Legislator Case Law & Legislation
967/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the second instance court already rejected the appeal against the first instance judgment.

Case Number 967/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by fifteen individuals against a second-instance judgment. The appellants argued that the appellate court erred in law regarding civil liability and damages, but the court found the appeal procedurally inadmissible. Since the second-instance court had already rejected the original appeal against the first-instance judgment, the Supreme Court ruled that the appeal against that first-instance judgment could no longer be raised.

Legislator headnote

AI generated

Article 553 §1 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure; Article 367 of the Penal Code: An appeal against a first-instance judgment is inadmissible if the second-instance court has already rejected the original appeal against that same first-instance judgment.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal procedural bar second instance judgment civil liability damages assessment penal offenses legal reasoning

Cited Legislation

AI generated
Article 553 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 367 of the Penal Code
Articles 57, 59, 914 and 932 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 40/1996
Supreme Court 1565/2001
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 967 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 967/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Τ. Τ., 2.Β. Γ., 3.Μ. Δ., 4.Π. Γ., 5.Ζ. Ι., 6.Μ. Δ., 7.Γ. Γ., 8.Ι. Α., 9.Κ. Χ. συζ. Γ., 10.Κ. Γ., 11.Κ. Ε. συζ. Χ., 12.Κ. Π., 13.Μ. Α., 14.Μ. Δ. και 15.Ι. Μ., κατοίκων .... Ο μεν πρώτος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπουτσιδάκη, οι δε λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο. Του αναιρεσιβλήτου: Μητροπολίτου Λαρίσης και Τυρνάβου Ι. (Ι. Λ.), κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Χαρίλαο Κοψαχείλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 338/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 77/2009 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-3-2009 αίτησή τους και τους από 10-12-2010 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 7-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 553§1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν κριθεί τυπικώς παραδεκτή η έφεση και απορριφθεί ως ουσιαστικώς αβάσιμη ή αν γίνει δεκτή η έφεση και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η δευτεροβάθμια απόφαση, διότι με αυτή περατώνεται οριστικώς η δίκη (Ολ ΑΠ 40/1996, ΑΠ 1565/2001). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, το Εφετείο έκρινε τυπικώς παραδεκτή και απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση κατά της συμπροσβαλλόμενης (με την αναίρεση) πρωτόδικης απόφασης. Επομένως, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ασκείται απαραδέκτως.

Με το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ ιδρύονται, αντιστοίχως, λόγοι αναιρέσεως: αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικής ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εξάλλου, το άρθρο 367 του ΠΚ, που ανήκει στο κεφ. ΚΑ αυτού με τον τίτλο "εγκλήματα κατά της τιμής", ορίζει, στην παράγραφο 1, ότι "δεν αποτελούν άδικη πράξη α)οι δυσμενοίς κρίσεις ..... καθώς και γ)οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για την διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ......... " • και στην δεύτερη παράγραφο, ότι "η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται α)όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363, καθώς και β)όταν από τον τρόπο εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξυβρίσεως και της απλής δυσφημήσεως αίρεται και στην περίπτωση που οι σχετικές εκδηλώσεις γίνονται δια διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Τέτοιο δε ενδιαφέρον έχει και κάθε θρησκευόμενο πρόσωπο, όταν -τηρώντας τους νόμους- συμμετέχει σε μαζικές εκδηλώσεις, διαμαρτυρίας εναντίον ομοθρήσκων του αξιωματούχων, για τους οποίους φρονεί, ότι παρέβησαν βασικούς κανόνες της κοινής τους πίστης.

Και στην περίπτωση, όμως, αυτή, ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδηλώσεως δεν αίρεται, και συνεπώς, παραμένει η παρανομία ως συστατικό στοιχείο της αδικοπραξίας, όταν η άνω εκδήλωση αποτελεί συκοφαντική δυσφήμιση ή όταν προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνηση αυτού.

Ειδικός σκοπός εξυβρίσεως, που, ως νομική έννοια, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπάρχει στον τρόπο εκδηλώσεως της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για την δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψης εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και ο οποίος, μολονότι γνώριζε τούτο, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή του άλλου (πρβλ.

ΑΠ 1231/2004).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι οι εναγόμενοι και εδώ αναιρεσείοντες, αντιδρώντας στον τρόπο που ο αναιρεσίβλητος κατέλαβε το μητροπολιτικό αξίωμα, τον οποίο θεωρούν αντικανονικό, έλαβαν μέρος (μαζί με άλλα πρόσωπα) σε μαζικές εκδηλώσεις εναντίον του, κατά τις οποίες απηύθυναν κατ' αυτού τις φράσεις "ανάξιος", "έξω οι κλέφτες από την Εκκλησία", "νάτος-νάτος ο κλέφτης των Τεμπών", "Λ.

τα χέρια σου στάζουν αίμα", "να φύγει ο Λ., να ησυχάσει η πόλη". Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε, ότι τα δυσφημιστικά για τον αναιρεσείοντα περιστατικά, που υπενοούντο με τα ρηθέντα συνθήματα, ήσαν ψευδή, και παρέθεσε τα ακόλουθα: "Οι εναγόμενοι όμως δεν εγνώριζαν το ψευδές των γεγονότων αυτών, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει τέτοια γνώση και επομένως δεν έχει τελεστεί το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Αντίθετα πίστευαν ότι τα ως άνω αναφερθέντα γεγονότα που συνδέονται με τους προσαπτόμενους στον ενάγοντα χαρακτηρισμούς τους ως αληθινά και συγκεκριμένα πίστευαν ότι ο ενάγων ενέχεται στο σκάνδαλο των Τεμπών, μάλιστα μετά την καταδίκη των υπευθύνων για την υπόθεση αυτή έπαυσαν να απευθύνουν στον ενάγοντα το σύνθημα "Νάτος - νάτος ο κλέφτης των Τεμπών", ότι επεδίωξε (ο ενάγων), μέσω της αστυνομίας τον τραυματισμό αυτών και των λοιπών διαμαρτυρομένων κατά την ενθρόνισή του, καθώς και ότι είχε εκλεγεί παράνομα, αφού η ενθρόνιση του έγινε το έτος 1994, χωρίς να έχει εκδοθεί Προεδρικό Διάταγμα και ενώ ζούσε ο Μακαριστός Θ., κατά τα προαναφερθέντα.

Από το ύφος όμως και με τον τρόπο με τον οποίο απηύθυναν τα συνθήματα προς τον ενάγοντα, προκύπτει σαφώς σκοπός εξύβρισης αυτού. Από τις εκφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν, οι οποίες πολλές φορές είναι οξείες (κλέφτης, ανάξιος κλπ.) και τις απειλητικές εναντίον, του κινήσεις κατά την είσοδο και έξοδό του από το Επισκοπείο προκύπτει κατά τρόπο σαφή η διάθεση προσβολής της τιμής και της υπόληψης του ενάγοντος και παρεμπόδισης άσκησης των λειτουργικών και ποιμαντικών του καθηκόντων, εκδηλώνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο αμφισβήτηση ως προς την ηθική και κοινωνική του αξία ως ανθρώπου, επισκόπου και δημοσίου προσώπου, προέβαιναν δε στις πράξεις αυτές εν γνώσει της υβριστικής τους σημασίας και με σαφή πρόθεση προσβολής της τιμής και της υπόληψης του.

Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται με τις προτάσεις της Πρωτοβαθμίου δίκης, τον ισχυρισμό δε αυτό επαναφέρουν νόμιμα με σχετικό λόγο της έφεσης τους ότι οι ανωτέρω εκδηλώσεις γίνονται από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και συγκεκριμένα για να αποκαταστήσουν την τάξη στην εκκλησία, η οποία διασαλεύτηκε με την εκλογή του ενάγοντα ως Μητροπολίτη και ότι ενεργούν στα πλαίσια των συνταγματικά κατοχυρωμένων ελευθεριών του δικαιώματος εκφράσεως των στοχασμών τους και του συνέρχεσθαι, καθώς και των δικαιωμάτων τους που πηγάζουν από το Κανονικό Δίκαιο ως Ορθοδόξων Χριστιανών.

Ο ισχυρισμός όμως αυτός, λόγος έφεσης, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, δεδομένου ότι προαναφερθέντες προσβλητικοί της τιμής και της υπόληψης του ενάγοντος χαρακτηρισμοί δεν αποτελούν το αναγκαίο μέτρο για την υποστήριξη των θέσεών τους και κατατείνουν μόνο στη προσβολή της τιμής και της υπόληψης του ενάγοντος, με αποτέλεσμα να λαμβάνουν χώρα έξω από τα όρια του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, το δε δικαίωμά τους να συναθροίζονται δεν δύναται σε καμία περίπτωση να δικαιολογήσει την διάπραξη βιαιοπραγιών σε βάρος του ενάγοντος, όπως οι εναγόμενοι πράττουν με τη ρίψη λίθων στο αυτοκίνητό του και την εκδήλωση απειλητικών πράξεων εις βάρος του.

Συνεπώς, εφόσον αποδείχθηκε ότι η παραπάνω συμπεριφορά των εναγομένων λαμβάνει χώρα με σκοπό εξύβρισης του ενάγοντος, δηλαδή με σκοπό την προσβολή της τιμής, της υπόληψης και της εν γένει προσωπικότητας του, όπως ο ενάγων καθ' υποφοράν ισχυρίζεται με την αγωγή του, και οι εναγόμενοι ενεργούν χωρίς δικαίωμα, παράνομα και υπαίτια, με σκοπό να τον μειώσουν και να τον παρεμποδίσουν στην άσκηση των καθηκόντων του, δικαιούται αυτός (ενάγων) εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από την παραπάνω αδικοπρακτική σε βάρος του συμπεριφορά. Λαμβάνοντας υπόψη την ένταση και έκταση της προσβολής σε συνδυασμό με την δημοσιότητα που έλαβε χώρα, τη συμπεριφορά των εναγομένων κατά και μετά την τέλεση της άδικης πράξης, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, πρέπει να επιδικαστεί στον τελευταίο το ποσό των 5.000 €, για κάθε καθένα από τους εναγόμενους ως χρηματική ικανοποίησή του για την ηθική βλάβη που υπέστη, το οποίο το Δικαστήριο κρίνει εύλογο. Υπόχρεοι προς καταβολή είναι καθένας από τους εναγόμενους, εφόσον καθένας απ' αυτούς εκδήλωνε την ως άνω συμπεριφορά προς τον ενάγοντα".

Υπό τα δεδομένα αυτά, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα της εφαρμογής των αναφερόμενων πιο πάνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου και εκείνων των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ, και δη τόσο για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ενδίκων αδικημάτων, όσο και για την αβασιμότητα του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων περί άρσεως του αδίκου χαρακτήρος των αδικημάτων τους, καθώς και για τον καθορισμό του χρηματικού ποσού, που έκρινε επιδικαστέο, ως εύλογη ικανοποίηση, στον αναιρεσίβλητο για την προκληθείσα σ' αυτόν από τα αδικήματα ηθική βλάβη.

Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμοι οι πρώτος και τρίτος λόγος του αναιρετηρίου και ο μοναδικός αναιρετικός λόγος του προσθέτου δικογράφου, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 και 1 ΚΠολΔ πλημμέλειες. Εξάλλου στον προβαλλόμενο με το πρόσθετο δικόγραφο λόγο, με τον οποίο πλήττεται για ελλιπή αιτιολογία, η κρίση του Εφετείου στο ζήτημα του επιδικασθέντος, ως εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως, ποσού, διαλαμβάνονται κατά λέξιν, και τα ακόλουθα: "Στην ....

απόφαση, δεν διελήφθη ειδικώς η περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, το τυχόν οικείο πταίσμα του τελευταίου, οι λοιπές προσωπικές σχέσεις των μερών και η συμπεριφορά των υπευθύνων μετά την αδικοπραξία ....... Ώστε κατά νομική και λογική ακολουθία να καταλήξει αιτιωδώς στον προσδιορισμό του ύψους της επιβληθείσης χρηματικής ικανοποιήσεως, ιδίως δε το κρίσιμον και ιδιαζούσης σημασίας κριτήριο των οικονομικών προσωπικών μας όρων".

Ταύτα όμως προβάλλονται απαραδέκτως, διότι δεν αναφέρεται αν είχε γίνει επίκληση των οικείων περιστατικών (ήτοι των περιστατικών που φέρονται αγνοηθέντα) στο ουσιαστικό Δικαστήριο, ώστε να έχει αυτό δυνατότητα (και υποχρέωση) να τα συναξιολογήσει.

Αβάσιμος είναι επίσης ο δεύτερος αναιρετικός λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 4 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο υπερέβη την δικαιοδοσία του ως πολιτικού δικαστηρίου, διότι δέχθηκε ως αποδεδειγμένο, ότι οι αναιρεσείοντες υπέπεσαν σε ποινικά παραπτώματα, η επί των οποίων δικαιοδοσία ανήκει στα ποινικά δικαστήριο. Τούτο δε, διότι από καμία διάταξη νόμου δεν προκύπτει, ουδέ από γενική αρχή του δικαίου συνάγεται, ότι τα πολιτικά δικαστήριο δεν δικαιούνται να ερευνούν (παρεμπιπτόντως), κατά την εξέταση αιτημάτων για επιδίκαση αστικών απαιτήσεων (ιδίως εξ αδικήματος), αν τελέσθηκαν ή όχι αξιόποινες πράξεις.

Περαιτέρω, αβασίμως προβάλλεται, με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 17 ΚΠολΔ), ότι είναι αντιφατικές και καθιστούν αναιρετέα την προσβαλλόμενη απόφαση οι παραδοχές του Εφετείου, σύμφωνα με τις οποίες οι αναιρεσείοντες δεν γνώριζαν την αναλήθεια των κατηγοριών που απέδιδαν στον αναιρεσείοντα με τις επίμαχες "διαδηλωτικές φράσεις", είχαν όμως εξυβριστικό σκοπό. Τούτο δε, διότι μεταξύ των δυο αυτών παραδοχών, στην πραγματικότητα, ουδεμία αντίφαση υφίσταται.

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Απορρίπτει την από 31.3.2009 αίτηση των αναιρεσειόντων για αναίρεση της 77/2009 αποφάσεως του Εφετείου Λαρίσης και της 338/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες την δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Μαΐου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 10 Ιουνίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ