Legislator Case Law & Legislation
963/2014 AI generated

Supreme Court annuls appeal court decision on dependent labor contracts due to procedural violations of public tender law.

Case Number 963/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Athens Court of Appeal's decision regarding labor contracts and remanded the case for retrial. The appellants argued that their employment contracts were invalid because they failed to comply with the specific procedures and formalities required by Law 2190/1994 for public sector hiring. The court held that the lower court incorrectly applied substantive labor law provisions to contracts formed before the relevant legal framework was fully applicable, necessitating a new trial to determine the exact amounts owed under the corrected legal basis.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648 and 652 of the Civil Code; Article 1 of Law 2190/1994: When employment contracts are concluded without adhering to the mandatory procedures and formalities prescribed by Law 2190/1994, they are invalid, and the court must apply the appropriate legal rules to determine the specific obligations arising from the relationship.

Keywords

AI generated
dependent labor contracts public tender procedures invalid employment agreements unjust enrichment remand for retrial labor law application procedural compliance

Cited Legislation

AI generated
Articles 648 and 652 of the Civil Code
Article 1 of Law 2190/1994
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Judgment 28/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 963 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 963/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Φ. Β. του Δ., κατοίκου ... 2) Φ. Κ. του Θ., κατοίκου ... 3) Α. Μ. του Φ., κατοίκου ... και 4) Α. Ο. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αριστείδη Καζάκο

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πήτα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-7-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 330/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5175/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 7-1-2013 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 4-10-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων της κρινόμενης αίτησης πρώτου, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος του, και τρίτου, την απόρριψη δε του πρώτου κατά τα λοιπά, καθώς των λοιπών λόγων αυτής.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 648 και 652 ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 Π.Υ.Σ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρ. 38 ΕισΝΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές.

Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξάρτησης, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεων και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία ως εξαρτημένη (Ολ.ΑΠ 28/2005).

Η ανωτέρω σύμβαση διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, κυρίως ως προς το ότι με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης.

Σε κάθε περίπτωση την μίσθωση έργου χαρακτηρίζει η έλλειψη εξάρτησης από τον κύριο του έργου, αφού ο εργολάβος έχει την πρωτοβουλία στην εκτέλεση αυτού, επιλέγοντας το χρόνο και τον τρόπο εκτέλεσής του μέσα στις συμβατικές προθεσμίες, χωρίς να υποχρεούται να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες και εντολές του κυρίου του έργου, μη υποκείμενος στον έλεγχό του.

Περαιτέρω, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας (ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών) ή έργου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίδουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός ως κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26 § 3 και 87 § 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και προκύπτουν στην συνέχεια και από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση που ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα που έδωσαν στην έννομη σχέση τα συμβαλλόμενα μέρη, η δυνατότητα δε του ορθού νομικού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ.ΑΠ 7/2011, 19/2007).

Ειδικότερα, ο δημόσιος τομέας οριοθετήθηκε με το άρθ.1 § 6 ν. 1256/1982, σ' αυτόν δε υπήγοντο και οι θυγατρικές κρατικών τραπεζών ανώνυμες εταιρείες, εφόσον οι τράπεζες κατείχαν την πλειοψηφία του εταιρικού τους κεφαλαίου. Με το άρθ. 51 ν. 1892/1990 έγινε επαναοριοθέτηση του δημόσιου τομέα, δεν επαναλήφθηκε, όμως, ότι ανήκουν στον δημόσιο τομέα οι θυγατρικές εταιρείες τραπεζών, ενώ με το ΠΔ 307/1996 ετέθη εκτός δημοσίου τομέα και η Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος.

Στο άρθρο μόνο, όμως, του ως άνω Π.Δ., αφού αναφέρεται ότι η Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος εξαιρείται από τις διατάξεις που αφορούν τον δημόσιο τομέα, όπως αυτός επαναοριοθετήθηκε με το άρθ. 51 § 1 ν. 1892/1990 και συμπληρώθηκε με το άρθ. 4 § 6 ν. 1943/1991, στο τέλος ορίζεται "...πλην των αναφερομένων στις προσλήψεις προσωπικού...".

Από την τελευταία αυτή διάταξη σαφώς προκύπτει ότι η Α.Τ.Ε. και οι θυγατρικές εταιρείες της ως προς τις προσλήψεις προσωπικού υπό το προαναφερόμενο νομοθετικό καθεστώς υπάγονται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και επομένως εφαρμόζεται ως προς αυτές ο ν. 2190/1994. Εξάλλου, κατά το άρθ. 6 ν. 2527/1997 για την σύναψη συμβάσεων μίσθωσης έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του ευρύτερου τομέα, στον οποίο υπάγονται, ως προς τις προσλήψεις του προσωπικού τους, όπως προαναφέρθηκε (υπό την ισχύ του ως άνω νομοθετικού καθεστώτος), οι θυγατρικές ανώνυμες εταιρείες της Αγροτικής Τράπεζας, με φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθ. 681 επ.

ΑΚ ή με άλλες διατάξεις απαιτείται προηγουμένη έκδοση ΚΥΑ, στην οποία, πλην άλλων, καθορίζεται το συγκεκριμένο έργο που πρέπει να εκτελεσθεί σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου κ.λπ., σύμβαση δε μίσθωσης έργου που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες είναι αυτοδικαίως και καθολοκληρίαν άκυρη.

Περαιτέρω, επί συμβάσεων εργασίας ή έργου (έστω και μίας), που καταρτίσθηκαν από το Δημόσιο, κ.λπ. πριν από την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28/6/1999 που ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004 και των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και ισχύουν από 18-4-2001, με τις τελευταίες των οποίων απαγορεύεται η μονιμοποίηση του προσλαμβανόμενου ως άνω προσωπικού (με συμβάσεις έργου ή διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου), ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις έργου ή εργασίας) έχουν προσλάβει ήδη κατά το χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος των συνταγματικών και λοιπών διατάξεων, τον χαρακτήρα της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ακόμη και αν κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συμβάσεων αυτών παραβιάσθηκαν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, που διέπει την πρόσληψη ή την κατάρτιση της συμβάσεως, των άρθρου 21 του ν. 2190/1994 και 6 του ν. 2527/1997 (Ολ.ΑΠ 7/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας επί αγωγής των ήδη αναιρεσειουσών κατά της τώρα αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, με αντικείμενο αξιώσεις τους από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, με την προσβαλλομένη 5175/2011 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι οι αναιρεσείουσες ενάγουσες στις 1-4-1997, 5-7-1994, 1-4-1996 και 1-1-1996 αντίστοιχα συνήψαν με την εταιρεία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΥΓΕΙΑΣ - ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΑΕΖΥ", η οποία από 31-12-2002 συγχωνεύθηκε με απορρόφηση από την αναιρεσίβλητη εναγομένη, έγγραφη σύμβαση διορισμού παραγωγού ασφαλίσεων, σύμφωνα με την οποία ανέλαβαν την ευχέρεια (κατά την κρίση τους) μεσολάβησης μεταξύ της εταιρείας και του κοινού για την σύναψη ασφαλίσεων ζωής, με αμοιβή ποσοστό επί των συμβάσεων, ότι στις 1-4-1997, 1-1-1996, 1-4-1996 και 1-4-1996 αντίστοιχα κατάρτισαν εγγράφως νέα σύμβαση που επιγράφεται "παράρτημα -ειδικός όρος σύμβασης έργου", με την οποία συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα "Συμφωνείται ότι η ασφαλιστική σύμβουλος (ενν.

οι ενάγουσες) πέραν των αναφερομένων στους λοιπούς όρους της προαναφερθείσας σύμβασης έργου, καθηκόντων και λοιπών υποχρεώσεών της αναλαμβάνει επιπρόσθετα και το ακόλουθο έργο, που αποσκοπεί στην ποιοτική και ποσοτική ανάπτυξη των ασφαλιστικών εργασιών της εταιρίας. Το πρόσθετο αυτό έργο συμφωνείται ρητά ως παρεπόμενο σε σχέση με το κύριο, που είναι η διαμεσολάβηση στην σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων ζωής.

α) Την παροχή κάθε εξυπηρέτησης ασφαλιστικής φύσεως προς τους συμβαλλομένους και ασφαλισμένους της εταιρίας καθώς και την εξυπηρέτηση των ασφαλιστηρίων που αποτελούν το χαρτοφυλάκιο παραγωγής του γραφείου στο οποίο ανήκει ως ασφαλιστική σύμβουλος, ήτοι την ενημέρωση για την λειτουργία των ασφαλιστηρίων, παροχή διευκρινίσεων και πληροφοριών για τους ασφαλισμένους κινδύνους και τις περιεχόμενες καλύψεις ή βελτιώσεις καλύψεων, παρακολούθηση εφαρμογής της διαδικασίας εμπρόθεσμης καταβολής των ασφαλίστρων, άμεση προώθηση αναγγελίας ζημιών και γενικά συνεννόηση με πελάτες και την εταιρία για την υλοποίηση των όρων των ασφαλιστηρίων, την ταχεία καταβολή των αποζημιώσεων, την ενημέρωση πελατών για νέα προϊόντα, άμεση πληροφόρηση της εταιρείας για τυχόν υποδείξεις ή παράπονα των πελατών κ.λπ.

β) Σε συνεργασία με τον επικεφαλής συντονιστή - υπεύθυνο του γραφείου στο οποίο ιεραρχικά υπάγεται (ενν. οι ενάγουσες) να φροντίζει ενδεικτικά για την ενημέρωση των ασφαλιστικών συνεργατών του γραφείου στα νέα προϊόντα, τη βελτίωση του παρεχομένου στους πελάτες service, την εξυπηρέτηση των πελατών κ.λπ. Και γ) Κάθε γενικά άλλη πράξη ή ενέργεια προς βελτίωση και ανάπτυξη, ποιοτική και ποσοτική, του χαρτοφυλακίου παραγωγής του γραφείου, στο οποίο ανήκει (ενν.

οι ενάγουσες). Το παραπάνω έργο θα εκτελείται από την αντισυμβαλλομένη (ενν. τις ενάγουσες) χωρίς αυτή να υπόκειται κατά την εκτέλεσή του σε συγκεκριμένο ωράριο ή άλλες δεσμεύσεις, αλλά κατά την κρίση της, με σκοπό να επιτυγχάνεται το μεγαλύτερο (ποιοτικά και ποσοτικά) κάθε φορά αποτέλεσμα. Ειδικά και αποκλειστικά για το παραπάνω παρεχόμενο πρόσθετο παρεπόμενο έργο, η ασφαλιστική σύμβουλος θα αμείβεται ως ακολούθως:

Α. Εάν ενταχθεί στη δύναμη πωλήσεων νέου γραφείου της εταιρίας θα αναλαμβάνει μετά από προηγούμενη γραπτή απόφαση της διεύθυνσης πωλήσεων, ως προκαταβολή έναντι προμηθειών -αμοιβών, ποσοστό επί της νέας ετησιοποιημένης παραγωγής εισπραχθέντων από την εταιρία καθαρών ασφαλίστρων του γραφείου. Ο έλεγχος της νέας ετησιοποιημένης παραγωγής εισπραγμένων καθαρών ασφαλίστρων του γραφείου, θα γίνεται εντός τριμήνου μετά τη λήξη κάθε ετήσιας χρήσης και αναλόγως θα προσδιορίζεται και οριστικοποιείται η κατά τα παραπάνω συμφωνηθείσα αμοιβή της ασφαλιστικής συμβούλου.

Τυχόν χρεωστικό υπόλοιπό της θα συμψηφίζεται με τις αμέσως επόμενες αμοιβές της, τυχόν δε πιστωτικό υπόλοιπο θα της καταβάλλεται αμέσως από την εταιρία. Β. Εάν ενταχθεί σε ήδη υπάρχον γραφείο, ή από το δεύτερο χρόνο εάν είχε ενταχθεί σε νέο γραφείο, θα αμείβεται όπως παραπάνω και μετά από γραπτή απόφαση της διεύθυνσης πωλήσεων θα μπορεί επί πλέον να λάβει ποσοστό ετησίως επί του εν ισχύι σε ασφάλιστρα χαρτοφυλακίου παραγωγής του γραφείου, όπως το χαρτοφυλάκιο διαμορφώνεται στο τέλος της προηγούμενης ετήσιας χρήσης.

Μέχρι τη λήξη της ετήσιας χρήσης και τον επακριβή προσδιορισμό της δικαιούμενης αμοιβής της μπορεί να λαμβάνει έναντι αυτής τμηματικές μηνιαίες προκαταβολές. Εάν προκύπτει χρεωστικό υπόλοιπο θα συμψηφίζεται με τις επόμενες αμοιβές της, τυχόν δε πιστωτικό υπόλοιπο θα της καταβάλλεται άμεσα και εντός τριμήνου από τη λήξη της ετήσιας χρήσης", ότι στα πλαίσια των ως άνω συμβάσεών τους οι ενάγουσες κυρίως και πρωτευόντως προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στην εναγομένη ασκώντας τα αναφερόμενα στην δεύτερη σύμβαση (παράρτημα) καθήκοντα, ενώ η σχέση της ασφαλιστικής παραγωγού είχε εντελώς παρακολουθηματικό και δευτερεύοντα χαρακτήρα σε σχέση με την κύρια εργασία τους, ότι συγκεκριμένα (α) τοποθετήθηκαν σε υποκαταστήματα κλάδου ζωής της εναγομένης, η 1η στις Σέρρες, η 2η στην Θεσσαλονίκη, η 3η στην Κοζάνη και η 4η στην Θεσσαλονίκη, χάριν δε του επιδιωκομένου από την εναγομένη επιχειρηματικού σκοπού της βελτίωσης και ανάπτυξης, ποιοτικής και ποσοτικής, του χαρτοφυλακίου παραγωγής, στο οποίο ανήκαν, εκτελούσαν τα καθήκοντα του τηλεφωνικού κέντρου, φρόντιζαν για την αλληλογραφία, είχαν την επικοινωνία με τα άλλα γραφεία, ενημέρωναν για τα τρέχοντα ζητήματα τους ασφαλιστές, εξυπηρετούσαν τους πελάτες ασφαλισμένους, είχαν την ευθύνη οργάνωσης των εγγράφων του γραφείου (αρχειοθέτηση κ.λπ.), την διεκπεραίωση των εγγράφων (φωτοτυπίες), τηρούσαν πρωτόκολλο και καταστάσεις εισπραττομένων και ανείσπρακτων ασφαλίστρων, έκαναν τις εξωτερικές εργασίες με τις τράπεζες, τηρούσαν κατάσταση με τα έξοδα του γραφείου και γενικά ήταν επιφορτισμένες με την γραμματειακή υποστήριξη του γραφείου (β) την εργασία τους αυτή παρείχαν υπό τις εντολές και τις οδηγίες του εκάστοτε διευθυντή (συντονιστή) του υποκαταστήματος της εναγομένης, στο οποίο υπηρετούσαν, αλλά και υπό την εποπτεία της κεντρικής υπηρεσίας της εναγομένης, σε συγκεκριμένο 8ωρο ημερησίως, δηλ.

κατά τις ώρες λειτουργίας του γραφείου, που ήταν από 09.00' έως 14.00' και από 17.30' έως 20.30', καθημερινά από Δευτέρα έως Παρασκευή, ειδικότερα δε οι ως άνω διευθυντές της εναγομένης, οι οποίοι ήταν μόνιμοι υπάλληλοι αυτής, είχαν το δικαίωμα να δίνουν εντολές και οδηγίες στις ενάγουσες αναφορικά με τα συγκεκριμένα καθήκοντα που θα ασκεί κάθε μία και τον τρόπο άσκησής τους, τον τόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών τους (ήτοι στο κατάστημα που είχαν τοποθετηθεί και καθόλες τις ώρες λειτουργίας του) και οι τελευταίες υποχρεούνταν να συμμορφώνονται με αυτές, καθώς και να ασκούν εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσής τους προς τις οδηγίες αυτές, ενώ εξάλλου η αμοιβή τους για την εργασία τους αυτή συνίστατο σε ορισμένο και σταθερό ποσό μηνιαίως, ανεξαρτήτως του αποτελέσματος της εργασίας τους, ότι σύμφωνα με τα παραπάνω η παροχή των προαναφερομένων υπηρεσιών των εναγουσών προς την εναγομένη έχει την μορφή σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία είναι ανεξάρτητη και διάφορη της αρχικής σύμβασης του ασφαλιστικού πράκτορα (και δεν επάγεται ακυρότητα της σύμβασης αυτής κατ' άρθ. 19 § 3 ν. 1569/1985), ότι τόσο η "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΥΓΕΙΑΣ - ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΑΕΖΥ", όσο και η καθολική διάδοχός της εναγομένη ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ ήταν η πρώτη και είναι η δεύτερη θυγατρικές ανώνυμες εταιρείες της Αγροτικής τράπεζας της Ελλάδος, η οποία κατείχε και κατέχει την πλειοψηφία των μετοχών του εταιρικού κεφαλαίου τους (ποσοστό άνω του 51%) και ελέγχονται άμεσα απ' αυτήν, ότι, εφόσον η εναγομένη και η δικαιοπάροχός αυτής, ως θυγατρικές εταιρείες της Αγροτικής Τράπεζας, υπάγονται ως προς την πρόσληψη προσωπικού στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, δεν ήταν δυνατόν να συναφθεί έγκυρη σύμβαση εργασίας χωρίς τις διατυπώσεις και τις διαδικασίες του ν. 2190/1994 (στο πεδίο εφαρμογής του οποίου υπάγεται η εναγομένη και η δικαιοπάροχός της), ως εκ τούτου δε οι συμβάσεις εργασίας των εναγουσών δεν είναι έγκυρες, εφόσον δεν τηρήθηκαν για την σύναψη αυτών οι προβλεπόμενες από το ν. 2190/1994 διαδικασίες και μετά από έγκριση του ΑΣΕΠ, και επομένως οι ενάγουσες συνδέονται με την εναγομένη με απλή σχέση εργασίας (για την οποία δεν απαιτείται η τήρηση των διατυπώσεων και της διαδικασίας του ν. 2190/1994) και οι ενάγουσες έχουν όσα δικαιώματα απορρέουν απ' αυτήν, η εναγομένη δηλ.

οφείλει κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, σύμφωνα με την επικουρική βάση της αγωγής, ν' αποδώσει σ' αυτές την αμοιβή που θα κατέβαλλε αναγκαίως με έγκυρη σύμβαση εργασίας σε πρόσωπα με τις ικανότητες και τα προσόντα αυτών, μη λαμβανομένων υπόψη των επιδομάτων που προσιδιάζουν στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή κατά την κύρια βάση της (ότι οι ενάγουσες συνδέονται με την εναγομένη με έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας), απέρριψε αυτήν και δέχθηκε ενμέρει την αγωγή κατά την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αναγνωρίζοντας ότι η εναγομένη οφείλει σε κάθε μία ενάγουσα για τις αναφερόμενες εκεί ειδικότερες αιτίες (διαφορά μεταξύ καταβλητέων και καταβαλλομένων αποδοχών και επιδόματα εορτών και αδείας) για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 31-12-2008 το ποσό των 21.338,7 ευρώ κ.λπ., δηλ.

ποσά μικρότερα από τα ζητηθέντα με την κύρια από την σύμβαση βάση της αγωγής. Κρίνοντας το Εφετείο, ότι ναι μεν οι ενάγουσες παρείχαν τις υπηρεσίες τους στην εναγομένη με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (σύμφωνα με το επικουρικό αίτημα της κύριας βάσης της αγωγής τους), πλην, όμως, αυτές ήταν άκυρες λόγω μη τήρησης της διαδικασίας και των διατυπώσεων πρόσληψης που προβλέπονται από το ν. 2190/1994, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενόψει και του γενομένου δεκτού με την προσβαλλομένη απόφασή του χρόνου κατάρτισης των συμβάσεων αυτών (1996 και 1997), τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δη του άρθ. 14 ν. 2190/1994 που δεν ήταν εφαρμοστέα.

Επομένως, πρέπει κατά παραδοχή ως βασίμου του συναφούς πρώτου λόγου αναίρεσης κατά το στοιχ. Α' αυτού από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ να αναιρεθεί εξολοκλήρου η προσβαλλομένη απόφαση, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, να παραπεμφθεί η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρινίσεις (και δη ως προς τα πράγματι οφειλόμενα στις ενάγουσες, σύμφωνα με τα ανωτέρω), προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, αφού αυτό μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 § 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή τελικά ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθ. 65 § 1 ν. 4139/2013) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5175/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Απριλίου 2014. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ