Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding evidence evaluation and prior judgment. Appeal rejected as facts are within trial court's discretion.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Regional Court of Dodecanese's decision regarding a property transfer dispute. The appellants argued the lower court relied on unproven facts and ignored a prior judgment, but the court found these claims inadmissible. The court ruled that the lower court's evaluation of witness testimonies and documents falls within its exclusive discretion and that the alleged prior judgment was not properly raised during the original proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(10) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews only legal errors, not factual evaluations, and appeals regarding prior judgments are inadmissible if not raised in the lower court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 968 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 968/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Ν. Έ. του Μ., και 2. Χ. - Ε. συζ. Ι. Μ., το γένος Μ. Έ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Παρασκευή Τσιούγκου - Τσακουμάκα.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Α. Β. του Κ., 2. Η. Β. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Αρβανιτόπουλο και 3. Π. Β. του Κ., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Στο σημείο αυτό ο δικηγόρος Ηλίας Αρβανιτόπουλος δήλωσε διακοπή της δίκης του τρίτου αναιρεσίβλητου λόγω θανάτου, την δίκη του οποίου δικονομικά συνεχίζουν ως καθολικοί διάδοχοι και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι οι παρακάτω, α) Μ. χα Π. Β. το γένος Μ. Σ., κατοίκου ..., β) Μ. θυγ. Π. Β., κατοίκου ..., γ) Α. θυγ. Π. Β., κατοίκου ... και δ) Κ. θυγ. Π. Β., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Αρβανιτόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23 Απριλίου 2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 164/2010 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες ως και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση κατ' άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ με την από 9 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης ανέγνωσε την από 9 Μαρτίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Η πληρεξουσία των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η προκείμενη δίκη που διακόπηκε βιαίως με τον επελθόντα στις 13 Δεκεμβρίου 2010 θάνατο του αναιρεσιβλήτου Π. Β. του Κ. νόμιμα και παραδεκτά συνεχίζεται με σχετική δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους αυτού ως μόνους εγγύτερους συγγενείς κατά το χρόνο του θανάτου του: 1) Μ. χήρα Π. Β. το γένος Μ. Σ. (σύζυγο) 2) Μ. θυγ. Π. Β. 3) Α. θυγ. Π. Β. και 4) Κ. Π. Β. (τέκνα).
Κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων.
Κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβαση της. Περαιτέρω, στο άρθρο 576 παρ.1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ στην παρ.3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.
Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και την καθιερούμενη από την τελευταία απ' αυτές αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, συνάγεται ότι: α) στην περίπτωση που η επίσπευση της συζήτησης είχε γίνει από τον απολειπόμενο διάδικο, αυτή δεν είναι έγκυρη ως προς αυτόν (απολειπόμενο), εάν κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας από εκείνον (απολειπόμενο) προς τον δικηγόρο, που για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση και β) στην περίπτωση που ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου που επισπεύδει τη συζήτηση εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, την οποία πλέον αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο αναιρεσίβλητος θεωρείται ότι δεν παρίσταται και κηρύσσεται άκυρη η κλήση, με βάση την οποία αυτός εμφανίζεται ότι επισπεύδει με περαιτέρω αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εφαρμογή της παραπάνω αναφερόμενης διάταξης του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Στην προκειμένη περίπτωση κατά την συζήτηση της υποθέσεως, που έγινε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης αποφάσεως, δικάσιμο, του δικαστηρίου τούτου (19-3-2012) με εκφώνηση με τη σειρά της από το πινάκιο, ο πρώτος αναιρεσίβλητος Α. Β. δεν παραστάθηκε νόμιμα και τούτο διότι ο παρασταθείς για αυτόν στο ακροατήριο δικηγόρος Ηλίας Αρβανιτόπουλος δεν είχε σχετική πληρεξουσιότητα. Περαιτέρω όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από 28-6-2011 έκθεση επιδόσεως του Αστυφύλακα του Αστυνομικού Τμήματος Χάλκης ... ενεργούντως κατόπιν παραγγελίας του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ρόδου, ελλείψη δικαστικού επιμελητή, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με την πάνω σ' αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση επιδόθηκε με επίσπευση των αναιρεσειόντων νομότυπα και εμπρόθεσμα στον προαναφερθέντα αναιρεσίβλητο ο οποίος όπως προαναφέρθηκα δεν παραστάθηκε νόμιμα.
Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν ο διάδικος αυτός παρών. (αρθρ. 576 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στη προκειμένη περίπτωση δέχθηκε το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής: "Το επίδικο ακίνητο, μετά τον νόμιμο περιορισμό του αιτήματος των εναγόντων για την αποθήκη εμβαδού 20 τ.μ., η οποία περιλαμβάνεται σ' αυτό και το ιδιοκτησιακό της καθεστώς κρίθηκε αμετάκλητα με τις με αριθμούς 399/2001 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ρόδου και 4/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, είναι μια παλαιά ισόγεια μονοκατοικία, συνολικής έκτασης 110,83 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Μαύρη Θάλασσα" ή "Πιάτσα Χάλκης" μέσα στον οικισμό του Δήμου Χάλκης στη νήσο Χάλκη Δωδεκανήσου, και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Κ.
Φ., νότια με ιδιοκτησία Κ., ανατολικά με μικρό κτίσμα (αποθήκη) 20 τ.μ., και πέραν αυτού με δημοτικό δρόμο και δυτικά με δημοτικό δρόμο, όπως το ακίνητο αυτό εμφαίνεται με τα στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΑ στο προσαρτόμενο στο με αριθμό .../13.1.1991 συμβόλαιο γονικής παροχής της Συμβ/φου Ρόδου Χρυσάνθης Μήτσου από Δεκέμβριος 1990 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ.
Δ.. Το έτος 1960, η Ε. ή Ε. συζ. Μ. Έ., το γένος Α. Β., μητέρα των εναγομένων, η οποία από το έτος 1937 είχε εγκατασταθεί στην νήσο Κάλυμνο μετά τον γάμο της με τον Μ. Έ. μεταβίβασε άτυπα το προαναφερόμενο ακίνητο στην μητέρα των εναγόντων Κ. συζ. Κ. Β., το γένος Η. Γ. με ιδιωτικό συμφωνητικό αγοραπωλησίας αντί τιμήματος 25.000 δραχμών και έκτοτε η τελευταία το νεμήθηκε η ίδια διάνοια κυρίου είτε η ίδια, είτε δια του συζύγου της ή των τέκνων της - εναγόντων μέχρι το έτος 1991, χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί από κανένα και πολύ δε περισσότερο από τους εναγόμενους σε όλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα.
Ειδικότερα ο πατέρας των εναγόντων και σύζυγος της Κ. Β., που ήταν ψαράς και είχε διάφορα αλιευτικά σκάφη, χρησιμοποιούσε συνεχώς την παλαιά κατοικία ως αποθήκη, τοποθετούσε μέσα σε σ' αυτή διάφορα ναυτιλιακά και αλιευτικά εργαλεία μέχρι και τον Θάνατο του το έτος 1970. Μετά το έτος αυτό οι ίδιοι οι ενάγοντες συνέχισαν να χρησιμοποιούν το ακίνητο αυτό ως αποθήκη και ασχολούμενοι με την αλιεία και την μεταφορά επιβατών από τη Χάλκη στη Ρόδο, τοποθετούσαν (αποθήκευαν) σε αυτή κατά καιρούς διάφορα μέρη του επιβατικού τους πλοίου που εκτελούσε τα δρομολόγια Χάλκη - Καμείρου Ρόδου καθώς και των αλιευτικών τους σκαφών, όπως μέρη των μηχανών και των σκαφών, δίχτυα, παραγάδια, αλυσίδες, σχοινιά, καναπέδες και άλλα μικρά έπιπλα των σκαφών αυτών, ανταλλακτικά ψυγεία των πλοίων και άλλα ναυτικά εργαλεία και εξαρτήματα, ενεργώντας ως βοηθοί νομής της αληθινής νομέα μητέρας τους.
Το έτος 1982 παραχώρησαν ένα τμήμα της οικίας αυτής στον στενό συγγενή τους Ι. Φ., ο οποίος το χρησιμοποιούσε ως "κοτέτσι" για τις όρνιθες του συνεχώς και μέχρι το έτος 1993, οπότε και διέκοψε τη μόνιμη εγκατάσταση του στην Χάλκη. Υπό τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά η μητέρα των εναγόντων Κ. χα Κ.
Β. κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου, αφού νεμήθηκε αυτό διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα (30) ετών δηλαδή από 1960 έως 1991 συνεχώς και χωρίς ποτέ να αμφισβητηθούν τα δικαιώματα της από κανένα και στη συνέχεια δυνάμει του με αριθμό .../13.1.1991 συμβολαίου γονικής παροχής της Συμβ/φου Ρόδου Χρυσάνθης Μήτσου που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Τήλου -Χάλκης στον Τόμο 13 και με αριθμό ..., μεταβίβασε το δικαίωμα της αυτό, λόγω γονικής παροχής στους ενάγοντες οι οποίοι κατέστησαν έτσι αυτοί κύριοι του επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας.
Συνεπώς το ανωτέρω ακίνητο ουδέποτε είχε περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στην κυριότητα της μητέρας των εναγομένων Ε. Έ. και δεν ανήκε στην κληρονομιαία περιουσία της κατά το χρόνο του θανάτου της το έτος 1982 και ως εκ τούτου οι εναγόμενοι δεν κατέστησαν συγκύριοι αυτού, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται αποδεχόμενοι την κληρονομιά της με την με αριθμό .../25.10.1990 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της πρώην Συμβ/φου Ρόδου Σταματίας Σαρρή - Γιώρτσου.
Περαιτέρω από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι και μετά το έτος 1991 οι ενάγοντες συνέχισαν να συννέμονται την ανωτέρω παλαιά κατοικία με τις ίδιες ανωτέρω αναφερόμενες πράξεις νομής διάνοια συγκυρίων, ενώ για πρώτη φορά τα έτη 1997-1998 εμφανίστηκε ο πρώτος εναγόμενος και αμφισβήτησε τα δικαιώματα τους, έβγαλε έξω τα ανωτέρω αναφερόμενα κινητά πράγματα που ήταν αποθηκευμένα στην ανωτέρω παλαιά κατοικία, της οποίας ήδη είχαν καταστεί συγκύριοι από το έτος 1991 με τον προαναφερόμενο τρόπο και μετά από συνεχείς δικαστικούς αγώνες και σε .εκτέλεση της με αριθμό 94/2006 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ρόδου που εκδόθηκε επί σχετικής αιτήσεως των εναγομένων για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων νομής, οι τελευταίοι τους απέβαλαν στις 24.1.2007 από την αδιαμφισβήτητη νομή του ανωτέρω ακινήτου.
Πλήρως λοιπόν αποδείχθηκε ότι συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου και μάλιστα κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας είναι οι ενάγοντες καθώς και ότι μετά την προαναφερόμενη αποβολή από την νομή τους, οι εναγόμενοι κατείχαν αυτό". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε απορρίψει την αγωγή τους ως ουσιαστικά αβάσιμη, δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε τους ενάγοντες συγκυρίους κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου τον καθένα του επίδικου ακινήτου και υποχρέωσε τους εναγομένους ν' αποδώσουν το ακίνητο αυτό στους ενάγοντες.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1045, 1033, 1094, 1113 και1509 ΑΚ που έχουν εφαρμογή στη προκειμένη περίπτωση ενώ παράλληλα διέλαβε στην απόφαση του σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Ειδικότερα με βάση τα γενόμενα δεκτά ως άνω πραγματικά γεγονότα σύμφωνα με τα οποία η δικαιοπάροχος μητέρα των εναγόντων από το έτος 1960 αγόρασε άτυπα το επίδικο ακίνητο από την μητέρα των εναγομένων και ότι έκτοτε νεμήθηκε τούτο με διάνοια κυρίου δια της ασκήσεως των εις τη φύση αυτού προσιδιαζουσών ως άνω πράξεων μέχρι το έτος 1991 και έτσι αυτή κατέστη κυρία τούτου με έκτακτη χρησικτησία, 2) ότι οι ενάγοντες απέκτησαν την συγκυριότητα τούτου με το νομίμως μεταγραφέν υπ' αριθ. .../13-1-1991 συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογράφου από την κυρία τούτου μητέρα τους και 3) ότι κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής ο;
εναγόμενοι κατείχαν το ακίνητο τούτο συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων.
Συνεπώς οι πρώτος και πέμπτος (κατά το πρώτο μέρος) λόγο της αναίρεσης αντίστοιχα από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.ΠολΔ. με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. Ο πέμπτος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του επίσης από τον αριθ. 19του άρθρου559 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος διότι η προβαλλόμενη αιτίαση περί υπάρξεως αντίφασης στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιλαμβάνει παραδοχή, περί ύπαρξης συμβάσεως χρησιδανείου ως προς το τμήμα ακινήτου (κτίσμα -αποθήκη εμβαδού 20 τ.μ.) το οποίο δεν ήταν αντικείμενο της προκείμενης δίκης αφού οι εναγόντες περιόρισαν κατά το τμήμα τούτο το αίτημα της αγωγής τους . Κατά τα λοιπά οι ίδιοι λόγοι είναι απαράδεκτοι διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο(άρθρ.561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, "είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη".
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναιρέσεως του άρθρου 559 ΚΠολΔ, από δε το συσχετισμό της με τις διατάξεις των άρθρων 566 τταρ.1 και 118 αριθ.4 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, πρέπει να μνημονεύεται στο αναιρετήριο, αν δεν πρόκειται για τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, έχει νόμιμα προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν αυτού η απόφαση προσβάλλεται με την αναίρεση, και συγκεκριμένα να έχει προταθεί νόμιμα και δη με λόγο εφέσεως ή με τις προτάσεις, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η με τον τρόπο αυτόν πρόταση επιτρέπεται (βλ.
σχ. Ολ.ΑΠ 43/1990). Κατ' ακολουθίαν ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή είναι απαράδεκτος διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο νόμιμος τρόπος επαναφοράς ενώπιον του Εφετείου των πραγματικών περιστατικών που φέρονται ότι προβλήθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με τις προτάσεις που κατέθεσαν οι εναγόμενοι αναιρεσείοντες ενώπιον εκείνου του Δικαστηρίου και θεμελιώνουν την επικαλούμενη αοριστία.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, οι οποίοι αποκρούονται ή γίνονται δεκτοί με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός: Κατ' ακολουθίαν ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από, τον αριθ.8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
είναι απορριπτέος κατά μεν το πρώτο μέρος του ως, αλυσιτελής, διότι ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός περί του ότι η δικαιοπάροχος των εναγόντων κατείχε με σύμβαση χρησιδανείου το δωμάτιο των 20 τ.μ. αφορά τμήμα ακινήτου που δεν αποτέλεσε αντικείμενο της προκειμένης δίκης μετά το σχετικό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής ως προς το τμήμα τούτο από τους ενάγοντες κατά δε το δεύτερο μέρος του ως απαράδεκτος, διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις αφορούν την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. (άρθρο 561 παρ. 1Κ.Πολ.Δ.) Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Στη προκειμένη περίπτωση αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Δικαστήριο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στις καταθέσεις των μαρτύρων τα έγγραφα και τις ένορκες βεβαιώσεις επομένως ο τρίτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Δικαστήριο χωρίς αποδείξεις κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς το ζήτημα της άτυπης ( με ιδιωτικό συμφωνητικό) μεταβίβασης του επιδίκου από την μητέρα των εναγομένων στη μητέρα των εναγόντων είναι αβάσιμος.
Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρ.561 παρ.1 Κ.ΠολΔ. Το δεδικασμένο, αν και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 332 ΚΠολΔ, δεν αφορά τη δημόσια τάξη και γι αυτό για να δημιουργηθεί λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ πρέπει ο ισχυρισμός για ύπαρξη (ή μη) δεδικασμένου να έχει προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να αναφέρεται τούτο στο αναιρετήριο και δεν μπορεί να προταθεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του από τον αριθ. 14, κατ' εκτίμηση δε από τον αριθ.16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το δεδικασμένο που απέρρεε από την υπ. αριθ.4./2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός για την ύπαρξη του επικαλούμενου δεδικασμένου προτάθηκε στο Εφετείο.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (αρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Σεπτεμβρίου 2010 αίτηση του Ν. Έ. του Μ. και Χ.- Ε. σύζ. Ι. Μ. το γένος Μ. Έ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 164/2010 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του δεύτερου του αναιρεσιβλήτου και των συνεχιζόντων τη δίκη για τον αποβιώσαντα τρίτο αναιρεσίβλητο αγωγή τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2012. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Ιουνίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ