Legislator Case Law & Legislation
965/2010 AI generated

Supreme Court quites appeal due to insufficient factual reasoning regarding adverse possession requirements under Article 1045 of the Civil Code.

Case Number 965/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court quashed the Thessaloniki Court of Appeal's decision, remanding the case for retrial by a different panel. The appellate court rejected the appellant's claim of adverse possession without providing clear, consistent factual reasoning regarding the specific acts constituting possession. The Court found the lower court's contradictory findings on who held possession and the nature of the acts rendered the decision legally unfounded under Article 559 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Article 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure; Article 1045 of the Civil Code: A judgment is quashed if the court of first instance fails to provide clear and consistent factual reasoning regarding the material facts necessary to verify the application of substantive law, such as the specific acts constituting adverse possession.

Keywords

AI generated
adverse possession Code of Civil Procedure factual reasoning quashing appeal Article 1045 Civil Code legal sufficiency remittal for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Article 1045 of the Civil Code
Article 562 §4 of the Code of Civil Procedure
Article 580 §3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 §2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 965 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 965/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευγενία Γεωργαντοπούλου.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Καρατζογιάννη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-10-1995 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 51/1998 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης λόγω αρμοδιότητας, 152/1999 μη οριστική, 61/2006 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης και 2453/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-3-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 18-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου (συμπληρωμένου από τον εισηγητή) και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης της από 11-3-2008 αιτήσεως αναιρέσεως της 2453/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., δημιουργείται, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Εξ άλλου, προϋπόθεση της κτήσης της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ είναι η άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, αποτελούν δε άσκηση νομής, όταν πρόκειται ειδικότερα για ακίνητο, οι υλικές και εμφανείς επάνω σ' αυτό πράξεις με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του.

Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο προέβη στην απόρριψη της ενστάσεως ιδίας κυριότητας του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος επί του επίδικου ακινήτου δεχόμενο τα παρακάτω περιστατικά: "Με την .../4-5-1963 δημόσια διαθήκη, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Κατερίνης Κων/νου Λιάκου και δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθ. 5/13-1-1972 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, ο πατέρας των διαδίκων ΑΑ ο οποίος απεβίωσε στις 20-1-1971, κατέλιπε στην ενάγουσα (θυγατέρα του) την ψιλή κυριότητα του επίδικου οικοπέδου, εκτάσεως 512 τ.μ., που βρίσκεται στους ..., μετά της επ' αυτού διώροφης οικίας, διαστάσεων 4 Χ 10 μέτρων, της οποίας ο πρώτος όροφος χρησιμοποιείτο ως αποθηκευτικός χώρος (λόγω του ότι η οικία είναι κτισμένη σε επικλινές έδαφος) και ο δεύτερος όροφος (ανώγειο) ως κατοικήσιμος χώρος, πλην ενός δωματίου του δευτέρου ορόφου, το οποίο με την ως άνω διαθήκη καταλείφθηκε στον εναγόμενο, αδελφό της ενάγουσας.

Η επικαρπία της ως άνω οικίας καταλείφθηκε με την ίδια διαθήκη στη μητέρα των διαδίκων ΒΒ, η οποία απεβίωσε στις 16-11-1975, χωρίς να αφήσει διαθήκη. Η εν λόγω οικία, η οποία είχε καταστραφεί το έτος 1946 από πυρκαγιά, κτίστηκε εκ νέου στο ίδιο σημείο από τον εναγόμενο και τον πατέρα των διαδίκων με δαπάνες αμφοτέρων το έτος 1955, ενώ οι εργασίες της ανακατασκευής άρχισαν το έτος 1953.

Από τότε που κτίστηκε το σπίτι μέχρι το έτος 1963 που συντάχθηκε η ως άνω δημόσια διαθήκη και δημοσιεύθηκε νόμιμα με το παραπάνω πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, ο πατέρας των διαδίκων, οπωσδήποτε θεωρούσε και πράγματι αυτό αποδεικνύεται ότι ήταν κύριος του ανωτέρου σπιτιού, γι' αυτό άλλωστε διέθεσε την οικεία αυτή εκφράζοντας την τελευταία βούλησή του.

Εξ άλλου, το γεγονός ότι κατέλιπε ένα δωμάτιο του δευτέρου ορόφου στον εναγόμενο γιό του και αυτός δεν προσέβαλε την ως άνω διαθήκη καταδεικνύει ότι ο εναγόμενος αποδέχθηκε το περιεχόμενο αυτής. Η ενάγουσα το έτος 1962 παντρεύτηκε τον ΓΓ και εγκαταστάθηκε στον ..., χωριό που δεν απέχει πολύ από τους ... . Ο εναγόμενος έμεινε στο δωμάτιο που καταλείφθηκε σ' αυτόν με την ανωτέρω διαθήκη, ενώ έμεναν όλοι μαζί στο επίδικο και δεν έμενε μόνο ο εναγόμενος με την οικογένειά του μέχρι το 1971 που πέθανε ο πατέρας του και το 1975 που πέθανε η μητέρα του.

Η ενάγουσα, παρότι είχε παντρευτεί στο πολύ κοντινό χωριό ..., ποτέ δεν αποποιήθηκε των δικαιωμάτων της επί της επίδικης οικίας και μάλιστα μέχρι το θάνατο της μητέρας της το 1975 επισκεπτόταν συχνά το πατρικό της αυτό σπίτι. Πρέπει να σημειωθεί ότι με την υπ' αριθ. 25/1937 απόφαση της Ε.Α.Κ. εν σχέσει με την γεωργική αποκατάσταση του 1937, οι κάτοικοι αυτού [...], παρέμειναν στο παλαιό χωρίο [...] μέχρι μετακινήσεως τους κατά το 1970 στη νέα θέση του χωρίου [...] στον δημιουργηθέντα κατά το 1972 νέο οικισμό [...], και έτυχαν όλοι οι κάτοικοι του, οικοπεδικής αποκαταστάσεως.

Μεταξύ αυτών ήταν και η ενάγουσα, η οποία εγκαταστάθηκε στον ... μετά τους ... το 1975 [θάνατος μητέρας της], αφού έλαβε και σχετικό οικόπεδο στους ... από το κράτος. Ο εναγόμενος επωφελούμενος της απουσίας της ενάγουσας, λόγω της εγκαταστάσεώς της στον ..., δεν περιορίστηκε στο δωμάτιο που του άφησε ο πατέρας τους με την ως άνω διαθήκη, αλλά περί το έτος 1988 χρησιμοποίησε την εσωτερική κλίμακα που συνδέει το δικό του δωμάτιο με τον ισόγειο χώρο που αδιαμφισβήτητα ανήκε στην κυριότητα της ενάγουσας και το δωμάτιο αυτό, καθώς και τους υπολοίπους χώρους της οικίας, φθάνοντας μέχρι του σημείου της περιφράξεως όλου του οικοπέδου, ενέργειες για τις οποίες, όταν αντιλήφθηκε, διαμαρτυρήθηκε έντονα στον εναγόμενο, ασκώντας την από 29-1-1991 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, που απορρίφθηκε από το Δικαστήριο.

Ένα στοιχείο που δεν ελήφθη υπόψη από την εκκαλουμένη απόφαση είναι ότι η ενάγουσα υπέβαλλε προς την Β' Δ.Ο.Υ. ..., πράξη προσδιορισμού φόρου κληρονομιάς στην οποία μεταξύ των άλλων συμπεριλαμβάνει και το επίδικο οικόπεδο με την οικία (ακίνητο αριθμ. 7 στη δήλωση της, η οποία υπεβλήθη στις 15-6-1983 και αφορούσε την κληρονομιά του πατέρα της και η επ' αυτής εκδοθείσα πράξη προσδιορισμού).

Επίσης, δεν έλαβε καθόλου υπόψη και απέρριψε την ένδικη αγωγή της ενάγουσας, το με αριθμ. 585/1960 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Κατερίνης σε αίτηση του πατέρα των διαδίκων κατά του εναγομένου υιού του περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων νομής, σύμφωνα με το οποίο ο εναγόμενος ανεγνώρισε νομέα και κάτοχο, τόσο του οικοπέδου, όσο και της επίδικου οικίας τον ενάγοντα πατέρα των διαδίκων, και από τότε ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να χρησιμοποιεί ως είσοδο για την είσοδο του στα δωμάτια την ήδη υπάρχουσα δυτικώς τοιαύτη είσοδο και για να μην έχει πρόσβαση και να μην συγκοινωνεί με την υπόλοιπη οικία να κατασκευάσει εντός 30 ημερών χώρισμα ξύλινο κατά τρόπο ώστε να υπάρχει χώρος για την είσοδό του προς το ανώγειο και μόνο δωμάτιο, ήτοι το χώρισμα θα άρχεται από της γωνίας της εισόδου του ανωγείου δωματίου με βάθος προς την σάλα 1,30 μ.

από εκεί θα σχηματίζεται γωνία και κατ' ευθείαν προς την εξωτερικήν είσοδο, χωρίς να καταστραφεί η σκάλα και ο πάγκος. Η ανοιγείσα πόρτα του κάτω δωματίου θα κλεισθεί υπό του εναγομένου εντός 10 ημερών από σήμερον [1-10-1960], εντός δε 24 ωρών υποχρεώνεται ο εναγόμενος να καταστρέψει το υπάρχον νεοτοποθετηθέν περίφραγμα στο επίδικο οικόπεδο και, προσωρινώς δε και μέχρι τον Μάιο 1961 ο ενάγων [πατέρας των διαδίκων] παραχωρεί την χρήση του στάβλου του στον εναγόμενο για τα ζώα του και ότι ο εναγόμενος το αργότερο εντός του Ιουνίου 1961, θα παραδώσει τον στάβλο στον πατέρα του και ότι τα πιο πάνω ο εναγόμενος εδήλωσε ότι τα αποδέχεται και οι διάδικοι μετά τον άνω συμβιβασμό κατήργησαν τη δίκη και συμψήφισαν την μεταξύ τους δικαστική δαπάνη.

Έκτοτε και μέχρι του θανάτου του πατέρα των διαδίκων [20-1-1971] η άνω διαμορφωθείσα κατάσταση στη επίδικη οικία παρέμεινε ως είχε ορισθεί με το παραπάνω πρακτικό, ήτοι, ο πατέρας των διαδίκων ήταν κύριος, νομέας και κάτοχος, όπως άλλωστε το ανεγνώρισε ο εναγόμενος, έχοντας όχι μόνο στη νομή του, αλλά και στην κυριότητα του και διακατοχή ολόκληρο το οικόπεδο, όπως ο ενάγων περιγράφει στην αγωγή του, μετά της επ' αυτού κτισμένης διωρόφου οικίας, πλην του ενός δωματίου του πρώτου ορόφου και της εισόδου του σ' αυτό που τελικά, για να μην έχουν περαιτέρω διαφορές και διενέξεις, ανοίχθηκε το 1970 άλλη είσοδος στην οπίσθια όψη της οικίας που επικοινωνεί κατ' ευθείαν με το δωμάτιο, λόγω της υπάρχουσας υψομετρικής διαφοράς του εμπρόσθιου τμήματος της οικίας με την οπίσθια πλευρά της που ο πρώτος όροφος εφάπτεται με το επικλινές έδαφος.

Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της υπό κρίση εφέσεως, ότι η εκκαλούμενη εσφαλμένα δέχθηκε ότι συμπληρώθηκε χρόνος εκτάκτου χρησικτησίας στο πρόσωπο του εναγομένου, καθόσον αποδείχθηκε ότι ασκεί διακατοχικές πράξεις σε αυτό με διάνοια κυρίου από το έτος 1955 έως την άσκηση της αγωγής, ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ο ΑΑ [πατέρας των διαδίκων], μέχρι τον χρόνο του θανάτου του ασκούσε πράξεις νομής και κατοχής επί του επιδίκου, ακόμη δε και μετά το θάνατό του είχε αφήσει κατ' επικαρπία στη σύζυγο του ΒΒ, που αυτή με την ενάγουσα ασκούσαν πράξεις νομής και κατοχής επί του επίδικου μέχρι το χρόνο του θανάτου της ΒΒ [16-11-1975], όποτε η ενάγουσα, παρότι είχε εγκατασταθεί στον ..., χωρίς να εγκαταλείψει το επίδικο το οποίο επισκέπτετο, αλλά δεν διέμενε σ' αυτό διότι ήταν ερειπωμένο [βλ.

φωτογραφίες του επίδικου από όλες τις πλευρές αυτού], χωρίς, όμως, να απεμπολήσει το δικαίωμα κυριότητας της επί του επιδίκου, όταν δε το έτος 1991 ο εναγόμενος - συρματόπλεξε το οικόπεδο πέριξ της επίδικου οικίας και κατασκεύασε το υπόστεγο, ο υιός της ΔΔ, ενεργώντας για λογαριασμό της, πέταξε τις 70 μπάλες χόρτο που είχε τοποθετήσει στο επίδικο ο κ. ...

δήθεν ως μισθωτής του επίδικου από τον εναγόμενο". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την ένδικη διεκδικητική αγωγή της αναιρεσίβλητης ως αβάσιμη κατ' ουσία δεχόμενη την ένσταση ιδίας κυριότητας του αναιρεσείοντος, που στηρίζεται στην έκτακτη χρησικτησία, και στη συνέχεια δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσία την αγωγή της αναιρεσίβλητης.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτή ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της προεκτεθείσας διατάξεως ουσιαστικού δικαίου (άρθρου 1045 του ΑΚ), που δεν εφάρμοσε ως προς την προαναφερόμενη ένσταση του αναιρεσείοντος, ειδικότερα δε διότι α) δέχεται ότι ο πατέρας των διαδίκων ΑΑ ήταν αποκλειστικός νομέας της επίδικης οικίας από το έτος 1955, οπότε ολοκληρώθηκε η επανακατασκευή της, μέχρι το θάνατό του στις 20-1-1971, μολονότι δέχεται ότι η επανακατασκευή πραγματοποιήθηκε με δαπάνες τόσο του πατέρα των διαδίκων, όσο και του εναγομένου, β) δέχεται ότι αποκλειστικός νομέας της επίδικης οικίας ήταν ο πατέρας των διαδίκων και μετά το θάνατό του η σύζυγός του ΒΒ και η ενάγουσα μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (Οκτώβριος 1995) ο δε εναγόμενος ουδέποτε υπήρξε νομέας αυτής, μολονότι δέχεται ότι στην επίδικη οικία κατοικούσαν μαζί ο εναγόμενος με την οικογένειά του, καθώς και οι γονείς του μέχρι το θάνατό τους γ) δέχεται ότι από το χρόνο του θανάτου του πατέρα των διαδίκων (20-1-1971) και εφεξής μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής ασκούσαν πράξεις νομής η μητέρα και η αδελφή του εναγομένου (ενάγουσα) και όχι ο εναγόμενος, μολονότι ουδεμία πράξη νομής της ενάγουσας επί των επίδικων προσδιορίζει, δεδομένου ότι σύμφωνα με τις παραδοχές του 1) η ενάγουσα από το έτος 1962 κατοικούσε στην ...

και μετά το έτος 1975 στους ... και μόνο περιοδικά επισκεπτόταν την επίδικη οικία, χωρίς οι επισκέψεις αυτές (που δεν προσδιορίζονται ποσοτικά) να συνοδεύονται και από τη θέλησή της να έχει την οικία αυτή ως κυρία, και 2) η υποβληθείσα από την ενάγουσα στις 15-6-1983 δήλωση προς την Β' ΔΟΥ ... φόρου κληρονομίας στην οποία συμπεριέλαβε και το επίδικο ακίνητο, δεν συνιστά πράξη νομής επί του επιδίκου, αφού δεν είναι εμφανής πράξη επ' αυτού, και δ) δέχεται ότι νομέας του επίδικου ακινήτου από το έτος 1988 και εφεξής ήταν η ενάγουσα και όχι ο εναγόμενος, μολονότι από το έτος αυτό εκδηλώθηκαν σαφείς και συγκεκριμένες πράξεις νομής του τελευταίου, ο οποίος δικαιώθηκε σε επακολουθήσασα δίκη ασφαλιστικών μέτρων νομής με την ενάγουσα.

Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτός, ως βάσιμος κατ' ουσία, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, όπως αυτός παραδεκτά συμπληρώθηκε με την έγγραφη εισήγηση του Εισηγητή Αρεοπαγίτη (άρθρο 562 §4 Κ.Πολ.Δ.), να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 §3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 §2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2453/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Απριλίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ