατά τα ανωτέρω, είχε εργασθεί στην αναιρεσείουσα από 15-2-2002 μέχρι 31-12-2002 συνεχώς.
Όσον αφορά όμως την αιτίαση του ίδιου σκέλους (Ε) του ως άνω λόγου, ότι δηλαδή η προσβαλλόμενη απόφαση επιδίκασε παρά το νόμο ποσό 773,96 ευρώ στην αναιρεσίβλητη για αποδοχές αδείας του έτους 2002 είναι απορριπτέος ως αόριστος, δεδομένου ότι όπως προκύπτει από την επιτρεπτώς γενόμενη επισκόπησης της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο της ουσίας δεν επιδίκασε για το έτος αυτό το εν λόγω ποσό και μάλιστα για την αιτία αυτή, παρά μόνο για αποδοχές αδείας του έτους 2005.
Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη η μακρόχρονη αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Στην προκείμενη περίπτωση, κατά της ένδικης αγωγής ως προς την καταβολή διαφορών μισθών υπερημερίας μετά της αναλογίας των σχετικών επιδομάτων, η αναιρεσείουσα εταιρία πρότεινε παραδεκτώς ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως των αντιστοίχων δικαιωμάτων. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι η αναιρεσίβλητη από την πρόσληψη της αναγνώρισε τη φύση της σύμβασης, 2) υπέγραψε ανεπιφύλακτα και αδιαμαρτύρητα τις μηνιαίες μισθοδοτικές καταστάσεις, 3) ουδέποτε είχε εκφράσει οιαδήποτε διαμαρτυρία σε οποιονδήποτε υπεύθυνο της επιχείρησης για καταβολή σε αυτήν μειωμένων αποδοχών για την εργασία της και 4) η άσκηση του σχετικού δικαιώματος της μετά το πέρας της συμβάσεως έχει αποδυναμώσει αυτό, γιατί επί μακρόν αποδέχτηκε εμπράκτως τους σχετικούς όρους και σε κάθε περίπτωση η άσκηση του αυτή υπερβαίνει προφανώς τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη, τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπότου δικαιώματος της αναιρεσίβλητης κατ' άρθρο 281 ΑΚ.
Μεβάση τις παραδοχές που αναφέρονται στην ανωτέρω σκέψη το μονομελές πρωτοδικείο, αφού δέχτηκε εν μέρει την αγωγή απέρριψε την προαναφερόμενη ένσταση της αναιρεσίβλητης ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Έτσι που έκρινε το εν λόγω δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πρώτος (στοιχείο Δ') λόγος αναιρέσεως.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, τούτο επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη για διαφορά αποδοχών της του χρονικού διαστήματος από 1-1-2005 μέχρι 30-6-2005 το ποσό των 1576,78 ευρώ, καιτοί με την παραδεκτώς επισκοπούμενη από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, αγωγή της, η αναιρεσίβλητη εζήτησε για τον λόγο αυτό, το ποσό των 679,88.
Συνεπώς το δικαστήριο της ουσίας, που επιδίκασε εν σχέση προς το ανωτέρω κεφάλαιό της, περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, υπέπεσε έτσι στην πλημμέλεια που προβλέπεται από την προαναφερθείσα διάταξη. Επομένως ο σχετικός τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Μετά ταύτα, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει κατά τη διάταξή της περί επιδικάσεως διαφοράς αποδοχών της αναιρεσίβλητης του χρονικού διαστήματος από 1-1-2005 μέχρι 30-6-2005 ποσού 1.576,78 ευρώ, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο ήτοι στο Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που την εξέδωσαν (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 3260/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το εκτιθέμενο στο σκεπτικό της παρούσας μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση ως προς το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ