Legislator Case Law & Legislation
969/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor contract validity and evidence admissibility grounds.

Case Number 969/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against a labor court decision regarding the validity of a part-time employment agreement. The appellants argued that the lower court erred in fact-finding and improperly considered inadmissible evidence. The court ruled that the appeal grounds were inadmissible because the lower court's findings were based on common sense and specific evidence, and the special labor procedure allows judges to consider evidence freely.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(11), and 559(12) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that appeal grounds regarding fact-finding are inadmissible when based on common sense, and grounds regarding evidence admissibility are inadmissible in labor disputes where the court exercises free evaluation of evidence.

Keywords

AI generated
labor contract validity part-time employment appeal inadmissibility common sense standard labor procedure evidence free evaluation of evidence Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 559(12) of the Code of Civil Procedure
Articles 670 and 671 of the Code of Civil Procedure
Article 674(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 969 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Μερική απασχόληση. Αν δεν τηρηθεί ο έγγραφος τύπος, η σχετική συμφωνία είναι άκυρη. Αν η προηγούμενη σύμβαση πλήρους απασχόλησης έχει λυθεί, από τη νέα, άκυρη συμφωνία για μερική απασχόληση δεν γεννάται έγκυρη σύμβαση πλήρους απασχόλησης. Αναιρετικοί λόγοι. Απαράδεκτος ο λόγος 559 αρ.1 ΚΠολΔ όταν το δίδαγμα της κοινής πείρας χρησιμοποιήθηκε για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών και όχι για την υπαγωγή τους στον κανόνα δικαίου. Όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση από συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, δεν ιδρύεται ο λόγος 559 αρ.10 ΚΠολΔ. Απαράδεκτος ο λόγος 559 αρ.12 ΚΠολΔ όταν το δικαστήριο νομίμως λαμβάνει υπ’ όψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Απορρίπτει αίτηση.

Αριθμός 969/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μίμη Γραμματικούδη), Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 10η Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ - ΥΠΕΡ ΩΝ Η ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ: 1) Ά. Φ. του Δ., κατοίκου ..., 2) Π. Ν. του Ν., κατοίκου ..., 3) α) Α. Κ. του Α., ) Π. Κ. του Α. και ) Π. Κ. του Α., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αρχικώς αναιρεσείουσας Μ. Κ. του Ι., κατοίκων ..., 4) Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., 5) Π. Π. του Κ., κατοίκου ..., 6) Μ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 7) Ε. Γ. του Ν., κατοίκου ..., 8) Ε. Δ. του Α., κατοίκου ..., 9) Α. Κ. του Ν., κατοίκου ... και 10) Σ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Πέτσα.

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ - ΚΑΘ' ΗΣ Η ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ: Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Δ. Μ. και Σία ΕΠΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Κατερίνη και δεν παραστάθηκε.

ΤΗΣ ΠΡΟΣΘΕΤΩΣ ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΟΥΣΑΣ: Τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Σοφίας Καζάκου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-2-2003 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 38/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεων, η 2339/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 7-8-2007 αίτησή τους. Επ' αυτής εκδόθηκε η 90/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρουν για συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 2-11-2010 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 10-11-2009 έκθεση του αποχωρήσαντος Αρεοπαγίτη, Χρήστου Αλεξόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες 5994/10-3-2011 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Κατερίνης, Δ. Μ., ακριβές αντίγραφο της από 2-11-2010 κλήσεως των αναιρεσειόντων, με την πράξη καταθέσεως και την κάτω από αυτήν πρόκληση που υπογράφεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο αυτών, Δημήτριο Πέτσα, προς την αναιρεσίβλητη, για να παρασταθεί κατά τη συζήτηση της από 9-8-2007 αιτήσεως αναιρέσεως, μετά την έκδοση της 90/2010 αποφάσεως αυτού του Δικαστηρίου με την οποία είχε κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση που είχε διεξαχθεί την 24-11-2009, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη, η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο της παρούσης δικασίμου, ούτε κατέθεσε κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως κατ' αυτήν.

Εξ άλλου, από την 2792/28-5-2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κατερίνης, Ε. Μ. και από την 3420/11-11-2009 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Κατερίνης, Δ. Μ., προκύπτει ότι στην αναιρεσίβλητη, εν όψει της προηγουμένης δικασίμου, είχε επιδοθεί ακριβές αντίγραφο αφ' ενός της ως άνω, ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως και αφ' ετέρου της από 22-10-2009 προσθέτου παρεμβάσεως υπέρ των αναιρεσειόντων.

Επομένως, παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης, πρέπει τόσο η αίτηση αναιρέσεως όσο και η πρόσθετη παρέμβαση να συζητηθούν σαν και αυτή να ήταν παρούσα (ΚΠολΔ 568 παρ. 4, 576 παρ.2).

ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 38 του ν. 1892/ 1990 συνάγεται ότι, κατά τη σύναψη της σύμβασης εργασίας, ο μισθωτός δικαιούται να αξιώσει από τον εργοδότη την πλήρη απασχόλησή του, τόσο για ολόκληρο το ημερήσιο ωράριο εργασίας όσο και για όλες τις εργάσιμες ημέρες του μήνα. Παρέχεται, όμως, το δικαίωμα στον εργοδότη και στο μισθωτό (υπάλληλο ή εργατοτεχνίτη) να συμφωνήσουν εγγράφως, είτε κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας είτε, μεταγενέστερα, κατά τη διάρκεια αυτής, κάθε μορφή μερικής απασχόλησης και να καθορίσουν, συγχρόνως, τις ημέρες ή ώρες της εργασίας, καθώς και την ανάλογη αμοιβή βάσει των μισθών ή ημερομισθίων που ισχύουν κάθε φορά για την πλήρη απασχόληση.

Ειδικότερη μορφή της μερικής απασχόλησης [κατά την οποία η προσφορά εργασίας είναι μικρότερης διάρκειας από το εκάστοτε ισχύον πλήρες ημερήσιο ή εβδομαδιαίο ωράριο, με αντίστοιχη μείωση της αμοιβής] αποτελεί η εκ περιτροπής εργασία. Στην περίπτωση αυτή συνομολογείται ότι, μολονότι η λειτουργία της επιχείρησης θα είναι συνεχής, ο μισθωτός θα παρέχει την εργασία του για ορισμένες μόνο ημέρες της εβδομάδας ή του μήνα, εναλλασσόμενος ατομικά ή ομαδικά με άλλους εργαζόμενους, σε τακτά χρονικά διαστήματα.

Η δυνατότητα της παροχής εκ περιτροπής εργασίας προβλέφθηκε, αρχικά, με τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ.4 του ν.δ. 2961/1954 και, στη συνέχεια, με τις διατάξεις του άρθρου 38 παρ.1 του ν. 1892/1990, κατά τις οποίες η σχετική συμφωνία πρέπει να είναι έγγραφη. Ήδη, μετά την αντικατάσταση του άρθρου 38 του ν. 1892/1990 με το άρθρο 2 του ν. 2639/1998, απαιτείται και πάλι έγγραφος τύπος για τη συμφωνία μερικής απασχόλησης, ενώ για την εκ περιτροπής εργασία ορίζεται ότι ο εργοδότης μπορεί, σε περίπτωση περιορισμού της δραστηριότητάς του, να επιβάλει σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης στην επιχείρησή του, μόνον εφόσον προηγουμένως προβεί σε διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων (άρθρο 38 παρ.12) και ότι, ως προς τις υφιστάμενες συμβάσεις μερικής εργασίας, ο εργοδότης υποχρεούται, μέσα σε διάστημα εννέα (9) μηνών από τη δημοσίευση του ν. 2639/1998 (2-9-1998), να υποβάλει στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας συγκεντρωτική κατάσταση για τις έγγραφες συμβάσεις μερικής απασχόλησης, διαφορετικά [σε περίπτωση παράλειψης] τεκμαίρεται [μαχητά] ότι η σχετική σύμβαση καλύπτει σχέση εργασίας με πλήρη απασχόληση.

Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι για την κατάρτιση συμβάσεως μερικής απασχόλησης απαιτείται έγγραφος τύπος, ο οποίος είναι συστατικός και του οποίου η μη τήρηση συνεπάγεται ακυρότητα της συμβάσεως για τη μερική απασχόληση, που λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα. Αναφορικά με το αποτέλεσμα της ακυρότητας της παραπάνω ρήτρας πρέπει να γίνουν οι εξής διακρίσεις:

α) Αν συμφωνήθηκε να τροποποιηθεί η ήδη υπάρχουσα σύμβαση πλήρους απασχόλησης, ώστε εφεξής ο μισθωτός να απασχολείται μερικώς, εφ' όσον η ρήτρα της μερικής απασχόλησης είναι έγκυρη, τότε η αρχική σύμβαση πλήρους απασχόλησης μετατρέπεται εγκύρως σε σύμβαση μερικής απασχόλησης. Όταν, όμως, η τροποποιητική συμφωνία είναι άκυρη, γιατί δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος, τότε δεν παράγονται τα αποτελέσματα που αυτή επιδιώκει (ΑΚ 180), δηλαδή δεν μετατρέπεται η πλήρης απασχόληση σε μερική.

Στην περίπτωση αυτή, η ακυρότητα δεν θεραπεύεται και αν ακόμη εκπληρωθεί η σύμβαση με επίγνωση της έλλειψης του απαιτούμενου τύπου, ενώ ο εργοδότης θεωρείται υπερήμερος ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης και οφείλει σε αυτόν την αμοιβή για πλήρη απασχόληση.

β) Αν συμφωνήθηκε να μεταβληθεί η πλήρης απασχόληση σε μερική με ταυτόχρονη λύση της συμβάσεως πλήρους απασχόλησης ή αν η μερική απασχόληση συμφωνήθηκε, χωρίς να προϋπάρχει σύμβαση πλήρους απασχόλησης, τότε, αν η συμφωνία αυτή είναι άκυρη, επειδή δεν είναι έγγραφη, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι απ' αυτή γεννάται αυτομάτως έγκυρη σύμβαση πλήρους απασχόλησης, αφού τέτοια δεν υπήρξε, αλλά λόγω της ακυρότητας θεωρείται ότι υπάρχει απλή σχέση εργασίας.

Στην περίπτωση αυτή, ο μισθωτός, που παρέσχε μερική εργασία με άκυρη σύμβαση, δικαιούται να αξιώσει με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού την ωφέλεια που αποκόμισε ο εργοδότης από την αποφυγή καταβολής της αμοιβής σε άλλο εργαζόμενο, που θα προσέφερε την ίδια εργασία συνδεόμενος με αυτόν με έγκυρη σύμβαση μερικής απασχόλησης.

Περαιτέρω, οι αναιρετικοί λόγοι των του άρθρου 559 αρ.1 εδ.α' και 19 ΚΠολΔ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι, όμως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του από αυτές συναχθέντος και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα:

H εναγομένη εταιρία (ήδη αναιρεσίβλητη) διατηρούσε από ετών βιοτεχνία ετοίμων ενδυμάτων. Με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που είχαν καταρτισθεί προφορικά μεταξύ αυτής και των εναγόντων (ήδη αναιρεσειόντων), οι τελευταίοι είχαν προσληφθεί και πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στην εν λόγω βιοτεχνία με την ειδικότητα του κόπτη ηλεκτρικού ψαλιδιού (ο ήδη τέταρτος) και της γαζώτριας (οι υπόλοιπες).

Οι συμβάσεις αυτές για τους πρώτους εννέα ενάγοντες είχαν καταρτισθεί πριν από το έτος 1990 και ήσαν πλήρους απασχόλησης. Από το έτος 1992, όμως, η εναγομένη αντιμετώπισε οικονομικά προβλήματα, λόγω σημαντικού περιορισμού της αγοραστικής ζήτησης. Για την επίλυση των προβλημάτων αυτών κρίθηκε αναγκαία η μείωση των λειτουργικών εξόδων της και η αναδιάρθρωση του προσωπικού, με πιθανή απόλυση κάποιων από τους εργαζόμενους.

Στις συζητήσεις που ακολούθησαν, αναζητήθηκε από τους εκπροσώπους αφ' ενός της εναγομένης και αφ' ετέρου του συνδικαλιστικού φορέα των εργαζομένων η λιγότερο επαχθής για τους τελευταίους λύση. Όταν ολοκληρώθηκε ο σχετικός διάλογος, ζητήθηκε από τους εργαζόμενους και έγινε αποδεκτό από την εναγομένη να μην απολυθεί κανένας εργαζόμενος κατά το έτος 1995, αλλά να εφαρμοστεί για πολλούς από αυτούς, όπως και για τους ενάγοντες, το καθεστώς της μερικής απασχόλησης με τη μορφή της εκ περιτροπής εργασίας.

Ειδικότερα, συμφωνήθηκε να μεταβληθεί η πλήρης απασχόληση, που μέχρι τότε ίσχυε για τους ενάγοντες, σε μερική, με ταυτόχρονη λύση των ισχυουσών συμβάσεων πλήρους απασχόλησης και, ενώ η βιοτεχνία της εναγομένης θα εξακολουθούσε να λειτουργεί συνεχώς, αυτοί να απασχολούνται εκ περιτροπής και να εργάζονται λιγότερες ημέρες κάθε μήνα.

Αν και οι ημέρες απασχόλησης δεν ήταν σαφώς προσδιορισμένες, γιατί η ζήτηση της εργασίας βρισκόταν σε εξάρτηση προς την προμήθεια των πρώτων υλών και τον όγκο των παραγγελιών, οι εργαζόμενοι αποδέχθηκαν την ως άνω μεταβολή και δήλωσαν, προφορικά, τη βούλησή τους να συνεχίσουν να παρέχουν την εργασία τους εκ περιτροπής και να αμείβονται μόνο για τις ημέρες της πραγματικής απασχόλησής τους.

Η βούλησή τους ήταν ελεύθερη και σπουδαία, γιατί ανταποκρινόταν αφ' ενός στη δική τους ανάγκη να διατηρήσουν τις θέσεις εργασίας και αφ' ετέρου στις τρέχουσες, οικονομικοτεχνικές ανάγκες της εναγομένης. Από τότε και για όλο το επόμενο χρονικό διάστημα της εργασίας τους (μέχρι το έτος 2002), οι ενάγοντες δεν αξίωσαν την πλήρη απασχόλησή τους ούτε διαμαρτυρήθηκαν, με οποιονδήποτε τρόπο (προφορικώς ή εγγράφως), για την ως άνω αντικατάσταση των μέχρι το έτος 1995 συμβάσεων πλήρους απασχόλησης με νέες συμβάσεις εκ περιτροπής εργασίας.

Η εξέλιξη αυτή δεν αποτέλεσε μονομερή βλαπτική μεταβολή των μέχρι τότε όρων εργασίας, διότι επρόκειτο για νέες συμβάσεις με συνέπεια να μην μπορεί να τεθεί από τους ενάγοντες ζήτημα διατήρησης του καθεστώτος πλήρους απασχόλησης και, σε περίπτωση αρνήσεως της εναγομένης, ζήτημα υπερημερίας αυτής και οφειλής των νομίμων αποδοχών για τις ημέρες που δεν αποδέχθηκε την εργασία τους.

Η συμφωνία των διαδίκων για την εκ περιτροπής απασχόληση δεν έγινε εγγράφως, αλλά προφορικά (επ' αυτού παρατίθενται τα αποδεικτικά στοιχεία και τα επιχειρήματα, επί των οποίων το Εφετείο θεμελίωσε τη σχετική παραδοχή). Το ότι υπήρξε, όμως, συμφωνία για λύση των αρχικών συμβάσεων πλήρους απασχόλησης και κατάρτιση νέων συμβάσεων εκ περιτροπής εργασίας επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι οι ενάγοντες, όπως και άλλοι εργαζόμενοι:

α) αν και μέχρι το έτος 2002 προσέφυγαν, επανειλημμένα, στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας για να διεκδικήσουν καθυστερούμενες, δεδουλευμένες αποδοχές, ουδέποτε έθεσαν ζήτημα μεταβολής της πλήρους απασχόλησής τους σε εκ περιτροπής εργασία και β) αν και με την από 30-9-2002 εξώδικη δήλωση προχώρησαν σε επίσχεση εργασίας, συνέδεσαν την ενέργεια αυτή μόνο με τη μη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών των μηνών Μαΐου - Αυγούστου 2002 και όχι με υπερημερία της εναγομένης ως προς τη μη αποδοχή της εργασίας τους με καθεστώς πλήρους απασχόλησης.

Τέλος, η τελευταία από τους ενάγοντες (ήδη δέκατη από τους αναιρεσείοντες) προσλήφθηκε κατά το έτος 1997, δηλαδή μετά την ως άνω συμφωνία των υπολοίπων εναγόντων, με προφορική σύμβαση που προέβλεπε από την αρχή εκ περιτροπής εργασία, σύμφωνα με την οποία πρόσφερε τις υπηρεσίες της για όλο το ένδικο χρονικό διάστημα.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε περαιτέρω ότι τόσο η συμφωνία των πρώτων εννέα από τους αναιρεσείοντες με την αναιρεσίβλητη για μεταβολή του καθεστώτος της πλήρους απασχόλησης σε εκ περιτροπής εργασία όσο και η σύμβαση της δέκατης από τους αναιρεσείοντες για εξ αρχής παροχή εκ περιτροπής εργασίας, ήσαν άκυρες, διότι δεν είχαν γίνει εγγράφως, όπως όριζαν οι διατάξεις τόσο του άρθρου 13 παρ.4 του ν. 2961/1954 όσο και του άρθρου 38 παρ.1 του ν. 1892/1990 [όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του από το άρθρο 2 του ν. 2639/1998, δεδομένου ότι οι παραπάνω συμβάσεις καταρτίσθηκαν πριν την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου].

Λόγω αφ' ενός της ακυρότητας των παραπάνω συμβάσεων εργασίας και αφ' ετέρου της προηγούμενης λύσης των προϋφιστάμενων συμβάσεων πλήρους απασχόλησης, δημιουργήθηκε μεταξύ των διαδίκων απλή σχέση εργασίας, μερικής (εκ περιτροπής) απασχόλησης και όχι πλήρους απασχόλησης. Παρομοίως, η παράλειψη της αναιρεσίβλητης να υποβάλει στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας την έγγραφη κατάρτιση των ως άνω συμβάσεων μερικής απασχόλησης μέσα σε διάστημα εννέα μηνών από τη δημοσίευση του ν. 2639/1998 (2-9-1998), δεν τις κατέστησε συμβάσεις πλήρους απασχόλησης, διότι στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτές αφορούσαν πράγματι σε μερική και όχι σε πλήρη απασχόληση.

Ως εκ τούτου, οι αναιρεσείοντες δικαιούνται να αξιώσουν, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, μόνο την ωφέλεια που αποκόμισε η αναιρεσίβλητη από την αποφυγή καταβολής αμοιβής για την ίδια εργασία, που θα πρόσφερε άλλος εργαζόμενος με έγκυρη σύμβαση μερικής (εκ περιτροπής) απασχόλησης και όχι τις αποδοχές που αντιστοιχούν σε πλήρη απασχόληση, ως προς την οποία η αναιρεσίβλητη, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή, είχε καταστεί υπερήμερη.

Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία ως προς τα ζητήματα αυτά είχε κρίνει όμοια και είχε απορρίψει ως ουσιαστικώς αβάσιμα τα κονδύλια της ένδικης αγωγής για την επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας. Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση από συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αναφέρονται σ' αυτή. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο διαμόρφωσε την αποδεικτική του κρίση ως προς το ουσιώδες περιστατικό της λύσεως, με κοινή συμφωνία των μερών, των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου που υπήρχαν μεταξύ των διαδίκων μέχρι το έτος 1995, με βάση τα αναφερόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις καταθέσεις των μαρτύρων, την ανωμοτί κατάθεση διαδίκου, τις ένορκες βεβαιώσεις που είχαν ληφθεί νομίμως και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο ότι δέχθηκε πράγματα έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 περ.β' ΚΠολΔ προκύπτει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως μόνον όταν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι στη διαπίστωση των γεγονότων αυτών.

Ειδικότερα, αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνος δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, ύστερα από αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων που είχαν τεθεί υπό την κρίση του, δέχθηκε ανελέγκτως ότι με κοινή συμφωνία λύθηκαν οι συμβάσεις εργασίας των αναιρεσειόντων με την αναιρεσίβλητη, που προέβλεπαν πλήρη απασχόληση και, ταυτοχρόνως, συμφωνήθηκε για το μέλλον η μερική απασχόληση των αναιρεσειόντων με την παροχή εκ περιτροπής εργασίας.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στην παραδοχή αυτή, δεν έλαβε υπ' όψη το δίδαγμα της κοινής πείρας, σύμφωνα με το οποίο αφ' ενός η δεσπόζουσα θέση της αναιρεσίβλητης, ως εργοδότριας - μέλους επιχειρηματικού ομίλου με σειρά καταστημάτων στην Κατερίνη, στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη και αφ' ετέρου η δυσχερής θέση των αναιρεσειόντων, ως εργατών-εργατριών με μοναδικό οικονομικό εφόδιο την προσωπική τους εργασία, δεν επέτρεπαν τη συναγωγή μιας τέτοιας, δυσμενούς για τους εργαζόμενους, ουσιαστικής παραδοχής και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτος, αφού συνδέεται με τη διαπίστωση πραγματικών γεγονότων και όχι με την υπαγωγή αυτών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου ή με την ερμηνεία του κανόνος αυτού.

ΕΠΕΙΔΗ, για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη αν και ο νόμος δεν επιτρέπει ή έλαβε υπ' όψη χωρίς να προσκομισθούν ή δεν έλαβε υπ' όψη αν και προσκομίσθηκαν νόμιμα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους, ακόμη και αν μπορούσαν να ληφθούν υπ' όψη αυτεπαγγέλτως. Τέλος, πρέπει να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το αποδεικτικό μέσο και οι λόγοι, για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο αφ' ενός παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίστηκαν και αφ' ετέρου δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, αφού με αυτόν ουδόλως προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα στα οποία αναφέρεται η πλημμέλεια αυτή, ούτε και τα λοιπά, ως άνω, στοιχεία του παραδεκτού της προβολής του.

ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 670 και 671 ΚΠολΔ, οι οποίες έχουν εφαρμογή και στην κατ' έφεση δίκη (ΚΠολΔ 674 παρ. 2), συνάγεται ότι κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών το δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψη και αποδεικτικά μέσα τα οποία δεν πληρούν τους όρους του νόμου και τα οποία εκτιμά ελευθέρως, χωρίς να υποχρεούται να τηρήσει νομικούς κανόνες ως προς την αποδεικτική δύναμη αυτών, με εξαίρεση ως προς τη δικαστική ομολογία. Εν όψει τούτων, η διάταξη του άρθρου 559 αρ.12 ΚΠολΔ, με την οποία ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση αυτή, ως ασυμβίβαστη με την ειδική διαδικασία των άρθρων 663 επ. ΚΠολΔ. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε τους κανόνες του νόμου ως προς την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.12 ΚΠολΔ, ανεξαρτήτως της αοριστίας αυτού εξ αιτίας της μη εξειδικεύσεως των αποδεικτικών μέσων στα οποία η πλημμέλεια αναφέρεται, είναι προεχόντως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 9-8-2007 αίτηση περί αναιρέσεως της 2339/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης και την από 22-10-2009 πρόσθετη παρέμβαση που ασκήθηκε υπέρ των αναιρεσειόντων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 24η Μαΐου 2011. -Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14η Ιουνίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ