Supreme Court allows appeal on evidence and alimentary duty calculation errors in family law case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Second Instance Court's family law judgment regarding child support and alimony. The appellant argued that the lower court failed to consider specific documentary evidence and incorrectly calculated the monthly alimentary duty by subtracting the wife's contribution from the child's total need. The court accepted the first ground for appeal as valid due to the omission of relevant evidence while rejecting the second ground as inadmissible because it concerned procedural documents without defined content. Consequently, the judgment was annulled and the case remitted for retrial with the court ordered to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 270, 335, 338-341, 346 and 559(11) of the Code of Civil Procedure; The court must consider all evidence adduced by parties, and failure to do so constitutes a ground for appeal, whereas vague references to unexamined documents do not.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 96 / 2006 (Ζ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 96/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Στυλιανό Πατεράκη, Αντιπρόεδρο, Στέφανο Γαβρά, Δημήτριο Λοβέρδο , Ρένα Ασημακοπούλου και Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Σιταρά Αικατερίνης, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Π. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου Ευφροσύνης Τσαμολιά.
Της αναιρεσίβλητης: Α. θυγ. Ν. Β., εν διαστάσει συζύγου Π. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22/7/2000 και 26/7/2000 αγωγές των διαδίκων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2118/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 545/2002 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 12/4/2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Λοβέρδος ανέγνωσε την από 28 Νοεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την έκθεση επιδόσεως ... του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή, Χ. Σ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, υπ'αριθ. 58/26-04-05, αίτησης αναιρέσεως με την πράξη ορισμού δικασίμου και την κλήση προς συζήτηση κατά την ως άνω δικάσιμο επιδόθηκε, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη• αυτή όμως δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση η οποία επομένως πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία της, κατ'άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.
ΙΙ. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 270, 335, 338 - 341 και 346 Κ.Πολ.Δικ., το δικαστήριο της ουσίας υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα στα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για την απόδειξη ισχυρισμών τους που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης• διαφορετικά ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δικ.
Η απόφαση μπορεί να περιορίζεται σε γενική μνεία του είδους των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμώνται χωρίς την ανάγκη εξειδίκευσης για καθένα χωριστά αρκεί όμως για τη θεμελίωση του αναιρετικού αυτού λόγου μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Στην προκείμενη περίπτωση αναφέρεται μεν στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς την ουσία της υπόθεσης, αναφορικά με την επιμέλεια του ανήλικου τέκνου των αντιδίκων και τη διατροφή του καθώς και τη διατροφή της αναιρεσίβλητης συζύγου κατά τη διάρκεια διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, λαμβάνοντας υπόψη, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τις κατονομαζόμενες ένορκες βεβαιώσεις και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, περαιτέρω όμως από την όλη αιτιολογία της απόφασης καταλείπονται αμφιβολίες αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε:
α) την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος του αναιρεσείοντος, Π. Μ., φαρμακοποιού, που έχει καταχωριστεί στα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αναφορικά με το χαρακτήρα του αναιρεσείοντος, τη συμπεριφορά του ως συζύγου και πατέρα, την κατάσταση της υγείας του και τη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης.
β) την από 20.07.2000 γνωμάτευση του νευρολόγου ιατρού Κ. Γ. ως προς την κατάσταση της υγείας του αναιρεσείοντος. γ) τα αντίγραφα των εντολών νοσηλείας του αναιρεσείοντος. δ) την από 27-06-2000 ιατρική γνωμάτευση του ψυχιάτρου Π. Η. σε σχέση με τη μανιοκατάθλιψη που του αποδίδεται από την αναιρεσίβλητη. ε) την από 17-09-2001 βεβαίωση της Τράπεζας Πίστεως ως προς τη διατήρηση από την αναιρεσίβλητη της 564 θυρίδας στην εν λόγω τράπεζα, το περιεχόμενό της και την τύχη του• αποδεικτικά μέσα τα οποία νομίμως επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων, προς απόδειξη των πραγματικών ισχυρισμών του, που σύμφωνα με το αναφερόμενο αποδεικτικό περιεχόμενό τους ασκούν, κατ'αυτόν, ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δικ., καθόσον αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τα παραπάνω έγγραφα - αποδεικτικά μέσα, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος• ενώ, κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, αναφερόμενος σε διαδικαστικά έγγραφα που δεν λήφθηκαν υπόψη, έγγραφα χωρίς να προσδιορίζεται το αποδεικτικό τους περιεχόμενο και έγγραφα σε σχέση με τα οποία, υπό την επίκληση του αναιρετικού αυτού λόγου πλήσσεται η ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
ΙΙΙ. Ως "αίτηση" την οποία το δικαστήριο άφησε αδίκαστη, έτσι ώστε να ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δικ., νοείται μόνο εκείνη που αναφαίρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία. Έτσι, η παρά το νόμο λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που εφόσον προταθούν νομίμως στηρίζουν, σύμφωνα με το νόμο, αγωγή, ένσταση ή άλλη αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση, δεν θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δικ.
αλλά εκείνο του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων σε συνδυασμό προς την προσβαλλόμενη απόφαση η αγωγική αξίωση διατροφής της ανήλικης θυγατέρας των αντιδίκων προσδιορίζεται στο ποσό των 150.000 δρχ. μηνιαίως. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο μη συνυπολογίζοντας τη συνεισφορά της αναιρεσίβλητης, ως "...
ζήτημα που εξετάζεται από το δικαστήριο μόνο κατ' ένσταση...", καθόρισε τη διατροφή της ανήλικης στις 120.000 δρχ. μηνιαίως, χωρίς ως προς αυτό να ασκηθεί έφεση ή αντέφεση από την αναιρεσίβλητη. Το Εφετείο, σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση καθόρισε κι'αυτό τη διατροφή στις 120.000 δρχ. μηνιαίως, αφού όμως συνυπολόγισε τη συνεισφορά της αναιρεσίβλητης που αποτιμήθηκε στις 30.000 δρχ.
το μήνα, και την αφαίρεσε από το αιτηθέν ποσό των 150.000 δρχ. (150.000 - 30.000 = 120.000). Έτσι όμως έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ειδικότερα ότι η μηνιαία διατροφή της ανήλικης ανέρχεται σε 150.000 δρχ., ποσό από το οποίο αφαιρέθηκε η συνεισφορά της αναιρεσίβλητης (150.000 - 30.000 = 120.000 δρχ.) αντί 120.000 - 30.000 = 90.000 δρχ.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις, κατ'ορθήν υπαγωγή από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, στο σύνολό της, την 545/2002 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στον αναιρ4εσείοντα τα δικαστικά έξοδα εκ χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2005.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Ιανουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ