Supreme Court dismisses appeal on inheritance value calculation based on death date and donation timing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's ruling on inheritance distribution. The court upheld the lower court's calculation of the estate's value at the time of the decedent's death, excluding the appreciation of assets donated during the appellant's lifetime. The court found the lower court correctly applied the Civil Code provisions regarding the valuation of donations and the exclusion of post-death appreciation from the estate's net value.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1710, 1831, 1833 of the Civil Code: Upon death, the estate is distributed according to law or will; the legal share is calculated based on the estate's value at the time of death, deducting debts and funeral costs, while adding donations made without consideration within the last ten years, excluding subsequent appreciation of donated assets.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 968 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 968/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. θυγ. Ι. Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Ελένης Κατσακιώρη
Του αναιρεσίβλητου: Κ. Ε., δικηγόρου, κατοίκου ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος και μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Κωνσταντίνου Παναγόπουλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 16-6-2010 και 13-12-2010 αγωγές των αναιρεσιβλήτου και της αναιρεσείουσας αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 73/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 6158/2013 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 23-10-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την 4-5-2016 έκθεση του με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο αναιρεσίβλητος και ο πληρεξούσιος αυτού ζήτησαν την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 1710 ΑΚ, κατά το θάνατο του προσώπου η περιουσία του ως σύνολο (κληρονομία) περιέρχεται από το νόμο ή από διαθήκη σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα (κληρονόμοι), η δε κληρονομική διαδοχή από το νόμο επέρχεται όταν δεν υπάρχει διαθήκη ή όταν η διαδοχή από διαθήκη ματαιωθεί ολικά ή μερικά. Επίσης, κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 1831 ΑΚ "ο υπολογισμός της νόμιμης μοίρας γίνεται με βάση την κατάσταση και την αξία της κληρονομίας κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, αφού αφαιρεθούν τα χρέη και οι δαπάνες της κηδείας του και της απογραφής της κληρονομίας", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "στην κληρονομία προσθέτονται, με την αξία που είχαν κατά το χρόνο της παροχής, οτιδήποτε ο κληρονομούμενος παραχώρησε, όσο ζούσε, χωρίς αντάλλαγμα σε μεριδούχο είτε με δωρεά είτε με άλλο τρόπο και επίσης οποιαδήποτε δωρεά που ο κληρονομούμενος έκανε στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατό του, εκτός αν την επέβαλαν λόγοι ευπρέπειας ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον", ενώ κατά το άρθρο 1833 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα "στη νόμιμη μοίρα καταλογίζονται οι παροχές σε μεριδούχο, με την αξία που είχαν όταν έγιναν, εφόσον προσθέτονται στην κληρονομία σύμφωνα με το άρθρο 1831, εκτός αν ο κληρονομούμενος όρισε διαφορετικά όταν έδωσε την παροχή".
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι για τον προσδιορισμό της αξίας της παροχής, για την οποία υπάρχει υποχρέωση συνεισφοράς στην κληρονομία, λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος που έγινε η παροχή. Αν όμως, μετά την παροχή και μέχρι το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, ο οποίος χρόνος είναι και ο κρίσιμος, κατ’ άρθρο 1831 ΑΚ, για τον υπολογισμό της αξίας της κληρονομίας, μεσολαβήσει νομισματική έκπτωση, μεταβολή του νομίσματος ή ουσιώδης υποτίμηση της τρέχουσας αξίας του, πρέπει κατ` εφαρμογή της καθιερούμενης από το άρθρο 288 ΑΚ αρχής της καλής πίστης, που διέπει οποιαδήποτε ενοχή και την άσκηση των εξ αυτής δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, η αξία αυτή του χρόνου της παροχής, να υπολογισθεί σε νόμισμα της ίδιας όμως πραγματικής αξίας, την οποία αυτό είχε κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου.
Η αξία δηλαδή του χρόνου της παροχής θα αναχθεί, με βάση την ανωτέρω αρχή, στο ισάξιό της κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, αφού ληφθεί υπόψη η αύξηση του τιμαρίθμου που επήλθε στο μεταξύ, όχι δε και η αξία του αντικειμένου της παροχής κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, εφόσον κατά ρητή επιταγή του νόμου λαμβάνεται υπόψη μόνο η αξία κατά το χρόνο της παροχής.
Το στοιχείο αυτό (τιμάριθμος) δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνει αναλυτικά στον ισχυρισμό του ο διάδικος, ο οποίος ζητεί την αναγωγή της αξίας παροχής που έγινε από τον κληρονομούμενο, από την αξία του χρόνου που έγινε, στην αξία του χρόνου θανάτου του κληρονομούμενου, διότι τούτο θα προκύψει από τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι θα επικαλεστούν και θα προσκομίσουν, ενώ το δικαστήριο μπορεί να προσφύγει και στα διδάγματα της κοινής πείρας για την ανάλυση των αποδείξεων.
Είναι δε τα διδάγματα της κοινής πείρας γενικές αρχές, που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν χρειάζεται να γίνει επίκληση και απόδειξή τους, αλλ’ εφαρμόζονται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 1167 παρ.1 και 1168 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι η επικαρπία, εφόσον δεν έχει ορισθεί διαφορετικά, αποσβήνεται με τον θάνατο του επικαρπωτού και μετάγεται στον ψιλό κύριο εξ ιδίου δικαίου και όχι ως κληρονόμο. Εκ τούτου συνάγεται ότι, αν δωρήθηκε η ψιλή κυριότητα πράγματος και παρακρατήθηκε η επικαρπία από τον δωρητή κληρονομούμενο εφόρου ζωής αυτού ή τρίτου, για τον υπολογισμό της αξίας της κληρονομίας λαμβάνεται υπ’ όψη μόνον η αξία της ψιλής κυριότητας κατά τον χρόνο της δωρεάς, ακόμη και αν η επικαρπία αποσβέσθηκε αργότερα προς όφελος του δωρεοδόχου ψιλού κυρίου.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 1/2013).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).
Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ διότι πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), μετά από συνεκτίμηση των νομίμων σ` αυτό προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : " Στις 13-4-2009 απεβίωσε στην Αθήνα η Θ.
χήρα Ι. Ε., το γένος Δ. Κ., κάτοικος εν ζωή …, χωρίς να αφήσει κληρονομιαία περιουσία. Μόνοι πλησιέστεροι εν ζωή συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της ήταν κατά το χρόνο του θανάτου της οι διάδικοι, Κ. Ε. (εκκαλών) και Ε. Ε. (εφεσίβλητη), τέκνα της από το γάμο της με τον Ι. Ε., ο οποίος είχε προαποβιώσει αυτής το έτος 1981.
Με το υπ’ αριθ. 3782/12-6-2009 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δημοσιεύθηκε με αίτηση της εφεσίβλητης [αναιρεσείουσας] η από 25-6-2008 ιδιόγραφη διαθήκη της αποβιώσασας, στον ίδιο δε κλειστό φάκελο από τον οποίο απεσύρθη αυτή περιέχονταν και δύο αποδεικτικά κατάθεσης με προθεσμία της Αγροτικής Τράπεζας υποκατάστημα ....
Συγκεκριμένα υπήρχε το αποδεικτικό κατάθεσης με προθεσμία στον.... κοινό τραπεζικό λογαριασμό με συνδικαιούχους την αποβιώσασα και τον εκκαλούντα [αναιρεσίβλητο], ποσού 100.000 ευρώ, με ημερομηνία έναρξης κατάθεσης 24-6-2008 και ημερομηνία λήξης/απόδοσης 24-12-2008. Επίσης υπήρχε το αποδεικτικό κατάθεσης με προθεσμία στον....
κοινό τραπεζικό λογαριασμό με συνδικαιούχους την αποβιώσασα και την εφεσίβλητη ποσού 30.000 ευρώ, με ημερομηνία έναρξης κατάθεσης 24-6-2008 και ημερομηνία λήξης/απόδοσης 24-12-2008. Σύμφωνα με την προαναφερόμενη ιδιόγραφη διαθήκη η περιουσία της διαθέτιδας κατά το χρόνο σύνταξης αυτής ανερχόταν στο ποσό των 130.000 ευρώ, κατατεθειμένο στους αμέσως ανωτέρω αναφερόμενους λογαριασμούς στην Αγροτική Τράπεζα, το οποίο επιθυμούσε μετά το θάνατό της να περιέλθει στα τέκνα της και συγκεκριμένα το ποσό των 100.000 ευρώ στον εκκαλούντα και το ποσό των 30.000 ευρώ στην εφεσίβλητη, κατά τα λεπτομερώς οριζόμενα στη διαθήκη της.
Τέλος η διαθέτιδα ανέφερε ρητά και κατηγορηματικά στη διαθήκη της ότι δεν διαθέτει άλλη κινητή ή ακίνητη περιουσία. Ωστόσο τα ανωτέρω χρηματικά ποσά δεν αποτελούν κληρονομιαία περιουσία της θανούσας, αλλά εν ζωή δωρεές αυτής προς τους διαδίκους, δεδομένου ότι αυτοί είχαν τη δυνατότητα ανάληψης των χρημάτων αυτών προ του θανάτου της μητέρας τους.
Ειδικότερα ο εκκαλών ανέλαβε από την προαναφερόμενη προθεσμιακή κατάθεση στην Αγροτική Τράπεζα στις 24-12-2008 το ποσό των 22.127,37 ευρώ. Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι εν ζωή η αποβιώσασα μητέρα των διαδίκων είχε προβεί σε χαριστικές παροχές προς αυτούς. Ειδικότερα δυνάμει του υπ’ αριθ. ...-1978 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της Συμβολαιογράφου Αθηνών Γ.
Π., η θανούσα είχε μεταβιβάσει λόγω δωρεάς στην εφεσίβλητη θυγατέρα της, με ρητή δήλωση η δωρεά να υπολογισθεί στην κληρονομική μερίδα της, την πλήρη κυριότητα ποσοστού 3/4 εξ αδιαιρέτου διώροφου διαμερίσματος, έτους κατασκευής 1950, μετά της κάτωθι αυτού ημιυπόγειου αποθήκης, ήτοι του υπό στοιχεία Α του ισογείου διαμερίσματος εμβαδού 105 τμ, μετά της κάτωθι αυτού αποθήκης εμβαδού 15 τμ και του άνωθεν αυτού υπό στοιχεία Γ διαμερίσματος εμβαδού 85,80 τμ, στο ..., επί της οδού ..., επί οικοπέδου εμβαδού 850,75 τμ, το οποίο αποτελεί τμήμα κάθετης ιδιοκτησίας με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του ενιαίου οικοπέδου 1/2 εξ αδιαιρέτου.
Καθόσον κατά το χρόνο της μεταβίβασης δεν είχε καθιερωθεί το σύστημα των αντικειμενικών αξιών εκτίμησης των ακινήτων από την εφορία, ανεγράφη στο συμβόλαιο ως αξία του ακινήτου κατά το χρόνο της μεταβίβασης το ποσό των 900.000 δραχμών. Ωστόσο η αξία αυτού εκτιμήθηκε από την εφορία προκειμένου να επιβληθεί φόρος δωρεάς ποσού 292.047 δραχμών, στο ποσό των 2.330.162 δραχμών, όπως προκύπτει από την ...-1-1980 πράξη παροχής υποθήκης προς εξασφάλιση φόρου δωρεάς, την οποία αναγκάστηκε να χορηγήσει η Ε.
Ε., λόγω αδυναμίας της να καταβάλλει προς το Δημόσιο τον αναλογούντα φόρο. Πρέπει να σημειωθεί ότι το έτος 1978 δηλαδή κατά το χρόνο δωρεάς του εν λόγω ακινήτου, δεν είχε ακόμη εγκαθιδρυθεί από τις εφορίες ο αντικειμενικός προσδιορισμός της αξίας των μεταβιβαζομένων ακινήτων και οι εφορίες για τον προσδιορισμό της αξίας τους χρησιμοποιούσαν "συγκριτικά στοιχεία" από τις μεταβιβάσεις άλλων ακινήτων της περιοχής, τα οποία κατεχωρούντο στο βιβλίο με το τίτλο "ευρετήριο παρακολούθησης τιμών πωλήσεων ακινήτων".
Λόγω όμως της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος από το χρόνο τέλεσης της δωρεάς μέχρι το θάνατο της μητέρας των διαδίκων, πρέπει να υπολογισθεί η τότε πραγματική αξία στο ισάξιο του ποσού κατά το χρόνο θανάτου της κληρονομούμενης ώστε να συγχρονίζονται κατά αγοραστική αξία. Η αντικειμενική αξία του εν λόγω ακινήτου κατά το χρόνο θανάτου της μητέρας των διαδίκων ανερχόταν σε 414.631,76 ευρώ σύμφωνα με τα φύλλα υπολογισμού της αρμόδιας εφορίας που προσκομίζει ο εκκαλών και η αξία του στο ποσό των 500.000 ευρώ, λαμβανομένων υπόψη των διδαγμάτων της κοινής πείρας, σε συνδυασμό με τις καταθέσεις των μαρτύρων και όλα τα υπόλοιπα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα.
Εξάλλου δεν μπορεί να αποτελέσει θεμέλιο για διαφορετική κρίση μία προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον εκκαλούντα απλή φωτοτυπία από σχετικό ευρετήριο, ένθα έχουν καταχωρηθεί ότι τον Οκτώβριο του 1979 ήτοι έξι μήνες μετά την πώληση του επίδικου ακινήτου, ότι μεταβιβάσθηκαν λόγω πώλησης ακίνητα στην ίδια οδό (διασταύρωση οδών ...) με οριστική τιμή δηλωθείσας αξίας το ποσό των 7.000 δραχμών κατά τετραγωνικό μέτρο.
Και αυτό για το λόγο ότι αφενός από τον αναφερόμενο σ’ αυτό υπολογισμό δεν προκύπτει αν αφορά μόνο το οικόπεδο ή αν έγινε με αυξητικούς ή μειωτικούς συντελεστές στους οποίους περιλαμβάνεται και κτίσμα, η έκταση, η παλαιότητά του κ.λ.π. που στη προκειμένη περίπτωση είναι κοντά στη δηλωθείσα του επίδικου ακινήτου 2.977,45 (425,35 X 7000) δρχ.
και τα 6/8 αντιστοιχούν σε 2.233.087 δρχ. και αφετέρου η εφορία που ήταν το αρμόδιο όργανο εκτίμησε τη δωρεά του ακινήτου (οικόπεδο και κτίσμα) στο ποσό αυτό και επέβαλε φόρο που του αναλογούσε. Επομένως το πρωτόδικο δικαστήριο το οποίο έκρινε ότι η τότε πραγματική αξία του εν λόγω ακινήτου ανερχόταν κατά τον χρόνο του θανάτου της κληρονομούμενης στο ποσό των 230.048,21 ευρώ αντί του ορθού των 500.000 ευρώ έσφαλε, δεκτού γενομένου του σχετικού λόγου έφεσης.
Περαιτέρω απεδείχθη ότι δυνάμει του υπ’ αριθ. ...-5-1986 συμβολαίου γονικής παροχής κυριότητας ιδανικού μεριδίου διαμερίσματος με παρακράτηση επικαρπίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Λ. Π., η αποβιώσασα μεταβίβασε στον ενάγοντα-εναγόμενο λόγω γονικής παροχής την ψιλή κυριότητα ποσοστού 3/8 εξ αδιαιρέτου διαμερίσματος πέμπτου ορόφου επιφανείας 83,39 τμ, επί της οδού ...
στο Κολωνάκι, παρακρατώντας την επικαρπία εφ’ όρου ζωής της. Η αντικειμενική αξία του ανωτέρω ποσοστού εξ αδιαιρέτου ψιλής κυριότητας ανήρχετο κατά το χρόνο της μεταβίβασης στο ποσό των 809.650 δραχμών, στο οποίο εκτιμάται και η πραγματική του αξία κατά το χρόνο της μεταβίβασης, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και το σύνολο των προσκομιζόμενων αποδεικτικών μέσων.
Λόγω της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος από το χρόνο τέλεσης της δωρεάς (γονικής παροχής) μέχρι το θάνατο της μητέρας των διαδίκων, πρέπει να υπολογισθεί η τότε πραγματική αξία στη σημερινή τιμή του νομίσματος, με τις ετήσιες αναπροσαρμογές του δείκτη τιμών καταναλωτή, σύμφωνα με αίτημα αμφοτέρων (των διαδίκων), η οποία ανέρχεται στο ποσό των 15.438,92 ευρώ.
Ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης ότι η αξία της επικαρπίας του αμέσως ανωτέρω προαναφερόμενου διαμερίσματος συνυπολογίζεται για την εξεύρεση της πλασματικής αξίας της κληρονομίας είναι απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, δεδομένου ότι σύμφωνα με την ορθότερη κατά την κρίση του Δικαστηρίου άποψη στον υπολογισμό της αξίας της κληρονομίας λαμβάνεται υπόψη μόνον η αξία της ψιλής κυριότητος κατά τον χρόνο της δωρεάς.
Παρόλο δε που η θανούσα είχε παρακρατήσει το δικαίωμα επικαρπίας εφόρου ζωής της επί του ποσοστού ψιλής κυριότητας του εναγομένου του ανωτέρου διαμερίσματος επί της οδού ..., τα μισθώματα από την εκμίσθωση αυτού εισέπραττε ο ενάγων - εναγόμενος και επομένως συνιστούν εν ζωή δωρεά της αποβιώσασας προς αυτόν.
Η αξία της δωρεάς αυτής ανήλθε το έτος 1997 στο ποσό των 360.000 δραχμών, το έτος 1998 στο ποσό των 360.000 δραχμών, το έτος 1999 στο ποσό των 390.000 δραχμών, το έτος 2000 στο ποσό των 405.000 δραχμών, το έτος 2001 στο ποσό των 405.000 δραχμών, το έτος 2002 στο ποσό των 1320,62 ευρώ, το έτος 2003 στο ποσό των 1320,62 ευρώ, το έτος 2004 στο ποσό των 1320,62 ευρώ, το έτος 2005 στο ποσό των 1370,21 ευρώ, το έτος 2006 στο ποσό των 924,38 ευρώ, το έτος 2007 στο ποσό των 1575 ευρώ και το έτος 2008 στο ποσό των 1575 ευρώ.
Μετά την αναγωγή των παροχών αυτών στο ισάξιο του ποσού κατά το χρόνο θανάτου της αποβιώσασας, το συνολικό ποσό δωρεάς που έλαβε ο ενάγων-εναγόμενος από τη μητέρα των διαδίκων από την, ανωτέρω αίτια ανήλθε σε 17.502,57 ευρώ..... Επίσης η αποβιώσασα είχε δωρίσει στον ενάγοντα - εναγόμενο, το έτος 1981, 800 χρυσές λίρες Αγγλίας......
Η αξία εκάστης λίρας ανερχόταν κατά το χρόνο της δωρεάς σε 6.850 δραχμές και κατά συνέπεια η συνολική αξία της δωρεάς ανερχόταν στο ποσό των 5.480.000 δραχμών (800 λίρες X 6.850 δραχμές εκάστη). Μετά την αναγωγή της παροχής αυτής στο ισάξιο του ποσού κατά το χρόνο θανάτου της αποβιώσασας, το συνολικό ποσό δωρεάς που έλαβε ο ενάγων-εναγόμενος από τη μητέρα των διαδίκων από την ανωτέρω αίτια ανήλθε σε 292.371,17 ευρώ.
Με το υπ’ αριθ. 3848/1-7-2011 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δημοσιεύθηκε η υπ’ αριθ. ...-3-1985 δημόσια διαθήκη της αποβιώσασας ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Λ. Π., με την οποία όριζε ότι εγκαθιστούσε τον ενάγοντα- εναγόμενο υιό της στο διαμέρισμα κυριότητάς της επί της οδού ...
στο Κολωνάκι, εμβαδού 215 περίπου τ.μ. και στο μερίδιό της στο διαμέρισμα επί της οδού ... αριθ. 23. Κατά το θάνατο όμως της διαθέτιδος τα ανωτέρω ακίνητα δεν υπήρχαν στην κυριότητά της. Ειδικότερα δυνάμει του υπ’ αριθ. .../4-11-1986 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Μ., η αποβιώσασα μεταβίβασε λόγω πώλησης στον Λ.
Γ. ισόγειο διαμέρισμα επί της οδού ... στο Κολωνάκι, εμβαδού 67 τ.μ. αντί τιμήματος 4.000.000 δραχμών, η αντικειμενική αξία του οποίου κατά το χρόνο της μεταβίβασης ανερχόταν στο ποσό του 1.894.224 δραχμών. Στη συνέχεια δυνάμει του με αριθμό .../23-11-2007 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Π.-Β., που μεταγράφηκε νόμιμα, η αποβιώσασα μεταβίβασε λόγω πώλησης στον Ε.
Τ. ισόγειο διαμέρισμα επί της οδού ... στο Κολωνάκι, εμβαδού 130 τ.μ., στο οποίο ανήκει και αποθήκη του υπογείου εμβαδού 5,50 τ.μ. και το οποίο αποτελούσε μέχρι την πώλησή του την οικία της. Ως καταβληθέν τίμημα ανεγράφη στο συμβόλαιο το ποσό των 441.280 ευρώ, όση και η αντικειμενική του αξία κατά το χρόνο της μεταβίβασης.
Ωστόσο, απεδείχθη ότι το καταβληθέν τίμημα ανήλθε στο ποσό των 841.280 ευρώ. Συγκεκριμένα απεδείχθη ότι στις 30-11-2007 η ενάγουσα-εναγομένη μετέφερε από τον υπ’ αριθ..... τραπεζικό λογαριασμό της στη ... το ποσό των 400.000 ευρώ στον υπ’ αριθ. .... ατομικό τραπεζικό λογαριασμό της αποβιώσασας μητέρας της στην ίδια τράπεζα (...).
Την ίδια δε ημερομηνία (30-11-2007) η θανούσα ανέλαβε αυτοπροσώπως από τον υπ’ αριθ...... (ατομικό) τραπεζικό λογαριασμό της τράπεζας ... το ποσό αυτό (των 400.000 ευρώ). Εν συνεχεία στις 12-12-2007 κατεβλήθη από τον αγοραστή του ακινήτου το ποσό του εμφανούς τιμήματος 441.280 ευρώ στον υπ’ αριθ.... τραπεζικό λογαριασμό της τράπεζας ..., συνδικαιούχοι του οποίου ήταν η θανούσα, η εναγομένη και ο υιός της.
Στις 14-12-2007 η αποβιώσασα ανέλαβε αυτοπροσώπως το ποσό των 441.280 ευρώ. Από το συνολικό ποσό του τιμήματος που προήλθε από την εκποίηση του ακινήτου της αποβιώσασας, η τελευταία δαπάνησε εν ζωή το ποσό των 70.000 ευρώ, σε οικιακή βοήθεια, ιατρικά έξοδα για την αντιμετώπιση του σοβαρού προβλήματος υγείας εξαιτίας του οποίου κατέληξε, μίσθωση και ανακαίνιση διαμερίσματος στο ..., μετακινήσεις και πολυτελή κοινωνική ζωή.
Από το υπόλοιπο ποσό των 771.280 ευρώ, η αποβιώσασα δώρισε κατά τα προαναφερθέντα το ποσό των 100.000 ευρώ στον ενάγοντα-εναγόμενο και το ποσό των 30.000 ευρώ στην εναγόμενη - ενάγουσα. Το δε εναπομείναν μετά ταύτα εντέλει ποσό των 641.280 ευρώ η θανούσα μητέρα των διαδίκων δώρισε επίσης στην εναγόμενη-ενάγουσα θυγατέρα της.
Κατόπιν των ανωτέρω η συνολική αξία των παροχών στις οποίες θα υπολογιστεί η νόμιμη μοίρα των διαδίκων ανέρχεται σε (500.000,00+15.438,92+17.502,57+292.371,17+ 641.280,00 +100.000,00 +30.000,00 =) 1.596.592,66 ευρώ. Μετά την αφαίρεση από το ποσό αυτό των εξόδων κηδείας της θανούσας, τα οποία ανήλθαν σε 5.875 ευρώ, κατόπιν αιτήματος αμφοτέρων των διαδίκων, απομένει υπόλοιπο στο οποίο τελικά υπολογίζεται η νόμιμη μοίρα τούτων, ύψους 1.590.718 ευρώ.
Το 25% του ποσού αυτού, ήτοι 397.697,5 ευρώ αποτελεί τη νόμιμη μοίρα που δικαιούται έκαστος εξ αυτών. Ο εκκαλών έχει λάβει ήδη το ποσό των 425.312,66 ευρώ (15.438,92 + 17.502,57 + 292.371,17 + 100.000,) ενώ η εφεσίβλητη το ποσό των 1.171.280 ευρώ (500.000 + 641.280 + 30.000) και επομένως η νόμιμη μοίρα αμφοτέρων των διαδίκων έχει καλυφθεί με τις εν ζωή παροχές χωρίς αντάλλαγμα της αποβιώσασας μητέρας τους προς αυτούς".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο και σύμφωνα με όσα προεκτίθενται στη μείζονα σκέψη, α) ορθώς εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1831 και 1833 ΑΚ ως προς τον υπολογισμό της προς την αναιρεσείουσα από τη μητέρα της παροχής του κληρονομιαίου ακινήτου της ..., με αναγωγή της αξίας της στο ισάξιό της κατά το χρόνο θανάτου της κληρονομηθείσας, λόγω της κατά τον μακρύ διαδραμόντα χρόνο νομισματικής μεταβολής (δραχμή-ευρώ), με προσφυγή και στα διδάγματα της κοινής πείρας για την ανάλυση των σχετικών αποδείξεων, β) δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1167, 1168, 1710, 1831 και 1833 ΑΚ, ως προς τον μη υπολογισμό της αξίας της επικαρπίας του ακινήτου της οδού ..., εφόσον επρόκειτο για δωρεά της ψιλής κυριότητας προς τον αναιρεσίβλητο από την παρακρατήσασα εφόρου ζωής την επικαρπία μητέρα του και για τον υπολογισμό της αξίας της κληρονομίας της τελευταίας λαμβάνεται υπ` όψη μόνον η αξία της ψιλής κυριότητας κατά τον χρόνο της δωρεάς, ακόμη και αν η επικαρπία αποσβέσθηκε αργότερα προς όφελος του δωρεοδόχου ψιλού κυρίου και γ) διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα, με βάση τα λεπτομερώς εκτιθέμενα αποδεικτικά μέσα τόσο ως προς την αξία της παροχής της ψιλής κυριότητας του ακινήτου της οδού ..., όσο και ως προς τη δωρεά προς την αναιρεσείουσα από τη μητέρα της του ποσού των 641.280 ευρώ προερχόμενου από το τίμημα πώλησης του διαμερίσματος της τελευταίας επί της οδού ..., οι δε τ’ αντίθετα υποστηρίζοντες σχετικοί πρώτος και τέταρτος (για τις ανωτέρω υπό στοιχεία α και β περιπτώσεις) από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεύτερος και τρίτος (για την ανωτέρω υπό στοιχείο γ περίπτωση) από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του παρισταμένου αναιρεσίβλητου, κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-10-2015 αίτηση της Ε. Ε. του Ι. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 6158/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2017 .
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2017
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ