Supreme Court dismisses appeal on evidence misinterpretation, ruling facts must be proven by law, not just document reading.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a compensation claim for fraud and unauthorized account management. The appellant argued the lower court erred by accepting a shareholding document that contradicted witness testimony and the appellant's own admissions. The court ruled that the appellate court correctly interpreted all evidence, including the contradictory document, and did not commit a legal error in its fact-finding process.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68, 556, 558 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if the court of first instance committed a legal error by misinterpreting evidence or applying the law incorrectly, leading to a prejudicial outcome for the appellant.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 964 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Δικαίωμα αποζημίωσης επί απάτης κατά τα άρθρα 147-149 του ΑΚ: δεν ενδιαφέρει αν τα παραπλανητικά γεγονότα αναφέρονται στο παρελθόν ή το παρόν ή και το μέλλον, ούτε αν η συνεπεία της απάτης πλάνη είναι συγγνωστή ή ασύγγνωστη, ουσιώδης ή επουσιώδης ή αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια, αλλά αρκεί να υφίσταται κατά το χρόνο της δηλώσεως βουλήσεως του απατηθέντος, και να συνδέεται με αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου, που αποτελεί πρόσφορη αιτία της ζημίας του ενάγοντος, κρίση που υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο με τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.1 και 19 Κ.Πολ.Δικ. Ανάληψη διαχείρισης από εντολοδόχο τραπεζικού λογαριασμού του εντολέα και αξιοποίησης άλλων περιουσιακών στοιχείων (μετοχών του). Παράνομη ιδιοποίηση όλων αυτών από τον εντολοδόχο. Επαρκής αιτιολογία της απόφασης.
Αριθμός 964/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. του Μ., δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Βερβενιώτη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Κ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Κωνσταντόπουλο και 2. ... του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αβραάμ Ιορδανίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 28 Ιουλίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και εκδόθηκε η 2015/2007 οριστική απόφαση του ιδίου δικαστηρίου και β) με την από 29 Σεπτεμβρίου 2005 ομοία του ιδίου αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο αυτό δικαστήριο και εκδόθηκε η 6611/2007 οριστική του απόφαση. Την 3 Σεπτεμβρίου 2008 ο προσθέτως παρεμβαίνων Ε. Σ. κατέθεσε πρόσθετη παρέμβαση.
Εκδόθηκε η 1845/2009 απόφαση και 1668/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20 Μαΐου 2011 αίτησή του και τους από 3 Ιουνίου 2011 και 6 Νοεμβρίου 2011 προσθέτους λόγους αναιρέσεως.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 12 Ιανουαρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως με τους πρόσθετους λόγους της.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά του νικήσαντος αντιδίκου του αναιρεσείοντος ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων του, όχι δε και κατά του ομοδίκου του ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη, λόγω της έλλειψης έννομου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέχει διάταξη υπέρ αυτού, η οποία βλάπτει τον αναιρεσείοντα (Ολ.ΑΠ 24/1997), εκτός αν συντρέχει αναγκαστική ομοδικία, οπότε πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απευθύνεται κατά των ομοδίκων, άλλως απορρίπτεται ως απαράδεκτη (Ολ.ΑΠ 11/1992).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ.1, 80, 82, 83 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αναίρεση που ασκείται από το διάδικο κατά του οποίου είχε ασκηθεί πρόσθετη παρέμβαση, δεν απαιτείται να απευθυνθεί και κατά του προσθέτως παρεμβάντος, έστω και αν πρόκειται περί αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης.
Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του εναγομένου, καθόσον στρέφεται κατά του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, προσθέτως υπέρ του πρώτου αναιρεσιβλήτου παρεμβάντος στην κατ' έφεση δίκη, πρέπει, κατά την αυτεπάγγελτη από το Δικαστήριο έρευνα (άρθρο 577 παρ.2 ΚΠολΔ), να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 237 εδ.1β, 346 και 453 παρ.1 του Κ.Πολ.Δικ.
συνάγεται, ότι ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, για την ίδρυση ή μη από τη μη λήψη υπόψη τούτων αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αρ.11 του Κ.Πολ.Δικ., νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου, που τις προσκόμισε για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης του δικαστηρίου επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης, παραδεκτώς και νομίμως προταθέντος ισχυρισμού, θεμελιωτικού αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως ή αντεφέσεως.
Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε δι' αναφοράς με αυτές σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ, το οποίο, αν και αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών, εφαρμόζεται αναλόγως και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων.
Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως που έχει εφαρμογή για την ταυτότητα του νομικού λόγου και στην επίκληση εγγράφων, δεν συνιστά "νόμιμη επίκληση" η ενσωμάτωση των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στις οποίες μνημονεύονται τα έγγραφα και η γενική και μόνο αναφορά στα έγγραφα αυτά, με τις προτάσεις που κατατέθηκαν στο Εφετείο (Ολ.ΑΠ 9/2000, 23/2008).
Η δικονομική αυτή ρύθμιση δεν είναι αντίθετη προς τη θεσπιζόμενη αρχή της δίκαιης δίκης με το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ ούτε με την αρχή της αναλογικότητας και με το άρθρο 20 του Συντάγματος, αφού δεν παρακωλύεται το δικαίωμα για απόδειξη των ισχυρισμών του διαδίκου με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, υπό την απαραίτητη όμως προϋπόθεση της νόμιμης επίκλησής του, η οποία υπηρετεί αφενός μεν την απόδειξη προσαγωγής του, αφετέρου δε αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως και εξασφαλίζει επιπλέον το δικαίωμα ανταποδείξεως του αντιδίκου.
Το νόμιμο δε της επίκλησης κρίνεται μόνον από τις προτάσεις του διαδίκου και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης. Εξάλλου κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιαφόρως αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ημεδαπό ή αλλοδαπό, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Κατά τον αριθμό δε 14 του ίδιου άρθρου αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τους πρώτο και δεύτερο από το άρθρο 559 αρ.1 και 14 του Κ.Πολ.Δικ. λόγους αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι το Εφετείο κατά παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974) "για δίκαιη δίκη", έκρινε ότι "δεν λαμβάνονται υπόψη οι ισχυρισμοί που περιέχονται στις πρωτόδικες προτάσεις του εφεσίβλητου (ήδη αναιρεσείοντος) όσον αφορά την με αριθμό 10981/2007 έφεση του αντιδίκου του καθώς και τα έγγραφα που επικαλείται με αυτές, οι οποίες έχουν ενσωματωθεί στις προτάσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (Εφετείου) της δικασίμου 6-11-2008, διότι δεν γίνεται κανονική επαναφορά των ισχυρισμών και επίκληση των εγγράφων αντίστοιχα", με αποτέλεσμα να δεχθεί του αγωγικούς ισχυρισμούς σε βάρος του αναιρεσείοντος-εναγομένου.
Επομένως, εφόσον η διάταξη του άρθρου 240 του Κ.Πολ.Δικ δεν αντίκειται στην αυξημένης τυπικής ισχύος ουσιαστική διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, το Εφετείο με το να κρίνει δικονομικώς απαράδεκτη την επίκληση ενώπιον αυτού από τον αναιρεσείοντα, χωρίς" νόμιμη επαναφορά των πρωτόδικων προτάσεων του, των επικαλούμενων με αυτές αποδεικτικών μέσων και έτσι να μη λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά αυτά μέσα, δεν παραβίασε ευθέως την εν λόγω ουσιαστική διάταξη ούτε προέβη παρά το νόμο σε κήρυξη απαραδέκτου και οι αντίθετοι πρώτος και δεύτερος από το άρθρο 559 αρ.1 και 14 του Κ.Πολ.Δικ.
λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Ο εκ του άρθρου 559 αρ.11 περίπτωση α' του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεις, της λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που ο νόμος δεν επιτρέπει, ιδρύεται, όταν λαμβάνεται υπόψη αποδεικτικό μέσο άλλο από εκείνα που καθορίζονται στα άρθρα 339 και 270 παρ.2 εδ. β' και γ' του Κ.Πολ.Δικ. είτε για άμεση είτε για έμμεση απόδειξη, καθώς και όταν η χρήση του νόμιμου αποδεικτικού μέσου δεν είναι επιτρεπτή στη συγκεκριμένη περίπτωση λόγω της φύσεως της υποθέσεως ή προβλέπεται απόδειξη μόνον με συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (Ολ.ΑΠ 8/1987).
Μετά την κατάργηση του προβλέποντος την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως άρθρου 341 Κ.Πολ.Δικ. με το άρθρο 14 παρ.1 του ν 2915/2001 και την αντικατάσταση, με το άρθρο 12 του ίδιου νόμου, του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δικ., του οποίου η παρ.2 προβλέπει ότι "το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός από αυτά (και) συμπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394", δεν είναι ανεπίτρεπτο, κατά την τακτική διαδικασία, να λαμβάνονται υπόψη και να εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο καταθέσεις εξαιρετέων μαρτύρων και έγγραφα αχρονολόγητα, ανυπόγραφα από τον εκδότη τους, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατά αποδεικτικό τύπο, ανεπικύρωτες φωτοτυπίες ή αμετάφραστα ξενόγλωσσα έγγραφα, εκτός από τα μη γνήσια έγγραφα που αποτελούν ψευδή αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες βεβαιώσεις, για τη λήψη των οποίων δεν τηρήθηκε η νόμιμη διαδικασία.
Εξάλλου κατά τη σαφή έννοια των διατάξεων των άρθρων 80, 82, 84 και 85 του Κ.Πολ.Δικ, η πρόσθετη παρέμβαση δεν διευρύνει τα υποκειμενικά όρια της εκκρεμούς δίκης και ο προσθέτως παρεμβαίνων δεν προσλαμβάνει την ιδιότητα του διαδίκου, εάν δεν ανέλαβε τη δίκη ούτε δεσμεύεται από το δεδικασμένο της αποφάσεως μεταξύ των κυρίων διαδίκων.
Με τον τρίτο από το άρθρο 559 αρ.11α του Κ.Πολ.Δικ. λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο, ήτοι την ένορκη κατάθεση του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, ο οποίος είχε εξετασθεί πρωτοδίκως ως μάρτυρας του πρώτου αναιρεσιβλήτου-εναγομένου και άσκησε υπέρ αυτού στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας πρόσθετη παρέμβαση, έχοντας έτσι καταστεί διάδικος με πρόδηλο έννομο συμφέρον από την έκβαση της δίκης.
Επομένως εφόσον, αφενός μεν η πρόσθετη παρέμβαση δεν διευρύνει τα υποκειμενικά όρια της μεταξύ των κυρίων διαδίκων δίκης, αφετέρου δε ενόψει του χρόνου της πρώτης συζητήσεως των ένδικων αγωγών στο Πολυμελές Πρωτοδικείο (6.10.2005 και 1.2.2007) ήταν επιτρεπτή, κατά το άρθρο 15 του ν. 2943/2001, η λήψη υπόψη και μη πληρούντων τους όρους του νόμου αποδεικτικών μέσων, όπως οι καταθέσεις εξαιρετέων μαρτύρων, ο ως άνω από το άρθρο 559 αρ.11α του Κ.Πολ.Δικ.
τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δικ., αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (Ολ.ΑΠ 18/1993).
Η δε ποιοτική αριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14 αντιστοίχως του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ' αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα.
Ο ισχυρισμός περί ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής, για να είναι παραδεκτός, πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., όπως επίσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, διαφορετικά ο λόγος είναι αόριστος.
Ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες, σε σχέση με τα αναγκαία προς στήριξη του αγωγικού δικαιώματος περιστατικά, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί, τα δε αναγκαία στοιχεία για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής είναι συνάρτηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 149 εδ. β', 914, 297 εδ. β' και 937 παρ.2 του ΑΚ συνάγεται ότι σε εκείνον ο οποίος με απατηλή συμπεριφορά του αντισυμβαλλομένου του οδηγήθηκε στην κατάρτιση δικαιοπραξίας, παρέχεται, εκτός από το δικαίωμα ακύρωσης της δικαιοπραξίας με παράλληλη δυνατότητά του να ζητήσει την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας σύμφωνα με τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, και αυτοτελές δικαίωμα αποδεχόμενος τη δικαιοπραξία να ζητήσει μόνον την ανόρθωση της ζημίας του με τις ίδιες διατάξεις περί αδικοπραξιών, χωρίς να είναι απαραίτητο, για τη θεμελίωση μιας τέτοιας αξιώσεως, η δόλια παραπλανητική συμπεριφορά να αναφέρεται σε γεγονότα του παρελθόντος ή του παρόντος, όπως επιβάλλεται επί ποινικού αδικήματος απάτης (άρθρο 386 ΠΚ), αλλά αρκεί για τη θεμελίωση του αστικού αδικήματος οι παραπλανητικές ψευδείς παραστάσεις να αναφέρονται και σε μελλοντικά γεγονότα, η δε τυχόν παράλληλη ύπαρξη και ποινικού αδικήματος έχει σημασία μόνον για το ενδεχόμενο επιμηκύνσεως του χρόνου παραγραφής του αστικού αδικήματος, που συστοιχείται στην περίπτωση αυτή με τον μακρότερο χρόνο παραγραφής του ποινικού αδικήματος, κατά τη διάταξη του άρθρου 937 παρ.2 του ΑΚ.
Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), επισκόπηση των ένδικων αγωγών του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εκτίθενται σ' αυτές τα ακόλουθα: 1) Στην από 28.7.2003: Ότι κατά το έτος 1988 ο αναιρεσίβλητος-ενάγων ετύγχανε φυγόποινος και διέφυγε στο εξωτερικό και τη διαχείριση των περιουσιακών θεμάτων του, στην Ελλάδα, ανέθεσε στον εναγόμενο δικηγόρο, Ι.
Κ. παλαιό συμμαθητή και παιδικό φίλο του, τον οποίο είχε διορίσει πληρεξούσιο, μαζί με άλλους δικηγόρους. Ότι κατά το έτος 1989, ενώ διέμενε στο Παρίσι και είχε αποκτήσει χρήματα από προσοδοφόρες δραστηριότητες, σχετικές με τις διεθνείς χρηματαγορές, ο εναγόμενος του παρέστησε ότι δήθεν είχε τη δυνατότητα να επενδύσει τα χρήματά του σε αγορές ακινήτων, με μεγάλες αποδόσεις και έτσι τον έπεισε να μεταβούν σε Τράπεζα της Γενεύης, στην οποία ο ενάγων διατηρούσε λογαριασμό και να ανοίξουν ένα λογαριασμό νουμερικό (όχι ονομαστικό) με δικαιούχο τον εναγόμενο.
Ότι στον τελευταίο αυτό λογαριασμό ο ενάγων απέστειλε, το έτος 1989, διάφορα χρηματικά ποσά, σε αλλοδαπά νομίσματα, συμποσούμενα στο συνολικό ποσό των 200.054 ευρώ, κατά τις ισοτιμίες σε ευρώ, που αναφέρονται και αναλύονται στην αγωγή. Ότι ο εναγόμενος, ο οποίος είχε προαποφασίσει να μην επενδύσει τα χρήματά του (ενάγοντος), αλλά να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, με προσχηματικές δικαιολογίες παραπλανούσε τον τελευταίο, για την καθυστέρηση των δήθεν επενδύσεων, μέχρις ότου, στο τέλος του έτους 1993, ο ενάγων διαπίστωσε ότι ο εναγόμενος σε καμία επένδυση δεν είχε προβεί, αλλά είχε ιδιοποιηθεί παράνομα το παραπάνω ποσό των 200.054 ευρώ, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του (ενάγοντος), στον οποίο προξένησε, έτσι και ηθική βλάβη, αρνείται δε την αποκατάσταση της ζημίας, παρά την από 18-5-1994 εξώδικη όχληση αυτού (ενάγοντος).
Ζήτησε δε γι' αυτό μετά τον παραδεκτό περιορισμό των αιτημάτων του πρωτόδικα, δια της μετατροπής τους από καταψηφιστικά σε αναγνωριστικά, να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται, να του καταβάλει το ποσό των 200.054 ευρώ, για αποζημίωσή του, με το νόμιμο τόκο από την όχληση (18-5-1994), άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, καθώς και το ποσό των 99.956 ευρώ, για χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, του εναγομένου ευθυνόμενου κύρια μεν από αδικοπραξία, η οποία στηρίζεται στα περιστατικά της απάτης και της υπεξαίρεσης, επικουρικά δε κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού λόγω αιτίας που δεν επακολούθησε. 2) Στην από 29.2.2005 αγωγή του :
Ότι κατά το έτος 1987 κατέστη φυγόποινος και διέφυγε στο εξωτερικό και το έτος 1989, ενώ διέμενε στο Παρίσι, πείσθηκε από τον εναγόμενο Ι. Κ., δικηγόρο του και παλιό φίλο του, να αγοράσει ένα αγροτεμάχιο που βρίσκεται στον Πόρο της Τροιζηνίας, για να πραγματοποιηθεί δε αυτή η αγορά, στις 2-5-1989 αγόρασε μια Λιβεριανή εταιρεία, με την επωνυμία "ROPPALL INVESTMENTS Corporation", από δικηγορικό γραφείο του Λονδίνου, αντί τιμήματος 1.850 δολλαρίων Η.Π.Α.
Ότι Πρόεδρος του Δ.Σ. και πληρεξούσιος της εταιρείας αυτής διορίστηκε ο φίλος του ενάγοντος Έ. Σ., με τα άλλα μέλη του Δ.Σ. δύο αλλοδαπούς δικηγόρους, οι οποίοι αμέσως μετά την έκδοση των τίτλων των μετοχών της παραιτήθησαν. Ότι στις 9-5-1989 εκδόθησαν, με εντολή του ενάγοντος, οι με αριθμούς 000001, 000002 και 000003 τρεις (3) τίτλοι μετοχών, που ενσωμάτωναν, αντίστοιχα, 166, 166 και 168 μετοχές και αποτελούσαν το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου των 500 μετοχών.
Ότι ο ενάγων απέστειλε στον εντολοδόχο δικηγόρο του Ε. Μ., τον οποίο είχε συστήσει ο εναγόμενος, 60.000 συνολικά δολλάρια Η.Π.Α. και με το υπ' αρ. .../10-6-1989 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Καλαυρίας Φωτεινής Κυπριωτάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, η πιο πάνω off shore Λιβεριανή εταιρεία αγόρασε το περιγραφόμενο αγροτεμάχιο, στον Πόρο, έκτασης 16.010 τ.μ., με 100 περίπου ελαιόδεντρα, αντί αναγραφομένου στο συμβόλαιο τιμήματος των 9.500.000 δραχμών, που υπολειπόταν του πραγματικού τιμήματός του.
Ότι μετά την αγορά του οικοπέδου ο Έ. Σ., ύστερα από εντολή του ενάγοντος παρέδωσε στις 28.6.89, στον εναγόμενο ολόκληρο το φάκελλο της παραπάνω εταιρείας, με τις μετοχές της και 22 ασυμπλήρωτους τίτλους μετοχών, για φύλαξη και διαχείριση, καθιστώντας τον εναγόμενο πληρεξούσιο και αντίκλητο της εταιρείας, ο δε εναγόμενος αργότερα, στις 17-11-1989 κατέστησε τον ενάγοντα αντίκλητο πληρεξούσιο και εκπρόσωπο της εταιρείας του.
Ότι μέχρι το μήνα Απρίλιο του έτους 1994 ο εναγόμενος κατείχε, ως πληρεξούσιος δικηγόρος του ενάγοντος, τους τίτλους των ανώνυμων μετοχών της προαναφερόμενης εταιρείας, εκμεταλλευόμενος, όμως, την ιδιότητα του διαχειριστή της περιουσίας του ενάγοντος και την αδυναμία του να παρακολουθεί τις υποθέσεις του, λόγω της φυγοποινίας του στο εξωτερικό, ιδιοποιήθηκε στη συνέχεια, παράνομα τις 500 μετοχές της εταιρείας, στην οποία ανήκει το αγροτεμάχιο στον Πόρο, προβαίνοντας στην πλαστογράφηση δύο ασυμπλήρωτων και ανυπόγραφων τίτλων μετοχών, προκειμένου να εμφανίσει τον εαυτό του ως κύριο αυτών, κατά τα ιστορούμενα αναλυτικά στην αγωγή.
Αρνείται δε να επιστρέψει στον ενάγοντα, παρά τις οχλήσεις του, τις επίδικες μετοχές, αξίας τουλάχιστον 200.000 ευρώ.
Για τους λόγους αυτούς ζήτησε να αναγνωρισθεί ως αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος, του συνόλου των μετοχών της παραπάνω Λιβεριανής εταιρείας". Με το ως άνω, και σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, περιεχόμενο οι αγωγές ήταν ορισμένες και νόμιμες, στηριζόμενες στις διατάξεις των άρθρων 147, 149 εδ.β', 914, 932, 297, 299, 346, 713-719, 211 του ΑΚ και 70 του Κ.Πολ.Δικ. ήταν δε χωρίς έννομη επιρροή για τη θεμελίωση των αγωγικών αξιώσεων το ότι: 1)Τα προβαλλόμενα ως παραπλανητικά γεγονότα δεν αναφέρονται στο παρελθόν ή το παρόν, αλλά είχαν αναφορά στο μέλλον και δεν συγκροτούσαν παραλλήλως ποινικά αδικήματα και 2)είχε αποσβεσθεί το δικαίωμα ακυρώσεως της δικαιοπραξίας. Επομένως οι αντίθετοι πέμπτος, δέκατος, δέκατος-τέταρτος και δέκατος-όγδοος του κύριου δικογράφου και δεύτερος του από 6-11-2011 πρόσθετου δικογράφου από το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δικ., όπως και δέκατος-τρίτος από το άρθρο 559 αρ.8 του Κ.Πολ.Δικ. λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 147 και 149 ΑΚ προκύπτει, ότι όποιος παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βουλήσεως, έχει δικαίωμα είτε να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας και παράλληλα την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας του, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (άρθρο 914 και επ. Α.Κ.), εφόσον η απάτη περιέχει και τους όρους της αδικοπραξίας, είτε να αποδεχθεί τη δικαιοπραξία και να ζητήσει μόνο την ανόρθωση της ζημίας του, θετικής και αποθετικής.
Απάτη, κατά την έννοια του άρθρου 147 Α.Κ., αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση που τείνει να παραγάγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση, είτε η συμπεριφορά αυτή συνίσταται σε παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών είτε σε απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση των αληθινών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη στο συμβαλλόμενο που τα αγνοούσε ήταν επιβεβλημένη από την καλή πίστη ή από την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ του δηλούντος και εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση, η συμπεριφορά δε αυτή αποσκοπεί στην πρόκληση δηλώσεως βουλήσεως του απατηθέντος, η οποία και πρέπει να προξενείται από την απάτη.
Σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις συνεπώς η απάτη αντιμετωπίζεται από το δίκαιο του Αστικού Κώδικα υπό δύο έννοιες, ήτοι: α) ως λόγος που καθιστά ελαττωματική τη βούληση του απατηθέντος, εξ αιτίας της οποίας ελαττωματικότητας δικαιούται να ζητήσει την ακύρωση της δήλωσής του, και β) ως αδικοπρακτική συμπεριφορά του απατήσαντος, η οποία δημιουργεί υποχρέωσή του προς αποζημίωση του απατηθέντος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ., ανεξαρτήτως αν η απάτη αυτή αποτελεί και ποινικό αδίκημα.
Δεν ενδιαφέρει, αν τα παραπλανητικά γεγονότα αναφέρονται στο παρελθόν, το παρόν ή το μέλλον ούτε αν η πλάνη που δημιουργήθηκε συνεπεία της απάτης είναι συγγνωστή ή ασύγγνωστη, ουσιώδης ή επουσιώδης ή αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια, αλλά αρκεί αυτή να υφίσταται κατά το χρόνο της δηλώσεως βουλήσεως του απατηθέντος.
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 του ΑΚ προκύπτει, ότι προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση για τη ζημία που προήλθε από παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη του υπόχρεου προς αποζημίωση, είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και του επιζήμιου αποτελέσματος.
Υπάρχει δε η αιτιώδης αυτή συνάφεια, όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη, και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως (άρθρο 298 ΑΚ) ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η κρίση περί του ότι τα ανελέγκτως και κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, γενικά και αφηρημένα λαμβανόμενα, επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι η πράξη ή παράλειψη εκείνη μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικά ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος, αφού σχηματίζεται με τη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.
Αντίθετα, η περαιτέρω κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Από τις διατάξεις δε των άρθρων 713-719 και 211 του ΑΚ συνάγεται ότι ο εντολοδόχος οτιδήποτε αποκτά στο όνομα του εντολέα του στα πλαίσια αντιπροσωπευτικής εξουσίας του υποχρεούται να το αποδώσει στον εντολέα του, υποχρεούμενος επί υπαίτιας μη εκπληρώσεως αυτής της υποχρεώσεώς του και αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του σε αποζημίωση (άρθρα 914 και 297 ΑΚ).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμόζεται, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εφαρμόζεται ενώ δεν συντρέχουν ενώ οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμόζεται εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναγράφονται διόλου ή αναφερόντα ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 26/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων-εκκαλών (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) Κ. Κ. και ο εναγόμενος-εφεσίβλητος (ήδη αναιρεσείων) Ι. Κ., Δικηγόρος Αθηνών, ετύγχαναν παλιοί συμμαθητές και φίλοι, ο δε εναγόμενος ήταν πληρεξούσιος δικηγόρος του πρώτου, σε διάφορες νομικής φύσης υποθέσεις του.
Το έτος 1988 ο ενάγων καταδικάστηκε από το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών σε ποινή φυλάκισης 3 1/2 ετών για απάτη. Κατέστη φυγόποινος και διέφυγε στο εξωτερικό, χρησιμοποιώντας διάφορα ονόματα. Το έτος 1989 και ενώ ο ενάγων διέμενε στο Παρίσι, ο εναγόμενος, που κατάγεται από τον Πόρο, τον διαβεβαίωσε ότι είχε τη δυνατότητα να επενδύσει χρήματα αυτού, καθώς και τρίτων ατόμων, σε αγορές ευκαιρίας οικοπεδικών εκτάσεων στον Πόρο, όπου ο εναγόμενος είχε διατελέσει και δημοτικός σύμβουλος.
Έτσι παρέπεισε τον ενάγοντα και τον προέτρεψε να μεταβούν στη Γενεύη της Ελβετίας, όπου ο ενάγων διατηρούσε τον με αριθμό ... λογαριασμό στην Τράπεζα "GRINDLAYS ΒΑΝΚ" με το ψευδώνυμο Γ. Ν.. Στην Τράπεζα αυτή ο εναγόμενος άνοιξε τον μη ονομαστικό (νουμερικό) λογαριασμό με τα στοιχεία .../ΑΑΜΧ, προκειμένου ο ενάγων να καταθέτει τα χρήματα για τις δήθεν επενδύσεις σε ακίνητα, που του είχε υποσχεθεί ο εναγόμενος.
Ο ενάγων δεν είχε δικαίωμα πρόσβασης στον παραπάνω λογαριασμό, του οποίου αποκλειστικός δικαιούχος ήταν ο εναγόμενος. Ο τελευταίος είχε χορηγήσει μόνο εντολή προς την Τράπεζα, να μεταφέρει ο ενάγων, όποτε ο εναγόμενος το ζητούσε εντολές του στην Τράπεζα, σχετικά με τις τοποθετήσεις κεφαλαίων στις χρηματαγορές.
Στον πιο πάνω νουμερικό λογαριασμό του εναγομένου, εστάλθηκαν, από τον προαναφερθέντα με αριθμό ... λογαριασμό του ενάγοντος και πιστώθηκαν τα ακόλουθα χρηματικά ποσά: 1) Στις 28-7-1989, 19.000 λίρες Αγγλίας, ήτοι 26.904,60 ευρώ. 2) Στις 28-7-1989, 248.400 Γαλλικά φράγκα, ήτοι 37.868,30 ευρώ. 3) Στις 24-10-1989, 27.582 λίρες Αγγλίας, ήτοι 39.056,90 ευρώ. 4) Στις 20-11-1989, 46.250 μάρκα Γερμανίας, ήτοι 23.647,20 ευρώ. 5) Στις 20-11-1989, 10.000 δολλάρια Η.Π.Α., ήτοι 8.724,48 ευρώ. 6) Στις 20-11-1989, 39.000 λίρες Αγγλίας, ήτοι 55.225 ευρώ και 7) Στις 15-12-1989, 57.000 Γαλλικά φράγκα, ήτοι 8.627,60 ευρώ.
Συνολικά, δηλαδή, πιστώθηκε το ισάξιο των 200.054 ευρώ, σύμφωνα με τις ισοτιμίες των ξένων νομισμάτων που παρετίθενται στην αγωγή, τις οποίες δεν αμφισβητεί ο εναγόμενος, σημειωμένου και του ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, για ζημία που υπολογίζεται σε ξένο νόμισμα, απώτατος χρόνος προσδιορισμού της ζημίας στο ημεδαπό νόμισμα είναι αυτός της πρώτης συζήτησης της αγωγής.
Το γεγονός ότι ο με αριθμό ... λογαριασμός ανήκει στον ενάγοντα και ανοίχθηκε με το ψευδώνυμο Γ. Ν., πλήρως αποδεικνύεται από τη σαφή κατάθεση του μάρτυρά του, που δεν αναιρείται από αυτή του εναγομένου, ο οποίος δηλώνει άγνοια για το ζήτημα τούτο. Επίσης το γεγονός ότι από το λογαριασμό αυτό μεταφέρθηκαν τα παραπάνω ποσά στον με αριθμό .../ΑΑΜΧ λογαριασμό του εναγομένου, αποδεικνύεται από την προσήκουσα συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, ιδιαίτερα δε από επτά (7) τηλεγραφήματα της Τράπεζας "ANZ GRINDLAYS ΒΑΝΚ PLC", που προσκομίζονται σε επίσημη μετάφραση, από την Μεταφραστική Υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών.
Τον Φεβρουάριο του έτους 1991 ο εναγόμενος ενημέρωσε τον ενάγοντα ότι ο πιο πάνω .../ΑΑΜΧ λογαριασμός του έπρεπε να κλείσει, βάσει του κανονισμού της Τράπεζας, διότι το υπόλοιπό του ήταν κάτω των 250.000 δολλαρίων Η.Π.Α. Από το λογαριασμό αυτό έστειλε στον με αριθμό ... λογαριασμό του ενάγοντος 28.585 δολλάρια Η.Π.Α.
σε χρεώγραφα, 1.384,59 δολλάρια Η.Π.Α. σε μετρητά και 830,34 μάρκα Γερμανίας, ποσά που με εντολή του εναγομένου, εμβάστηκαν μετά σε τράπεζα της Αγγλίας, σε λογαριασμό χρηματιστηριακής εταιρείας, τον οποίο διατηρούσε ο εναγόμενος, γεγονός που ο ίδιος δεν αμφισβητεί ειδικά. Δεν βεβαιώθηκε αν ο παραπάνω λογαριασμός του εναγομένου περιείχε κατατεθειμένα άλλα ποσά και ποιου ύψους, πλέον των προαναφερόμενων που είχε εμβάσει ο ενάγων, δηλαδή του ισάξιου των 200.054 ευρώ.
Έτσι, από τον αγωγικό ισχυρισμό ότι από το λογαριασμό αυτό του εναγομένου είχε εμβαστεί το ποσό των 50.000 δολλαρίων Η.Π.Α., προκειμένου να αγορασθούν συμβόλαια πετρελαίου για λογαριασμό του εναγομένου στην Ελλάδα, δεν εξάγεται ότι το αμέσως παραπάνω ποσό προερχόταν από τα επίδικα ποσά του ενάγοντος. Ο εναγόμενος άλλωστε, δεν προτείνει ένσταση μερικής εξόφλησης με βάση το περιστατικό αυτό.
Στο τέλος του έτους 1993 ο ενάγων διαπίστωσε ότι ο εναγόμενος σε ουδεμία επένδυση των χρημάτων του είχε προβεί, αλλά τα είχε ιδιοποιηθεί παράνομα, γεγονός για το οποίο διαμαρτυρήθηκε, μεταξύ άλλων, με την από 17-5-1994 εξώδικη δήλωσή του, που επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 23-5-1994 (βλ. την με αριθμό 6743/23-5-1994 έκθεση επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...).
Από κανένα στοιχείο δεν εξάγεται ότι ο εναγόμενος επέστρεψε στον ενάγοντα μέρος του επίδικου ποσού. Με τα δεδομένα αυτά πλήρως αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος ψευδώς, σε γνώση του, παρέστησε στον ενάγοντα ότι δήθεν είχε τη δυνατότητα να επενδύσει τα χρήματά του σε αγορές ακινήτων στον Πόρο, ενώ είχε προαποφασίσει να τα λάβει και να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, όπως και έπραξε, ζημιώνοντας, υπαίτια, τον ενάγοντα κατά το ποσό των 200.054 ευρώ.
Επομένως, η εκκαλούμενη με αριθμό 2015/2007 απόφαση που έκρινε ότι είναι αμφίβολο αν τα ονόματα Κ. Κ. και Γ. Ν. αντιστοιχούν στο ίδιο πρόσωπο, δηλαδή στον ενάγοντα και ότι ο ενάγων είχε τη δυνατότητα να κινεί τον επίδικο .../ΑΑΜΧ νουμερικό λογαριασμό και απέρριψε την αγωγή, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις που προσήχθησαν και πρέπει, κατά ουσιαστική παραδοχή των τριών πρώτων, σχετικών, λόγων της από 14-12-2007 έφεσης, να εξαφανισθεί.
Ακόμη, η εκκαλούμενη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, απορρίπτοντας την κύρια βάση της αδικοπραξίας που στηρίζεται στα περιστατικά της απάτης, δεχόμενη ότι αυτά αφορούν το μέλλον. Τούτο δε, διότι στην αστική απάτη του άρθρου 147 ΑΚ, σε αντίθεση με την ποινική απάτη του άρθρου 386 ΑΚ, τα απατηλά περιστατικά μπορεί να αναφέρονται και στο μέλλον.
Έτσι κατά ουσιαστική παραδοχή του, σχετικού, τέταρτου λόγου της ίδιας έφεσης, πρέπει η εκκαλουμένη να εξαφανισθεί και ως προς τη διάταξη της αυτή. Η υπόθεση πρέπει να κρατηθεί από το Δικαστήριο τούτο (άρθρ. 535 § 1 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί η από 28-7-2003 αγωγή που είναι νόμιμη (άρθρα 914, 932, 147, 297, 298, ΑΚ 375, ΠΚ. 70 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να γίνει δεκτή και στην ουσία της κατά τα εκτεθέντα.
Στη συνέχεια αποδείχθηκε, ότι από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου, ο ενάγων, εκτός από τη ζημία των 200.054 ευρώ, υπέστη και ηθική βλάβη. Για την αποκατάστασή της εύλογη χρηματική ικανοποίηση, μετά από στάθμιση των κατά τον νόμο (άρθρο 932 ΑΚ) στοιχείων και ιδιαίτερα των συνθηκών της αδικοπραξίας, του βαθμού του πταίσματος του εναγομένου, του ύψους της ζημίας και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, είναι το ποσό των 10.000 ευρώ.
Το επιπλέον αιτούμενο ποσό κρίνεται αβάσιμο, ως υπερβολικό. Μετά από αυτά πρέπει να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή η από 28-7-2003 αγωγή και να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 200.054 + 10.000 - 210.054 ευρώ, με το νόμιμο τόκο (Ολ.ΑΠ 13/1994 ΝοΒ 44, 33) από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, σημειουμένου ότι η μετατροπή του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, δεν συνεπάγεται και παραίτηση από το παρεπόμενο αγωγικό αίτημα της τοκοδοσίας.
Αποδείχθηκε περαιτέρω, πλέον των όσων έγιναν δεκτά με την από 14.12.2007 έφεση (του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος κατά της 2015/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή αποζημιώσεως από αδικοπραξία και χρηματικής ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης του αναιρεσιβλήτου) και τα ακόλουθα (ως προς τη δεύτερη έφεση του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος που είχε απορρίψει την αναγνωριστική αγωγή του κυριότητας νομής και κατοχής 500 μετοχών αλλοδαπής εταιρείας, που αγοράσθηκαν στα πλαίσια διαχειρίσεως και πάλι κεφαλαίων του αναιρεσιβλήτου από τον αναιρεσείοντα, ως εντολοδόχο), πραγματικά περιστατικά:
Ο εναγόμενος Ι. Κ., πριν παραπείσει τον ενάγοντα Κ. Κ. για δήθεν επενδύσεις σε ακίνητα στον Πόρο είχε υποδείξει σε αυτόν την αγορά ενός συγκεκριμένου αγροτεμαχίου, έκτασης 16.010 τ.μ., με 100 περίπου ελαιόδεντρα, που βρίσκεται στη θέση "Κόκλα" της νήσου Καλαυρίας, της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Πόρου Τροιζηνίας.
Για το σκοπό αυτό ο ενάγων αγόρασε, στις 2-5-1989, μια off shore Λιβεριανή εταιρεία με την επωνυμία "ROPPALL INVESTMENTS CORPORATION". Η αγορά έγινε από το δικηγορικό γραφείο του Λονδίνου "CONSTANT AND CONSTANT" αντί του ποσού των 1.850 δολλαρίων Η.Π.Α. Την εταιρεία αγόρασε ο Κ. Τ. (μη διάδικος), ο οποίος πληροφόρησε το αλλοδαπό δικηγορικό γραφείο ότι στην αγορά προέβη για λογαριασμό του ενάγοντος και όχι για δικό του λογαριασμό και ζήτησε όλη η αλληλογραφία που αφορά την εταιρεία να αποστέλλεται στον εναγόμενο, στην Αθήνα, ο οποίος είχε διορισθεί πληρεξούσιος και αντίκλητος της εταιρείας (βλ.
την Νο 69799/2-6-1994 επιστολή του παραπάνω δικηγορικού γραφείου, σε επίσημη μετάφραση). Το αρχικό Διοικητικό Συμβούλιο της επίδικης εταιρείας απετέλεσαν ο Έ. Σ., φίλος του ενάγοντος και ο προσθέτως παρεμβαίνων, ως Πρόεδρος και πληρεξούσιος αυτής καθώς και δύο αλλοδαποί δικηγόροι. Εκδόθηκαν, με εντολή του πιο πάνω Προέδρου του Δ.Σ., στις 9-5-1989, τρεις (3) τίτλοι μετοχών, με τους αριθμούς 000001, 000002 και 000003, που ενσωμάτωναν 166, 166 και 168 μετοχές ανώνυμες, αντίστοιχα, δηλαδή συνολικά 500 μετοχές, που εξαντλούσαν το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας.
Στη συνέχεια ο ενάγων απέστειλε στον εντολοδόχο Δικηγόρο του Ε. Μ., 40.000 δολλάρια Η.Π.Α. στις 30-5-1989 και 20.000 δολλάρια Η.Π.Α. στις 11-5-1989. Με τα χρήματα αυτά η προαναφερόμενη εταιρεία του ενάγοντος αγόρασε το πιο πάνω αγροτεμάχιο, με το με αριθμό .../10-6-1989 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Καλαυρίας Φωτεινής Κυπριωτάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, αντί αναγραφόμενου τιμήματος 9.500.000 δραχμών, το οποίο υπολειπόταν του πραγματικού τιμήματος των 27.000.000 δραχμών, με εκτιμηθείσα αξία ακινήτου από τον Έφορο, στο ποσό, των 37.300.000 δραχμών.
Λίγες ημέρες μετά την αγορά του, ο Έ. Σ., κατ' εντολήν του ενάγοντος, ήλθε στην Αθήνα και παρέδωσε στον εναγόμενο ολόκληρο το φάκελο της εταιρείας, με το σύνολο των μετοχών της και 22 ανυπόγραφους και ασυμπλήρωτους τίτλους μετοχών, για φύλαξη και διαχείριση αυτής από τον εναγόμενο. Η δε εταιρεία, στις 17-11-1989, διόρισε τον ενάγοντα ως νόμιμο και μόνο πληρεξούσιό της.
Στις 1-2-1994 η εταιρεία αυτή καταργήθηκε, λόγω μη καταβολής των ετήσιων τελών το 1992. Να σημειωθεί, ότι τα εν λόγω τέλη, μέχρι του ως άνω χρόνου, 1992 τα κατέβαλε ο ενάγων, στον οποίο ανήκε η ως άνω εταιρεία. Το έτος 1994 ο εναγόμενος εκμεταλλευόμενος την απουσία του ενάγοντα στο εξωτερικό, που ήταν φυγόποινος, εκδήλωσε την πρόθεση παράνομης ιδιοποίησης του συνόλου των μετοχών της Λιβεριανής εταιρείας, που ανήκαν στον ενάγοντα.
Ειδικότερα ισχυρίζεται ο εναγόμενος, ότι ήταν κύριος αρχικά 168 μετοχών, στη συνέχεια αγόρασε από τον ... τις δικές του 166 μετοχές και στις 9-4-1992 από τον ενάγοντα τις άλλες 166 μετοχές. Στο πρακτικό της γενικής συνέλευσης των μετόχων της επίδικης εταιρείας, στις 28-6-1989, ο Έ. Σ. εμφανίζεται κύριος 166 μετοχών και ο εναγόμενος κύριος 334 μετοχών, ομολογεί όμως, στις προτάσεις του, ότι του ανήκαν μόνο οι 168 μετοχές, ενώ οι υπόλοιπες 166 ανήκαν στον ενάγοντα.
Ο παρεμβαίνων Έ. Σ., όμως, που εξετάστηκε ως μάρτυρας του ενάγοντος πρωτόδικα, κατέθεσε ότι ο ίδιος ουδέποτε ήταν κύριος των μετοχών, το δε παραπάνω πρακτικό της γενικής συνέλευσης υπέγραψε ύστερα από υπόδειξη του εναγομένου και ένεκα της εμπιστοσύνης που έτρεφε τότε ο ενάγων στον εναγόμενο, λόγος για τον οποίο είχε δώσει εντολή στον μάρτυρα να υπογράφει όσα έγγραφα του προσκόμιζε ο εναγόμενος.
Ο τελευταίος, στις 21-7-1994, προσκόμισε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, που δίκαζε την από 21-4-1994 αίτηση του για ανάκληση απόφασης για εγγραφή προσημείωσης στο επίμαχο αγροτεμάχιο της εταιρείας, στον Πόρο, τους με αριθμούς 000004, 000005 και 000006 τίτλους μετοχών, 334 συνολικά μετοχών της παραπάνω εταιρείας. Η αίτησή του έγινε τότε δεκτή, η δε προσημείωση αφορούσε εξασφάλιση φερόμενου δανείου της επίδικης Λιβεριανής εταιρείας, από την εταιρεία "Γιουνικρεντιτ", μέχρι του ποσού των 35.000.000 δραχμών.
Οι τίτλοι αυτοί προέρχονταν από τα λευκά φύλλα τίτλων, που είχε στην κατοχή του, όπως προαναφέρθηκε και ήσαν πλαστοί ως προς τις υπογραφές του Προέδρου της εταιρείας ... και των αλλοδαπών διευθυντών της ... και ..., όπως αποδεικνύεται από την κατάθεση του ..., και την από 28-7-1997 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού γραφολόγου ..., που διατάχθηκε στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας με την με αριθμό 276/1997 διάταξη της Ανακρίτριας του 27ου Τακτικού Τμήματος Αθηνών.
Εξάλλου, ο τεχνικός σύμβουλος που ο ίδιος ο εναγόμενος διόρισε, ειδικός δικαστικός γραφολόγος, ..., στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει, δηλαδή της μη γνησιότητας των επίμαχων υπογραφών, θεωρεί, όμως, ως πιθανή την πλαστογράφησή τους από τον ενάγοντα. Όπως βεβαιώνει ο Έ. Σ., που ενεργούσε κατ' εντολή του ενάγοντος, τους πιο πάνω τίτλους μετοχών είχε παραδώσει, μαζί με όλο το φάκελο της εταιρείας, εντελώς λευκούς στον εναγόμενο.
Να σημειωθεί, ότι ο τελευταίος, στις έγγραφες προτάσεις του, της παρούσας δίκης, ομολογεί ότι ο ίδιος συμπλήρωσε τα λοιπά στοιχεία των με αριθμούς 000004, 000005 και 000006 τίτλων μετοχών ισχυριζόμενος, περαιτέρω, ότι όταν τους παρέλαβε έφεραν τις υπογραφές του ..., Προέδρου και των δύο αλλοδαπών διευθυντών της εταιρείας τις οποίες θεώρησε ως γνήσιες.
Ο ισχυρισμός του δε αυτός έρχεται σε αντίθεση με το γραφολογικό πόρισμα του πραγματογνώμονα, αλλά και του τεχνικού του συμβούλου, που αποφαίνονται ότι οι παραπάνω υπογραφές είναι πλαστές, τούτο διότι, αποδείχθηκε ότι αυτός τις είχε παραλάβει λευκές. Άλλωστε, τα πρωτότυπα των τίτλων αυτών, ουδέποτε παρέδωσε στον πραγματογνώμονα για εξέταση, ούτε τα προσκόμισε σε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία.
Ούτε αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος κατέβαλε κάποιο ποσό για την αγορά μετοχών, που αντιπροσώπευαν την αξία του αγροτεμαχίου. Ο δε ισχυρισμός του ότι στις 9-4-1992 αγόρασε από τον ενάγοντα 166 μετοχές αντί τιμήματος 15.000.000 δραχμών, εκ των οποίων τα 11.000.000 δραχμές κατέβαλε δι' αναδοχής χρέους του ενάγοντα προς τον Β. ..., κρίνεται αβάσιμος.
Μεταξύ του εναγομένου και του Β. ... καταρτίστηκε μεν το από 9-4-1992 συμφωνητικό αναδοχής χρέους, όμως, από κανένα στοιχείο αποδεικνύεται αναμφίβολα ότι ο ενάγων εξόφλησε τέτοιο χρέος με συμφωνία και παράδοση των μετοχών του στον ^εναγόμενο. Για την παράνομη ιδιοποίηση των μετοχών του ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε στον εναγόμενο με την προαναφερόμενη από 17-5-94 εξώδικη δήλωση του.
Κατόπιν δε εγκλήσεώς του ο εναγόμενος καταδικάστηκε για υπεξαίρεση 334 μετοχών, με την με αριθμό 2619/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, ενώ έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη, σε βάρος του, για την πλαστογραφία των τίτλων των μετοχών, λόγω παραγραφής. Με την με αριθμό 2014/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, όμως, ο εναγόμενος κηρύχθηκε αθώος της υπεξαίρεσης, σε δεύτερο βαθμό, ένεκα ελάχιστων αμφιβολιών του Δικαστηρίου.
Από την προσήκουσα συνεκτίμηση όλων των πιο πάνω αποδεικτικών μέσων, πλήρως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είναι κύριος, νομέας και νόμιμος κάτοχος των επιδίκων μετοχών, τις οποίες φύλασσε και διαχειριζόταν με σχέση εμπιστοσύνης, ο εναγόμενος. Ο ισχυρισμός του τελευταίου, ότι από την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος ..., ήδη παρεμβαίνοντος, εξάγεται απόδειξη, για δική του κυριότητα των μετοχών, είναι ουσιαστικά αβάσιμος.
Ο εν λόγω μάρτυρας από ίδια αντίληψη κατέθεσε, πειστικά, ότι η επίμαχη Λιβεριανή εταιρεία αγοράστηκε με χρήματα και για λογαριασμό του ενάγοντος, στις 2-5-1989, ότι ο ένας αρχικά τίτλος μετοχής διασπάστηκε σε τρεις (3) τίτλους, στις 9-5-1989, από τον ίδιο, προκειμένου ο ενάγων να μπορεί να εκποιεί τμήματα του ακινήτου που θα αγόραζε η εταιρεία, ότι χρήματα για την αγορά του αγροτεμαχίου της εταιρείας κατέβαλε ο ενάγων, χωρίς να γνωρίζει, για τέτοια καταβολή από τον εναγόμενο και ότι παρέδωσε, κατόπιν εντολής του ενάγοντος, το φάκελο της εταιρείας, με τους τρεις τίτλους μετοχών και 22 λευκούς τίτλους, στον εναγόμενο, ως εκπρόσωπο του ενάγοντος, χωρίς να συνδέει αυτόν (εναγόμενο) κάποιος νομικός δεσμός με τις μετοχές.
Η κατάθεση του δεν αναιρείται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, από αυτήν του μάρτυρα του εναγομένου, ..., διότι αυτός, όταν αγοράστηκε η εταιρεία και στη συνέχεια, το αγροτεμάχιο από αυτήν, δεν γνώριζε ούτε τον ενάγοντα, ούτε τον ... και συνεπώς, δεν είχε άμεση γνώση των τότε συμφωνιών μεταξύ αυτών και μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου.
Τα όσα δε καταθέτει, σχετικά με την επικαλούμενη κτήση των μετοχών από τον εναγόμενο και την οικονομική συμμετοχή τούτου στην αγορά της εταιρείας και του ακινήτου της, αντλεί σε, αορίστως αναφερόμενες, τηλεφωνικές συνομιλίες μεταξύ των διαδίκων, από το έτος 1992 και μετέπειτα. Εξάλλου, ούτε το γεγονός ότι στη γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρείας στις 28-6-1989, εμφανίζονται ως μέτοχοι και διευθυντές αυτής ο Έ.
Σ., με 166 μετοχές και ο εναγόμενος με 334 μετοχές, στην οποία αποφασίστηκε ότι για την πώληση του ακινήτου της απαιτείται πλειοψηφία των 2/3 των μετοχών, αποδεικνύει αναμφίβολα, από μόνο του, μετοχική σχέση του εναγομένου. Όπως προαναφέρθηκε, ο Έ. Σ. κατέθεσε ότι υπέγραψε το πρακτικό αυτό της γενικής συνέλευσης, διότι του το προσεκόμισε ο εναγόμενος, επικαλούμενος ότι είχε δώσει, προς τούτο, σχετική εντολή ο ενάγων, ο οποίος λόγω της αδελφικής εμπιστοσύνης που έτρεφε τότε προς τον εναγόμενο, είχε προκαταβολικά πει στον μάρτυρα, Πρόεδρο της Εταιρείας, να υπογράψει όποιο έγγραφο του προσκόμιζε ο εναγόμενος.
Ο Έ. Σ., όμως, δεν έχει, προφανώς, συμφέρον να αρνείται την μετοχική του ιδιότητα, αν αυτή ήταν υπαρκτή, καθόσον αντιπροσώπευε το 1/3 της αξίας του ακινήτου της εταιρείας. Ακόμη, ο εναγόμενος δεν εξηγεί πειστικά, γιατί εμφανίστηκε, στη γενική αυτή συνέλευση, ως κύριος 334 μετοχών, ενώ, όπως ομολογεί στις προτάσεις του, κύριος των 166 μετοχών ήταν τότε ο ενάγων.
Επομένως, αφού δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος ήταν, από το χρόνο αγοράς της εταιρείας, κύριος 168 μετοχών, όπως επικαλείται, ούτε ότι ο Έ. Σ. ήταν ποτέ κύριος 166 μετοχών τις οποίες να επώλησε στον εναγόμενο, ούτε ότι αγόρασε 166 μετοχές από τον ενάγοντα, στις 9-4-1992, εξοφλώντας αυτές με αναδοχή χρέους του ενάγοντα προς τον Β. ..., ποσού 11.000.000 δραχμών, καθώς και ότι αγόρασε 84 μετοχές από τον ενάγοντα, ο οποίος προηγουμένως τις είχε αγοράσει, κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου, από τον ...
και αφού βεβαιώθηκε ότι οι με αριθμούς 000005 και 000006 τίτλοι μετοχών, των 82 και 84 μετοχών αντίστοιχα, που κατείχε ο εναγόμενος, ήσαν πλαστοί, όπως και ο με αριθμό 000004 τίτλος, το Δικαστήριο τούτο πείθεται ότι δεν συνδέει τον εναγόμενο νομικός δεσμός με τις επίδικες μετοχές, αλλά ότι κύριος, νομέας και νόμιμος κάτοχος αυτών είναι ο ενάγων.
Οι επικαλούμενες από τον εναγόμενο καταβολές, συνολικού ύψους 7.500.000 δραχμών περίπου, στις οποίες βασίζει, μεταξύ άλλων, την αγορά του 1/3 των μετοχών δια της συμμετοχής στο τίμημα αγοράς του ακινήτου της εταιρείας, εκτός του ότι δεν αντιστοιχούν στο πραγματικό τίμημα αγοράς του, δεν βεβαιώνεται ότι έγιναν με αιτία απόκτησης μετοχών.
Οι δε 1876/94 και 1874/94 αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων υπέρ του, δεν αποτελούν δεδικασμένο στην παρούσα δίκη. Με βάση όλα όσα προαναφέρθηκαν, η κρινόμενη, από 29.9.2005 αγωγή, έπρεπε να γίνει δεκτή, ως ουσία βάσιμη. Κατά συνέπεια, η εκκαλούμενη απόφαση που έκρινε αντίθετα και απέρριψε αυτήν κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει, κατά ουσιαστική παραδοχή των σχετικών λόγων της από 17-4-2008 έφεσης, να εξαφανισθεί, δεκτής καθισταμένης έτσι και της πρόσθετης παρέμβασης, υπέρ του εκκαλούντος.
Η υπόθεση πρέπει να κρατηθεί από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και αφού ερευνηθεί η αγωγή, που είναι νόμιμη, (άρθρα 1094, 111 ΑΚ, 216, 375 ΠΚ και 70 ΚΠολΔ), να γίνει αυτή δεκτή και στην ουσία της και να αναγνωρισθεί ο ενάγων κύριος, νομέας και κάτοχος των ως άνω μετοχών". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και έκανε δεκτές τις ένδικες αγωγές αποζημίωσης από αδικοπραξία και αναγνωρίσεως της κυριότητας κινητών πραγμάτων (ανωνύμων μετοχών), αναγνωρίζοντας αφενός μεν την υποχρέωση του αναιρεσείοντος-εναγομένου να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο-ενάγοντα, ως αποζημίωση από αδικοπραξία (απάτη στα πλαίσια καταρτίσεως συμβάσεως χρηματιστηριακής επενδύσεως κεφαλαίων του αναιρεσείοντος), όπως και χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του, το ποσό των 210.054 (200.540+10.000) ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, αφετέρου δε αναγνωρίζοντας τον αναιρεσίβλητο-ενάγοντα ως αποκλειστικό κύριο, νομέα και κάτοχο του συνόλου των (500) μετοχών της off shore Λιβεριανής εταιρείας με την επωνυμία ROPPALL INVESTMENTS CORPORATION, που είχαν αγορασθεί με κεφάλαια του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος, και κατ' εντολήν του, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, τις σύμφωνα με τις παραδοχές του αποδεικτικού του πορίσματος, εφαρμοστέες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 147, 149 εδ.
β', 914, 932, 297, 299, 346 του ΑΚ και 713-719, 211, 914 και 297 εδ. β' του ΑΚ αντιστοίχως, καθ' όσον διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα σαφείς, επαρκείς, και μη αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων. Ειδικότερα αναφέρεται: Α) Ως προς την αγωγή αποζημιώσεως από αδικοπραξία (απάτη): 1) Ότι ο αναιρεσείων-εναγόμενος, εκμεταλλευόμενος την ιδιότητά του ως δικηγόρου και ιδίως την εμπιστοσύνη, λόγω παλαιάς φιλίας του με τον αναιρεσίβλητο-ενάγοντα, ο οποίος ως φυγόποινος διέμενε στην αλλοδαπή και επιθυμούσε να επενδύσει τα κεφάλαιά του, κατά το έτος 1989 παρέστησε προς αυτόν δολίως, με σκοπό να προσπορισθεί παράνομο περιουσιακό όφελος, ότι είχε δυνατότητα επικερδούς επένδυσης αυτών των κεφαλαίων σε αγορά οικοπέδων στην ημεδαπή (στον Πόρο) και τον παρέπεισε προηγουμένως να καταθέσει το ισάξιο 200.054 ευρώ σε ξένα νομίσματα, όχι στο όνομα ενός από τους δυο, αλλά σε μη ονομαστικό (νουμερικό) λογαριασμό με τα στοιχεία .../ΑΑΜΧ στην Τράπεζα GRINDLAYS BANK της Γενεύης της Ελβετίας, όπου ο αναιρεσίβλητος δεν είχε δικαίωμα πρόσβασης (μολονότι διατηρούσε στην ίδια τράπεζα τον υπ' αρ. ...
λογαριασμό) και αποκλειστικός δικαιούχος του ήταν ο αναιρεσείων, ενώ επί πλέον χορήγησε ο αναιρεσίβλητος εντολή στην τράπεζα αυτή να μεταφέρει ο αναιρεσείων για λογαριασμό εκείνου τις εντολές επένδυσης κεφαλαίων του στις χρηματαγορές. 2) Ότι κατά το έτος 1991 ο αναιρεσείων, με τη δικαιολογία ότι το επενδυόμενο ποσό ήταν μικρότερο του προβλεπόμενου από τον κανονισμό της θεματοφύλακα τράπεζας ποσού των 250.000 δολλαρίων ΗΠΑ, μετέφερε το κεφάλαιο σε τηρούμενο από τον ίδιο λογαριασμό χρηματιστηριακής εταιρείας μιας τράπεζας της Αγγλίας, με τη συγκατάθεση του αναιρεσιβλήτου και 3) Ότι ο αναιρεσείων δεν διαβίβασε καμία εντολή χρηματιστηριακής επένδυσης του εμπιστευμένου σ' αυτόν κεφαλαίου του αναιρεσιβλήτου μέχρι το έτος 1994, παρά τη σχετική διαμαρτυρία του τελευταίου και εκδήλωσε με τρόπο αναμφίβολο τη βούληση παράνομης ιδιοποίησης του χρηματικού αυτού ποσού (200.054 ευρώ), με συνέπεια να γεννάται υποχρέωσή του ισόποσης αποζημίωσης του αναιρεσιβλήτου και εύλογης χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης του με το ποσό των 10.000 ευρώ.
Β) Ως προς την αγωγή αναγνωρίσεως της κυριότητας νομής και κατοχής επί των 500 μετοχών αλλοδαπής εταιρείας: 1) Ότι της προαναφερόμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος σε βάρος του αναιρεσιβλήτου προηγήθηκε η στη βάση των ιδίων υποσχέσεων του αναιρεσείοντος (για δυνατότητά του επιτυχούς μεσολαβήσεως για επένδυση κεφαλαίων του αναιρεσιβλήτου σε ακίνητα στον Πόρο) υπόσχεση αγοράς αγροτεμαχίου 16.010 τ.μ.
στη θέση Κόκλα της νήσου Καλαβρίας της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Πόρου Τροιζηνίας. 2) Ότι για το σκοπό αυτό, κατά τις 2.5.1989, ο αναιρεσίβλητος, αντιπροσωπευόμενος από τον μη διάδικο Κ. Τ., αγόρασε την off shore Λιβεριανή εταιρεία, "ROPPALL INVESTMENTS CORPORATION" δια μέσου του δικηγορικού γραφείου στο Λονδίνο, "CONSTANT AND CONSTANT" έναντι 1.850 δολλαρίων ΗΠΑ, με τον όρο η σχετική αλληλογραφία να αποστέλλεται στον αναιρεσείοντα, ο οποίος είχε διορισθεί πληρεξούσιος και αντίκλητος της εταιρείας, ενώ πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της ορίσθηκε ο Ε.
Σ., ο οποίος μερίμνησε για την έκδοση 3 τίτλων που ενσωμάτωναν τις 500 συνολικά (166+166+168) μετοχές της εταιρείας. 3) Ότι ο αναιρεσίβλητος κατέβαλε, δια μέσου του δικηγόρου του για την αγορά του ως άνω ακινήτου, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος .../10-6-1989 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Καλαυρίας Φωτεινή Κυπριωτάκη, το συμφωνημένο τίμημα των 60.000 δολλαρίων ΗΠΑ. 4) Ότι ο ως άνω πρόεδρος του Δ.Σ.
της αγοράστριας του ακινήτου Λιβεριανής εταιρείας, κατ' εντολή του αναιρεσιβλήτου, παρέδωσε στον αναιρεσείοντα ολόκληρο το φάκελο της εταιρείας με το σύνολο των μετοχών της και νόμιμος και μοναδικός πληρεξούσιός της, ορίσθηκε ο αναιρεσείων. 5) Ότι κατά την 1.2.1994 η εταιρεία καταργήθηκε λόγω μη καταβολής των ετήσιων τελών του έτους 1992, τα οποία μέχρι τότε κατέβαλε ο αναιρεσίβλητος και ακολούθως ο αναιρεσείων εκδήλωσε βούληση παράνομης ιδιοποίησης του συνόλου των μετοχών της εταιρείας, που ανήκαν στην κυριότητα του αναιρεσιβλήτου, υπέχοντας έτσι υποχρέωση αποδόσεώς τους στο δικαιούχο αναιρεσίβλητο.
Επομένως οι αντίθετοι τέταρτος, έβδομος, ένατος, δωδέκατος και δέκατος-έβδομος από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δικ. και έκτος, όγδοος, ενδέκατος, δέκατος-πέμπτος και δέκατος-ένατος από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. από το κύριο δικόγραφο, όπως και πρώτος, τρίτος από το από 6-11-2011 πρόσθετο δικόγραφο, δεύτερος και τρίτος κατά το οικείο μέρος του από το από 3-6-2011 πρόσθετο δικόγραφο αντιστοίχως, λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που υπό την επίκλησή τους πλήσσεται η από το Εφετείο εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και η αξιολόγηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δικ.).
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. "είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β)για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ)για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη".
Από την ανωτέρω διάταξη, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη το ουσιαστικό δικαστήριο, προκύπτει ότι, αν δεν συντρέχει μία από τις σ' αυτή αναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, ο λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός μόνον εφόσον στηρίζεται σε ισχυρισμό που προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο από το οποίο προέρχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (Ολ.ΑΠ 43/1990), ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δραστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 1/1987).
Τούτο δε ισχύει και ως προς την ένσταση της παραγραφής. Στο αναιρετήριο πρέπει να παρατίθεται ο ισχυρισμός, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.
Ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων ηττάται στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, μόνον με κύριο ή πρόσθετο λόγο εφέσεως μπορεί να γίνει και όχι με τις προτάσεις. Με τον δέκατο έκτο από το κύριο δικόγραφο και πρώτο από το από 3-6-2011 πρόσθετο δικόγραφο εκ των άρθρων 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δικ., όπως εκτιμάται, λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 937 ΑΚ δεν απέρριψε τις από αδικοπραξία δυο αγωγές του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος, ενόψει του ότι από τον επικαλούμενο χρόνο γενέσεως (και γνώσης από τον αναιρεσίβλητο ενάγοντα) των αγωγικών αξιώσεων (έτη 1993 και 1995) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 5ετίας, που είναι ο χρόνος παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, κατά τη διάταξη του άρθρου 937 παρ.1 ΑΚ και ότι η εν λόγω διάταξη αφορά τη δημόσια τάξη και ήταν αυτεπαγγέλτως εφαρμοστέα από το Εφετείο, μολονότι δεν προτάθηκε σχετικός ισχυρισμός από τον αναιρεσείοντα.
Επομένως, εφόσον ο περί παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων ισχυρισμός δεν προτάθηκε στο Εφετείο από τον αναιρεσείοντα και δεν αφορούσε τη δημόσια τάξη, δηλαδή δεν απέβλεπε στην αποτροπή επέλευσης έννομης συνέπειας μη ανεκτής από την κρατούσα στη χώρα ηθική, κοινωνική, πολιτειακή ή οικονομική τάξη, ο ως άνω από το άρθρο 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δικ.
δέκατος έκτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 12 του Κ.Πολ.Δικ. "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν την είχε κατά νόμο ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο, ενώ δεν ελέγχεται η κρίση για το περιεχόμενο εγγράφου, εφόσον αυτά εκτιμώνται ελεύθερα (Α.Π. 562/1985, 763/1985),εκτός αν υφίσταται παραμόρφωση του περιεχομένου τους. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 20 του Κ.Πολ. Δικ. Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, για τη συγκρότηση του σχετικού λόγου αναιρέσεως, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχεται ως (οντολογικό) περιεχόμενό του καταδήλως διαφορετικό από το πραγματικό (ΟλΑ.Π. 1/1999), ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία πραγματικού γεγονότος και εξαιτίας αυτού του διαγνωστικού λάθους καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναίρεσείοντα πόρισμα, σχηματίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο αυτό ως προς τα "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση με τους υπό στοιχ.2.2 από το από 3-6-2011 πρόσθετο δικόγραφο, εκ του άρθρου 559 αρ. 12, 13 και 20 του Κ.Πολ.Δικ λόγους αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι με το να δεχθεί με το αποδεικτικό του πόρισμα ότι: "Στο πρακτικό της γενικής συνέλευσης των μετόχων της επίδικης εταιρίας, στις 28-06-1989 ο Έ.
Σ. εμφανίζεται κύριος 166 μετοχών και ο εναγόμενος κύριος 334 μετοχών, ομολογεί όμως στις προτάσεις του ότι του ανήκαν μόνον 168 μετοχές, ενώ οι υπόλοιπες 166 ανήκαν στον ενάγοντα. Ο παρεμβαίνων Έ. Σ. όμως που εξετάσθηκε ως μάρτυρας του ενάγοντος πρωτόδικα, κατέθεσε ότι ο ίδιος ουδέποτε ήταν κύριος των μετοχών, το δε παραπάνω πρακτικό της γενικής συνέλευσης υπέγραψε ύστερα από υπόδειξη του εναγομένου και ένεκα της εμπιστοσύνης που έτρεφε τότε ο ενάγων στον εναγόμενο, λόγος για τον οποίο είχε δώσει εντολή στον μάρτυρα να υπογράψει όσα έγγραφα του προσκόμιζε ο εναγόμενος", αφενός μεν μη νομίμως παραβίασε τη δύναμη του αποδεικτικού αυτού μέσου και εσφαλμένα εφήρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης αφετέρου δε παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού και δέχθηκε πραγματικά γεγονότα εντελώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σ' αυτό, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι ο Ε.
Σ. ήταν μέτοχος με 166 μετοχές. Με το περιεχόμενο αυτό όμως ο μεν εκ του άρθρου 559 αρ. 13 του Κ.Πολ.Δικ λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος, καθ' όσον δεν προσδιορίζεται πώς συντελέσθηκε η εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης και ποίοι δικονομικοί κανόνες δικαίου παραβιάσθηκαν, οι δε δύο λοιποί λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Διότι υπό τα άνω εκτιθέμενα περιστατικά το Εφετείο, προσέδωσε στις δηλώσεις των εκδοτών του εγγράφου, με βάση όλα τα αποδεικτικά μέσα (δικαστική ομολογία του αναιρεσείοντος-εναγομένου, μαρτυρική κατάθεση του παρεμβαίνοντος κλπ) την αληθινή τους έννοια, ενώ περαιτέρω δεν προσέδωσε στο εν λόγω ιδιωτικό έγγραφο, με εσφαλμένη ανάγνωσή του, περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το πραγματικό.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως με τους πρόσθετους λόγους της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δικ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-5-2011 αίτηση του Ι. Κ. με τους από 3-6-2011 και 6-11-2011 πρόσθετους λόγους της για αναίρεση της 1668/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει, για καθένα από αυτούς, σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2012. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Ιουνίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ