Legislator Case Law & Legislation
968/2011 AI generated

Supreme Court allows partial appeal regarding public employee salary claims barred by statute of limitations.

Case Number 968/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a First Instance Court decision regarding public employee salary claims. The appellant argued that the claims for the year 2000 were not time-barred because the limitation period started from the claim's generation, not the end of the fiscal year. The Court found the lower court erred in applying the statute of limitations by using the fiscal year end as the starting point instead of the claim's generation date, which had already passed the two-year limit.

Legislator headnote

AI generated

Articles 90(3) and 91 of Law 2362/1995; The statute of limitations for public salary claims begins from the generation of the claim, not the end of the fiscal year, and the lower court erred in applying the general rule instead of the specific provision.

Keywords

AI generated
statute of limitations public salary claims fiscal year end claim generation date Law 2362/1995 public administration limitation period

Cited Legislation

AI generated
Article 90(3) of Law 2362/1995
Article 91 of Law 2362/1995
Article 128(4) of the Code of Civil Procedure
Article 242(2) of the Code of Civil Procedure
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1)(b) of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AE 32/2008
OL AP 29/2006
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 968 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 968/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Μίμη Γραμματικούδη), Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 10η Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο του ΝΣΚ Κωνσταντίνο Γεωργιάδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ 2 του ΚΠολ Δ.

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Α. Γ. του Κ., κατοίκου ..., που δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-12-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 928/2003 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως η 6610/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-10-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 29-04-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου λόγου αναιρέσεως και την παραδοχή του δεύτερου λόγου αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την προσκομιζόμενη 5130/30-6-2010 έκθεση επιδόσεως της αρμόδιος δικαστικής επιμελητήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... προκύπτει ότι, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, μετά της κάτωθι αυτής πράξεως ορισμού δικασίμου για την στην αρχή της παρούσης αναφερόμενη δικάσιμο της 10-5-2011 και κλήσεως προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, με παραγγελία του επισπεύδοντος την συζήτηση αναιρεσείοντος, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, κατ' άρθρο 128 παρ. 4 ΚΠολΔ, η οποία δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε, κατ άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. δήλωση μη παραστάσεως κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της αιτήσεως, παρά την απουσία της νόμιμα κλητευθείσας ως άνω αναιρεσίβλητης.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 4 του ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", που αντικατέστησε τις διατάξεις των άρθρων 8, 11 παρ. 1 και 6 του ν. 1505/1984 και άρχισε να ισχύει από 1-1-1997, προκύπτει ότι το οικογενειακό επίδομα που προβλέπεται, παρέχεται στους έγγαμους υπαλλήλους που αφορούν οι διατάξεις αυτές, ως προσαύξηση μισθού, για την παρεχόμενη εργασία, η οποία καταβάλλεται για την αντιμετώπιση των βαρών που συνεπάγεται η δημιουργία οικογένειας, στα πλαίσια και της επιβαλλόμενης από το άρθρο 21 του Συντάγματος προστασίας της.

Το ότι η παραπάνω παροχή έχει χαρακτήρα μισθού, επιβεβαιώνεται και από τη διάταξη του άρθρου 141 παρ. 2 της συμβάσεως του Άμστερνταμ (πρώην 119 της ΕΟΚ), που εφαρμόζεται και στις εργασιακές συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου στο δημόσιο τομέα (αποφάσεις ΔΕΚ στις υποθέσεις 248/83 και 58/81), σύμφωνα με την οποία, ως αμοιβή νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές, αλλά και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα σε χρήματα ή σε είδος λόγω της σχέσεως εργασίας.

Περαιτέρω, με το προαναφερόμενο άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2470/1997, ορίστηκε ότι για την ενίσχυση της οικογένειας των υπαλλήλων που εμπίπτουν στον νόμο αυτό χορηγείται μηνιαία οικογενειακή παροχή ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση των υπαλλήλων, ως εξής: α) για οικογένεια έγγαμων χωρίς τέκνα ή με ενήλικα τέκνα, 12.000 δραχμές και β) για οικογένεια με ανήλικα τέκνα, το ποσό αυτό προσαυξάνεται για κάθε τέκνο κατά τις διακρίσεις που γίνονται στη διάταξη αυτή.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 20 παρ. 2 του Ν. 1849/1989, "του προβλεπόμενου από την ΕΓΣΣΕ επιδόματος γάμου δικαιούχοι είναι και οι άγαμοι γονείς, καθώς και οι ευρισκόμενοι σε κατάσταση χηρείας και οι διαζευγμένοι, από την δημοσίευση του παρόντος νόμου", δηλαδή, από 8.5.1989. Εκ του συνδυασμού των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται, ότι το επίδομα γάμου δικαιούνται και οι χήροι και οι διαζευγμένοι μισθωτοί, δίχως άλλη προϋπόθεση και συγκεκριμένα αν είναι γονείς και σε καταφατική περίπτωση έχουν την επιμέλεια τέκνου τους, αφού, κάτι τέτοιο, δεν διαλαμβάνεται στην τελευταία των ως άνω διατάξεων.

Αν ο νομοθέτης ήθελε το αντίθετο, ως επί αγάμων, ρητώς θα εκφραζόταν γι' αυτό, ενόψει και του ότι το υπό των παραπάνω ΔΑ και ΕΓΣΣΕ προβλεπόμενο επίδομα γάμου παρείχετο σε όλους τους έγγαμους μισθωτούς, χωρίς διάκριση για το αν είναι γονείς ή όχι. Η εκδοχή δε αυτή επιβεβαιώνεται και από την εισηγητική έκθεση του ανωτέρω νόμου (1849/1989), στην οποία αναφέρεται, σχετικά με τους χήρους και τους διαζευγμένους, ότι "λαμβάνεται, μεταξύ άλλων, ιδιαίτερη πρόνοια και για την κατηγορία αυτή των εργαζόμενων, ώστε να μην υφίστανται οικονομικές επιπτώσεις με τον περιορισμό των αποδοχών, λόγω περικοπής του επιδόματος γάμου, με την αλλαγή της οικογενειακής τους κατάστασης".

Εξάλλου, ναι μεν το άρθρο 20 παρ. 2 του Ν. 1849/8.5.1989 ισχύει για το μέλλον (Α.Κ. 2), πλην, όμως, η εν λόγω διάταξη δεν κάνει καμιά διάκριση περί λύσεως του γάμου των μισθωτών, εξαιτίας θανάτου συζύγου ή διαζυγίου, είτε προ, είτε μετά, την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, για την παροχή του επίμαχου επιδόματος γάμου στους χήρους ή στους διαζευγμένους μισθωτούς, οι οποίοι το δικαιούνται, αρκεί να το ζητούν ύστερα από την 8.5.1989.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη έχει προσληφθεί την 10-1-1991 από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ως καθαρίστρια, στη Γενική Γραμματεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδος (ΕΣΥΕ), που υπάγεται στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών και ότι είναι έγγαμη από την 26-12-1973 και ήδη χήρα από την 27-4-1994.

Το εναγόμενο, παρότι γνώριζε την οικογενειακή της κατάσταση, αρνήθηκε να της καταβάλει το οικογενειακό επίδομα (γάμου) κατά το από 1-1-2000 μέχρι 30-6-2002 χρονικό διάστημα, το οποίο αυτή δικαιούται με βάση την αρχή της ισότητας της αμοιβής για ίσης αξίας παρεχόμενη εργασία, ανεξάρτητα από το αν το εισπράττει ή όχι ο σύζυγος της, καθόσον με τη θεσπιζόμενη διάταξη του εδ.

β' της παρ. 6 του άρθρου 11 του Ν. 1505/84, απαγόρευση της χορήγησης του επιδόματος αυτού και στους δύο συζύγους με το αιτιολογικό, ότι το λαμβάνει ο άλλος εξ αυτών, αποτελεί ανεπίτρεπτη διάκριση, αντίθετη προς τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και συνεπώς είναι ανίσχυρη. Πρέπει δε προς αποκατάσταση της αρχής της ισότητας, που καθιερώνεται με τις διατάξεις αυτές να εφαρμοστεί και προς όφελος της ενάγουσας, σε βάρος της οποίας έγινε η δυσμενής διάκριση, η ίδια ευνοϊκή ρύθμιση, που έγινε και για άλλους έγγαμους εργαζόμενους, που λαμβάνουν το επίδομα αυτό στο ακέραιο χωρίς προϋποθέσεις.

Επομένως η ενάγουσα με βάση την παραπάνω οικογενειακή της κατάσταση (χήρα) δικαιούται να λάβει το οικογενειακό επίδομα, ανεξάρτητα αν είναι γονέας και έχει την επιμέλεια τέκνου, συνολικού ύψους 1.056,6 ευρώ για το επίδικο χρονικό διάστημα (ήτοι για τα έτη 2000, 2001 και το πρώτο εξάμηνο του έτους 2002). Έτσι αποφανθείσα η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία κα εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 12 του Ν. 2470/1997, 21 παρ. 4 του Ν. 2515/1997 και 20 παρ. 2 του Ν. 1849/1989, γι' αυτό και είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔικ, πρώτος λόγος αναιρέσεως.

Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της", κατά δε την διάταξη του άρθρου 91 εδ.

α' του ίδιου νόμου, "επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, και ορίζεται ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως.

Η διάταξη αυτή, είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ανωτέρου νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της ενάρξεως του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, που υπάρχει στο άρθρο 91 εδ.

α' και επομένως κατισχύει αυτής ( ΑΕΔ 32/2008, Ολ. Α.Π. 29/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αξιώσεις της αναιρεσίβλητης για το έτος 2000 δεν έχουν υποπέσει στην υπό του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 καθιερουμένη διετή παραγραφή, καθόσον από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτών (31-12-2000) μέχρι την 27-12-2002, που κατατέθηκε αίτηση στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, δεν παρήλθε διετία.

Στη συνέχεια αφού επικύρωσε κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση, η οποία έκρινε ομοίως και απέρριψε την σχετική ένσταση παραγραφής του Ελληνικού Δημοσίου, απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό δεύτερο λόγο της έφεσης. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι στις 27-12-2002 δεν είχαν υποκύψει στην παραπάνω διετή παραγραφή οι αξιώσεις της αναιρεσίβλητης για το διάστημα από 1-1-2000 έως 31-12-2000, παραβίασε τις αναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 90 παρ.3 και 91 του ν. 2362/1995, εφόσον υπολόγισε την έναρξη του χρόνου της παραγραφής από το τέλος του οικονομικού έτους (2000), μέσα στο οποίο γεννήθηκαν οι προαναφερόμενες ένδικες αξιώσεις, και όχι, όπως θα έπρεπε, από το χρόνο της γενέσεώς τους, από τον οποίο χρόνο και μέχρι την εκ μέρους της αναιρεσίβλητης κατάθεση αίτησης στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (27-12-2002), όπως δέχθηκε το Εφετείο, είχε ήδη συμπληρωθεί διετία και ως εκ τούτου είχαν ήδη παραγραφεί οι αξιώσεις αυτές Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔικ, με τον οποίο προβάλλεται η παραπάνω πλημμέλεια, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιµος, να αναιρεθεί κατά ένα μέρος η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε αυτήν, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

H δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφισθεί, κατ' άρθρ. 22§1β του Ν. 3693/1957, λόγω της μερικής νίκης και ήττας καθενός από τους διαδίκους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό, την 6610/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος που αναιρείται στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουνίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡEYΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ