Legislator Case Law & Legislation
964/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against commercial agency contract termination due to breach of non-competition clause.

Case Number 964/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision terminating a commercial agency contract. The court found the termination valid because the appellant breached a non-competition agreement by selling competing Chinese tiles in the agency's territory without permission. Consequently, the agency was entitled to terminate the contract immediately without observing the statutory notice period and claim damages.

Legislator headnote

AI generated

Art. 8 § 3, § 4, § 8 of Presidential Decree 219/1991; A commercial agency contract may be terminated without observing the statutory notice period if the agent breaches the non-competition obligation by selling competing products in the agency's territory.

Keywords

AI generated
commercial agency contract non-competition clause termination without notice breach of contract statutory notice period damages for breach presidential decree 219

Cited Legislation

AI generated
Art. 8 § 3 of Presidential Decree 219/1991
Art. 8 § 4 of Presidential Decree 219/1991
Art. 8 § 8 of Presidential Decree 219/1991
Art. 559 § 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 § 4 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 964 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 964/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Διονά και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "... HELLAS Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μαυρουδή Μαύρο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/2/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17545/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 306/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/3/2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 6/11/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 306/2014 απόφαση του Εφετείου ... η οποία εκδόθηκε επί της από 24-6-2010 έφεσης της αναιρεσίβλητης κατά της υπ’ αριθμ. 17545/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 16-2-2009 αγωγή του αναιρεσείοντος. Κατά τη διάταξη της § 3 του άρθρου 8 του ΠΔ 219/1991, όταν η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, κάθε ένας από τους συμβαλλομένους μπορεί να την καταγγείλει, με την τήρηση ορισμένης προθεσμίας, κατά δε την § 2, σύμβαση ορισμένου χρόνου, την οποία τα δύο μέρη συνεχίζουν να εκτελούν μετά τη λήξη της, θεωρείται ότι μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Περαιτέρω, κατά την § 4 του ίδιου άρθρου η προθεσμία καταγγελίας είναι ένας μήνας για το πρώτο έτος της συμβάσεως, δύο μήνες από την αρχή του δεύτερου έτους, τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους, τέσσερις μήνες από την αρχή του τέταρτου έτους και έξι μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη. Δεν είναι δυνατόν να ορισθούν μικρότερες προθεσμίες, με συμφωνία των συμβαλλομένων.

Τέλος, κατά την § 8 του ίδιου άρθρου η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της § 4 σε περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών υποχρεώσεων, καθώς και σε περίπτωση έκτακτων περιστάσεων.

Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι στην εμπορική αντιπροσωπεία προβλέπεται τακτική και έκτακτη καταγγελία, δηλαδή η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, στην οποία έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του παραπάνω διατάγματος, είναι αόριστης διαρκείας λύεται κατά πάντα χρόνο με την τήρηση όμως της προθεσμίας, που αναφέρθηκε (τακτική καταγγελία), όταν δε είναι ορισμένου χρόνου λύεται ή με την πάροδο του ορισμένου χρόνου ή με καταγγελία, αλλά μόνο, αν συντρέχει σπουδαίος προς τούτο λόγος (έκτακτη καταγγελία).

Στην ορισμένου χρόνου σύμβαση ο σπουδαίος λόγος είναι προϋπόθεση για να επέλθουν οι έννομες συνέπειες της καταγγελίας. Αν δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος δεν επέρχονται οι έννομες συνέπειες αυτής (καταγγελίας). Πάντως, τόσο η σύμβαση ορισμένου χρόνου, όσο και η σύμβαση αορίστου χρόνου μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των πιο πάνω προθεσμιών, σε περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών υποχρεώσεων, καθώς και σε περίπτωση συνδρομής έκτακτων περιστάσεων.

Η έννοια της διατάξεως είναι ότι, αν συντρέχει σπουδαίος λόγος ή έκτακτες περιστάσεις επιτρέπεται η καταγγελία της συμβάσεως και χωρίς την τήρηση των ως άνω προθεσμιών. Εξάλλου, η καταγγελία είναι μονομερής δήλωση βουλήσεως, με την οποία καθορίζεται η λήξη ενοχής, που αφορά διαρκή παροχή από σύμβαση ορισμένης η αόριστης διάρκειας.

Η δήλωση αυτή γνωστοποιείται στον καθού απευθύνεται και ενεργεί από τότε που θα περιέλθει σε αυτόν, διαμορφώνοντας νέα νομική κατάσταση και επιφέροντας τη λύση της ενοχής για το μέλλον. Είναι αναιτιώδης δικαιοπραξία και ο καταγγέλλων δεν υποχρεούται να εκθέτει στο έγγραφο της καταγγελίας τον σπουδαίο λόγο ή τα περιστατικά που τον θεμελιώνουν, αρκεί αυτή να μην αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου (άρθρο 174 ΑΚ) ή στα χρηστά ήθη (άρθρο 178 ΑΚ) και να μην ασκείται καταχρηστικώς (άρθρο 281 ΑΚ), οπότε είναι άκυρη (ΑΠ 1042/2009).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 9 § 1 περ. α’ ΠΔ 219/1991, ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτού, ενώ κατά την § 3 περ.

α’ , η αποζημίωση ή η αποκατάσταση της ζημίας, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του παρόντος δεν οφείλεται: α) Όταν ο εντολέας καταγγείλει την σύμβαση λόγω υπαιτιότητος του εμπορικού αντιπροσώπου, η οποία θα δικαιολογούσε καταγγελία της σύμβασης κατά πάντα χρόνο. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κατά της αγωγής του αντιπροσώπου, με την οποία ζητείται η από το άρθρο 9 παρ. 1 του εν λόγω π.δ/τος προβλεπομένη λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, ο εντολέας μπορεί να προτείνει προς απαλλαγή του, κατ’ ένσταση (άρθρο 9 § 3) ότι κατήγγειλε τη σύμβαση για μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ο αντιπρόσωπος ανέλαβε έναντι αυτού στα πλαίσια της σύμβασης αυτής (ΑΠ 1277/2013).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).

Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα μεταξύ άλλων πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Η εδρεύουσα στο Nules του νομού Castellon της Ισπανίας εταιρία με την επωνυμία "... CERAMICA SA" επί σειράν ετών ασχολείται μεταξύ των άλλων και με την παραγωγή και την εμπορία πλακιδίων και ειδών υγιεινής και τα είδη της είναι πολύ γνωστά στην αγορά της Ελλάδος, καθ’ όσον από το έτος 1995 μέχρι και το 2001 συνεργαζόταν με εταιρίες του ομίλου "Χ." με τον διακριτικό τίτλο "PORSELANA", όπου παρείχε τις υπηρεσίες του ως υψηλόβαθμο στέλεχος (οικονομικός διευθυντής και γενικός διευθυντής) ο Χ.

Β. του Δ. Με το νομίμως δημοσιευθέν υπ’ αριθμ. .../1-7-2003 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μελπομένης Γναρδέλλη, ο J. B. A., ο οποίος τυγχάνει διευθύνων σύμβουλος της προαναφερθείσης αλλοδαπής εταιρίας "... CERAMICA SA" ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της και ο προαναφερθείς Χ. Β. συνέστησαν την εδρεύουσα στην Θεσσαλονίκη εναγομένη εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...

HELLAS Εταιρία Περιορισμένης Ευθύνης", η διάρκεια της οποίας ορίσθηκε πενήντα ετών. Με το δεύτερο άρθρο του ως άνω συμβολαίου (καταστατικού) ως σκοπός της ενάγουσας εταιρίας ορίσθηκε να είναι: "1) Η εμπορία πλακιδίων, ειδών υγιεινής και αξεσουάρ, υλικών δόμησης, υδραυλικών ειδών, ειδών θέρμανσης και ψύξης, επίπλων, ειδών συναφών προς τα παραπάνω. 2) Η εισαγωγή των παραπάνω ειδών και η αντιπροσώπευση οίκων του εξωτερικού και της ημεδαπής που παράγουν και εμπορεύονται τα πιο πάνω προϊόντα. 3) Η εξαγωγή των ιδίων προϊόντων και 4) η με προμήθεια αντιπροσώπευση οίκων της ημεδαπής και της αλλοδαπής που παράγουν ή εμπορεύονται τα πιο πάνω προϊόντα".

Το κεφάλαιο της εναγομένης εταιρίας ορίσθηκε στο ποσόν των εξήντα χιλιάδων ευρώ (60.000,00 €), διαιρούμενο σε χίλια (1.000) εταιρικά μερίδια, αξίας 60,00 € εκάστου εξ αυτών. Η ως άνω αλλοδαπή εταιρία "... CERAMICA SA" κατέβαλε το ποσόν των 59.400,00 €, το οποίο αντιστοιχεί σε εννιακόσια ενενήντα (990) εταιρικά μερίδια που αποτελούν την μερίδα συμμετοχής της στην εναγομένη εταιρία και ο Χ.

Β. κατέβαλε το ποσόν των 600,00 €, το οποίο αντιστοιχεί σε δέκα (10) εταιρικά μερίδια που αποτελούν την μερίδα συμμετοχής του στην αυτήν ως άνω εναγομένη εταιρία (βλ. το άρθρο 6 του ως άνω καταστατικού), ενώ με το άρθρο 13 του ιδίου καταστατικού ορίσθηκε επί λέξει ότι "Η διαχείρηση και εκπροσώπηση της εταιρίας ανατίθεται με το παρόν στους:

α) Χ. Β. του Δ., β) S. J. F. B. και γ) J. E. M. S., οι οποίοι μπορούν από κοινού ή και ο καθένας χωριστά, να εκπροσωπούν την εταιρία για κάθε πράξη που αφορά στη διαχείρισή της...". Αποδείχθηκε ακόμη ότι κατά το χρονικό διάστημα που ο προαναφερθείς Χ. Β. παρείχε τις υπηρεσίες του στην ως άνω εταιρεία "PORSELANA", γνωρίσθηκε τόσον με τον ενάγοντα Ν.

Κ., όσον και με τον Τ. Α. του Δ., που εργάζονταν στην αυτήν ως άνω εταιρία ως πωλητές και ήσαν υφιστάμενοι του. Μετά την σύσταση λοιπόν της εναγομένης εταιρίας, ο Χ. Β. ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της, στην προσπάθειά του να οργανώσει την λειτουργία και την εμπορική δραστηριοποίησή της, απευθύνθηκε στους προαναφερθέντες παλιούς συνεργάτες του, οι οποίοι σημειωτέον εκείνο το χρονικό διάστημα δεν διατηρούσαν καμία αποκλειστική συνεργασία με άλλη εταιρία και τους πρότεινε να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στην εναγομένη εταιρία ως εμπορικοί αντιπρόσωποι της, αναλαμβάνοντας έκαστος εξ αυτών την ευθύνη πωλήσεως των εμπορευμάτων της σε συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές της Ελλάδος.

Έτσι, με προφορική συμφωνία που έλαβε χώρα μεταξύ τους ύστερα από την σύσταση της εναγομένης εταιρίας τόσον ο ενάγων όσον και ο προαναφερθείς Τ. Α. άρχισαν από τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους (2003) να συνεργάζονται μαζί της ως εμπορικοί αντιπρόσωποι και ειδικότερα, άρχισαν να δειγματίζουν τα εμπορεύματά της και να συνάπτουν για λογαριασμό της πωλήσεις των εμπορευμάτων της σε πελάτες της ελληνικής αγοράς, ενώ το ύψος της αμοιβής τους (προμήθειας) καθορίσθηκε σε ποσοστόν 6% επί του τζίρου.

Η ενάγουσα μάλιστα κατέβαλε την συμφωνηθείσα αυτή αμοιβή (προμήθεια) ανεξαρτήτως εάν οι σχετικές παραγγελίες προέρχονταν από πελάτες που προσέγγιζαν οι ως άνω δύο εμπορικοί αντιπρόσωποι ή από πελάτες που έκαναν τις παραγγελίες τους απευθείας στην εναγομένη εταιρία ή στον προαναφερθέντα νόμιμο εκπρόσωπο της Χ.

Β.. Προϋπόθεση εξάλλου να καταβληθεί εκ μέρους της εναγομένης εταιρίας εις έκαστον των προαναφερθέντων δύο εμπορικών αντιπροσώπων η οφειλομένη αμοιβή τους (προμήθεια), ήταν απλώς οι παραγγελίες να προέρχονται από πελάτες των γεωγραφικών περιοχών στις οποίες αυτοί ασκούσαν την ως άνω εμπορική δραστηριότητά τους, ανεξαρτήτως εάν τους είχαν προσεγγίσει ή όχι οι ίδιοι και η προμήθειά τους μάλιστα οφείλετο ακόμη και αν οι παραγγελίες δεν εξοφλούνταν τελικώς από τους πελάτες τους.

Μεταξύ των προαναφερθέντων συμφωνήθηκε ρητώς - όπως άλλωστε είναι αυτονόητο και συνηθίζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις προωθήσεως προϊόντων και εμπορευμάτων - ότι οι εν λόγω εμπορικοί αντιπρόσωποι δεν θα μπορούσαν να προωθήσουν στην αγορά είδη και εμπορεύματα που θα ήταν ανταγωνιστικά με αυτά που πωλούσε η εναγομένη εταιρία.

Ο ενάγων λοιπόν ανέλαβε υπό την προαναφερθείσα ιδιότητά του, δηλαδή ως εμπορικός αντιπρόσωπος της εναγομένης εταιρίας, να δραστηριοποιείται στην ευρύτερη περιοχή της ... του ..., των ... της ... της ... της ... των νησιών του Αιγαίου και τμήματος της πόλεως των ... ενώ ο Τ. Α. άρχισε να δραστηριοποιείται στην περιοχή της ...

της ..., της ... των νησιών του ... της ... και του υπολοίπου τμήματος της πόλεως των ... μετά δε, την αποχώρησή του τελευταίου που έλαβε χώρα κατά τον μήνα Ιούνιο του έτους 2006, ανατέθηκε εκ μέρους του Χ. Β. ενεργούντος υπό την προαναφερθείσα ιδιότητά του, στον ενάγοντα η ευθύνη πωλήσεως προϊόντων της εναγομένης και στις αμέσως προηγουμένως αναφερθείσες περιοχές.

Για να μπορέσει μάλιστα ο ενάγων να ανταπεξέλθει στις αυξημένες πλέον υποχρεώσεις του, στις αρχές του έτους 2007 προσέλαβε ως υποαντιπρόσωπο, όπως ασφαλώς εδικαιούτο προκειμένου να τον βοηθά στην άσκηση της ως άνω εμπορικής δραστηριότητος του, τον Σ. Ι. του Γ., στον οποίον ο ίδιος (ο ενάγων) κατέβαλε ως αμοιβή (προμήθεια) ποσοστόν 2% από την αμοιβή, την οποίαν κατέβαλε σ’ αυτόν η εναγομένη εταιρία, ενώ από τον Ιανουάριο του επομένου έτους (2008) η αμοιβή του ως άνω Σ.

Ι. αυξήθηκε σε ποσοστόν 2,5% της αμοιβής που ο ενάγων εισέπραττε από την εναγόμενη εταιρία. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι κατά τον μήνα Μάρτιο του έτους 2008, ο προαναφερθείς Χ. Β. πληροφορήθηκε ότι ο ενάγων κατά παράβαση της σχετικής συμφωνίας τους, να μην διαθέτει στην ελληνική αγορά, δηλαδή στους πελάτες της εναγομένης εταιρίας προϊόντα άλλων εταιριών ανταγωνιστικά με τα προϊόντα της εναγομένης εταιρίας, προωθούσε σε ελληνικές επιχειρήσεις (καταστήματα) των παραπάνω γεωγραφικών περιοχών που ασκούσε την ως άνω εμπορική δραστηριότητά του, πλακίδια κινεζικής προελεύσεως, τα οποία εμπορευόταν η βουλγαρική εταιρία με την επωνυμία "...

LTD" και αποτελούσαν ανταγωνιστικά προϊόντα των πλακιδίων που διέθετε η εναγομένη εταιρία στην ελληνική αγορά. Κάλεσε λοιπόν τον ενάγοντα προκειμένου να του δώσει ο τελευταίος σχετικές εξηγήσεις για την αντιδεολογική αυτή συμπεριφορά του αλλά ο ενάγων αρνήθηκε ότι διέθετε παρόμοια προϊόντα στην ελληνική αγορά.

Στην συνέχεια όμως οι σχετικές φήμες έγιναν έντονες ώσπου επιβεβαιώθηκαν από πελάτες της εναγομένης εταιρίας που ενημέρωσαν σχετικώς τα αρμόδια όργανά της. Μετά ταύτα ο προαναφερθείς Χ. Β. ενεργώντας υπό την προαναφερθείσα ιδιότητά του, ως νόμιμος δηλαδή εκπρόσωπος της εναγομένης εταιρίας, κάλεσε τον ενάγοντα στις 28-7-2008 στο γραφείο του και θεωρώντας την παραπάνω ενέργειά του, την διάθεση δηλαδή εκ μέρους του στην ελληνική αγορά προϊόντων ανταγωνιστικών προϊόντων με εκείνα της εναγομένης εταιρίας, απολύτως αδικαιολόγητη και αντισυμβατική, κατήγγειλε την παραπάνω καταρτισθείσα μεταξύ τους σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας.

Ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι τις επαφές που πραγματοποίησε με τους νομίμους εκπροσώπους της ως άνω βουλγαρικής εταιρίας "... LTD" έλαβαν χώρα με την σύμφωνη γνώμη και την προτροπή του προαναφερθέντος νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης εταιρίας Χ. Β.. Για την κατάρτιση όμως μιας τέτοιας φύσεως και μεγάλης σημασίας εμπορικής συναλλαγής και συμφωνίας, η εναγομένη εταιρία όση εμπιστοσύνη και εάν είχε στον ενάγοντα και στις ικανότητές του, δεν θα ήταν δυνατόν να του είχε αναθέσει να προβεί στις σχετικές διαπραγματεύσεις συνεργασίας μαζί της ούτε βεβαίως στην ολοκλήρωση της σχετικής αυτής συμφωνίας, καθ’ όσον όταν πρόκειται να πραγματοποιηθεί κάποια εμπορική συνεργασία μεταξύ εταιριών και επιχειρηματιών, οι σχετικές επαφές και οι διαπραγματεύσεις για την σύναψη και την ολοκλήρωση της σχετικής εμπορικής συνεργασίας γίνονται κυρίως από τους νομίμους εκπροσώπους των εταιριών ή από τους ίδιους τους επιχειρηματίες και όχι από τους υπαλλήλους τους, αφού οι τελευταίοι δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες και τις σχετικές παραμέτρους ώστε να αποβεί επωφελής και επικερδής η σχετική συναλλαγή και συνεπώς, ο σχετικός ισχυρισμός του ενάγοντος τυγχάνει αβάσιμος.

Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται από τον προαναφερθέντα Σ. Ι., ο οποίος εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυς ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατόπιν σχετικής προς τούτο προτάσεως της εναγομένης εταιρίας, κατέθεσε μεταξύ των άλλων επί λέξει και τα εξής: "Τον Μάρτιο του 2008, τέλη Μαρτίου αρχές Απριλίου, με ενημέρωσε ο Ν.

Κ. που ήμασταν μαζί, ότι βρέθηκε ένα εργοστάσιο με φθηνότερα υλικά που ήταν στην ... με κινέζικα προϊόντα. Μου πρότεινε να πάμε ένα ταξίδι επάνω στην ..., να δούμε τα προϊόντα... Αφού πήγαμε μαζί, είδαμε κάποια προϊόντα... τα δείγματα τα φέραμε και τα πήγαμε στο σπίτι, για δειγματισμούς στους πελάτες, δεν τα πήγαμε στην ....

Τους καταλόγους τους πήγαμε στο σπίτι, δεν τους πήγαμε στην ... (εννοεί στα γραφεία της εναγομένης εταιρίας)... Εγώ πάντα τον ρωτούσα εκείνο το διάστημα (εννοεί τον ενάγοντα), γιατί εμένα με ενδιέφερε η ..., ποια είναι η σχέση του με την .... Εγώ ήμουν υποαντιπρόσωπός του, ο Ν. Κ. με πλήρωνε...". Στην ερώτηση που υπεβλήθη στον παραπάνω μάρτυρα εάν η ως άνω ενέργεια (η μετάβασή τους δηλαδή στην ...) έλαβε χώρα δίχως να ενημερωθούν τα αρμόδια όργανα της εναγομένης εταιρίας, ο εν λόγω μάρτυς κατέθεσε ότι όλα αυτά έγιναν "εν αγνοία" της εναγομένης, ενώ κατέθεσε ακόμη ότι στις επανειλημμένες ερωτήσεις που ο ίδιος (ο μάρτυς) υπέβαλε στον ενάγοντα, εάν είχε ενημερώσει σχετικώς για την παραπάνω ενέργειά του τον προαναφερθέντα νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης εταιρίας Χ.

Β., ο ενάγων του έλεγε "...Άστο θα το κανονίσω, θα μιλήσω... Άστο θα το κανονίσω εγώ, θα μιλήσω εγώ. Δεν μου έπεφτε λόγος για να πω την αλήθεια, γιατί άλλος με πλήρωνε... Αφού φέραμε τα προϊόντα, αφού δειγμάτισα πελάτες στο σπίτι του στο ..., από ένα σημείο και μετά άρχισα να καταλαβαίνω ότι κάτι δεν πάει καλά και τον πίεζα συνέχεια να πεί τι γίνεται. "Μίλησες;", "Θα μιλήσω", ήταν όλο στο θα μιλήσω...".

Στην ερώτηση εξ άλλου πως πληροφορήθηκαν τα αρμόδια όργανα της εναγομένης εταιρίας τις ενέργειες του ενάγοντος, ο μάρτυς κατέθεσε "Μέσα από την αγορά. Δεν μπορεί να μείνει κρυφό. Όταν εγώ και ο Ν. Κ. πηγαίναμε σε μαγαζιά να δειγματίσουμε, να δώσουμε καταλόγους, να δώσουμε προϊόντα, δεν θέλει πολύ να μαθευτεί...".

Η παραπάνω άποψη, ότι δηλαδή ο ενάγων προωθούσε στην αγορά εμπορεύματα ανταγωνιστικά εκείνων της εναγομένης εταιρίας εν αγνοία της τελευταίας, επιβεβαιώνεται και από την ένορκη βεβαίωση του προαναφερθέντος Γ. Μ., ο οποίος μεταξύ των άλλων βεβαίωσε ενόρκως και τα εξής: "Είμαι ιδρυτής και εταίρος της εταιρίας με την επωνυμία "ΠΜΠ ΟΕ Εταιρία Αντιπροσώπευσης Οίκων Εξωτερικού" με έδρα τα ...

Θεσσαλονίκης και με αντικείμενο την αντιπροσώπευση και προώθηση πλακιδίων και ειδών υγιεινής διαφόρων εταιριών, εκ των οποίων και της εταιρίας "... LTD", η οποία εδρεύει στην ... και εμπορεύεται διάφορα προϊόντα ανάμεσα σε αυτά και προϊόντα κινέζικης προέλευσης. Τους κ.κ. Χ. Β. και Ν. Κ. τους γνωρίζω από το έτος 1988 γιατί συνεργαζόμασταν στις εταιρίες "Χ.", με αντικείμενο και πάλι την εμπορία πλακιδίων και ειδών υγιεινής...

Τον Απρίλιο του 2008 ενημερώθηκα από διάφορους πελάτες ότι τα προϊόντα κινεζικής προέλευσης τα οποία προωθούσα εγώ στην αγορά, τα προωθούσε και ο κ. Κ., για τον οποίον γνώριζα ότι είχε και αυτός αποχωρήσει από τις εταιρίες "Χ." και συνεργαζόταν με την ... HELLAS. Εύλογα λοιπόν υπέθεσα ότι, δεδομένης της συνεργασίας του κ.

Κ. με την ... HELLAS, ήταν αναμεμειγμένος και ο κ. Χ. Β. και ότι η προώθηση των κινεζικών προϊόντων από τον κ. Κ. γινόταν εν γνώσει του κ. Β.. Το γεγονός αυτό με προβλημάτισε, καθώς η σχέση μου με τον κ. Β. και η συνύπαρξή μας στην ελληνική αγορά και στους κοινούς πελάτες, με τα δικά του ο καθένας προϊόντα - ισπανικά για τον κ.

Β. και κινέζικα για εμένα - ήταν όλα αυτά τα χρόνια αρμονική και θεώρησα εντελώς αντιδεολογική και καθόλου συναδελφική μια τέτοια εξέλιξη, η οποία θα μπορούσε να επιφέρει εντάσεις ανάμεσα στις εταιρίες μας αλλά και ρήξη στις φιλικές μας σχέσεις. Εκ των υστέρων, μετά από συζητήσεις τόσον με τον κ. Χ. Β. όσον και με τον ιδιοκτήτη της "...

LTD" αλλά και με πελάτες, αντιλήφθηκα ότι η προώθηση των κινεζικών προϊόντων (που αντιπροσώπευε και η εταιρία μου) γινόταν εν αγνοία του κ. Β., ο δε κύριος Κ. μάλιστα διέδιδε στην αγορά ότι θα δημιουργήσει δική του εταιρία με έδρα την ευρύτερη περιοχή της Θεσαλονίκης και με αντικείμενο την προώθηση κινεζικών προϊόντων".

Η προαναφερθείσα αντισυμβατική ενέργεια του ενάγοντος επιβεβαιώνεται ακόμη και από την ένορκη βεβαίωση του Γ. Γ., ο οποίος μεταξύ των άλλων βεβαίωσε ενόρκως επί λέξει και τα εξής: "Είμαι νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "Γ. Γ. και Σία ΟΕ" με έδρα το ... Χαλκιδικής και η εταιρία μου εμπορεύεται πλακάκια, είδη υγιεινής, είδη μπάνιου και κάθε συναφές είδος.

Γνωρίζω προσωπικά τόσο τον κ. Κ. Ν., όσο και τον Χ. Β. με τους οποίους συνεργάζομαι από το 2003 με 2004 μέχρι και σήμερα... Τονίζω ότι συνεχίζω να είμαι φίλος με τον κ. Κ. Ν., με τον οποίο μάλιστα συνεργάζομαι αφού είναι αντιπρόσωπος και με εφοδιάζει στο κατάστημά μου με προϊόντα πολωνικής προέλευσης και κατασκευής.

Από το 2003 με 2004 που ξεκίνησα την συνεργασία μου τόσο με την ισπανική εταιρία ... ΚΕΡΑΜΙΚΑ ΑΕ, όσο και με την ελληνική εταιρία ... ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ, αντιπρόσωπος των άνω εταιριών γνώριζα ότι ήταν ο Ν. Κ.... Τον Μάϊο του 2008 ο Ν. Κ. ήρθε στο κατάστημά μου στο ... και μου δειγμάτισε πλακάκια, γρανίτες και συναφή είδη, τα οποία όπως μου είπε και ο ίδιος αλλά διαπίστωσα και εγώ, ήταν κινέζικης προέλευσης και τα διέθετε στην Ελλάδα κάποια εταιρία ...

με έδρα την .... Μου έκανε εντύπωση το γεγονός ότι ο Νίκος δειγμάτιζε προϊόντα ανταγωνιστικά με τα προϊόντα των εταιριών στις οποίες γνώριζα ότι ήταν αντιπρόσωπος (... ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ και ... ΚΕΡΑΜΙΚΑ ΑΕ) αλλά δεν του είπα τίποτε αφού έμπορος είμαι, χαμηλότερες τιμές βρήκα, την δουλειά μου ήθελα να κάνω. Έδωσα παραγγελία από αυτά τα προϊόντα που μου δειγμάτισε (κινέζικης προέλευσης της Βουλγάρικης εταιρίας) στον κ.

Κ. στις 22-5-2008 για γρανίτη γυαλισμένο διαστάσεων 50 Χ 50 και για ψηφίδες. Ο κ. Κ. μου είπε να στείλω 30% προκαταβολή στην Βουλγάρικη εταιρία και έτσι εγώ έστειλα την προκαταβολή του 30% της αξίας του τιμολογίου. Μέσα στον Ιούνιο του 2008 μου ήρθαν τα τιμολόγια, ενώ παραλαβή των κινέζικων εμπορευμάτων από την Βουλγάρικη εταιρία έκανα τον Αύγουστο του 2008.

Για όλα τα παραπάνω, δηλαδή για την παραγγελία μου στον κ. Κ. και την παραλαβή των εμπορευμάτων υπάρχουν τα σχετικά παραστατικά στοιχεία τα οποία και έδωσα στον κ. Χ. Β.. Δεν μου στάθηκε καλά η ενέργεια του κ. Κ. να δειγματίζει προϊόντα ανταγωνιστικά με αυτά των εταιριών ... που αντιπροσώπευε γι’ αυτό και σε σχετική τηλεφωνική επαφή και επικοινωνία που είχα με τον Χ.

Β., αναγκάστηκα και τον ενημέρωσα μέσα στο καλοκαίρι του 2008 (δεν θυμάμαι ακριβή ημερομηνία) για τις ενέργειες του συνεργάτη του. Σε σύντομο χρονικό διάστημα έμαθα ότι ο κ. Κ. σταμάτησε την συνεργασία του με τις εταιρίες ... και η αιτία ήταν αυτή ακριβώς η ενέργειά του, ήτοι η αντιπροσώπευση της Βουλγάρικης εταιρίας με τα κινέζικα πλακάκια, είδη υγιεινής κλπ, την διάθεση των οποίων στην Ελλάδα είχε αναλάβει ο κ.

Ν. Κ....". Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι όλα τα παραπάνω κρίσιμα πραγματικά περιστατικά που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρινομένη υπόθεση οι προαναφερθέντες τα γνώριζαν προσωπικώς έχοντας άμεση αντίληψη όσων διεδραματίσθηκαν και όχι από πληροφορίες τρίτων ή από φήμες. Εφ’ όσον λοιπόν ο ενάγων εμπορικός αντιπρόσωπος κατά παράβαση της ως άνω σχετικής υποχρεώσεώς του και αθετώντας τις συμβατικές του υποχρεώσεις να μην προβαίνει σε ανταγωνιστικές πράξεις εις βάρος της εναγομένης εταιρίας, προωθούσε εν αγνοία της εναγομένης στην ελληνική αγορά ανταγωνιστικά προϊόντα των δικών της προϊόντων, η ως άνω προφορική καταγγελία της παραπάνω συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας του προαναφερθέντος νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης εταιρίας έλαβε χώρα λόγω υπαιτιότητος του ενάγοντος εμπορικού αντιπροσώπου και μπορούσε να λάβει χώρα χωρίς την τήρηση της προβλεπομένης προθεσμίας και συνεπώς, κατ’ αποδοχή της υποβληθείσης εκ μέρους της εναγομένης εταιρίας σχετικής προς τούτο εντάσεώς της, ο ενάγων δεν δικαιούται της σχετικής προβλεπομένης νομίμου αποζημιώσεως πελατείας, όπως ήδη αναφέρθηκε στην αρχή της παρούσης αποφάσεως".

Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε το νόμο και ειδικά τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις του ΠΔ 299/1991 και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ’ αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε, καθίσταται δε εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες το Δικαστήριο δεν παραβίασε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, την κρίση αυτή του Εφετείου δικαιολογούσαν οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι 1) συμφωνήθηκε ότι ο αναιρεσείων δεν θα μπορούσε να προωθήσει στην αγορά είδη και εμπορεύματα που θα ήταν ανταγωνιστικά με αυτά που πωλούσε η αναιρεσίβλητη, 2) ο αναιρεσείων κατά παράβαση της σχετικής συμφωνίας που είχε καταρτίσει με την αναιρεσίβλητη, να μην διαθέτει στην ελληνική αγορά, δηλαδή στους πελάτες της προϊόντα άλλων εταιριών ανταγωνιστικά με τα προϊόντα της, προωθούσε σε ελληνικές επιχειρήσεις (καταστήματα) των γεωγραφικών περιοχών που ασκούσε την ως άνω εμπορική δραστηριότητά του, πλακίδια κινεζικής προελεύσεως, τα οποία εμπορευόταν η βουλγαρική εταιρία με την επωνυμία "...

LTD" και αποτελούσαν ανταγωνιστικά προϊόντα των πλακιδίων που διέθετε η αναιρεσίβλητη στην ελληνική αγορά, 3) ο εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης Χ. Β. κάλεσε τον αναιρεσείοντα προκειμένου να του δώσει ο τελευταίος σχετικές εξηγήσεις για τη συγκεκριμένη αντισυμβατική του συμπεριφορά του αλλά εκείνος αρνήθηκε ότι διέθετε παρόμοια προϊόντα στην ελληνική αγορά, 4) στη συνέχεια οι σχετικές φήμες, περί του ότι αναιρεσείων διέθετε στην ελληνική αγορά προϊόντα άλλων εταιριών ανταγωνιστικά με τα προϊόντα της, αναιρεσίβλητης έγιναν έντονες, ώσπου τελικά επιβεβαιώθηκαν από πελάτες της τελευταίας που ενημέρωσαν σχετικώς τα αρμόδια όργανά της και 5) εφόσον ο αναιρεσείων εμπορικός αντιπρόσωπος, κατά παράβαση της σχετικής συμβατικής υποχρέωσής του, να μην προβαίνει δηλαδή σε ανταγωνιστικές πράξεις εις βάρος της αναιρεσίβλητης, προωθούσε εν αγνοία της στην ελληνική αγορά ανταγωνιστικά προϊόντα των δικών της προϊόντων, η καταγγελία της παραπάνω σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας έλαβε χώρα λόγω υπαιτιότητάς του και μπορούσε να γίνει χωρίς την τήρηση της προβλεπομένης προθεσμίας και συνεπώς δεν δικαιούται της σχετικής νόμιμης αποζημίωσης πελατείας.

Κατόπιν τούτων και οι τρεις λόγοι της αίτησης αναίρεσης με τους οποίους αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι αβάσιμοι και εντεύθεν απορριπτέοι. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί ο τελευταίος λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176 και 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ