Legislator Case Law & Legislation
963/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding creditor claims limited to 10% under special liquidation law.

Case Number 963/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by a public fund against a judgment limiting creditor claims to 10% under special liquidation proceedings. The court found the lower court's application of Articles 1 and 46 of Law 1892/1990 was legally sound and did not violate constitutional principles. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1 and 46 of Law 1892/1990; The court held that limiting creditor claims to 10% in special liquidation proceedings is a valid legislative measure that does not violate constitutional freedoms or principles of proportionality and equality.

Keywords

AI generated
special liquidation proceedings creditor claims limitation guarantor liability constitutional proportionality Article 1892/1990 appeal dismissal public fund liability

Cited Legislation

AI generated
Article 1 and 46 of Law 1892/1990
Article 847 of the Civil Code
Article 851 of the Civil Code
Article 858 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 963 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 963/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ) με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ" (Ε.Τ.Α.Α), ως σύμφωνα με το άρθρο 38 παρ. 1 ν. 3655/2008 καθολικού διαδόχου του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΡΓΟΛΗΠΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ" (Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε), με έδρα την Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενο, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Τσιλιώτη.

Του αναιρεσίβλητου: Ι. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Μπόνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Οκτωβρίου 2007 ανακοπή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 274/2010 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 29 Μαρτίου 2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 7 Μαρτίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 847 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "με τη σύμβαση της εγγυήσεως ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή την ευθύνη ότι θα καταβληθεί η οφειλή", περιεχόμενο της εγγυήσεως είναι η ανάληψη από τον εγγυητή της υποχρεώσεως απέναντι στο δανειστή να εκπληρώσει την παροχή του πρωτοφειλέτη, που παραλείπει να το πράξει. Η εγγύηση είναι σύμβαση συναινετική, αφηρημένη και ετεροβαρής, με παρεπόμενο και επικουρικό χαρακτήρα, καταρτίζεται δε μεταξύ εγγυητή και δανειστή χωρίς να απαιτείται η σύμπραξη ή συναίνεση του οφειλέτη. Σύμφωνα με το άρθρο 851 του ΑΚ ο εγγυητής ευθύνεται για την εκάστοτε έκταση της κύριας οφειλής (νοούμενη.- χωρίς τυχόν επαύξηση της δια δικαιοπραξίας δανειστή και πρωτοφειλέτη μεταγενέστερης της εγγυήσεως). Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή και επί αντεγγυήσεως, με την οποία ο αντεγγυητής αναλαμβάνει έναντι του εγγυητή την ευθύνη ότι θα ικανοποιηθεί η κατά του πρωτοφειλέτη απαίτηση του, που θα κτηθεί τυχόν δια της εκ μέρους αυτού (του εγγυητή) ικανοποιήσεως του δανειστή, από την γένεση αντιστοίχου δικαιώματος αναγωγής ή από υποκατάσταση, κατά το άρθρο 858 του ΑΚ, στα δικαιώματα του δανειστή.

Συνεπώς ο αντεγγυητής ευθύνεται έναντι του εγγυητή που ικανοποίησε την κατά του πρωτοφειλέτη απαίτηση, στην έκταση της έναντι του εγγυητή, λόγω ικανοποιήσεως αυτής της απαιτήσεως, οφειλής του πρωτοφειλέτη (ως κύριας, με την έννοια του άρθρου 851 του ΑΚ, οφειλής στην περίπτωση της αντεγγυήσεως), εκτός αν, ενόψει του χαρακτήρα της διατάξεως του άρθρου 851 του ΑΚ ως κανόνα ενδοτικού δικαίου, έχει συμφωνηθεί μεταξύ αντεγγυητή και εγγυητή, ότι η έναντι του δευτέρου ευθύνη του πρώτου θα υπολείπεται, κατά το περιεχόμενο, εκείνης του πρωτοφειλέτη έναντι του εγγυητή.

Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 44 παρ.1 του ν. 1892/1990 "για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη", συμφωνίες μεταξύ των πιστωτών και επιχειρήσεως, περιλαμβανόμενες σε μία από τις περιπτώσεις α, β, γ ή δ της παρ.1 του άρθρου 5 του ν.1386/1983, που ρυθμίζουν ή περιορίζουν χρέη αυτής, δεσμεύουν και τους μη συμβεβλημένους πιστωτές, το Δημόσιο, τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφαλίσεως, κύριας ή επικουρικής, τις τράπεζες και άλλα πιστωτικά ιδρύματα, δανειστές της επιχειρήσεως, εφόσον:

α) οι συμβεβλημένοι πιστωτές εκπροσωπούν το 60% του συνόλου των απαιτήσεων, στο οποίο πρέπει να περιλαμβάνεται το 40% των τυχόν εμπραγμάτως ασφαλισμένων, όπως οι απαιτήσεις αυτές εμφανίζονται στα τηρούμενα από την επιχείρηση βιβλία και στον ισολογισμό της τελευταίας, πριν από την συμφωνία, εταιρικής χρήσεως, β) συναινούν γραπτά εταίροι ή μέτοχοι, στους οποίους ανήκει κατά πλειοψηφία το καταβεβλημένο εταιρικό ή μετοχικό κεφάλαιο της επιχειρήσεως, γ) επικυρωθούν από το Εφετείο της έδρας της επιχειρήσεως, με απόφαση εκδιδόμενη κατά την διαδικασία των άρθρων 739 επ.

Κ.Πολ.Δ., ύστερα από αίτηση της επιχειρήσεως. Ενόψει του επιδιωκόμενου, με τις ανωτέρω διατάξεις, σκοπού της εξυγίανσης των υπερχρεωμένων αλλά βιώσιμων επιχειρήσεων, κρίθηκε αναγκαίος ο περιορισμός στο μέτρο του επιτευχθέντος συμβιβασμού των απαιτήσεων όλων των πιστωτών, ακόμα και αν δεν έλαβαν μέρος ή αντιτάχθηκαν στο συμβιβασμό (βλ.

Ολ.ΑΠ 1/2000). Με το άρθρο δε 46 του ίδιου ν. 1892/1990, όπως ίσχυε πριν από την έναρξη εφαρμογής του ν. 3588/2007 (ΠΤΩΧΕΥΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ) προβλέπεται ο τρόπος εκκαθάρισης, τα ποσοστά και η προτίμηση στην ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών των επιχειρήσεων που υποβάλλονται στη διαδικασία της ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 44 του ίδιου νόμου.

Εξάλλου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ' αυτόν έννοιας μη αληθινής, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Κατά την έννοια δε του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999, 28/1997, 12/1995).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της Πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η ανακοπή του αναιρεσιβλήτου κατά ατομικής ειδοποίησης του προς καταβολή ποσού 162.568 ευρώ στο Ταμείο Συντάξεων Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων (στου οποίου τη θέση υπεισήλθε το αναιρεσείον), λόγω υπαγωγής της εκπροσωπούμενης από αυτό εταιρίας (υπέρ της οποίας εγγυήθηκε) σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, κατά το άρθρο 44 του ν. 1892/1990, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Ο ανακόπτων, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1992 έως το έτος 1999, ήταν διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Γενική Τεχνική ΑΕ Βιομηχανικές -Εμπορικές - Τεχνικές - Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις" με έδρα την Ρόδο και αντικείμενο δραστηριότητας τις μελέτες και επιβλέψεις δημοσίων και ιδιωτικών έργων, την ανάληψη και εκτέλεση πάσης φύσεως τεχνικών έργων (δημοσίων ή ιδιωτικών), την κατασκευή και πώληση διαμερισμάτων με το σύστημα της αντιπαροχής και οποιαδήποτε εμπορική, βιομηχανική, τουριστική και ξενοδοχειακή εκμετάλλευση.

Το έτος 2000,η ως άνω εταιρεία υπήχθη στην διάταξη του άρθρου 44 του Ν. 1892/1990,αφού προέβη στην από 22.12.2000 συμφωνία με τους εκεί αναφερομένους πιστωτές της, οι οποίοι εκπροσωπούσαν ποσοστό 64,06% του συνόλου των υποχρεώσεων της προς τρίτους, όπως αυτές εμφανίζονται στον ισολογισμό της 31.12.1999 και τα εμπορικά της βιβλία.

Η παραπάνω συμφωνία επικυρώθηκε δυνάμει της υπ' αριθ. 64/4.4.2001 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου, σύμφωνα δε με τους όρους αυτής, οι πιστωτές της εταιρίας (πλην των τραπεζικών ιδρυμάτων για τα οποία υπήρξε ξεχωριστή ρύθμιση), συμφώνησαν να λάβουν ποσοστό των αξιώσεων τους ανάλογα με την κατηγορία στην οποία υπήχθησαν, διαγραφομένου του υπολοίπου, των κάθε είδους τόκων και δικαστικών εξόδων (βλ.

όρους 10.01, 10.06 της συμφωνίας), ενώ ως προς τους αφανείς πιστωτές, δηλαδή τους πιστωτές οι οποίοι είχαν κατά της επιχείρησης νόμιμη και βάσιμη απαίτηση απορρέουσα από την δραστηριότητα της επιχείρησης μέχρι την δημοσίευση της απόφασης του Εφετείου (4.4.2001) που δεν περιλαμβάνονται στα βιβλία και τις οικονομικές καταστάσεις της επιχείρησης μέχρι τις 31.12.1999, ορίστηκε ότι η ικανοποίηση τους θα λάβει χώρα σε ποσοστό 10% της απαίτησης, εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:

Α) οι απαιτήσεις να έχουν επιδικασθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή να έχουν βεβαιωθεί μετά από συμβιβασμό ή να έχουν βεβαιωθεί χωρίς δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής εκ μέρους της επιχείρησης, Β) να αποδεικνύεται από την τελεσίδικη απόφαση ότι η γενεσιουργός αιτία της απαίτησης έλαβε χώρα μέχρι την δημοσίευση της απόφασης του Εφετείου και Γ) να έχει επιδοθεί κατά περίπτωση σχετική αγωγή ή διαταγή πληρωμής στην επιχείρηση ή να έχει κοινοποιηθεί στην επιχείρηση βεβαιωτική πράξη πριν παρέλθουν δύο (2) χρόνια από την ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης του Εφετείου (βλ.

όρο 11.03 της συμφωνίας). Ο ανακόπτων, με την προαναφερόμενη ιδιότητα του, υπέβαλλε κατά το ως άνω χρονικό διάστημα αιτήσεις προς το Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. με τις οποίες ζητούσε να χορηγηθούν υπέρ της "Γενικής Τεχνικής ΑΕ" εγγυητικές επιστολές για τη συμμετοχή της εν λόγω εταιρίας σε διάφορα δημόσια έργα, από την έκδοση δε των επιστολών αυτών (με την οποία ο ανακόπτων παρείχε στο Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε.

εγγύηση περί του ότι η πρωτοφειλέτρια εταιρία θα εκπληρώσει τις σχετικές με την καταβολή της προμήθειας υποχρεώσεις της), προέκυψε συνολική οφειλή της εταιρείας προς το καθού η ανακοπή ύψους 162.568,65 Ε . Για την οφειλή αυτή συντάχθηκε η υπ' αριθ. 450/15.6.2007 βεβαίωση οφειλών, η οποία συγκοινοποιήθηκε προς την ως άνω εταιρεία με την υπ' αριθ. 50053/15.6.2007 ατομική ειδοποίηση και πρόσκληση, καθώς και οι αντίστοιχες υπ' αριθ. 449/15.6.2007 (βεβαίωση οφειλών), που προσβάλλεται με την ανακοπή και 50052/15.6.2007 (ατομική ειδοποίηση), που κοινοποιήθηκαν στον ανακόπτοντα.

Η παραπάνω αξίωση απορρέει από την εμπορική δραστηριότητα της εταιρείας, ανάγεται στο χρονικό διάστημα από 1.9.1992 έως 16.2.1999 και δεν περιλαμβάνεται στα βιβλία και στις οικονομικές καταστάσεις της 31.12.1999, ούτε και στον δημοσιευθέντα ισολογισμό της του οικονομικού έτους 2000 για την χρήση από 1.1.1999 έως 31.12.1999.

Το καθού συνεπώς ανήκει στην κατηγορία των μη συμβεβλημένων αφανών πιστωτών, με άμεση συνέπεια την ενεργοποίηση των όρων και προϋποθέσεων που προβλέπονται στην υπ' αριθ. 64/2001 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου για την ικανοποίηση του. Δικαιούταν επομένως να ικανοποιηθεί σε ποσοστό 10% της απαίτησης του επί του κεφαλαίου, εφόσον

συνέτρεχαν σωρευτικά οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις, που όμως δεν συντρέχουν, αφού αφενός η απαίτηση του δεν έχει επιδικαστεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, αφετέρου δε δεν επιδόθηκε στην εταιρεία διαταγή πληρωμής, εντός δύο (2) ετών από την δημοσίευση της απόφασης του Εφετείου, δηλαδή μέχρι 4.4.2003 το αργότερο.

Συνεπώς, η απαίτηση του καθού κατά της πρωτοφειλέτριας εταιρείας "ΓΕΝΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ", έχει αποσβεστεί με βάση το περιεχόμενο της από 22.12.2000 συμφωνίας της με τους πιστωτές της, η οποία δεσμεύει κατά τα προαναφερόμενα και το καθού, ως μη συμβληθέντα αφανή πιστωτή. Συνακόλουθα, λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της εγγυητικής ευθύνης του ανακόπτοντα, εφόσον αποσβέστηκε η κύρια οφειλή, ελευθερώθηκε κι αυτός από την οφειλή του, δεδομένου ότι το καθού δεν ισχυρίζεται ότι η απόσβεση επήλθε από δικό του πταίσμα. Σημειωτέον ότι ο ισχυρισμός του καθού ότι δεν εμποδίζεται να στραφεί κατά του ανακόπτοντα ως παράλληλα ευθυνόμενου με την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία, τον οποίο πρότεινε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προς απόκρουση της ανακοπής και επαναφέρει με την έφεση του, είναι απορριπτέος ως βασιζόμενος σε εσφαλμένη νομική προϋπόθεση, διότι η ρύθμιση την οποία επικαλείται δεν αφορά στην εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 44 του Ν. 1892/1990, κατά την οποία κυρίαρχο λόγο έχει το περιεχόμενο της συμφωνίας της επιχείρησης με τους πιστωτές της, όπως προκύπτει και από τον τίτλο του άρθρου, αλλά στην υπαγωγή μιας επιχείρησης στην ειδική εκκαθάριση, η οποία προβλέπεται και ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 46 και 46α του ίδιου νόμου.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της ανακοπής με το ως άνω περιεχόμενο είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 847, 864 ΑΚ και 44 του Ν. 1892/1990 και ουσιαστικά βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, όπως και η ανακοπή. Άρα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση του έκρινε ομοίως και ακύρωσε την υπ' αριθ. 449/15.6.2007 βεβαίωση οφειλών του καθού, δεν έσφαλε, αλλά ορθά ερμήνευσε και καλώς εφάρμοσε τον νόμο και ο μοναδικός λόγος έφεσης, με τον οποίο το εκκαλούν υποστηρίζει τα αντίθετα, όπως και η έφεση στο σύνολο της, πρέπει να απορριφθούν κατ' ουσίαν".

Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 847,851, 858, 866, 361 του ΑΚ, 44 παρ. 1 και 46 του ν. 1892/1990, τις οποίες εφάρμοσε, καθ' όσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς, επαρκείς, και μη αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων.

Ειδικότερα αναφέρονται: 1)Η υπαγωγή της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Γενική Τεχνική Α.Ε. ...", της οποίας ο αναιρεσίβλητος-ανακόπτων ήταν διευθύνων σύμβουλος, υπό καθεστώς ειδικής εκκαθαρίσεως του άρθρου 44 ν. 1892/1990, κατόπιν έγκυρης συμφωνίας της (νόμιμης) πλειοψηφίας των πιστωτών της με την πλειοψηφία των μετόχων της, που επικυρώθηκε με την 64/2001 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου και προέβλεπε, σύμφωνα και με τις ρυθμίσεις του άρθρου 46 του ίδιου νόμου, τον περιορισμό όλων των απαιτήσεων, που είχαν γεννηθεί κατά της υπερχρεωμένης επιχειρήσεως μέχρι την 1.4.2001 και δεν περιλαμβάνονταν στις οικονομικές καταστάσεις της μέχρι την 31.12.1999, σε ποσοστό 10% (με αντίστοιχη απόσβεση του υπόλοιπου 90%), με την προϋπόθεση είτε βεβαιώσεως αυτών των απαιτήσεων με δικαστική απόφαση ή συμβιβασμό ή με έγγραφο της οφειλέτιδας επιχειρήσεως, είτε αποδείξεως τους με τελεσίδικη δικαστική απόφαση μέχρι τη δημοσίευση της αποφάσεως του Εφετείου για την υπαγωγή υπό εκκαθάριση, είτε επιδόσεως ως προς αυτές αγωγής ή διαταγής πληρωμής ή βεβαιωτικής πράξης προ της παρόδου διετίας από τη δημοσίευση της αποφάσεως του Εφετείου. 2) Η μη συνδρομή οποιασδήποτε από τις αμέσως προηγουμένως αναφερόμενες προϋποθέσεις υπαγωγής της επίμαχης αξίωσης του αναιρεσείοντος, στην κατηγορία των ικανοποιούμενων σε ποσοστό 10% απαιτήσεων πιστωτών της υπαχθείσας υπό ειδική εκκαθάριση επιχειρήσεως. 3) Η λόγω του παρεπόμενου χαρακτήρα της αντεγγυήσεως απόσβεση της υποχρεώσεως του αντεγγυητή αναιρεσιβλήτου, μετά την απόσβεση της αξιώσεως του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοφειλέτιδας.

Τέλος οι ως άνω νομοθετικές ρυθμίσεις δεν προσκρούουν στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 25 παρ. 1 δ' του Συντάγματος, διότι δεν παρεμποδίζουν την ελευθερία του προσώπου να συμμετέχει στην οικονομική ζωή της χώρας, αλλά αφενός μεν καθορίζουν το πλαίσιο της ευθύνης του εγγυητή, όταν δεν έχει ορισθεί άλλως με την εγγυητική σύμβαση, αφετέρου δε καθορίζουν τρόπο ταχείας εξυγείανσης των υπερχρεωμένων επιχειρήσεων σε βάρος των πιστωτών τους, χάριν του γενικότερου συμφέροντος προστασίας της εθνικής οικονομίας, ούτε επίσης παραβιάζονται με τις ανωτέρω διατάξεις οι αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας των πολιτών έναντι του νόμου.

Επομένως οι αντίθετοι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔικ λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔικ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-3-2011 αίτηση του ΝΠΔΔ "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΝ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ" (ως καθολικού διαδόχου του Τ.Σ.ΜΕ.ΔΕ.) για αναίρεση της 274/2010 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2012. Και,

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 1 Ιουνίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ