Legislator Case Law & Legislation
964/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding improper evidence citation and vague appeal arguments.

Case Number 964/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Regional Court of Dodecanese's decision regarding a contract dispute. The appellant argued the lower court improperly considered evidence, but the court found the appellant had legally cited notarial witness certificates and prior court proposals in the appellate brief. The appeal was rejected because the appellant failed to specify the exact claims regarding improper evidence admission, rendering those arguments vague and inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(a), 559(1)(b), 559(1)(c) of the Code of Civil Procedure; An appeal must specify the grounds for reversal, and failure to identify specific claims regarding the admission of evidence or the consideration of arguments renders those grounds inadmissible and the appeal dismissible.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure improper evidence citation vague appeal grounds procedural dismissal appellate review standards

Cited Legislation

AI generated
Articles 648 et seq. of the Civil Code
Law 765/1943
Article 38 of the Introductory Law to the Civil Code
Article 240 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(c) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 964 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 964/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Μπόνη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στη Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Γεωργόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 30/3/2000 και 27/11/2000 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 98/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 162/2006 οριστική του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/10/2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 20/2/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του Α.Κ. και του νόμου 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/30.4.1946 πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του Εισ.Ν. Α.Κ. προκύπτει ότι, σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει την εργασία του με μισθό και υποβάλλεται στη νομική εξάρτηση του εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί εποπτεία και να ελέγχει την εργασία που παρέχει ο εργαζόμενος, δίδοντας οδηγίες ως προς τον χρόνο, τόπο και τρόπο της παρεχόμενης υπηρεσίας, άσχετα με το αν ο εργοδότης ασκεί εμπράκτως το δικαίωμα αυτό ή αφήνει περιθώριο πρωτοβουλιών στον εργαζόμενο, εφόσον η άφεση αυτή δεν εξικνείται μέχρι καταλύσεως της υποχρεώσεως υπακοής στον εργοδότη και δημιουργίας αντιστοίχως δικαιώματος ελεύθερης από τον έλεγχο του τελευταίου υπηρεσιακής δράσης.

Εξάλλου σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού την εργασία του χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη με την ως άνω έννοια. Δεν αποκλείεται δε να συνάπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και ο εργαζόμενος δημοσιογράφος, ο οποίος ως εκ της φύσεως του επαγγέλματος και της αποστολής του, αλλά και ενόψει των περί ελευθεροτυπίας συνταγματικών διατάξεων (άρθρο 14 παρ. 1 Συντάγματος), αναπτύσσει μεγαλύτερη πρωτοβουλία ως προς τον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας του που συνίσταται στην ελεύθερη, αντικειμενική και ανεξάρτητη διατύπωση των ειδήσεων και σχολίων του, παράλληλα όμως είναι υποχρεωμένος ενόψει των ευθυνών του εργοδότη εκδότη, διευθυντή κ.λ.π.

εφημερίδας, περιοδικού κ.λ.π. σύμφωνα με το νόμο περί τύπου, να θέτει υπόψη του την ύλη που πρόκειται να δημοσιευθεί, εφόσον ο εργοδότης του διατηρεί το άνω δικαίωμα ελέγχου και εποπτείας του εργαζομένου ως προς τον τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας του. Πάντως, δεδομένου ότι ο όρος "εξαρτημένη εργασία" αποτελεί νομική έννοια, στο δικαστήριο εναπόκειται να αποφανθεί με βάση το σύνολο των πραγματικών περιστατικών υπό τα οποία λειτούργησε η σχέση, αν υπάρχει ή δεν υπάρχει εξαρτημένη εργασία με γνώμονα τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, χωρίς να δεσμεύεται από τον χαρακτηρισμό που έδωκαν σ' αυτήν οι διάδικοι.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 εδαφ. α΄ του νόμου 2639/1998 "ρύθμιση εργασιακών σχέσεων...". Η μεταξύ εργοδότη και απασχολούμενου συμφωνία για παροχή υπηρεσιών ή έργου, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ιδίως στις περιπτώσεις αμοιβής κατά μονάδα εργασίας (φασόν), τηλεργασίας, κατ' οίκον απασχόλησης, τεκμαίρεται ότι δεν υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφ' όσον η συμφωνία αυτή καταρτίζεται εγγράφως και γνωστοποιείται μέσα σε δεκαπέντε ημέρες στην οικεία επιθεώρηση εργασίας.

Ενώ κατά την παράγραφο 2 του αυτού άρθρου "Μέσα σε διάστημα εννέα (9) μηνών από την δημοσίευση του παρόντος νόμου, κάθε εργοδότης υποχρεούται να υποβάλει στην οικεία επιθεώρηση εργασίας συγκεντρωτική κατάσταση, αναφορικά με τις υφιστάμενες συμφωνίες μεταξύ αυτού και των απασχολούμενων για παροχή υπηρεσιών ή έργου, στην οποία θα αναγράφονται η χρονολογία κατάρτισης των συμφωνιών αυτών και το ονοματεπώνυμο του απασχολουμένου.

Σε περίπτωση παραλείψεως υποβολής της κατάστασης αυτής θεωρείται ότι η σχετική συμφωνία υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας". Με τις διατάξεις αυτές όπως σαφώς προκύπτει από την διατύπωση και το περιεχόμενό τους, δεν επιχειρείται παρέμβαση του νομοθέτη στο ουσιαστικό μέρος των άνω συμβάσεων, έτσι ώστε αυτές να ερμηνεύονται αυθεντικά ως συμβάσεις έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών στις περιπτώσεις της παραγράφου 1 ή ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας στην περίπτωση της παραγράφου 2, αλλά απλά τόσο με τον όρο "τεκμαίρεται" της πρώτης παραγράφου όσο και με τον ταυτόσημο όρο "θεωρείται" της δεύτερης παραγράφου, καθιερώνονται μαχητά τεκμήρια, υπέρ του ότι, στην μεν πρώτη περίπτωση ότι οι μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου συμφωνίες δεν υποκρύπτουν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην δε δεύτερη περίπτωση ότι πράγματι υποκρύπτεται τέτοια σύμβαση, και συνεπώς παρέχεται δυνατότητα ανταπόδειξης (άρθρο 338 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Η αναιρεσίβλητη, η οποία είναι εκδότρια της τοπικής εφημερίδας, που εκδίδεται στη Ρόδο επί έξι ημέρες την εβδομάδα, με τον τίτλο "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΣ", κατάρτισε ατύπως στις 3-11-1997 με τον αναιρεσείοντα σύμβαση, δυνάμει της οποίας ο τελευταίος ανέλαβε να παρέχει τις υπηρεσίες του σ' αυτή ως δημοσιογράφος στην παραπάνω εφημερίδα.

Με την ιδιότητα αυτή ο αναιρεσείων απασχολήθηκε ανελλιπώς μέχρι την 3-1-2000, οπότε η αναιρεσίβλητη διέκοψε τη συνεργασία τους, ανακοινώνοντας προφορικά σ' αυτόν την από μέρους της λύση της μέχρι τότε μεταξύ τους υφισταμένης συμβάσεως. Όλο το πιο πάνω χρονικό διάστημα ο αναιρεσείων ως υπεύθυνος του αστυνομικού και δημοσιογραφικού ρεπορτάζ στον τομέα της οικονομίας συνέτασσε καθημερινά την οικονομική ειδησεογραφία και παραλλήλως διατηρούσε δύο στήλες με καυστικό σχολιασμό καταστάσεων και προσώπων της πολιτικής επικαιρότητας η μία εκ των οποίων έφερε το ψευδώνυμο "γαλατάς" και η δεύτερη τον τίτλο "γιαουρτώματα".

Κατά την εκτέλεση της παραπάνω εργασίας του ο αναιρεσείων δεν είχε κατ' αρχήν δέσμευση ή περιορισμό από την αναιρεσίβλητη ως προς τον τόπο που έπρεπε να βρίσκεται για να συγκεντρώνει τις ειδήσεις ή τα θέματα της αρθρογραφίας του, ούτε ως προς το χρόνο που έπρεπε να εργάζεται, εκτός βέβαια από το χρόνο που έπρεπε να παραδίδει στην εφημερίδα την επιμελούμενη από αυτόν δημοσιογραφική ύλη της επομένης ημέρας, ώστε να είναι δυνατή η ενσωμάτωσή της στην υπό έκδοση εφημερίδα.

Ο αναιρεσείων αμειβόταν με πάγια αντιμισθία, το ποσό της οποίας ανερχόταν σε 180000 δραχμές για τον πρώτο χρόνο και το δεύτερο σε 239550 δρχ. μικτά. Όλο το διάστημα της συνεργασίας του με την αναιρεσίβλητη δεν είχε λάβει επιδόματα εορτών και αδείας, τα οποία ουδέποτε μέχρι τη λύση της συνεργασίας τους είχε αξιώσει.

Ο αναιρεσείων κατά την άσκηση των καθηκόντων του, είχε την ευθύνη της συντάξεως του οικονομικού και αστυνομικού ρεπορτάζ και των παραπάνω στηλών με καυστικά σχόλια. Ως προς το περιεχόμενο αυτών δεν υπέκειτο στον έλεγχο κανενός, ενώ ο έλεγχος που περιστασιακά ασκούσε ο εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης στα κείμενα που επρόκειτο να δημοσιεύσει, δεν συνιστούσε εποπτεία για τη διαπίστωση της τήρησης από μέρους του αναιρεσείοντος συγκεκριμένων υποδείξεων και εντολών της αναιρεσίβλητης, αλλά έλεγχο της ποιότητας των κειμένων στο επιβαλλόμενο εκ των πραγμάτων μέτρο με την πρόδηλη έννοια όχι των επεμβάσεων, διορθώσεων, εγκρίσεων ή απορρίψεων των κειμένων, αλλά της ανάγνωσης προς πρόληψη και εντοπισμό επιλήψιμων δημοσιευμάτων που θα επέσυραν την ποινική ή αστική ευθύνη αυτής σύμφωνα με το νόμο περί τύπου.

Ο αναιρεσείων ουδέποτε ενοχλήθηκε από αυτόν για τα ακραίου περιεχομένου καυστικά σχόλια στις στήλες "γαλατάς", "γιαουρτώματα". Ο αναιρεσείων δεν υφίστατο κανένα έλεγχο για τα δημοσιεύματά του, σε σημείο μάλιστα που, από το αναγνωστικό κοινό της εφημερίδας υπήρχαν συχνά διαμαρτυρίες και κάποτε υπήρξε κίνδυνος καταδίκης της εφημερίδας για το λόγο αυτό.

Ο εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης δεν ασκούσε ουδεμία εποπτεία ως προς το χρόνο, τόπο και τρόπο παροχής της εργασίας του. Ο αναιρεσείων κατά τον ίδιο χρόνο που εργαζόταν στην αναιρεσίβλητη, εργαζόταν συγχρόνως με σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών τις πρωϊνές ώρες (10-12) στο ραδιοφωνικό σταθμό με το διακριτικό τίτλο "μεθόριος" ως παραγωγός των εκπομπών του.

Αν ο αναιρεσείων συνδεόταν πραγματικά με τη σχέση που υποστηρίζει, λογικά θα έπρεπε να απολαμβάνει όλων των προνομίων αυτής της κατηγορίας των εργαζομένων (επιδόματα εορτών κλπ) και να μη στερείται των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, τα οποία διεκδικεί τώρα που ή σύμβασή του έχει λυθεί.

Δεν μπορεί δε να ληφθεί υπόψη για το χαρακτηρισμό της σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας η φερόμενη από την αναιρεσίβλητη πρόσληψή του στις 25-11-1999, δηλαδή ένα μήνα πριν τη διακοπή της συνεργασίας τους και η όψιμη εγγραφή του στις καταστάσεις ασφαλίσεως προσωπικού στο ΙΚΑ των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 1999, αφού προέκυψε ότι ουδεμία αλλαγή επήλθε ως προς τον τρόπο που εκείνος εξακολουθούσε να παρέχει τις υπηρεσίες του στην αναιρεσίβλητη.

Ούτε όμως και η παροχή του δώρου του έτους 2000 μπορεί να αποτελέσει ασφαλές κριτήριο για το είδος της σύμβασης που συνέδεε τους διαδίκους, διότι αυτή κατεβλήθη για μία μόνο φορά κατά τη λύση της σύμβασης και απετέλεσε οικειοθελή παροχή από μέρους της αναιρεσίβλητης, ενόψει της αιφνίδιας λύσης της συνεργασίας τους, η οποία σημειωτέον επεβλήθη από οικονομικούς λόγους σχετικούς με τη βιωσιμότητα της επιχείρησης.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι, η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν αυτή της παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και όχι της εξαρτημένης εργασίας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 1 του ν. 2639/1998, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα, όσα παραπάνω δέχθηκε το Εφετείο δικαιολογούν το χαρακτηρισμό της πιο πάνω σύμβασης ως σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, αφού κατά τις παραδοχές αυτές ο αναιρεσείων δεν υπαγόταν σε εξάρτηση της αναιρεσίβλητης ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και επομένως, δικαιολογούν την ανατροπή με τις προσκομισθείσες αποδείξεις του μαχητού τεκμηρίου, που θεσπίζεται με τις παραπάνω διατάξεις.

Κατά συνέπεια, ο όγδοος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 1 του ν. 2639/1998, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 εδάφ. τελευταίο του ΚΠολΔ., που κατά το άρθρο 674 παρ. 2 του ιδίου κώδικα εφαρμόζεται και στην κατ΄ έφεση δίκη, στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών λαμβάνονται υπόψη ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 529 παρ.1 εδάφ. α΄ του ιδίου κώδικα, στην κατ΄ έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων. Επομένως το Εφετείο μπορεί να λάβει υπόψη επικαλούμενες και προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις, που έγιναν οποτεδήποτε μετά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έως τη συζήτηση της εφέσεως.

Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη του μη νόμιμο αποδεικτικό μέσο, ήτοι τις ένορκες βεβαιώσεις της .....και του ...., με αριθμό ..... και ...... αντίστοιχα, ενώπιον του συμβολαιογράφου Ρόδου Δ. Γιώρτσου, που λήφθηκαν και προσκομίσθηκαν μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση οι παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις αποτελούσαν νόμιμο αποδεικτικό μέσο, παραδεκτώς υποβληθέν και ληφθέν υπόψη από το Εφετείο. Για να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εργατική διαδικασία, ένορκη βεβαίωση ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο κατ' άρθρο 671 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., απαιτείται νόμιμη επίκληση αυτού.

Για να είναι δε νόμιμη η επίκληση αυτή πρέπει να γίνεται και επίκληση των αναγκαίων στοιχείων για το νόμιμο αυτής ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου, κατά το άρθρο 671 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., και δη ότι αυτή έγινε ύστερα από νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι ο τελευταίος παραστάθηκε, σε τρόπο ώστε η από την έλλειψη της νόμιμης κλήτευσης ακυρότητα να θεραπεύεται.

Επομένως, αν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ένορκη βεβαίωση, της οποίας δεν έγινε νόμιμη επίκληση κατά τα παραπάνω αναφερθέντα, ιδρύεται ο από τον αριθμό 11 περ. β΄ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου που δεν προσκομίσθηκε νομίμως. Η επίκληση της ένορκης βεβαίωσης μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.

Η διάταξη αυτή αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. καθώς και τον πέμπτο λόγο, αληθώς από την ίδια διάταξη, προβάλλεται ότι, το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη τις πιο πάνω με αριθμό......και .......ένορκες βεβαιώσεις, των οποίων δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση από την αναιρεσίβλητη.

Όπως προκύπτει από τις προτάσεις που υπέβαλε η αναιρεσίβλητη ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αυτή είχε επικαλεσθεί ρητά τις δύο πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις. Επίσης, με τις ίδιες προτάσεις είχε αναφερθεί και στις από 15-4-2003 πρωτόδικες προτάσεις της, τις οποίες, όπως αναφέρεται στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, είχε προσκομίσει σε επικυρωμένο αντίγραφο.

Στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου αναφέρονται τα εξής: "αναφερόμεθα ειδικότερα (άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ.) στα όσα στις προτάσεις μας αυτές (ενώπιον του Πρωτοδικείου) σημειώνονται για τα προσκομιζόμενα έγγραφα (σελ.1 και 2)". Στις πρωτόδικες αυτές προτάσεις και στη σελίδα 1 αυτών αναφέρεται ότι, η αναιρεσίβλητη θα εξετάσει ενώπιον του συμβολαιογράφου Δημητρίου Γιώρτσου τους δύο παραπάνω μάρτυρες.

Τέλος, στα πρακτικά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με ημερομηνία 15-4-2003, τα οποία επικαλέσθηκε ρητά η αναιρεσίβλητη στις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, αναφέρεται ότι, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης δήλωσε ότι, οι δύο πιο πάνω μάρτυρες θα εξετασθούν ενώπιον του παραπάνω συμβολαιογράφου στις 16-4-2003, ημέρα Πέμπτη και ώρα 7 το απόγευμα.

Από όσα αναφέρθηκαν παραπάνω συνάγεται ότι, έγινε νόμιμη επίκληση από την αναιρεσίβλητη πιο πάνω ενόρκων βεβαιώσεων και της κλήτευσης του αναιρεσείοντος να παραστεί κατά τη λήψη αυτών και επομένως, οι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η αναιρεσίβλητη έχει επικαλεσθεί νόμιμα με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου όλα τα υπόλοιπα έγγραφα, πού έλαβε υπόψη το Εφετείο και συγκεκριμένα έχει επικαλεσθεί ρητά φωτοαντίγραφα πέντε δικαστικών αποφάσεων και τρία φύλλα της εφημερίδας, όπως έχει επικαλεσθεί νόμιμα και τις ......

και ...... ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του συμβολαιογράφου Δ, Γιώρτσου, με τις εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή, από τις οποίες προέκυπτε η κλήτευση του αντιδίκου για παράσταση καυτά τη λήψη των ενόρκων αυτών βεβαιώσεων. Επίσης, έχει επικαλεσθεί με παραπομπή στις πρωτόδικες προτάσεις όλα τα υπόλοιπα έγγραφα.

Επομένως, ο πρώτος και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται η μη νόμιμη επίκληση και λήψη υπόψη των πιο πάνω αποδεικτικών μέσων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Τέλος, ο έκτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ καθώς και ο έβδομος λόγος, από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, με τους οποίους προβάλλεται η παρά το νόμο λήψη υπόψη από το Εφετείο ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης, που δεν υποβλήθηκαν παραδεκτώς ενώπιόν του καθώς και η παρά το νόμο μη απόρριψη των ισχυρισμών αυτών, είναι αόριστοι και απορριπτέοι, γιατί δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο οι ισχυρισμοί αυτοί της αναιρεσίβλητης.

Επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση για αναίρεση στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 51/18-10-2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 162/2006 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαΐου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ