Supreme Court dismisses appeal against labor court promotion decision due to clear employee superiority.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece rejected the Hellenic Bank's appeal against a labor court ruling that promoted an employee to a higher rank. The court found the lower court correctly determined the appellant held superior qualifications and experience compared to the promoted colleague, despite the latter's temporary assignment. Consequently, the appeal was dismissed as unfounded, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 201 and 207 § 1 of the Civil Code; A promotion agreement with conditional advancement is valid if the employer's assessment of non-compliance is not manifestly unfair, and such an assessment is considered arbitrary if the employee objectively possesses superior qualifications and experience.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 968 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 968/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Οικονόμου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 25-2-2014 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Δ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Κουτσούκου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-3-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 745/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2185/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 20-2-2012 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 703/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 873/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-9-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 7-3-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Kατά το άρθρο 201 ΑΚ, αν με την δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αναβλητική αίρεση), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός, ενώ κατά το άρθρο 207 § 1 ΑΚ η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος, που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της.
Τέτοια δικαιοπραξία με αναβλητική αίρεση, στην οποία εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 207 § 1 ΑΚ, είναι και εκείνη, με την οποία συμφωνήθηκε μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού η προαγωγή αυτού, αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις, η διαπίστωση της συνδρομής των οποίων γίνεται από τον εργοδότη ή εξουσιοδοτημένο όργανό του, όπως όταν η υπό προϋποθέσεις προαγωγή του υπαλλήλου προβλέπεται από κανονισμό εργασίας, που έχει συμβατική ισχύ.
Αν κριθεί από τον εργοδότη ότι ο εργαζόμενος δεν συγκεντρώνει τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για την προαγωγική ή μισθολογική του εξέλιξη και η κρίση του αυτή είναι κατάφωρα άδικη, η πλήρωση της παραπάνω αίρεσης παρακωλύεται εναντίον της καλής πίστης από μέρους του εργοδότη και η αίρεση θεωρείται τότε ότι έχει πληρωθεί (άρθ. 207 § 1 ΑΚ).
Κατάφωρα άδικη είναι η κρίση του υπόχρεου εργοδότη, όταν υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί ο τελευταίος κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής απόδοσης και συμπεριφοράς του υπαλλήλου. Αν στην συγκεκριμένη περίπτωση διαπιστωθεί ότι η μη πλήρωση της αίρεσης είναι αντίθετη στην καλή πίστη υπό την ανωτέρω έννοια του όρου, η προαγωγή του υπαλλήλου, αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο και σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 1082/1980 μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως η προαγωγή θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε να είχε συντελεσθεί.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. στ', 33 και 38 του Καταστατικού της αναιρεσείουσας Τράπεζας της Ελλάδος, που κυρώθηκε με το ν. 3234/1927 και έχει ισχύ νόμου, προκύπτει ότι οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων της ρυθμίζονται από τον εσωτερικό οργανισμό της ο οποίος καταρτίζεται, από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας και έχει ως εκ τούτου συμβατική ισχύ (Ολ.ΑΠ 27/1995, AΠ 444/2010, 1355, 1207/2009).
Ειδικότερα, σύμφωνα με τα άρθρα 10 και 12 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των Υπαλλήλων της αναιρεσείουσας Τράπεζας, όπως ισχύει μετά την συμπλήρωσή του με αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου της, η προαγωγή των υπαλλήλων της, από τον 4ο βαθμό του Τμηματάρχη στον 3ο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου αποφασίζεται κατ' απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση του Γενικού της Συμβουλίου, μετά από πρόταση του Διοικητή της, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται σωρευτικά στο άρθ. 12 του Οργανισμού, δηλ. (α) ύπαρξη κενής οργανικής θέσης (β) συμπλήρωση του απαιτουμένου χρόνου ευδόκιμης υπηρεσίας στον κατεχόμενο βαθμό (γ) ύπαρξη των προσόντων της ανώτερης θέσης (δ) επίδειξη κατά την άσκηση της υπηρεσίας του εξαιρετικής επίδοσης, ήθους, ικανότητας και φιλεργίας (ε) ικανότητα συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού των μέσων που έχουν τεθεί στην διάθεση του κρινομένου υπαλλήλου και του υπάρχοντος προσωπικού, κατά τρόπο που να αυξάνει την απόδοση του έργου της υπηρεσίας του και την παραγωγικότητα των εργαζομένων σ' αυτήν.
Σύμφωνα με τα παραπάνω οι προαγωγές των υπαλλήλων αυτών τελούν υπό αίρεση, η πλήρωση της οποίας συνίσταται στην απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας για την προαγωγή του υπαλλήλου στον ανώτερο βαθμό (άρθ. 201 ΑΚ). Περαιτέρω, από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι, εφόσον συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, η προαγωγή του μισθωτού αποτελεί εκπλήρωση συμβατικής υποχρέωσης της εργοδότριας τράπεζας (που πηγάζει από την ατομική σύμβαση εργασίας και τον συμπληρώνοντα αυτήν Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού), η δε περί προαγωγής κρίση του αρμοδίου οργάνου της υπόκειται στο έλεγχο των (πολιτικών) δικαστηρίων μόνον υπό τους όρους των άρθ. 201 και 207 ΑΚ, δηλ.
μόνον όταν η κρίση του οργάνου ως προς την συνδρομή στο πρόσωπο του μισθωτού των προϋποθέσεων προαγωγής είναι κατάφωρα άδικη και έτσι η πλήρωση της αίρεσης παρακωλύθηκε εναντίον της καλής πίστης.
Συνεπώς, σε περίπτωση παραβίασης της ανωτέρω συμβατικής υποχρέωσης της Τράπεζας γεννάται αξίωση του (μη προαχθέντος) μισθωτού προς αναγνώριση, εκτός άλλων, και του προς προαγωγή δικαιώματός του. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας, ύστερα από αναίρεση της προηγουμένης 2185/2009 απόφασής του με την 703/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, κατόπιν έφεσης του αναιρεσιβλήτου επί αγωγής αυτού κατά της αναιρεσείουσας Τράπεζας με αντικείμενο (κατά την μη ερευνηθείσα προηγουμένως επικουρική βάση της) την αναγνώριση της υποχρέωσης της εναγομένης να τον προαγάγει στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου από 15-12-2003 (αντί των προαχθέντων αντ' αυτού και εκεί αναφερομένων συναδέλφων του, έναντι των οποίων υπερτερούσε καταφανώς, λόγω πλήρωσης της αναβλητικής αίρεσης της προαγωγής του που παρακωλύθηκε εναντίον της καλής πίστης), με την προσβαλλομένη 873/2013 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, μεταξύ άλλων που δεν ενδιαφέρουν εδώ, ότι ο αναιρεσίβλητος ενάγων προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα εναγομένη Τράπεζα την 14-7-1972 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου (καθόσον ο οργανισμός αυτής προβλέπει όριο ηλικίας, μετά την συμπλήρωση του οποίου ο υπάλληλος εξέρχεται υποχρεωτικά από την υπηρεσία της) και εντάχθηκε στον λογιστικό κλάδο, τοποθετηθείς στο υποκατάστημα Ρόδου στις υπηρεσίες Λογιστηρίου και Γραμματείας, εξελίχθηκε δε υπηρεσιακά μέχρι τον βοηθό του Τμηματάρχη από 1-10-1990, ότι είναι απόφοιτος Λυκείου και έχει φοιτήσει επί τετραετία στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, χωρίς να έχει λάβει πτυχίο, γνωρίζει καλά την αγγλική γλώσσα και έχει παρακολουθήσει 16 επιμορφωτικά σεμινάρια και συγκεκριμένα (1) αγγλική γλώσσα (2) αξιολόγηση προσωπικού (3) Έλεγχος Μηχανογραφικών Συστημάτων (4) Εισαγωγή για παράγωγα προϊόντα (5) Εξειδικευμένη τραπεζική ελεγκτική (6) Αποτελεσματικός έλεγχος μέσω επικοινωνίας (7) Εισαγωγή στα συστήματα πληρωμών (8) Συνάλλαγμα - Εγχώριες και διεθνείς αγορές (9) Στοιχεία γνησιότητας ξένων και ελληνικών τραπεζογραμματίων (10) Έλεγχος συστημάτων πληροφορικής (11) Εσωτερικός έλεγχος και διαχείριση κινδύνου (12) Σύστημα παρακολούθησης συναλλαγών με λογιστική μορφή (13) Τραπεζικά - Χρηματοικονομικά (14) Εκτέλεση Εργασιών Δ/νσης Συναλλάγματος μετά την εφαρμογή του νέου συστήματος Finance Kit (15) Απάτη (16) Λογιστικό Σύστημα Sap, ότι ο ενάγων έχει βαθμολογηθεί από την εναγομένη με 13 "εξαίρετος" τα έτη 2001 και 2002 και με 12 "εξαίρετος" και 1 "πολύ καλά" το έτος 2000, ότι υπηρέτησε στο υποκατάστημα της εναγομένης στην Ρόδο μέχρι την 5-9-1976, ακολούθως από 6-9-1976 μετατέθηκε στο κεντρικό κατάστημα στην Αθήνα στην διεύθυνση Γενικού Λογιστικού και στο τμήμα Αναλυτικών Καθολικών, όπου παρέμεινε μέχρι την 21-8-1986, ενώ από 22-8-1986 τοποθετήθηκε στην Δ/νση Εσωτερικής Επιθεώρησης, όπου παρείχε τις υπηρεσίες του μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, ότι από το έτος 1986 του ανατέθηκε η άσκηση των καθηκόντων του Επιθεωρητή Γ', από 25-10-1990 η άσκηση των καθηκόντων του Επιθεωρητή Β' και από 8-4-1997 τα καθήκοντα του Επιθεωρητή Α', ότι η ένταξη του ενάγοντος σε οργανική θέση Επιθεωρητή Γ' και στην συνέχεια σε Επιθεωρητή Β' και Α' στην Διεύθυνση Εσωτερικής Επιθεώρησης, της οποίας προϊστάμενος ήταν απλός υπάλληλος, δεν ισοδυναμεί με κατοχή θέσης ευθύνης, ενώ εξάλλου ούτε η χορήγηση επιδόματος ευθύνης καταδεικνύει την κατοχή τέτοιας θέσης, δεδομένου ότι η χορήγηση αυτή στις θέσεις Επιθεωρητών Α', Β' και Γ' εγκρίθηκε με την ΠΔ 337/1989 και σε υλοποίηση απόφασης του Γενικού Συμβουλίου της ΤΕ 6/1989, στην οποία (ΠΔ) ρητά ορίζεται ότι "Η θέση του Επιθεωρητή Α' εξομοιώνεται από άποψη επιδόματος ευθύνης με τη θέση του Υποδιευθυντή, του Προϊσταμένου του Τμήματος ή του αναπληρωτή Προϊσταμένου του Τμήματος, εφόσον ο υπάλληλος φέρει αντίστοιχα το βαθμό του Υποδιευθυντή, του Εντεταλμένου Τμηματάρχη Προϊσταμένου ή του Τμηματάρχη", δηλ.
η εξομοίωση αφορά μόνο στο επίδομα ευθύνης, ότι κατά τις κρίσεις του έτους 2003 για προαγωγή τμηματαρχών στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων το Γενικό Συμβούλιο της εναγομένης μετά από πρόταση του Διοικητή της και ύστερα από γνωμοδότηση της προς τούτο συσταθείσης γνωμοδοτικής επιτροπής, με την 13/15-12-2003 απόφασή του προήγαγε από 15-12-2003 στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου, προς πλήρωση κενών οργανικών θέσεων, 68 Τμηματάρχες, παραλείποντας να προαγάγει τον ενάγοντα, ότι μεταξύ των προταθέντων με την αγωγή, από τους ως άνω προαχθέντες, προς σύγκριση με τον ενάγοντα ήταν και ο Ι.
Ε. (στον οποίο και μόνο αναφέρεται η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, αφού μόνον ως προς αυτόν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε καταφανή υπεροχή του ενάγοντος), ο οποίος προσλήφθηκε την 7-11-1974 και προήχθη στον βαθμό του Τμηματάρχη από 1-1-1995, απασχολήθηκε στο υποκατάστημα Πειραιά (Τμήμα εργασιών εξωτερικού) και στο Κεντρικό Κατάστημα στο Ταμείο Αλληλοβοηθείας ΣΥΤΕ από το έτος 1991, στο Τμήμα Οργάνωσης ως και στο Τμήμα επιχειρησιακού σχεδιασμού και υποστήριξης διαδικασιών, παρακολούθησε ένα εκπαιδευτικό σεμινάριο (βασικές χρηματοδοτικές έννοιες), ενώ η βαθμολογία του για το έτος 2000 ήταν 15 "εξαίρετος" και 2 "πολύ καλά" και για τα έτη 2001 και 2002 ήταν 17 "εξαίρετος", ότι με βάση τα παραπάνω ο ενάγων υπερέχει καταφανώς έναντι του προαχθέντος ως άνω συναδέλφου του Ι.
Ε., ειδικότερα δε υπερέχει (α) κατά δύο και πλέον έτη ως προς τη γενική αρχαιότητα και κατά τέσσερα και πλέον έτη ως προς την ειδική αρχαιότητα (β) ως προς την γνώση ξένης γλώσσας (ο ενάγων γνωρίζει καλά την αγγλική, ενώ ο συγκρινόμενος ουδεμία ξένη γλώσσα) και (γ) ως προς τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων (ο ενάγων συμμετέσχε σε 16 τέτοια σεμινάρια, ενώ ο προς σύγκριση προτεινόμενος σε 1), ενώ ως προς τις σπουδές και την βαθμολογία είναι ισότιμοι, με ελαφρά υπεροχή του ενάγοντος, ο οποίος έχει πραγματοποιήσει και ανώτατες σπουδές, χωρίς να τις έχει ολοκληρώσει, ενώ ουδείς εξ αυτών έχει ασκήσει υπεύθυνα καθήκοντα, σημειουμένου ότι ο χρόνος απόσπασης του συγκρινομένου στο ΣΥΤΕ, αν και λογίζεται ως ευδόκιμη υπηρεσία, δεν δύναται να θεωρηθεί και ως χρόνος άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων, αφού τέτοια καθήκοντα δεν ασκήθηκαν από τον προτεινόμενο προς σύγκριση, και ότι κατά την αντιπαραβολή αυτήν προκύπτει καταφανής υπεροχή του ενάγοντος έναντι του προαχθέντος συναδέλφου του, και συνεπώς η παράλειψη προαγωγής του υπερβαίνει προφανώς τα διαγραφόμενα από το άρθ. 281 ΑΚ όρια, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά, και αφού απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την προταθείσα από την εναγομένη διακωλυτική ένσταση, εξαφάνισε ενμέρει την πρωτόδικη απόφαση, κατ' αντίστοιχη παραδοχή της έφεσης του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και αναγνώρισε ότι η εναγομένη έπρεπε να προαγάγει τον ενάγοντα στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου από την 15-12-2003.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ως άνω κρίσιμες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ούτε και, μη καθοριζόμενα άλλωστε, διδάγματα κοινής πείρας, και επομένως πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου λόγοι αναίρεσης πρώτος από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η ειδικότερη αιτίαση ότι ο προταθείς ως άνω προς σύγκριση υπάλληλός της Ι.
Ε. δεν προσφερόταν προς τούτο, καθόσον κατά τον κρίσιμο χρόνο ήταν αποσπασμένος στον ΣΥΤΕ μη προσφέροντας πλέον τραπεζικές εργασίες στην εναγομένη, αφού αυτός, παρά ταύτα, προήχθη από την εναγομένη στον επίμαχο βαθμό, υποκείμενος ως εκ τούτου σε κάθε περίπτωση σε σύγκριση, ενώ εξάλλου και το Εφετείο δέχθηκε ότι ο χρόνος της απόσπασής του στον ΣΥΤΕ λογίζεται ως ευδόκιμη υπηρεσία, σημειουμένου ότι τα καθήκοντα που άσκησε αυτός στον ΣΥΤΕ δεν είναι σε κάθε περίπτωση υπέρτερα από τα καθήκοντα που άσκησε ο ενάγων εργαζόμενος στην αναιρεσείουσα Τράπεζα, δεύτερος κατά το σχετικό μέρος του από τον αριθ. 19 της ίδιας διάταξης και τρίτος από τους αριθ. 1 και 19 αυτής, με τους οποίους αποδίδονται οι αυτές κατά βάση πλημμέλειες, ο αυτός δε ως άνω δεύτερος λόγος κατά το σκέλος του από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, με το οποίο αποδίδεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν "δεν έλαβε υπόψη...
πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα... στο θέμα της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων του άρθ. 207 ΑΚ", ως αβάσιμος.
Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-9-2013 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" για αναίρεση της 873/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Απριλίου 2014. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ