Supreme Court dismisses appeal against appellate court ruling on condominium ownership and shared rights interpretation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding condominium ownership disputes. The appellants argued that the lower court failed to properly evaluate specific clauses in the sale contracts concerning exclusive rights to a garage and misinterpreted the scope of shared areas. The court found the appellate judgment well-founded, noting it considered the entire evidence without needing specific references to disputed contract excerpts, and thus dismissed the appeal as baseless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 2, 5, 7, 8, 13 of Law 3741/1929; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court reviews appeals to ensure the lower court correctly interpreted condominium ownership laws and contract terms regarding shared versus exclusive rights.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 969 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 969/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 25 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1)Α. Ζ. του Θ., 2)Μ. συζ. Α. Ζ. το γένος Κ., 3)Θ.-Α. Ζ. του Α., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεράσιμο Απέργη .
Της αναιρεσιβλήτου:Ά. συζ. Χ. Κ., το γένος Α. Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Θεόδωρο Μητράκο, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ,.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-5-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1175/2012 του ιδίου Δικαστηρίου, 5954/2014 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-6-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων, ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 5 παρ. 1 εδ. α’ , 7 παρ. 1, 8 και 13 του ν. 3741/1929 "Περί ιδιοκτησίας κατ` ορόφους", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα με το άρθρο 54 του Εισαγωγικού Νόμου αυτού και 1117 του ΑΚ, συνάγεται ότι επί οριζόντιας ιδιοκτησίας ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή διαμέρισμα ορόφου, παρεπομένως δε και αναγκαστική συγκυριότητα, που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ’ ανάλογη μερίδα, στα μέρη του όλου ακινήτου, που χρησιμεύουν σε κοινή από όλους τους οροφοκτήτες χρήση.
Μεταξύ των μερών αυτών περιλαμβάνονται, κατά ενδεικτική στις διατάξεις αυτές απαρίθμηση, το έδαφος, τα θεμέλια, οι πρωτότοιχοι, η στέγη, οι καπνοδόχοι, οι αυλές, τα φρεάτια ανελκυστήρων, οι εγκαταστάσεις κεντρικής θέρμανσης και το ηλιακωτό δώμα. Εξάλλου, με βάση το άρθρο 2 τελευταία παράγραφος του ν. 3741/1929, η οποία ορίζει ότι αδιαίρετος είναι η ιδιοκτησία "και παντός άλλου πράγματος χρησιμεύοντος προς κοινήν των ιδιοκτητών χρήσιν", προσδιορίζονται τα κριτήρια υπαγωγής στην ομάδα των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών της οικοδομής, που δεν αναφέρονται ρητά στη συμφωνία ή στο νόμο.
Ειδικότερα, ο προσδιορισμός των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων αυτών μερών, γίνεται, είτε με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία, είτε με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των οροφοκτητών, κατά τα άρθρα 4 παρ. 1, 5 και 13 του ν. 3741/1929, δηλαδή με σύμφωνη απόφασή τους, που πρέπει να καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί.
Αν τούτο δεν γίνει, αν δηλαδή δεν ορίζεται τίποτα από την ως άνω δικαιοπραξία, ούτε με ιδιαίτερες συμφωνίες, τότε ισχύει ο προσδιορισμός, που προβλέπεται από τις, ως άνω, διατάξεις. Στην τελευταία περίπτωση, κριτήριο για τον χαρακτηρισμό πράγματος ως κοινόκτητου και κοινόχρηστου, είναι ο κατά τη φύση του προορισμός για την εξυπηρέτηση των συνιδιοκτητών με την κοινή από αυτούς χρήση του.
Δεδομένου δε, ότι η θεσπιζόμενη με τα άρθρα 1002 ΑΚ και 1 επ. του ν. 3741/1929 αποκλειστική (χωριστή) κυριότητα επί ορόφου ή τμήματος ορόφου αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα superficies solo cedit, που έχει περιληφθεί στο άρθρο 1001 εδ. α’ του ΑΚ, οποιοδήποτε μέρος του όλου ακινήτου που δεν ορίστηκε ή δεν ορίστηκε έγκυρα, με το συστατικό της οροφοκτησίας τίτλο ότι αποτελεί αντικείμενο της αποκλειστικής κυριότητας κάποιου συνιδιοκτήτη, υπάγεται αυτοδικαίως από το νόμο, κατ` εφαρμογή του ανωτέρω κανόνα, στα αντικείμενα της αναγκαστικής συγκυριότητας επί του εδάφους και θεωρείται κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος του ακινήτου (ΟλΑΠ 23/2000).
Επιτρέπεται δε κατά παρέκκλιση από τα οριζόμενα με την ενδεικτικής φύσεως διάταξη του άρθρου 2 του ν. 3741/1929, όπως με ειδική συμφωνία που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και καταχωρίζεται στα βιβλία μεταγραφών το δικαίωμα να παραχωρηθεί αποκλειστικώς σε κάποιους από τους συνιδιοκτήτες ή και σε έναν από αυτούς η χρήση σε κάποιο από αυτά τα κοινά μέρη, οπότε η χρήση του δεν ανήκει σε όλους από κοινού τους συνιδιοκτήτες του εδάφους.
Ακόμα οι συμφωνίες, με τις οποίες κανονίζονται κατά διαφορετικό τρόπο τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των ιδιοκτητών οριζοντίων ιδιοκτησιών στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα πράγματα, δημιουργούν περιορισμούς της αναγκαστικής συγκυριότητας επί των πραγμάτων αυτών, από την οποία απορρέει το δικαίωμα συμμετοχής στη χρήση τους.
Οι κατ’ αυτόν τον τρόπο δημιουργούμενοι περιορισμοί, σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 3 του ν. 3741/1929 "φέρουν χαρακτήρα δουλείας", δεν είναι όμως δουλείες κατά την έννοια των άρθρων 1118 επ., 1142 και 1188 επ. ΑΚ, αλλά φέρουν χαρακτήρα δουλείας με την έννοια και μόνο ότι δεσμεύουν τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους των ιδιοκτητών των οριζοντίων ιδιοκτησιών που τους συνομολόγησαν και αντιτάσσονται κατά τρίτων (ΟλΑΠ 5/1991).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1118, 1121 και 1134 ΑΚ προκύπτει ότι το εμπράγματο δικαίωμα της πραγματικής δουλείας είναι παρεπόμενο της κυριότητας επί του δεσπόζοντος ακινήτου με την έννοια ότι κάθε μεταβίβαση του ακινήτου, στο οποίο η δουλεία παρέχει ωφέλεια, περιλαμβάνει αυτοδικαίως και τη δουλεία, έστω και αν δεν ορίζεται τίποτε σχετικά στην πράξη μεταβίβασης (ΑΠ 318/2013).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 1/2013).
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.
Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα. Τα διδάγματα της κοινής πείρας μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 560 παρ. 1β ΚΠολΔ).
Ο προαναφερόμενος αναιρετικός λόγος στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ` αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005).
Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στον συγκεκριμένο κανόνα δικαίου και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.
Διαφορετικά, αυτός απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 126/2014). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).
Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ διότι πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Με το ...|1953 συμβόλαιο διανομής, σύστασης και κανονισμού σχέσεων συνιδιοκτητών του συμβολαιογράφου Αθηνών Χ. Σ. που μεταγράφηκε νόμιμα και αφορά την πολυκατοικία που βρίσκεται στην Αθήνα επί της πλατείας ...
καθορίστηκε μεταξύ άλλων ότι το αριστερό της πρόσοψης της οικοδομής κτισμένο γκαράζ (μη συμπεριλαμβανομένου του άνωθεν αυτού δωματίου) τυγχάνει κοινόκτητο και κοινόχρηστο μεταξύ μόνο των ιδιοκτητών των υπό στοιχεία Β, Γ και Δ κατοικιών και αυτό περιέρχεται κατά τα 500/000 εξ αδιαιρέτου στον πρώτο των συμβαλλομένων Κ.
Η. ως κύριο των κατοικιών Γ και Δ και κατά τα υπόλοιπα 500/000 εξ αδιαιρέτου στη δεύτερη των συμβαλλόμενων αδελφή του Α. Η. ως κυρία της κατοικίας Β. Στη συνέχεια ο Κ. Η. με το ...1979 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Π. που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε κατά κυριότητα την κατοικία Γ στην αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "...
SA" μαζί με τα συστατικά και παραρτήματα αυτής και την εξ αδιαιρέτου αναλογία της επί του οικοπέδου και των λοιπών κοινοκτήτων και κοινοχρήστων χώρων της ανωτέρω πολυκατοικίας. Ο Κ. Η. απεβίωσε στις 11-3-1982 και κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του Ά. - Τ. Η. ως εκ διαθήκης κληρονόμου του, η οποία αποδέχθηκε την επαχθείσα σ’ αυτήν κληρονομία, στην οποία συμπεριλαμβανόταν και η κατοικία Δ, με την .../1982 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Πειραιώς Χ.
Δ. που μεταγράφηκε νόμιμα. Στην εν λόγω πράξη αποδοχής κληρονομίας αναφέρεται "ότι γίνεται μνεία ότι εις το υπ’ αριθ. .../1953 συμβόλαιο συστάσεως οροφοκτησίας ορίζεται ότι το αριστερά της προσόψεως της οικοδομής γκαράζ ανήκει εξ αδιαιρέτου κατ’ ισομοιρίαν εις τον αποβιώσαντα Κ. Η., ως κύριον κατά το χρόνο της συστάσεως οροφοκτησίας των Γ’ και Δ’ διηρημένων ιδιοκτησιών και την Α.
Η. ως κυρίαν της Β’ διηρημένης ιδιοκτησίας". Στη συνέχεια με την ...1989 πράξη διόρθωσης αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Φ. που μεταγράφηκε νόμιμα, διευκρινίζονται τα αποτελούντα την κατοικία Δ μέρη της οικοδομής, στα οποία περιλαμβάνεται, όπως αναγράφεται στην εν λόγω πράξη, "το μισό 1/2 εξ αδιαιρέτου του αριστερά της οικοδομής, βρισκομένου στο ισόγειο γκαράζ, εκτάσεως 39,10 τ.μ.
Το υπόλοιπο 1/2 του άνω γκαράζ ανήκει στην κατοικία Β’ ". Κατόπιν η Ά.-Τ. χα Κ. Η. με το .../15-9-1989 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Σ. που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε κατά κυριότητα στη Ν. Θ. συζ. Χ. Κ. και στον Δ. Λ. την κατοικία Δ, η οποία σύμφωνα με την περιγραφή της στο εν λόγω συμβόλαιο αποτελείται και από το μισό (1/2) εξ αδιαιρέτου του αριστερά της οικοδομής ευρισκομένου στο ισόγειο γκαράζ εκτάσεως 39,10 τ.μ.
Το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου του άνω γκαράζ ανήκει στην κατοικία Β. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με το .../5.10.1989 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Θ. Χ. που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβιβάστηκε κατά κυριότητα στον Κ. Μ. η κατοικία Γ "μετά των συστατικών και παραρτημάτων της, και των αναλογιών της επί του οικοπέδου και των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων χώρων, μερών, πραγμάτων και εγκαταστάσεων της πολυκατοικίας".
Οι ενάγοντες με το .../1999 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Α. που μεταγράφηκε νόμιμα, απέκτησαν οι δύο πρώτοι κατ’ ισομοιρίαν την επικαρπία, ο δε τρίτος κατά ψιλή κυριότητα την ανωτέρω κατοικία Γ της εν λόγω πολυκατοικίας, η οποία κατά τα αναφερόμενα στο ως άνω συμβόλαιο καταλαμβάνει ολόκληρο τον τρίτο πάνω από το ισόγειο όροφο εκτός των κοινοχρήστων χώρων, και μέρους του τετάρτου πάνω από το ισόγειο ορόφου της πολυκατοικίας με την αναλογία της επί των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων χώρων πραγμάτων και εγκαταστάσεων της πολυκατοικίας.
Η δε εναγομένη με το .../2004 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Α. που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε κατά κυριότητα την κατοικία Δ, στην οποία κατά τα αναγραφόμενα στο εν λόγω συμβόλαιο ανήκει το μισό το (1/2) εξ αδιαιρέτου ισογείου γκαράζ, ευρισκομένου αριστερά της οικοδομής εμβαδού 39,10 τ.μ. Εξάλλου σύμφωνα με τα προεκτεθέντα αποδείχθηκε ότι στην κατοικία Δ ανήκει η αποκλειστική χρήση των 500/000 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου γκαράζ.
Στον Κ. Η. ανήκε η χρήση των 500/000 του επιδίκου γκαράζ ως ιδιοκτήτη και των δύο κατοικιών Γ και Δ και όταν μεταβίβασε αυτός Διοικητής τότε της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στην αλλοδαπή εταιρεία την κατοικία Γ, δεν μεταβίβασε και σύγχρηση των 500/000 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου γκαράζ, διότι με δεδομένο ότι στο εν λόγω γκαράζ χωρούν δύο μόνο αυτοκίνητα, εκ των οποίων το ένα θα προερχόταν από τον ιδιοκτήτη της κατοικίας Β, αυτός θα έμενε χωρίς θέση στάθμευσης στο γκαράζ της κατοικίας του.
Άλλωστε γι’ αυτό δεν έγινε καμία μνεία στο συμβόλαιο πώλησης της κατοικίας Γ για το επίδικο γκαράζ. Αντιθέτως τόσο στην πράξη αποδοχής κληρονομίας από τη σύζυγό του Ά.-Τ. χα Κ. Η. της κατοικίας Δ, όσο και στη διορθωτική αυτής γίνεται ειδική μνεία στη μεν πράξη αποδοχής κληρονομίας ότι το επίδικο γκαράζ "ανήκε κατ’ ισομοιρίαν στον αποβιώσαντα Κ.
Η. ως κύριον κατά το χρόνο συστάσεως της οροφοκτησίας των Γ και Δ ιδιοκτησιών", στη δε διορθωτική ότι στην εν λόγω Δ κατοικία ανήκει κατά αποκλειστική χρήση το μισό του επιδίκου γκαράζ. Επίσης ειδική μνεία για την αποκλειστική χρήση των 500/000 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου γκαράζ από τους ιδιοκτήτες της κατοικίας Δ γίνεται και στα συμβόλαια μεταβίβασης λόγω πώλησης της κατοικίας Δ τόσο στους δικαιοπαρόχους της εναγομένης όσον και σ’ αυτή.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι οι ιδιοκτήτες της κατοικίας Γ έκαναν χρήση των 500/000 του επιδίκου γκαράζ όχι δικαιωματικά, αλλά μόνον όταν οι ιδιοκτήτες της κατοικίας Β δεν έκαναν χρήση των υπολοίπων 500/000 του γκαράζ καθόσον αποδείχθηκε ότι δυο μόνον αυτοκίνητα μπορούν να σταθμεύσουν σ’ αυτό". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, που εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων, με την οποία ζητούσαν να αναγνωρισθεί αφενός ότι είναι άκυρο το προαναφερόμενο υπ’ αριθ. .../2004 πωλητήριο συμβόλαιο κατά το τμήμα που αφορά τη μεταβίβαση του δικαιώματος αποκλειστικής σύγχρησης των 500/1000 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ισογείου γκαράζ και αφετέρου ότι οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες έχουν δικαίωμα για αποκλειστική σύγχρηση μαζί με την εναγομένη-αναιρεσίβλητη των 250/1000 εξ αδιαιρέτου του, ως άνω, γκαράζ, δεν παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 3 του ν. 3741/1929, 1118, 1121 και 1134 ΑΚ εφόσον, για την εφαρμογή τους κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, ούτε απαίτησε περισσότερα στοιχεία, ούτε αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, αλλ’ ούτε και προσέδωσε σ’ αυτές έννοια διαφορετική από την αληθινή, οι δε τ’ αντίθετα υποστηρίζοντες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι αυτή, λόγω έλλειψης αιτιολογιών, άλλως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, δεν έχει νόμιμη βάση ως προς το ζήτημα της σύστασης της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας και του έχοντος το δικαίωμα προς μεταβίβαση των ποσοστών σύγχρησης του γκαράζ προσώπου.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω της αντιφατικότητάς του, αφού η επικαλούμενη έλλειψη αιτιολογίας αντιφάσκει προς την επικαλούμενη ανεπάρκεια αιτιολογιών για το ίδιο ζήτημα. Εάν, εξάλλου, θεωρηθεί ότι ο σχετικός λόγος στηρίζεται στην ανεπάρκεια των αιτιολογιών, είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος διότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της περιέλευσης των 500/1000 του επιδίκου χώρου του γκαράζ ονομαστικώς σε εκάτερο των κυρίων αφενός των κατοικιών Γ και Δ.
Κ. Η. και αφετέρου της κατοικίας Β Α. Η. και του δικαιώματος του πρώτου και της κληρονόμου του να μεταβιβάζει περαιτέρω τα ανωτέρω ποσοστά στον εκάστοτε δικαιοδόχο τους, ο οποίος θα αποκτούσε παραγώγως την κυριότητα οποιασδήποτε εκ των δυο κατοικιών, ενώ κατά τις λοιπές αιτιάσεις του είναι απαράδεκτος, αφού οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπάρκειες αναφέρονται στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων και στην αιτιολόγηση του σαφώς διατυπούμενου αποδεικτικού πορίσματος.
Επειδή, η κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που συνεπάγεται αναίρεση της απόφασης, υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά διαλαμβάνεται σ` αυτό, με την παραδοχή ως περιεχομένων σ’ εκείνο κρισίμων περιστατικών καταδήλως διαφορετικών από αυτά που πραγματικά διαλαμβάνονται, με αποτέλεσμα το δικαστήριο, στηριζόμενο αποκλειστικά στο έγγραφο αυτό ή κυρίως σε αυτό, να καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Η παραμόρφωση δε του εγγράφου μπορεί να γίνει θετικώς με την εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικώς με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων φράσεων αυτού. Εξάλλου, κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Πράγματα υπό την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής (και όχι αρνητικός της αγωγής) ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του εφεσίβλητου.
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 41/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο κατά τα σχετικά σκέλη του λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση:
Α) η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ως προς το ότι το Εφετείο, για την κατάρτιση του αποδεικτικού πορίσματος παραμόρφωσε αρνητικώς τα παρατιθέμενα σ’ αυτό πωλητήρια συμβόλαια υπ’ αριθ. ...1979, .../1989 και .../1999 των συμβολαιογράφων Αθηνών Ε. Π., Θ. Χ. και Ν. Α. αντίστοιχα παραλείποντας να "αναγνώσει" τις εξής επί λέξει αντίστοιχες περικοπές τους :
α) "... μετά των συστατικών αυτής καί παραρτημάτων και μετά της εξ αδιαιρέτου αναλογίας της επί τε του οικοπέδου και των λοιπών κοινοκτήτων και κοινοχρήστων της άνω πολυκατοικίας και μεθ’ όλων των επ’ αυτής και εξ αυτής δικαιωμάτων του προσωπικών και εμπραγμάτων ... συμφώνως προς τας περί οριζοντίου ιδιοκτησίας διατάξεις και του μνησθέντος υπ’ αριθμόν .../53 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών X.
Σ.", β) "... μετά των συστατικών και παραρτημάτων αυτής ... και των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων χώρων, μερών, πραγμάτων και εγκαταστάσεων της όλης οικοδομής, έως και με τα παντός εν γένει δικαιώματος αποκλειστικής ή κοινής μετ’ άλλων συνιδιοκτητών χρήσεως χώρων οικοδομής, κοινοκτήτων ή κοινοχρήστων, αναγνωριζομένου υπέρ της οριζοντίου αυτής ιδιοκτησίας και του εκάστοτε κυρίου, νομέως ή κατόχου αυτής εις το ρηθέν υπ’ αριθ. .../1953 συμβόλαιον διανομής μετά συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού του συμβολαιογράφου Αθηνών Χ.
Σ. ..." και γ) "... μετά της αναλογίας του επί των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων χώρων, μερών, πραγμάτων και εγκαταστάσεων της πολυκατοικίας ...με όλα τα επ’ αυτού δικαιώματά του ... και μετά των λοιπών παραρτημάτων και παρακολουθημάτων αυτού", τα δε ανωτέρω χωρία δεν αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν επισημαίνονται και δεν αξιολογούνται.
Όπως όμως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της εφετειακής απόφασης, δεν καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία περί του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, πέραν του ότι για να καταλήξει στην κρίση του δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στα έγγραφα αυτά ή κυρίως σ’ αυτά, έλαβε υπόψη του το σύνολο του κειμένου τους, χωρίς ανάγκη ειδικής αναφοράς, επισήμανσης και αξιολόγησης των επί μέρους, ως άνω, χωρίων τους, συνάγοντας διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από εκείνο, το οποίο οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό.
Ως εκ τούτου ο τ’ αντίθετα υποστηρίζων αναιρετικός λόγος κατά το σχετικό σκέλος του ελέγχεται αβάσιμος, Β) η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι στις προαναφερόμενες περικοπές-χωρία των μνημονευομένων συμβολαίων περιγράφεται και η μεταβίβαση του επιδίκου δικαιώματος αποκλειστικής σύγχρησης επί του ημίσεως των 500/1000 εξ αδιαιρέτου του ισογείου γκαράζ.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά το σχετικό σκέλος του είναι απαράδεκτος διότι το γεγονός της αναφοράς της μεταβίβασης δικαιώματος στα ανωτέρω, αποτελούντα αποδεικτικά μέσα, συμβολαιογραφικά έγγραφα δεν συνιστά, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση "πράγμα" και Γ) η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση διότι "αν το Εφετείο διέγνωσε κενό ότι τα δυο διάδικα μέρη είχαν διαφορετική άποψη ως προς το κατά πόσο το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του επίμαχου γκαράζ εντάσσεται στα γενικώς αναφερόμενα δικαιώματα των ανωτέρω περικοπών, θα έπρεπε να διαγνώσει κενό ή ασάφεια και να ανατρέξει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ".
Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που με επίκληση προσεκόμισαν τα αντίδικα μέρη, δεν διαπίστωσε την ύπαρξη αμφιβολίας ή κενού ως προς την έννοια της βούλησης των αντισυμβαλλομένων μερών στα προαναφερόμενα συμβόλαια και συνακόλουθα δεν υπήρχε λόγος προσφυγής στους, ως άνω, ερμηνευτικούς κανόνες.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το σχετικό σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-6-2016 αίτηση των Α. Ζ. του Θ., Μ. συζ. Α. Ζ. και Θ.-Α. Ζ. του Α. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 5954/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ