Legislator Case Law & Legislation
964/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on employer's holiday allowance claims.

Case Number 964/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Technical Chamber of Greece's appeal against the Patras Court of Appeal's decision. The employer argued the lower court erred in accepting the employee's claims for holiday allowances and gifts based on unjust enrichment, but the appellate court upheld these claims as lawful under specific statutes. The court rejected the appeal because the appellant failed to prove procedural defects and the appeal was inadmissible for attacking the minor part of the reasoning.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 § 2, 568 § 1, 498 § 1 of the Code of Civil Procedure; Article 41 of Law 496/1974; Articles 904 ff. of the Civil Code; Articles 1, 2, 3 of the 19040/1981 Ministerial Decision; Articles 2, 3, 5 of AN 539/1945; Article 16 of Law 4504/1966: An appeal is inadmissible if it attacks only the minor part of the reasoning without challenging the main legal basis that supports the operative part of the judgment.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Appeal Holiday Allowances Unjust Enrichment Inadmissible Appeal Minor Reasoning Part Labor Law Claims Procedural Defects

Cited Legislation

AI generated
Articles 576 § 2, 568 § 1, 498 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 41 of Law 496/1974
Articles 904 ff. of the Civil Code
Articles 1, 2, 3 of the 19040/1981 Ministerial Decision
Articles 2, 3, 5 of AN 539/1945
Article 16 of Law 4504/1966
Articles 176 and 178 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 964 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 964/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΤΕΕ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. συζ. Α. Φ., το γένος Π. Φ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ρήγα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 463/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 16/2013 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 30-7-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας διάβασε την από 10-3-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 30-7-2013 αιτήσεως, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 16/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 576 § 2, 568 § 1 και 498 § 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι, η κρινόμενη, από 30-7-2013, αίτηση προσδιορίσθηκε για συζήτηση στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης, με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης. Στη συνέχεια, αντίγραφο της αίτησης με κλήση να εμφανιστεί στη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε με εντολή της πληρεξούσιας δικηγόρου της αναιρεσίβλητης, Αικ.

Ντάτση, όπως προκύπτει από την .../12-12/2013 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών, …, στο αναιρεσείον, νομοτύπως και εμπροθέσμως. Εξάλλου, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, από τη σειρά της στο πινάκιο, δεν εμφανίστηκε το αναιρεσείον, ούτε υπέβαλε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Επομένως, ενόψει ότι το τελευταίο έχει κλητευθεί νομοτύπως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του. 2. Από τη διάταξη του άρθρου 41 του Ν.Δ. 496/1974 "Περί λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ." προκύπτει ότι κάθε σύμβαση για λογαριασμό του Ν.Π. έχουσα αντικείμενο άνω των 10.000 δραχμών ή δημιουργούσα υποχρεώσεις διαρκείας, εφόσον δεν ορίζεται άλλως, υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, ο οποίος είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός.

Η πρόταση κατάρτισης σύμβασης και η αποδοχή αυτής δύναται να γίνουν και με ιδιαίτερα έγγραφα. Αν δεν τηρηθεί αυτός ο τύπος η σύμβαση είναι άκυρη. Η διάταξη του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 41 του ίδιου ΝΔ/τος κατά το οποίο "Η εκ της μη τηρήσεως του τύπου της εγγράφου αποδοχής ακυρότητα αίρεται εν περιπτώσει εκπληρώσεως της συμβάσεως" εφαρμόζεται μόνο όταν εκπληρώθηκε η σύμβαση για την οποία προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι δε όταν δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή (Ολ.ΑΠ 862/1984, ΑΠ 1694/2009).

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς συνάγεται ότι κάθε σύμβαση, καταρτιζόμενη από Ν.Π.Δ.Δ., όπως η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και έχουσα το ως άνω αντικείμενο, υποβάλλεται σε έγγραφο τύπο απαιτούμενο εκ του νόμου, άνευ τηρήσεως του οποίου η δικαιοπραξία είναι άκυρη, η δε ακυρότητα στην περίπτωση αυτή είναι απόλυτη.

Στην περίπτωση τέτοιας ακυρότητας ο εργαζόμενος, διατελεί με τον εργοδότη σε απλή σχέση εργασίας, δεν έχει αξιώσεις από τη σύμβαση εργασίας για μισθούς, αλλά έχει όσες αξιώσεις παρέχονται σ' αυτόν ευθέως από το νόμο και ανεξάρτητα από το κύρος της εργασιακής του σύμβασης, όπως είναι τα επιδόματα (δώρα) εορτών και αδείας, τις αποδοχές αδείας και την προσαύξηση για την παροχή παράνομης υπερωριακής εργασίας.

Επίσης στον εργαζόμενο παρέχεται και η αξίωση αναζήτησης των δεδουλευμένων αποδοχών του κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Ειδικότερα στην περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας, όσον αφορά τους μισθούς, ο εργοδότης καθίσταται αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας του ακύρως απασχολουμένου κι υποχρεούται ν' αποδώσει στον εργαζόμενο την ωφέλεια που προσπορίστηκε από την εργασία του.

Η ωφέλεια αυτή συνίσταται στην αμοιβή που θα κατέβαλε ο εργοδότης σε άλλο εργαζόμενο με τα ίδια προσόντα και ικανότητες που θα προσελάμβανε με έγκυρη σύμβαση εργασίας για την παροχή της ίδιας εργασίας στον ίδιο τόπο και με τις ίδιες συνθήκες, η οποία δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι αντίστοιχες Σ.Σ.Ε.

και Δ.Α. εκτός από τα επιδόματα οικογενειακών βαρών, τριετιών κ.λπ., αφού η παροχή εργασίας μπορεί να γίνει και από εργαζόμενους που δεν έχουν οικογενειακά βάρη και προϋπηρεσία. Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αναίρεσης αυτό, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση, όμως, που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, και με την αναίρεση δεν πλήττονται όλες, αλλά η μια απ' αυτές, ο λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, εφόσον η άλλη αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, (που η εκτίμηση του περιεχομένου του ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη, επικαλούμενη ότι με το εναγόμενο - αναιρεσείον συνδέεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ζήτησε να υποχρεωθεί το τελευταίο να της καταβάλει για επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2003 έως 2008, 8.587,59 ευρώ και για οφειλόμενους συμφωνημένους μισθούς του διαστήματος από 1-1-2007 έως 31-12-2008, το ποσό των 23.990,40 ευρώ.

Επικουρικά, κατά παραδεκτή δικονομική σώρευση (υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απορρίψεως της κύριας βάσης της αγωγής), για την περίπτωση που η σύμβαση εργασίας της, ήθελε κριθεί άκυρη ζήτησε την καταβολή των ίδιων ποσών, άλλως ποσού 26.473,59 ευρώ με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εφόσον τα ανωτέρω ποσά θα κατέβαλε το εναγόμενο σε οποιονδήποτε απασχολούσε νόμιμα στη θέση της.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μον. Πρωτ. Πατρών), με την 463/2011 οριστική του απόφαση, απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής, όσον αφορά τις απαιτήσεις της από τους μισθούς της (εφόσον μόνο αυτές προϋπόθεταν έγκυρη σύμβαση), ως αόριστη, διότι η ενάγουσα δεν επικαλέστηκε, την ύπαρξη έγγραφης κατάρτισης εργασίας, που απαιτείται ως συστατικό στοιχείο αυτής, σύμφωνα με το νόμο, για να δεσμεύεται το εναγόμενο.

Κατά τα λοιπά, έκρινε νόμιμη την αγωγή, για τις απαιτήσεις της για τα επιδόματα αδείας και τα δώρα εορτών ως στηριζόμενη στις διατάξεις 1 παρ. 1, 2 και 3 της 19040/1981 Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας για "χορήγηση επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους μισθωτούς όλης της χώρας που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου", 2, 3 και 5 του Α.Ν. 539/1945 "περί χορηγήσεως κατ' έτος εις τους μισθωτούς αδειών μετ' αποδοχών", 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 και επικουρικά, για όλες τις απαιτήσεις (μισθοί, δώρα, επιδόματα αδείας) στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού( άρθρα 904 επ.

ΑΚ). Στη συνέχεια, για τις τελευταίες ως άνω απαιτήσεις της, επιδίκασε τα αξιούμενα με την αγωγή ποσά, δεχθέν ότι τα δικαιούται με βάση τις τελευταίες πιο πάνω διατάξεις, αλλά και με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση το εναγόμενο, παραπονούμενο (με το 2ο λόγο της έφεσής του) ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε με το να δεχτεί ότι, οι από τα επιδόματα αδείας και δώρα εορτών, απαιτήσεις της εφεσίβλητης ενάγουσας ήταν νόμιμες στηριζόμενες στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει απ' αυτήν ότι οι απαιτήσεις της ενάγουσας, όσον αφορά τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας, ήταν νόμιμες και συνακόλουθα δικαιούται τα αξιούμενα ποσά, τόσο με βάση τις διατάξεις των άρθρων 904 ΑΚ, όσο και εκείνων των άρθρων 1 παρ. 1, 2 και 3 της 19040/1981 Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας για "χορήγηση επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους μισθωτούς όλης της χώρας που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου", 2, 3 και 5 του Α.Ν. 539/1945 "περί χορηγήσεως κατ' έτος εις τους μισθωτούς αδειών μετ' αποδοχών", 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, επικύρωσε δε την πρωτόδικη απόφαση, απορρίπτοντας την έφεση του εναγομένου.

Με το μοναδικό λόγο της κρινόμενης αίτησης, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι εσφαλμένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν απέρριψε την αγωγή ως στηριζόμενη στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ως μη νόμιμη. Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής, διότι πλήττεται επάλληλη αιτιολογία της απόφασης, ενώ η κύρια αιτιολογία, που έχει σχέση με τη νομιμότητα των ένδικων απαιτήσεων ως στηριζόμενες ευθέως στις τελευταίες πιο πάνω διατάξεις, για την οποία δεν προβάλλονται αναιρετικές πλημμέλειες, στηρίζει αυτοτελώς, το διατακτικό της.

Εξάλλου, οι λοιπές αιτιάσεις που περιέχονται στο δικόγραφο της αναίρεσης, υπό την επίκληση του αρ. 19 της ίδιας πιο πάνω διατάξεως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, όσον αφορά τις ίδιες ως άνω αιτιολογίες της, με τις οποίες έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, είναι απορριπτέες, προεχόντως ως απαράδεκτες.

Τούτο διότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας, που διατυπώνεται, ως πόρισμα του δικαστηρίου, μετά την συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, προϋπόθεση που ελλείπει στην κρινόμενη περίπτωση. Ενόψει όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση.

Τέλος, η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης πρέπει να επιβληθεί σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 178 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-7-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρ. 16/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Και

Επιβάλλει στο αναιρεσείον τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2014. Και

Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ