Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, upholding lower court's decision on evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's judgment of 2010. The appellant argued that the lower court erred in procedure regarding pre-trial steps and failed to consider specific evidence submitted. The court rejected these claims, ruling that the lower court properly evaluated all evidence and that procedural defects did not cause irreparable harm.
Legislator headnote
AI generatedArticles 304, 307, 159(3), 559(8), 559(11)(c), 561(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may not overturn a lower court's decision based on the evaluation of evidence or procedural steps that did not cause irreparable harm to a party.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 965 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 965/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Α. του Γ., δικηγόρου Αθηνών, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Της αναιρεσίβλητης: Χ. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπασπύρου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Ιανουαρίου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7065/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου, 2065/2009 μη οριστική και 4229/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 9 Μαρτίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Η αυτοπροσώπως παραστάσα αναιρεσείουσα ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 304 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι από το σχέδιο της απόφασης που συντάσσεται κατά τη παρ.1 του άρθρου τούτου δημοσιεύεται η απόφαση σε δημόσια συνεδρίαση, ότι από τη δημοσίευση αυτή η απόφαση λαμβάνει νόμιμη υπόσταση και επέρχονται οι έννομες συνέπειες της (Α.Π. 897/2004, Α.Π. 333/1977) και ότι μετά τη δημοσίευση κάθε διάδικος δικαιούται να λάβει απλό φωτοτυπικό αντίγραφο του σχεδίου προκειμένου να μεριμνήσει για την καθαρογραφή της απόφασης . Περαιτέρω ούτε από τις διατάξεις του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ. ούτε και από άλλες προβλέπεται ακυρότητα της επίσπευσης με κλήση της συζήτησης της οποίας διατάχθηκε η επανάληψη στη περίπτωση που δεν προηγήθηκε η καθαρογραφή της απόφασης με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη ενώ από την ίδια έλλειψη της καθαρογραφής τέτοιας απόφασης ούτε απαράδεκτο για μη τήρηση προδικασίας δημιουργείται. Ακυρότητα της επίσπευσης μπορεί να υπάρξει εφόσον ο διάδικος που τη προτείνει υπέστη βλάβη από την έλλειψη της καθαρογραφής της απόφασης η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας (άρθρο 159 αριθ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Στη προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο και το συναφή δεύτερο λόγο της αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε άκυρη και απαράδεκτη για έλλειψη προδικασίας την εκ μέρους της αναιρεσιβλήτου γενομένη επίσπευση της συζήτησης της έφεσης ενώπιον του με την με αριθ.
κατ. 1481/6-5-2009 κλήση αυτής για τη δικάσιμο της 25 Φεβρουαρίου 2010, της οποίας συζήτησης είχε διαταχθεί η επανάληψη με την υπ. αριθ. 2065/2009 απόφαση του Εφετείου με την οποία και είχε γίνει δεκτή, μετά την αρχική συζήτηση της υπόθεσης στις 29-1-2009, η αίτηση αυτοεξαίρεσης μέλους της συνθέσεως του Δικαστηρίου, για το λόγο ότι η απόφαση αυτή δεν είχε καθαρογραφεί.
Αμφότεροι οι λόγοι αυτοί είναι σύμφωνα με τα προεκτεθέντα αβάσιμοι διότι η έλλειψη της καθαρογραφής της ως άνω υπ' αριθ. 2065/2009 απόφασης με την οποία είχε διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης η οποία με τη δημοσίευση της από το σχέδιο έλαβε νόμιμη υπόσταση και επέφερε τις έννομες συνέπειες της δεν καθιστά άκυρη ούτε απαράδεκτη για μη τήρηση προδικασίας, την επακολουθήσασα επίσπευση της συζήτησης με κλήση της αντιδίκου.
Συγκεκριμένη δε βλάβη από την έλλειψη καθαρογραφής της δημοσιευθείσης από το σχέδιο ως άνω απόφασης, η οποία να μη μπορεί να αποκατασταθεί παρά με την κήρυξη της ακυρότητας δεν επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα- εκκαλουσα στο Εφετείο αλλά ούτε και προκύπτει ότι δέχθηκε το Εφετείο τη συνδρομή τέτοιας βλάβης.
Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί ακυρότητας και απαραδέκτου της γενομένης επίσπευσης δεχόμενο ειδικότερα ότι νόμιμα εισήχθη η έφεση για συζήτηση με την από 6-5-2009 κλήση της ενάγουσας μετά την έκδοση της με αριθ.2065/2009 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά το σχετικό του μέρος από τον αριθ.8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα και ανεξάρτητα αν ο ισχυρισμός αυτός συνιστά ή όχι πράγμα κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στη προκειμένη περίπτωση δέχθηκε το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής: "Η εναγομένη και τα πέντε τέκνα της, ως συνιδιοκτήτες οικοπέδου που βρίσκεται στην οδό ... αριθ. 72 στο Δήμο Ζωγράφου Αττικής, το έτος 1998 ανέθεσαν στον εργολάβο Γ. Β. την ανέγερση στο οικόπεδο αυτό πολυόροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής.
Κατά τη διάρκεια ανεγέρσεως της οικοδομής αυτής ανεφύησαν διαφορές μεταξύ της εναγομένης και του ανωτέρω εργολάβου, οι οποίες αφορούσαν, εκτός των άλλων και τη δομική και στατική επάρκεια της οικοδομής. Για την επίλυση των διαφορών αυτών η εναγομένη, με αίτηση της προς τη Διεύθυνση Περιβάλλοντος και Χωροταξίας της περιφέρειας Αττικής, της οποίας διευθύντρια (την περίοδο των ετών 2001-2003) ήταν η ενάγουσα Χ.
Ζ., ζήτησε να αποφανθεί για τη στατική επάρκεια της εν λόγω οικοδομής. Μετά από αυτοψία που διενεργήθηκε στην οικοδομή αυτή συντάχθηκε η με αριθ. 544/2/12/3/2001 πρωτοβάθμια έκθεση επικινδύνου της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου Ζωγράφου, με την οποία η οικοδομή κρίθηκε επικίνδυνη. Στη συνέχεια, με το με αριθ. 5424/1/20/8/2002 έγγραφο του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής, ανατέθηκε στον πολιτικό μηχανικό της Διεύθυνσης Δημοσίων Έργων της Περιφέρειας Αττικής Ι.
Ξ., η σύνταξη τριτοβάθμιας έκθεσης επικινδύνου για την ανωτέρω οικοδομή. Ακολούθησε αυτοψία από τον Ι. Ξ. και συντάχθηκε η με αριθ. 3811/20/6/2003 ορθή επανάληψη τριτοβάθμιας έκθεσης επικινδύνου, με την οποία γνωμοδότησε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τον χαρακτηρισμό της οικοδομής αυτής ως επικινδύνου.
Με βάση την ανωτέρω έκθεση εκδόθηκε στη συνέχεια, μετά από εισήγηση της ενάγουσας Χ. Ζ., αρμόδιας διευθύντριας της Δ/νσης ΠΕΧΩΔΕ της Περιφέρειας, η με αριθ. 2308/10/9/2003 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής, με την οποία κρίθηκε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της επικινδύνου οικοδομής.
Κατά της τελευταίας απόφασης η εναγομένη άσκησε τη με αριθ. πρωτοκόλλου 4057/22/9/2003 έφεση, την οποία κατέθεσε στη Γενική Διεύθυνση ΠΕΧΩΔΕ, η οποία χαρακτηρίστηκε κατεπείγουσα προς διαβίβαση και την παρέλαβε η ενάγουσα την 23-9-2003. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η με αριθ. 37390/11/11/2003 απόφαση του ΠΕΧΩΔΕ, με την οποία ακυρώθηκε η αμέσως παραπάνω με αριθ. 2308/2003 απόφαση, για το λόγο ότι ο Επιθεωρητής αποφάνθηκε για την επικινδυνότητα της οικοδομής από στατική και δομική άποψη, χωρίς να αποφαίνεται για τον χαρακτηρισμό της οικοδομής.
Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι, μετά τις παραπάνω ενέργειες η εναγομένη, η οποία είναι δικηγόρος, μετέβη τις μεσημβρινές ώρες της 26/9/2003 στο γραφείο της ενάγουσας, η οποία βρισκόταν σε σύσκεψη με υφισταμένους υπαλλήλους της, εισήλθε σ' αυτό και εις επήκοον των συναδέλφων της υπαλλήλων, της απηύθυνε τις φράσεις: "πόσα πήρες από τους Β.
για να βγάλεις αυτή την απόφαση, πέντε, δέκα, δέκα πέντε εκατομμύρια;", οι οποίες μπορούν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της ενάγουσας. Οι φράσεις αυτές απευθύνθηκαν από την εναγομένη προς την ενάγουσα εν γνώσει του δυσφημιστικού τους χαρακτήρα και ελέχθησαν ενώπιον τρίτων (συναδέλφων της ενάγουσας) για να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της.
Περί του γεγονότος αυτού κατέθεσε με σαφήνεια και πειστικότητα η μάρτυρας της ενάγουσας Γ. Π. στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η κατάθεση της οποίας περιλαμβάνεται στα απομαγνητοφωνημένα πρακτικά αυτού. Επίσης η ίδια μάρτυρας Γ. Π. όπως και ο Γ. Τ. και η Μ. Μ., οι οποίοι ήσαν αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες κατέθεσαν περί των ανωτέρω ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, οι οποίες περιέχονται στα προσκομιζόμενα με επίκληση με αριθ. 1255/2009 πρακτικά και απόφαση αυτού, με την οποία η εναγομένη καταδικάστηκε τελεσιδίκως σε φυλάκιση οκτώ (8) μηνών για την ανωτέρω πράξη της απλής δυσφήμησης, συνεπεία υποβληθείσας εγκλήσεως της ενάγουσας, επί πλέον δε η Μ.
Μ. καταθέτει τα ίδια περιστατικά και ενώπιον τον Ειρηνοδίκη Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση με αριθ. .../26-8-2004 ένορκη βεβαίωση του Ειρηνοδίκη Αθηνών. Η εναγομένη αρνείται ότι απηύθυνε τις ανωτέρω φράσεις προς την ενάγουσα πλην παραδέχεται ότι μετέβη στο γραφείο της τελευταίας, προκειμένου όπως ισχυρίζεται για να διαπιστώσει που βρίσκεται ο φάκελος της υποθέσεως πλην όμως το γεγονός αυτό από μόνο του χωρίς καμία άλλη απόδειξη δεν αναιρεί τις ανωτέρω ένορκες καταθέσεις των προαναφερθέντων μαρτύρων οι οποίες κρίνονται πειστικές, από τις οποίες αποδείχθηκε με πληρότητα, σαφήνεια και πειστικότητα ότι η εναγομένη απηύθυνε πράγματι στην ενάγουσα ενώπιον τρίτων τις ανωτέρω δυσφημιστικές φράσεις.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τρεις (3) ημέρες μετά το ανωτέρω επεισόδιο κατά το οποίο η εναγομένη απηύθυνε προς την ενάγουσα τις ανωτέρω δυσφημιστικές φράσεις και συγκεκριμένα την 29-9-2003, η εναγομένη υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 29-9-2003 μήνυση της κατά των υπαλλήλων που συμμετείχαν στην έκδοση της ανωτέρω με αριθ. 2308/10-9-2003 απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής, με την οποία κρίθηκε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της πιο πάνω οικοδομής της εναγομένης και των τέκνων της.
μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και η ενάγουσα, μετά από εισήγηση της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση και ζήτησε την ποινική της δίωξη για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς βεβαίωσης και παράβασης καθήκοντος. Επί της ανωτέρω μηνύσεως διατάχθηκε προκαταρκτική εξέταση, μετά το πέρας της οποίας εκδόθηκε η με αριθ.
Β 21/20-2-2004 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η ανωτέρω από 29-9-2003 έγκληση της εναγομένης επειδή δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την κίνηση ποινικής δίωξης σε βάρος των ανωτέρω μηνυομένων, στη συνέχεια δε ασκηθείσης κατ' αυτής προσφυγής ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, από την εναγομένη, απορρίφθηκε και αυτή για τους ίδιους λόγους.
Η εναγομένη ισχυριζόταν, μεταξύ άλλων, στην ανωτέρω μήνυση της τα εξής: "... η τρίτη μηνυομένη (ήδη ενάγουσα) προκειμένου να επιτύχει πάση θυσία και να εξασφαλίσει το αθέμιτο όφελος εις τον εργολάβο αντίδικο μας και τους μηχανικούς του καθώς και για να καλύψει τας παρανομίας των πολεοδόμων Ζωγράφου ... παρέκαμψε εκ δόλου την άρνηση υπογραφής της άθλιας αποφάσεως από τον τμηματάρχη Λ.
με συνέπεια να είναι απολύτως πιθανά, ως λόγος της παραπάνω συμπεριφοράς της, ανομολόγητα οικονομικά ανταλλάγματα προς αυτήν εκ μέρους του κυκλώματος του αντιδίκου μας εργολάβου". Οι φράσεις όμως αυτές τις οποίες περιέλαβε η εναγομένη στην ανωτέρω μήνυση της σε βάρος της ενάγουσας και έλαβαν γνώση τρίτα πρόσωπα (γραμματείς, εισαγγελείς, μηνυόμενοι υπάλληλοι), οι οποίες μπορούν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της ενάγουσας, περιελήφθησαν στην ανωτέρω μήνυση της, από την εναγομένη, εν γνώσει του δυσφημιστικού τους χαρακτήρα για να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της ενάγουσας.
Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι τα ανωτέρω περιστατικά περί χρηματισμού της ενάγουσας, τα οποία ισχυρίστηκε η εναγομένη ενώπιον τρίτων (υπαλλήλων συναδέλφων της ενάγουσας) την 26-9-2003 αλλά και αυτά που περιέλαβε στην ανωτέρω από 29-9-2003 μήνυση της σε βάρος της ενάγουσας των οποίων έλαβαν γνώση τρίτα πρόσωπα (γραμματείς, εισαγγελείς, δικηγόροι), είναι ψευδή, διότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ήσαν αληθινά.
Αντίθετα από αυτά αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα επιτελούσε τα καθήκοντα της σύμφωνα με τον νόμο και από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι επιχείρησε να καλύψει παρανομίες των πολεοδόμων Ζωγράφου ούτε ότι είχε οποιαδήποτε οικονομική συναλλαγή με τον ανωτέρω εργολάβο, ο οποίος είχε αναλάβει την ανέγερση της πιο πάνω οικοδομής της εναγομένης, όπως αβασίμως υποστηρίζει η τελευταία.
Η εναγομένη όμως πίστευε ότι ανέφερε αληθινά πραγματικά περιστατικά τόσο την 26-9-2003 όσο και στην από 29-9-2003 ως άνω μήνυση της και ότι η ενάγουσα συνυπογράφοντας το επίσημο πρωτότυπο της ως άνω με αριθ. 2308/2003 τριτοβάθμιας απόφασης, σύμφωνα με την οποία δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις χαρακτηρισμού της οικοδομής ως επικίνδυνης, βεβαίωσε ψευδώς, χωρίς την υπογραφή του αρμόδιου τμηματάρχη Λ., καθώς και ότι η παραπάνω οικοδομή της ήταν πράγματι επικίνδυνη από στατικής άποψης και ότι οι επανειλημμένες αυτοψίες που είχαν διενεργηθεί στην οικοδομή της εσφαλμένα κατέληγαν στο συμπέρασμα ότι η οικοδομή αυτή δεν είναι επικίνδυνη, δεδομένου μάλιστα ότι από τεχνικές εκθέσεις των πολιτικών μηχανικών της Γ.
Ζ. και Δ. Τ. προέκυπτε το αντίθετο, καθώς και των αντιθέτων ως άνω αποφάσεων (πρωτοβάθμιας και τριτοβάθμιας) α), με αριθ. 544/2/12/3/2001 έκθεσης επικινδύνου της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου Ζωγράφου, με την οποία η οικοδομή κρίθηκε επικίνδυνη, β) με αριθ. 3811/20/6/2003 ορθής επανάληψης τριτοβάθμιας έκθεσης επικινδύνου, μετά από αυτοψία του πολιτικού μηχανικού της Διεύθυνσης Δημοσίων Έργων της Περιφέρειας Αττικής Ι.
Ξ., με την οποία γνωμοδότησε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τον χαρακτηρισμό της οικοδομής αυτής ως επικινδύνου, γ) της μετά από εισήγηση της ενάγουσας Χ. Ζ., αρμόδιας διευθύντριας της Δ/νσης ΠΕΧΩΔΕ της Περιφέρειας, με αριθ. 2308/10/9/2003 απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής, με την οποία κρίθηκε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της επικινδύνου οικοδομής και δ) της αδικαιολόγητης καθυστέρησης του φακέλου της με αριθ.
πρωτοκόλλου 4057/22/9/2003 έφεσης της εναγομένης, την οποία αυτή κατέθεσε στη Γενική Διεύθυνση ΠΕΧΩΔΕ, η οποία παρόλο που χαρακτηρίστηκε κατεπείγουσα προς διαβίβαση και τον παρέλαβε η ενάγουσα την 23-9-2003, εντούτοις δεν είχε διαβιβασθεί μέχρι τις 26-9-2003, που έλαβε χώρα το ανωτέρω επεισόδιο μεταξύ των διαδίκων και ε) κατά την υποβολή της πιο πάνω από 29-9-2003 μήνυσης και της με αριθ. 37390/11/11/2003 απόφασης του ΠΕΧΩΔΕ, η οποία εκδόθηκε κατόπιν παραδοχής της εφέσεως της εναγομένης, με την οποία ακυρώθηκε η αμέσως παραπάνω με αριθ. 2308/2003 απόφαση, για το λόγο ότι ο Επιθεωρητής αποφάνθηκε για την επικινδυνότητα της οικοδομής από στατική και δομική άποψη, χωρίς να αποφαίνεται για τον χαρακτηρισμό της οικοδομής.
Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν στοιχειοθετούνται σε βάρος της εναγομένης οι άδικες και παράνομες πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμησης και ψευδούς καταμήνυσης αλλά αυτή της απλής δυσφήμησης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ανωτέρω δυσφημιστικοί ισχυρισμοί σε βάρος της ενάγουσας ενέχουν έντονη περιφρόνηση προς το πρόσωπο της και αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής της αξίας και καταδεικνύουν σκοπό εξύβρισης της, δεδομένου μάλιστα ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίοι για την προστασία και διαφύλαξη των δικαιωμάτων της.
Η ενέργεια της εναγομένης να απευθύνει στην ενάγουσα την 26-9-2003 τις φράσεις: "πόσα πήρες από τους Β. για να βγάλεις αυτή την απόφαση, πέντε, δέκα, δέκα πέντε εκατομμύρια;" καθώς και να περιλάβει στην από 29-9-2003 μήνυση της σε βάρος της ενάγουσας τις παραπάνω φράσεις: "... η τρίτη μηνυομένη (ήδη ενάγουσα) προκειμένου να επιτύχει πάση θυσία και να εξασφαλίσει το αθέμιτο όφελος εις τον εργολάβο αντίδικο μας και τους μηχανικούς του καθώς και για να καλύψει τας παρανομίας των πολεοδόμων Ζωγράφου ...
παρέκαμψε εκ δόλου την άρνηση υπογραφής της άθλιας αποφάσεως από τον τμηματάρχη Λ. με συνέπεια να είναι απολύτως πιθανά, ως λόγος της παραπάνω συμπεριφοράς της, ανομολόγητα οικονομικά ανταλλάγματα προς αυτήν εκ μέρους του κυκλώματος του αντιδίκου μας εργολάβου", δεν έγινε για τη διαφύλαξη δικαιώματος της εναγομένης ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, αφού για την προάσπιση των δικαιωμάτων της που απέρρεαν από την παραπάνω υπόθεση της ανάθεσης στον εργολάβο Γ.
Β. της ανέγερσης πολυώροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής και την κατά τα συμφωνηθέντα μεταξύ τους ανέγερση ή μη αυτής και την αντιδικία της με τον παραπάνω εργολάβο, στον οποίο η ενάγουσα ενεπλάκη, ως εκ του υπηρεσιακού της αντικειμένου και η εναγομένη (για τον χαρακτηρισμό της ως άνω οικοδομής της ως επικινδύνου ή μη) δεν ήταν αναγκαίο να προβάλει τον ψευδή ισχυρισμό περί χρηματισμού της ενάγουσας και να περιλάβει εναντίον της τελευταίας, στην από 29-9-2003 μήνυση της, τις ανωτέρω ψευδείς δυσφημιστικές φράσεις, που ενέχουν σκοπό εξύβρισης της ενάγουσας.
Έτσι, η προβληθείσα από την εναγομένη πρωτοδίκως νόμιμη ένσταση, η οποία επαναφέρεται με σχετικό λόγο της έφεσης περί συνδρομής περίπτωσης του άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ, η οποία αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος, λόγω άρσης τον παρανόμου της προσβολής, αποδεικνύεται κατ'ουσίαν αβάσιμη και πρέπει ν' απορριφθεί.
Με βάση την ανωτέρω υπαίτια και παράνομη αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, στοιχεία τα οποία εκτίθενται με πληρότητα στην αγωγή, η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να επιδικαστεί υπέρ αυτής και σε βάρος της εναγομένης χρηματική ικανοποίηση. Το ανάλογο ύψος, υπό τις εκτεθείσες συνθήκες της παρούσας υποθέσεως, μετά από εκτίμηση όλων των άνω περιστατικών και ιδίως της βαρύτητας της προσβολής, της υπαιτιότητας της εναγομένης και της περιουσιακής καταστάσεως των μερών, πρέπει να καθοριστεί στο ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ.
Επομένως έπρεπε να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή, ως και κατ ουσίαν βάσιμη και να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 20.000 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής. Κατόπιν αυτών το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση στο ίδιο αποτέλεσμα κατέληξε και επιδίκασε στην ενάγουσα το ίδιο ποσό δεν έσφαλε στην κρίση του και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα όσα αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα με τους λόγους της έφεσης της, που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και είχε αναγνωρισθεί ότι η πρώτη είναι υπόχρεη να καταβάλει στην δεύτερη το χρηματικό ποσό των 20.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση ως χρηματική της ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την ως άνω αδικοπραξία.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 914, 932 Α.Κ. που εφάρμοσε ούτε και στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης καθόσον διέλαβε σ' αυτή σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που εφάρμοσε χωρίς να απαιτούνται προς τούτο και άλλες αιτιολογίες.
Ειδικότερα με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά καταφάσκεται η ευθύνη της εναγομένης από αδικοπραξία για την καταβολή της ανωτέρω χρηματικής ικανοποίησης στην ενάγουσα και αποκρούεται η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 367 περ. γ Π.Κ.
Συνεπώς ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης κατά το σχετικό του μέρος από τον αριθ. 1 και κατ' εκτίμηση και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του από τον αριθ.8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι δεν λήφθηκε υπόψη ο θεμελιούμενος στη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 γ' Π.Κ. ισχυρισμός της εναγομένης (περί διαφυλάξεως δικαιώματος ή άλλου δεδικαιολογημένου ενδιαφέροντος) είναι αβάσιμος διότι όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης ο ισχυρισμός αυτός λήφθηκε υπόψη και κρίθηκε απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Περαιτέρω από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι με πληρότητα διαλαμβάνονται σ' αυτή τ' ανωτέρω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν κατά νόμο την αξίωση της ενάγουσας γι' αυτό και το Εφετείο που έκρινε ορισμένη την αγωγή δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 8 και14 Κ.Πολ.Δ. γι' αυτό και ο τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά το σχετικό του μέρος από τους αριθ. αυτούς με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 281 Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολ.Α.Π. 17/95, Ολ.Α.Π. 62/90).
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να άσκηση το δικαίωμα του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ* αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου (Ολ.Α.Π. 62/90), το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματος του.
Περαιτέρω επί αγωγής αποζημιώσεως, που στηρίζεται σε αδικοπραξία του εναγομένου (άρθρο 914 ΑΚ), ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι αποκλειστικώς υπαίτιος της ζημίας του τυγχάνει ο ενάγων, συνιστά άρνηση της βάσης της αγωγής, ενώ ο ισχυρισμός του ίδιου, ότι στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και ίδιο πταίσμα του ενάγοντος συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό που θεμελιώνει ένσταση από το άρθρο 300 ΑΚ, καταλυτική εν όλω ή εν μέρει της αγωγής, ο οποίος (ισχυρισμός) δεν μπορεί να θεωρηθεί περιεχόμενος στον πρώτο περί αποκλειστικής υπαιτιότητας και για το λόγο αυτόν πρέπει να προτείνεται από τον εναγόμενο με πληρότητα, δηλαδή με τα πραγματικά περιστατικά που τον συνιστούν, όπως τούτο επιβάλλεται από το πιο πάνω άρθρο 262 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 423/85, Α.Π. 1190/2007).
Εξετέρου ως "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ, των οποίων η λήψη ή μη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 11/96) .
Περαιτέρω για να ιδρυθεί ο από τη διάταξη αυτή αναιρετικός λόγος, θα πρέπει ο ισχυρισμός που τον θεμελιώνει να είχε προταθεί κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Συνεπώς δεν ιδρύει τον λόγο αυτό αναιρέσεως η παράλειψη απαντήσεως σε ισχυρισμό μη νόμιμο, αόριστο ή απαράδεκτο. Στη προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης κατά το σχετικό του μέρος από τον αριθ.8 του άρθρου 559 Κ.Πολ,Δ. προβάλλεται η αιτίαση ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις προβληθείσες πρωτόδικα και με την έφεση επαναφερθείσες ενστάσεις της εναγομένης από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 300 Α.Κ .
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι η μεν ένσταση από το άρθρο 281 Α.Κ. είναι μη νόμιμη καθόσον υπό τα επικληθέντα δια των εγγράφων προτάσεων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου περιστατικά: "προβάλλω ένσταση ... καταχρηστικής ασκήσεως διότι η μήνυσίς μου ήταν συνέπεια των δικών της παρανόμων ενεργειών " αλλά και τα λοιπά διαλαμβανόμενα σ' αυτές πραγματικά περιστατικά τα οποία συνιστούν αρνητικούς του ασκουμένου δικαιώματος ισχυρισμούς, δεν καθίσταται καταχρηστική η εκ μέρους της ενάγουσας άσκηση του δικαιώματος κατά την προεκτεθείσα έννοια του νόμου, ισχυρισμός δε περί συνυπαιτιότητας της ενάγουσας (άρθρου 300 Α.Κ.) δεν προκύπτει από τις ίδιες προτάσεις ότι προβλήθηκε από την εναγομένη, ενώ τέτοιος ισχυρισμός σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι περιέχεται στον ισχυρισμό περί αποκλειστικής υπαιτιότητας της ενάγουσας και συνακόλουθα το Εφετείο που δεν ασχολήθηκε με τους ισχυρισμούς αυτούς δεν υπέπεσε στη πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 εδ. γ' ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.
Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Κατ' ακολουθίαν ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 11 περ.
γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η κατάθεση της μάρτυρος Γ. Π. που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με πρόταση της ενάγουσας και περιλαμβάνεται στα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους πρακτικά, η με αριθ. .../26-8-2004 ένορκη βεβαίωση στον Ειρηνοδίκη Αθηνών που λήφθηκε με την επιμέλεια της ενάγουσας μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης καθώς και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο αυτής προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα που προσκόμισε με επίκληση η εναγομένη (αποφάσεις και πρακτικά των εις βάρος της ποινικών δικαστηρίων, καταθέσεις των μαρτύρων της ενάγουσας Γ.
Π., Μ. Μ. και Γ. Τ. κατά την ποινική προδικασία και επ' ακροατηρίου, με αριθ. ΑΒΜ Α 2008/1056 και με ΕΓ 53-08/397 έγκληση αυτής κατά της ενάγουσας και των προαναφερθέντων μαρτύρων της, κατηγορητήριο για ψευδορκία κατά των μαρτύρων αυτών και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία κατά της ενάγουσας) καθώς και την ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Μ.
Μ. που περιλαμβάνεται στην ως άνω με αριθ. .../26-8-2004 έκθεση του Ειρηνοδίκη Αθηνών την οποία προσκόμισε και επικαλέστηκε η ενάγουσα αλλά επικαλέστηκε και η εναγομένη ως κοινό αποδεικτικό μέσο προς απόδειξη των δικών της ισχυρισμών. Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. (άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.).
Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (αρθρ. 183, 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25 Φεβρουαρίου 2011 αίτηση της Ε. Α. του Γ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 4229/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Ιουνίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ