Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds regarding document distortion under Article 559(20) of Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellants' request to overturn the Second Instance Court's final judgment regarding construction damages. The appellants argued that the lower court distorted technical reports and expense receipts to reach an unfavorable evidentiary conclusion. The court rejected this claim as inadmissible because the appeal petition failed to specify which documents were distorted, their content, or the specific harmful outcome derived from such distortion.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(20) and 561(1) of the Civil Procedure Code; An appeal ground based on document distortion is inadmissible if the petition fails to identify the specific documents, describe their content, and demonstrate the specific harmful evidentiary result.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 969 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 969/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Δ. Χ. του Σ., κατοίκου ... και Σ. συζ. Δ. Χ., το γένος Ε. Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρύσανθο Κετίκογλου.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Δ. Π. ΚΑΙ ΥΙΟΙ Ε.Ε", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Δ. Π. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παπαδόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15.5.1991 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με αριθμό 16000/2690/1991 και την αντίθετη από 16.1.1991 αγωγή της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, η οποία κατατέθηκε με αριθμό 256/1991 στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, με την υπ' αριθ. 1704/1991 απόφαση του οποίου παραπέμφθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8173/1994 εν μέρει οριστική και 2909/2006 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και η 1979/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30.9.2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης ανέγνωσε την από 29 Δεκεμβρίου 2010 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Χρυσικού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική του δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 1979/2008 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία, αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 2.1.2007 έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 2909/2006 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά το κεφάλαιο που η απόφαση αυτή, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 8173/1994 εν μέρει οριστικής απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, είχε δεχθεί εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη για το ποσό των 11.377,83 ευρώ την από 15.5.1991 αγωγή των αναιρεσειόντων.
Ακολούθως η αγωγή αυτή έγινε εν μέρει δεκτή στην ουσία της με την εφετειακή απόφαση για το μικρότερο ποσό των 6.295,64 ευρώ και υποχρεώθηκαν εις ολόκληρο οι αναιρεσίβλητοι να καταβάλουν το ποσό αυτό συμμέτρως και νομιμοτόκως στους αναιρεσείοντες ως αποζημίωση για τις κακοτεχνίες και ελλείψεις του έργου, που η πρώτη των αντιδίκων τους εκτέλεσε κατά τη μεταξύ τους σύμβαση.
Αντίθετα επικυρώθηκε με την εφετειακή απόφαση η πρωτόδικη οριστική απόφαση κατά το κεφάλαιο που η απόφαση αυτή δέχθηκε εν μέρει, ύστερα από την υπ' αριθ. 1704/1991 παραπεμπτική απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, τη συνεκδικασθείσα από 16.1.1991 αγωγή της πρώτης αναιρεσείουσας και υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες να της καταβάλουν συμμέτρως και νομιμοτόκως το ποσό των 1.173,88 ευρώ ως οφειλόμενη σ' αυτή αμοιβή από τη μεταξύ τους σύμβαση έργου.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ).
2. Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).
Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης.
Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Εξ άλλου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ για εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι το Εφετείο, αφού κατ' αρχήν δέχθηκε ότι το διαμέρισμα, το οποίο ημιτελές και κατ' ισομοιρία αγόρασαν με το υπ' αριθ. .../1985 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Νίκης Αδριανού οι αναιρεσείοντες από την πρώτη αναιρεσίβλητη ετερόρρυθμη εταιρεία, είχε στις 16.8.1989, που καθυστερημένα παραδόθηκε στους αναιρεσείοντες, σημαντικές κακοτεχνίες και ελλείψεις, έκρινε ακολούθως ότι αυτές, καθώς και οι αντίστοιχες κακοτεχνίες και ελλείψεις των κοινόχρηστων χώρων της οικοδομής, οφείλονταν σε υπαιτιότητα της πρώτης αναιρεσίβλητης, η οποία με το παραπάνω συμβόλαιο είχε αναλάβει την αποπεράτωση του διαμερίσματος και των κοινόχρηστων χώρων κατά τους όρους της σχετικής μεταξύ των διαδίκων συγγραφής υποχρεώσεων, γι' αυτό και υποχρέωσε εις ολόκληρο τους αναιρεσιβλήτους, από τους οποίους ο δεύτερος είναι ομόρρυθμος εταίρος της πρώτης, να καταβάλουν ως αποζημίωση συμμέτρως και νομιμοτόκως στους αναιρεσείοντες το ποσό των 6.295,64 ευρώ, στο οποίο περιλαμβάνεται και η μείωση της αξίας του διαμερίσματος κατά το ποσό των 880,41 ευρώ (300.000 δραχμές).
Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι το διαμέρισμα, είχε μεταξύ άλλων, κακοτεχνίες και στις εντοιχισμένες ντουλάπες των δυο δωματίων του, αφού ναι μεν εντοιχίσθηκαν στα δωμάτια αυτά οι προβλεπόμενες από τη συγγραφή υποχρεώσεων ντουλάπες από κόντρα πλακέ με επικάλυψη μαονίου, όμως εμφάνιζαν πολυχρωμία στα εξωτερικά τους φύλλα, τα οποία ήταν έτσι αντιαισθητικά, ενώ τα χωρίσματα στις ντουλάπες, που έπρεπε να καθορισθούν από τους αναιρεσείοντες, ήταν σε ορισμένα σημεία σπασμένα και οι ντουλάπες ήταν τελικά καρφωμένες με καρφιά αντί να ήταν συναρμολογημένες με ειδικούς συνδέσμους.
Συνεπώς έκρινε το Εφετείο ότι έπρεπε να αντικατασταθούν οι ντουλάπες και ότι γι' αυτό απαιτείτο δαπάνη 330.000 δραχμών, δηλαδή 35.000 δραχμές για κάθε ένα από τα 8 τετραγωνικά μέτρα που δέχθηκε ότι καταλάμβαναν οι ντουλάπες, πλέον Φ.Π.Α. Με τον πρώτο λόγο και με μέρος του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες αντίστοιχα από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στο νόμο και με ανεπαρκείς αιτιολογίες έγινε δεκτό ότι οι ντουλάπες του διαμερίσματος είχαν επιφάνεια μόνο 8 τετραγωνικών μέτρων, ενώ από τις αποδείξεις προκύπτει ότι η επιφάνειά τους ήταν 16,90 τετραγωνικά μέτρα και έτσι εσφαλμένα τους επιδικάσθηκε για την αιτία αυτή το ποσό των 330.000 δραχμών, ενώ έπρεπε να τους επιδικασθεί, όπως και πρωτοδίκως, το ποσό των 697.970 δραχμών.
Το αποδιδόμενο όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα δεν συνιστά σφάλμα υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης στη διάταξη του άρθρ. 690 ΑΚ, που εφάρμοσε το Εφετείο, ούτε πρόκειται για ανεπάρκεια αιτιολογίας, αφού το Εφετείο κατέληξε σχετικά σε σαφές αποδεικτικό πόρισμα, αλλά με πρόσχημα πλημμέλειες από τους παραπάνω αριθμούς 1 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ επιχειρούν ανεπίτρεπτα οι αναιρεσείοντες να πλήξουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ), προσάπτοντας στην πραγματικότητα στην απόφασή του αποδεικτικό σφάλμα.
Πρέπει έτσι ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και ο δεύτερος λόγος της κατά το αντίστοιχο μέρος του να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
3. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005).
Θα πρέπει όμως, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 12/2000, 2/2001) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα. Ειδικότερα αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Συνεπώς για να ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει σε κάθε περίπτωση ο κρίσιμος ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, να προτάθηκε εκεί ευθέως ως ισχυρισμός του ίδιου του αναιρεσείοντος και δεν αρκεί αντίθετα να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα απ' αυτόν με επίκληση έγγραφα.
Συνακόλουθα δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ούτε η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (ΟλΑΠ 2/1989, 14/2004) ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά (ΑΠ 839/ 2010), για οποιονδήποτε τυπική ή ουσιαστική αιτία (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 1668/2005). Αυτό συμβαίνει και όταν το δικαστήριο δέχεται ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τον κρίσιμο ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996).
Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο) κατά τις παραπάνω διακρίσεις.
Για την ίδρυση πάντως του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του. Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου.
Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας.
Εξ άλλου ανάγεται σε πράγματα και δεν ελέγχεται κατά το άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ αναιρετικά η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ορισμένο αποδεικτικό μέσο προσκομίσθηκε ή δεν προσκομίσθηκε στο δικαστήριο αυτό (ΟλΑΠ 30/2002).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες αιτιώνται με μέρος του δεύτερου λόγου και με το σύνολο του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες, κατ' εκτίμηση, από τους αριθμούς 8β και 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη κρίσιμους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμούς τους, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που τους αποδείκνυαν, μολονότι με επίκληση τα προσκόμισαν.
Ειδικότερα οι αναιρεσείοντες θεωρούν ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι ισχυρισμοί τους, σύμφωνα με τους οποίους η δαπάνη αποκατάστασης για τις κακοτεχνίες και ελλείψεις στις μεν ντουλάπες των δωματίων του διαμερίσματός τους ανερχόταν σε 697.970 δραχμές, στη δε κουζίνα και στην ηλεκτρολογική εγκατάσταση του διαμερίσματός τους σε 266.744 δραχμές, όπως και πρωτοδίκως έγινε δεκτό και προκύπτει η βασιμότητα των σχετικών ισχυρισμών τους τόσο από την έκθεση του διορισθέντος με την υπ' αριθ. 8173/1994 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης πραγματογνώμονος και τις τεχνικές εκθέσεις των πολιτικών μηχανικών Χ.
Κ. και Θ. Τ., όσο και από τις λοιπές αποδείξεις που αναφέρονται στις επισυναπτόμενες στην ένδικη αγωγή τους τεχνικές αυτές εκθέσεις. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την έκθεση του ως άνω διορισθέντος πραγματογνώμονος, διότι, όπως στην απόφασή του βεβαιώνεται, τέτοια έκθεση, που επικαλέσθηκαν οι αναιρεσείοντες, δεν προσκομίσθηκε.
Η βεβαίωση αυτή είναι κατά τα προεκτεθέντα αναιρετικά ανέλεγκτη και συνεπώς ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος και απορριπτέος σε σχέση με την αιτίαση ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την έκθεση του διορισθέντος πραγματογνώμονος. Κατά τα λοιπά προκύπτει από την παραδεκτή και πάλι επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το Εφετείο, συνεκτιμώντας όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, όπως ρητά στην απόφασή του αναφέρεται, δέχθηκε ως προς την κουζίνα του διαμερίσματος των αναιρεσειόντων ότι αυτή "ήταν ημιτελής, προκειμένου δε να αποπερατωθεί, σύμφωνα με τη συγγραφή υποχρεώσεων, απαιτείτο για την αγορά και τοποθέτηση μαρμάρινου πάγκου και δυο νεροχυτών 42.000 δραχμές, για την επένδυση με πλακίδια χώρου της κουζίνας, εμβαδού 1,60 τετραγωνικών μέτρων προς 2.000 δραχμές το τετραγωνικό μέτρο (και όχι προς 7.200 δραχμές που ζήτησαν με την αγωγή τους οι εφεσίβλητοι), 3.200 δραχμές, για κόλλα 100 δραχμές, για αμοιβή εργάτη για την τοποθέτηση πλακιδίων 4.800 δραχμές, για βαφή και σπατουλάρισμα του τοίχου επάνω από τα ντουλάπια της κουζίνας 5.000 δραχμές, για αμοιβή υδραυλικού 8.000 δραχμές, συνολικά δε για την πλήρη αποπεράτωση της κουζίνας απαιτείτο δαπάνη ποσού 63.000 δραχμών".
Επίσης δέχθηκε το Εφετείο ότι "στο χώρο της κουζίνας προβλεπόταν η κατασκευή παραθύρου, το οποίο δεν τοποθετήθηκε ... και για την κατασκευή και τοποθέτηση του οποίου οι εφεσίβλητοι δαπάνησαν 20.000 δραχμές", ενώ δεν επιδικάσθηκε δαπάνη στους αναιρεσείοντες για συμπλήρωση και βελτίωση της ηλεκτρολογικής εγκατάστασης του διαμερίσματός τους.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων που αφορούν το ύψος των δαπανών αποκατάστασης των κακοτεχνιών και ελλείψεων στην κουζίνα και στις ντουλάπες του διαμερίσματός τους, τις οποίες όμως περιόρισε σε μικρότερα ποσά από τα ζητούμενα με την ένδικη αγωγή τους, δηλαδή με βάση τις αποδείξεις δέχθηκε εν μέρει μόνο ως βάσιμους τους σχετικούς ισχυρισμούς τους και ρητά τους απέρριψε κατά τα επιπλέον ποσά, ενώ εξ ολοκλήρου απέρριψε ως αναπόδεικτο τον ισχυρισμό τους ότι η ηλεκτρολογική εγκατάσταση του διαμερίσματός τους ήταν ημιτελής και έχρηζε συμπλήρωσης και βελτίωσης.
Τα αντίθετα συνεπώς που υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμα και πρέπει ο λόγος αυτός να απορριφθεί κατά τη σχετική αιτίαση. Ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος και κατά την περαιτέρω αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις τεχνικές εκθέσεις των πολιτικών μηχανικών Χ.
Κ. και Θ. Τ., αφού ρητά στη σελίδα 18 της απόφασής του αναφέρεται στις εκθέσεις αυτές, που αποτελούν στην πραγματικότητα ενιαία έκθεση. Εξ άλλου οι αναιρεσείοντες δεν εξειδικεύουν τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που ισχυρίζονται ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη το Εφετείο, με συνέπεια έτσι εσφαλμένα, κατά την άποψή τους, να τους επιδικάσει μέρος μόνο των κονδυλίων που ζήτησαν με την ένδικη αγωγή τους ως αποζημίωση για τις κακοτεχνίες και ελλείψεις στην κουζίνα και στις ντουλάπες του διαμερίσματός τους, να απορρίψει δε ολοσχερώς το κονδύλιο το σχετικό με την ηλεκτρολογική εγκατάσταση του διαμερίσματός τους.
Επομένως είναι κατά τη σχετική αιτίαση αόριστος και γι' αυτό προπάντων απορριπτέος ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, καθώς και ο δεύτερος λόγος της κατά το αντίστοιχο μέρος του.
4. Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού κατά την έννοια των άρθρ. 339 και 432 επ. ΚΠολΔ εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.
Παραμόρφωση εγγράφου κατά την παραπάνω έννοια συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1440/2002), δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενό του.
Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 402/2004, 1627/2010).
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζονται α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες αιτιώνται με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο κατέληξε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα σε σχέση με τις δαπάνες αποκατάστασης των κακοτεχνιών και ελλείψεων στην κουζίνα, στην ηλεκτρολογική εγκατάσταση και στις ντουλάπες του διαμερίσματός τους, επειδή παραμόρφωσε το περιεχόμενο των τεχνικών εκθέσεων που αναφέρονται στην απόφασή του, καθώς και των λοιπών αποδείξεων που με επίκληση προσκόμισαν οι ίδιοι για τις δαπάνες αυτές.
Έτσι διατυπωμένος ο παραπάνω λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αόριστος και γι' αυτό προπάντων απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο, όπως θα έπρεπε, οι τεχνικές εκθέσεις και οι έγγραφες αποδείξεις δαπανών που προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, ούτε παρατίθεται το περιεχόμενό τους, το οποίο κατά την άποψή τους παραμορφώθηκε από το Εφετείο κατά τη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματός του.
Σε κάθε περίπτωση το Εφετείο, όπως σαφώς προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, συνεκτίμησε τα παραπάνω έγγραφα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, και με βάση τη συνεκτίμηση αυτή κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του, το οποίο συνεπώς δεν στηρίζεται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα παραπάνω έγγραφα.
Δηλαδή το Εφετείο ορθώς ανέγνωσε τα έγγραφα αυτά, κατέληξε όμως σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό. Η κρίση αυτή του Εφετείου ανάγεται σε πράγματα και είναι κατά το άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη, αφού αφορά την ουσία της υπόθεσης, την οποία με πρόσχημα πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ επιχειρούν ανεπίτρεπτα οι αναιρεσείοντες να πλήξουν με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο οποίος είναι και για την αιτία αυτή απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Συνακόλουθα πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρ. 176, 183, 189§1 και 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30.9.2009 αίτηση των Δ. και Σ. Χ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1979/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκη.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Ιουνίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ