Supreme Court quashes lower court judgment for contradictory reasoning on fraud and good faith in debt dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the Second Instance Court's decision due to contradictory reasoning regarding the plaintiff's liability and the defendants' alleged bad faith. The plaintiff argued that the bank and its agents acted with fraudulent intent to cause harm, while the lower court found them innocent in a separate criminal trial. The Court ruled that the lower court's simultaneous acceptance of the plaintiff's debt obligation and rejection of the defendants' bad faith created logical inconsistencies that violated the requirement for clear legal grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 914 of the Code of Civil Procedure; Article 932(a) of the Civil Code: A judgment is annulled if it contains contradictory or insufficient reasoning on facts that have a decisive impact on the outcome, specifically when the court accepts a debt obligation while simultaneously asserting the absence of fraudulent intent without logical coherence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 965 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 965/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. συζ. Κ. Β., το γένος Κ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βρέλλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Ι. Ρ., κατοίκου ..., 3. Δ. Κ., κατοίκου ..., 4. Α. Μ., κατοίκου ..., 5. Γεωργίου Φωτίου, κατοίκου ... και 6. Ν. Ζ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σπυρίδωνα Τσαντίνη, ο οποίος ανακάλεσε την δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-5-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 560/1997 μη οριστική 478/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 971/2005 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 10-11-2008 αίτησή της και τους από 16-3-2010 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 10-11-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου του αναιρετηρίου και του πρώτου λόγου του προσθέτου δικογράφου και την απόρριψη των λοιπών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 914 ΑΚ: "Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Κατά το άρθρο 932 εδ. α ΑΚ: "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης".
Στην προκειμένη περίπτωση, η εδώ αναιρεσείουσα ζήτησε, με την από 12-5-1997 αγωγή της, να της επιδικασθεί αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που προκλήθηκε σ' αυτήν δι'αδικήματος. Ειδικότερα ισχυρίσθηκε ότι η εναγόμενη και εδώ αναιρεσίβλητος, τράπεζα -ενεργώντας δια των συνεναγομένων μ' αυτήν υπαλλήλων της- ζήτησε και πέτυχε να εκδοθεί εις βάρος της αναιρεσειούσης διαταγή πληρωμής και επέσπευσε κατ' αυτής αναγκαστική εκτέλεση, "με αποκλειστικό στόχο την επ' ωφελεία της, παρά τον Νόμο υπαίτια βλάβη της περιουσίας της", αφού γνώριζε ότι το χρέος, για το οποίο εκδόθηκε η επίμαχη διαταγή πληρωμής, είχε ήδη ολοσχερώς εξοφληθεί, πράγμα που τελικώς αναγνωρίσθηκε με (αμετάκλητη) δικαστική απόφαση, ύστερα από άσκηση σχετικής αρνητικής αγωγής εκ μέρους της αναιρεσειούσης.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε αβάσιμη την αγωγή με τις ακόλουθες σκέψεις: "Με την με αριθμ. 5000/12-12-1983 σύμβαση δανείου (πιστώσεως), που καταρτίστηκε στο Βόλο μεταξύ της πρώτης εναγομένης -εφεσίβλητης Εθνικής Τράπεζας και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΒΑΝΤΟ ΑΒΕΕ" (μη διαδίκου), η πρώτη χορήγησε στην τελευταία δάνειο (πίστωση), με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό μέχρι του ποσού των 20.000.000 δραχμών που αυξήθηκε αργότερα με σαράντα δύο (42) αυξητικές συμβάσεις.
Η ενάγουσα με την από 27-6-1985 "πρόσθετη πράξη εγγυήσεως, παρέσχε εγγύηση προς την εναγομένη δανείστρια και υπέρ της πρωτοφειλέτριας εταιρείας "ΒΑΝΤΟ ΑΒΕΕ", για την εξασφάλιση της εκπλήρωσης των προς την εναγομένη τράπεζα υποχρεώσεων της τελευταίας που απέρρεαν από τις πιστώσεις που είχε χορηγήσει η πρώτη εναγομένη προς αυτή με την ως άνω 5000/1983 σύμβαση και τις λοιπές αυξητικές συμβάσεις, που ακολούθησαν και ανέρχονταν τότε στο ποσό των 81.000.000 δραχμών, μέχρι του ποσού των 15.000.000 δραχμών για κεφάλαιο, τόκους, προμήθειες και έξοδα.
Για την εξασφάλιση της εγγύησης αυτής η ενάγουσα συνήνεσε στην εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης μέχρι του ποσού των 15.000.000 δραχμών, επί του 1/2 εξ αδιαιρέτου οικοπέδου εκτάσεως 320 τετρ. μ. που βρισκόταν στο Βόλο ... . Στη συνέχεια με ... συμβόλαιο που μεταγράφηκε νόμιμα η ενάγουσα προέβη στη συνένωση του ως άνω οικοπέδου με άλλο όμορο οικόπεδο ιδιοκτησίας Α.
Π. ... Λόγω του ότι οι ως άνω ιδιοκτήτες είχαν την πρόθεση να μεταβιβάσουν τα ποσοστά τους επί του ενιαίου οικοπέδου στην τεχνική εταιρεία "Δ. Π. και Σία Ο.Ε." προκειμένου να ανεγερθεί επ' αυτού πολυώροφη οικοδομή με το σύστημα της αντιπαροχής και έπρεπε το ακίνητο αυτό να ελευθερωθεί από βάρη, όπως προσημειώσεις, υποθήκης, ήλθαν σε μία σειρά διαπραγματεύσεων με την πρώτη εναγομένη Εθνική Τράπεζα προκειμένου να επιτευχθεί συμφωνία για το σύνολο της οφειλής της πρωτοφειλέτριας εταιρείας "ΒΑΝΤΟ ΑΒΕΕ" στην πρώτη εναγομένη.
Έτσι η ως άνω εταιρεία στις 21-12-1992 με έγγραφό της προς την Εθνική Τράπεζα υπόσχεται ότι θα καταθέσει σε πίστωση λογαριασμών της το ποσό των 70.000.000 δραχμών κατά την εκποίηση των ακινήτων της οδού ... στο Βόλο μεταξύ των οποίων, και το οικόπεδο ιδιοκτησίας της ενάγουσας επί της οδού ... και η μονοκατοικία επί της ιδίας οδού ιδιοκτησίας Κ.Π..
Στη συνέχεια οι εγγυητές της σύμβασης της εταιρείας "ΒΑΝΤΟ ΑΒΕΕ", μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα, με το από 21-12-1992 έγγραφό τους προς την πρώτη εναγομένη, το οποίο φέρει την υπογραφή τους, δηλώνουν ότι συναινούν στην άρση των βαρών που έχουν εγγραφεί στις ιδιοκτησίες που αναφέρουν σ' αυτό μεταξύ των οποίων και το συνενωμένο ήδη ακίνητο της ενάγουσας.
Η πρώτη εναγομένη με το από 7-1-1993 έγγραφό της, αποδεχόμενη τις άνω έγγραφες προτάσεις και συναινέσεις των εγγυητών μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα, συμφωνεί, εφόσον καταβληθεί το ποσό των 70.000.000 δραχμών, έναντι της οφειλής της πρωτοφειλέτριας εταιρείας, στην άρση της υποθήκης επί του ακινήτου της ενάγουσας, η οποία έγινε με την με αριθμ. 41/1993 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, κατόπιν της από 21-1-1993 αιτήσεως της ενάγουσας, η οποία πράγματι μαζί με τους λοιπούς εγγυητές κατέβαλε χωρίς να εξαναγκασθεί από τους εναγομένους το ποσό των 70.000.000 δραχμών.
Από τα πιο πάνω δεν αποδείχθηκε καμία παράνομη πράξη των υπαλλήλων της πρώτης εναγομένης αλλά και της ιδίας σε βάρος της ενάγουσας. Περαιτέρω η πρώτη εναγομένη δια των υπαλλήλων της κατέθεσε ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου την από 10-5-1993 αίτησή της με βάση την οποία εκδόθηκε η με αριθμ. 357/26-5-1993 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του ως άνω Δικαστηρίου με την οποία υποχρεώθηκε η ενάγουσα ως εγγυήτρια της προαναφερόμενης συμβάσεως με αριθμ. 5000/1983, να καταβάλει σ' αυτή το ποσό των 15.000.000 δραχμών πλέον τόκων και εξόδων.
Κατά της διαταγής πληρωμής η ενάγουσα άσκησε την από με αριθμ. 377/6-8-1993 ανακοπή της η οποία απορρίφθηκε με την με αριθμ. 367/1995 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, η οποία κατέστη τελεσίδικη. Κατόπιν η ενάγουσα άσκησε με άλλους (μη διαδίκους εν προκειμένω) την με αριθμ. εκθ. Κατ. 1604/2811-1995 αίτηση με την οποία ζήτησε την αναστολή εκτελέσεως της ανωτέρω διαταγής πληρωμής.
Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η με αριθμ. 1532/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη. Επίσης η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου την με αριθμ. έκθ. Κατ. 54/29-1-1996 ανακοπή επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμ. 174/1996 απόφαση του άνω δικαστηρίου με την οποία παραπέμφθηκε η υπόθεση στο αρμόδιο καθ' ύλην δικαστήριο και τέλος η ενάγουσα άσκησε κατά της πρώτης εναγομένης την με αριθμ.
έκθ. Κατ. 20/10-1-1996 αγωγή της με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι δεν οφείλει στην πρώτη εναγομένη κανένα άλλο ποσό πέραν των 15.000.000 δραχμών που της είχε ήδη καταβάλει προερχόμενο από την από 27-6-1985 σύμβαση εγγύησης που καταρτίστηκε μεταξύ τους και ότι έχει ελευθερωθεί από την εν λόγω σύμβαση. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμ. 185/1996 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή.
Την απόφαση αυτή η πρώτη εναγομένη απεδέχθη και παραιτήθηκε από την άσκηση ενδίκων μέσων κατ' αυτής. Με βάση τα ανωτέρω δεν αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη δια των υπαλλήλων της, λοιπών εναγομένων, ενήργησε δολίως με πρόθεση βλάβης των συμφερόντων της ενάγουσας ούτε ότι επέδειξαν συμπεριφορά που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη.
Οι εναγόμενοι αυτοί κλήθηκαν ως κατηγορούμενοι ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου για απάτη επί Δικαστηρίου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, εκβίαση, απόπειρα εκβίασης κατ' εξακολούθηση και απλή συνέργια στις ως άνω πράξεις ... το οποίο έκρινε αυτούς αθώους. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο έκρινε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεν έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εκτίμηση των αποδείξεων, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα με όλους τους λόγους της έφεσης και τους προσθέτους λόγους έφεσης είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν".
Υπό τις παραδοχές όμως αυτές, το Δικαστήριο κατέστησε την απόφασή του αναιρετέα, αφού διέλαβε σ' αυτήν αιτιολογίες ασαφείς και αντιφατικές σχετικά με την συνδρομή ή μη των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν το ένδικο αδίκημα και συγκροτούν το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων. Τούτο δε, διότι, ενώ δέχεται ότι η αναιρεσείουσα δεν όφειλε στην αναιρεσίβλητη τράπεζα το ποσό, για το οποίο εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, (ως έχουσα εξοφλήσει τούτο), προσθέτει ότι "δεν αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη ...
ενήργησε δολίως με πρόθεση βλάβης των συμφερόντων της ενάγουσας, ούτε ότι επέδειξαν συμπεριφορά που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη", χωρίς να είναι σαφές πώς συνέχονται λογικώς οι δύο αυτές παραδοχές. Κατά συνέπεια, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί ο μοναδικός λόγος του αναιρετηρίου και ο πρώτος λόγος του προσθέτου δικογράφου (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ) με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η σχετική αναιρετική πλημμέλεια και να αναιρεθεί η απόφαση.
Κατόπιν τούτου, παρέλκει η εξέταση του δευτέρου (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ), καθώς και του τρίτου (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ) λόγου του προσθέτου δικογράφου. Στη συνέχεια, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού η συγκρότησή του από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 580§3 Κ.ΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 971/2005 απόφαση του Εφετείου Λαρίσης.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Επιβάλλει στους αναιρεσιβλήτους τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες πεντακόσια (3.500) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Μαΐου 2011 και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2011.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ