Legislator Case Law & Legislation
963/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissible evidence and improper burden of proof allocation.

Case Number 963/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by the mother and her daughter against the Athens Court of Appeal's decision. The appellants argued that the lower court improperly rejected document production requests and incorrectly allocated the burden of proof regarding construction payments. The court found these arguments baseless because the document requests were too vague and the appellants had previously contracted with the company, meaning the evidence did not fall within the company's sphere of influence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11), 559(10), 559(13), 559(14), and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court did not consider evidence prohibited by law, accepted unproven facts, misapplied legal definitions regarding burden of proof, or failed to provide sufficient reasoning for its decision.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal burden of proof sphere of influence document production code of civil procedure vague request contractual relationship

Cited Legislation

AI generated
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
Article 559(13) of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 338 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 1243/2010
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 963 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 963/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1.Μ. χας Δ. Χ., θυγ. Ο. Δ., για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων Σ. και Ε. Χ. του Δ. και 2. Β. Χ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίες παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αγγελή Μαργαρίτη, ο οποίος δήλωσε ότι η κόρη της α' αναιρεσείουσας της οποίας ασκούσε τη γονική μέριμνα Σ. Χ. ενηλικιώθηκε, συνεχίζει ατομικά την δίκη και παραστάθηκε με αυτόν τον ίδιο.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΦΑΙΑΞ ΑΤΕΒΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την οποία εμφανίσθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της Αυλωνίτης Σπυρίδων, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Μπαλέρμπα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-6-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2880/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 7522/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2 -10-2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 25-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειoυσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Mε το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδ.α ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψιν αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να δημιουργείται λόγος αναιρέσεως, πρέπει το δικαστήριο να έχει εκτιμήσει τα ανεπίτρεπτα μέσα για την απόδειξη πραγματικού ισχυρισμού, ο οποίος είναι αφενός μεν ουσιώδης, αφετέρου δε αμφισβητούμενος μεταξύ των διαδίκων (πρβλ. ΑΠ 1243/2010). Περαιτέρω, με το άρθρο 559 αριθ. 10, 13,14 και 19 Κ.Πολ.Δ θεσπίζονται, αντιστοίχως, λόγοι αναιρέσεως : αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα ακόλουθα: "Δυνάμει συμβάσεως που καταρτίσθηκε μεταξύ της ενάγουσα (δηλαδή της εδώ αναιρεσίβλητης εταιρίας) και των πρώτης εναγομένης και συζύγου της Δ. Χ. στην Αθήνα στις αρχές Ιουνίου του έτους 2002, η ενάγουσα ανέλαβε έναντι των αντισυμβαλλομένων της τις εκσκαφές και την με δικά της υλικά κατασκευή από οπλισμένο σκυρόδεμα του σκελετού διόροφης οικοδομής με υπόγειο επί οικοπέδου έκτασης 353 τ.μ.

συγκυριότητας των εργοδοτών κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου εκάστου, των ορόφων της οικοδομής εχόντων επιφάνεια του υπογείου 176, 22 τ.μ., του ισογείου 120,84 τμ και του πρώτου ορόφου 160,82 τ.μ., έναντι αμοιβής οφειλομένης εις ολόκληρον, που καθορίστηκε με βάση την από 10-6-2002 προσφορά της ενάγουσας ως εξής: α) για την εκσκαφή 5,87 ευρώ ανά κ.μ.

εδάφους οιασδήποτε υφής και β) για την κατασκευή σκυροδέματος, συμπεριλαμβανομένου του σιδηρού οπλισμού και του ξυλοτύπου 190,76 ευρώ ανά κ.μ. σκυροδέματος (20/25, 76, 30 ευρώ ανά κ.μ. σκυροδέματος αόπλου, 5,87 ευρώ ανα βαθμίδα σκαλοπατιών, 7,34 ευρώ ανα τ.μ εμφανούς μπετόν και 1,47 ευρώ ανά τ.μ για τις φαλτσογωνίες, η οποία (αμοιβή) θα καταβαλλόταν τμηματικά, μέρος δηλαδή αυτής κατά την πρόοδο των εργασιών και μέρος της με πίστωση μετά την παράδοση του έργου, με βάση την τελική επιμέτρηση του όγκου του σκυροδέματος.

Το έργο εκτελέσθηκε εμπρόθεσμα και παραδόθηκε στους εργοδότες περί τις αρχές Νοεμβρίου του ιδίου έτους. Με βάση την επιμέτρηση του σκυροδέματος η αμοιβή ανήλθε συνολικά σε 109.840,06 ευρώ, πράγμα που αποδέχτηκαν οι εργοδότες. Από το ποσό αυτό όμως οι τελευταίοι μέχρι και τις 24-4-2003 είχαν καταβάλει στην ενάγουσα 65.628,03 ευρώ, τηρώντας τη μεταξύ τους συμφωνία.

Επομένως της όφειλαν εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 44.211,30 ευρώ. Στις 8-10-2003 απεβίωσε ο εκ των εργοδοτών Δ. Χ., στη θέση του οποίου υπεισήλθαν, ως μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, η πρώτη των εναγομένων σύζυγος του και οι δεύτερη, τρίτη και τέταρτη εξ αυτών, ανήλικα τέκνα του, όπως εδώ εκπροσωπούνται από την νόμιμη αντιπρόσωπο μητέρα τους, πρώτη των εναγομένων, ευθυνόμενες κατά το λόγο της, κληρονομικής τους μερίδας, εκάστη, ήτοι κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστη.

Η ενάγουσα, μετά την παρέλευση ευλόγου χρόνου, όπως καταθέτει και ο μάρτυρας της, όχλησε την πρώτη των εναγομένων για την εξόφληση του υπολοίπου της αμοιβής της, πλην όμως αυτή ουδέν ποσό κατέβαλε μέχρι σήμερα. Ο ισχυρισμός - ένσταση των εναγομένων που συνιστά και λόγο εφέσεως αυτών, ότι η αγωγή ασκείται καταχρηστικά, διότι η ενάγουσα εσκεμμένα άφησε να παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την εκτέλεση του έργου, αφού παρήλθαν τρία και πλέον έτη από τη σύναψη της σύμβασης έργου και της παράδοσης αυτού αρκετούς μήνες πριν από το θάνατο του συζύγου και πατρός τους Δ.

Χ., δεν άσκησε αυτήν κατά του ήδη αποβιώσαντος, ο οποίος ήταν αυτός, που κατ' ουσίαν και κατ' εντολήν της πρώτης των εναγομένων, είχε αναλάβει όλες τις συνεννοήσεις και τις καταβολές στην ενάγουσα, χωρίς ανάμιξη της, αλλά ασκεί τώρα αυτήν σε βάρος αυτών ως κληρονόμων του, χωρίς πλέον εκείνες να έχουν τη δυνατότητα να αντικρούσουν την αγωγή, είναι απορριπτέος κατ' αρχήν ως μη νόμιμος, καθόσον η άσκηση της αγωγής σε βάρος των κληρονόμων του αποβιώσαντος οφειλέτη αποτελεί νόμιμο δικαίωμα της ενάγουσας, η μη άσκηση δε κατά το χρόνο που ζούσε ακόμα ο αποβιώσας δεν συνιστά συμπεριφορά αντίθετη στα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, εφόσον άλλωστε οι εναγόμενες, δεν επικαλούνται ότι ο αποβιώσας έπασχε από κάποια χρόνια και ανίατη ασθένεια, την οποία πιθανόν να γνώριζε η ενάγουσα και να ανέμενε τη μοιραία επέλευση του θανάτου του προς άσκηση της αγωγής.

Σε κάθε περίπτωση η ένσταση αυτή τυγχάνει απορριπτέα και ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, καθόσον, όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας και λογιστής της ενάγουσας πριν από το θάνατο του ως άνω αποβιώσαντος Δ. Χ. δεν υπήρχε πρόβλημα στην τμηματική καταβολή της αμοιβής (σημειώνεται ότι η τελευταία καταβολή έγινε στις 24-4- 2003, πέντε περίπου μήνες πριν από τον επελθόντα θάνατο του Δ.

Χ.), όταν δε αυτός ασθένησε και για κάποιο χρονικό διάστημα μετά το θάνατο του, η ενάγουσα πράγματι δεν όχλησε ούτε τον αποβιώσαντα πριν από το θάνατο αυτού, Ούτε τη σύζυγο του μετά το θάνατο αυτού, κρίνοντας ότι και λόγω της πολύ καλής σχέσης που υπήρχε μεταξύ του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας και του αποβιώσαντος, αλλά και της προκύψασας ασθένειας και τελικώς, του επισυμβάντος θανάτου αυτού, σκόπιμο ήταν να παρέλθει εύλογο χρονικό διάστημα για την όχληση, η δε πρώτη των εναγομένων γνώριζε την ύπαρξη της οφειλής, αφού άλλωστε, όπως προκύπτει και από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως καρτέλα πελάτη της ενάγουσας, η ίδια η εναγομένη κατέθεσε τα χρήματα της πιστωθείσας αμοιβής.

Συνεπώς ο σχετικός λόγος εφέσεως, με τον οποίο οι εκκαλούσες- εναγόμενες ισχυρίζονται ότι η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος της ενάγουσας υπερβαίνει προφανώς τα α όρια που επιβάλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος αυτού, τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος. Επίσης ο ισχυρισμός- ένσταση των εναγομένων περί εξοφλήσεως της οφειλής προς την ενάγουσα, τυγχάνει απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, δεδομένου ότι το Δικαστήριο δεν πείθεται σχετικώς, από μόνη τη κατάθεση του μάρτυρος που εξετάστηκε με επιμέλεια των εναγομένων, καθόσον αυτός ουδέν γνώριζε περί της συμφωνίας των εργοδοτών με την ενάγουσα, ούτε και του ύψους των καταβολών που έγιναν προς αυτήν, αρκέστηκε δε στην αόριστη και γενικότερη κατάθεση ότι ο ίδιος ο αποβιώσας, προ του θανάτου του, του έλεγε ότι είχε εξοφλήσει κάθε οφειλή του.

Συνεπώς ο σχετικός λόγος εφέσεως με τον οποίο οι εκκαλούσες ισχυρίζονται ότι έχουν εξοφλήσει κάθε οφειλή τους προς την ενάγουσα τυγχάνει απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Τέλος το αίτημα των εναγομένων, που συνιστά και λόγο εφέσεως αυτών, να υποχρεωθεί η ενάγουσα εφεσίβλητη κατ' άρθρο 451 ΚΠολΔ να επιδείξει τα εμπορικά της βιβλία και δη το ημερολόγιο της από 26-6-2002 έως τα τέλη Απριλίου του έτους 2003, τις κοστολογήσεις και τα εκδοθέντα προς τούτο τιμολόγια και δελτία αποστολής και επικουρικώς τα χρεωστικά και πιστωτικά παραστατικά που φέρονται να έχουν εκδοθεί κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή ημερομηνίες, είναι απορριπτέο πρωτίστως ως αόριστο, διότι οι εναγόμενες δεν προσδιορίζουν επακριβώς τα έγγραφα και δεν περιγράφουν με ακρίβεια το περιεχόμενο τους, ώστε να μπορεί να κριθεί αν σχετίζονται με το συγκεκριμένο αντικείμενο απόδειξης και τούτο ανεξαρτήτως του ότι τα έγγραφα αυτά δεν είναι κρίσιμα στην παρούσα δίκη, υπό την έννοια ότι σι εναγόμενες εκκαλούσες, ανεξαρτήτως της τυχόν από την ενάγουσα εφεσίβλητη πλημμελούς τήρησης των εμπορικών της βιβλίων, δεν αμφισβητούν ούτε την κατάρτιση της σύμβασης έργου ούτε και την εκτέλεση του από την ενάγουσα και δη προσηκόντως και εμπροθέσμως.

Με τα δεδομένα αυτά οι εναγόμενες είναι υποχρεωμένες να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των 44.211,30 ευρώ ως μέρος του εργολαβικού ανταλλάγματος, ενόψει δε του ότι σι εργοδότες του έργου είχαν την υποχρέωση να καταβάλουν τη συμφωνημένη αμοιβή εις ολόκληρον έκαστος, οι δεύτερη, τρίτη και τέταρτη εξ αυτών οφείλουν την αμοιβή κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδας ...".

Υπό τα δεδομένα αυτά και με βάση τα προεκτεθέντα: 1) Ο πρώτος αναιρετικός λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 Κ.ΠολΔ), με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο ανεπιτρέπτως έλαβε υπόψν μαρτυρικές καταθέσεις στην ένδικη υπόθεση διότι η "επίδικη σύμβαση έργου" είχε εμπορικό χαρακτήρα μόνο για την αναιρεσίβλητη εργολάβο (ενώ για τους εργοδότες ήταν αστικής φύσεως) προβάλλεται απαραδέκτως, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση των δικογράφων και των προτάσεων των διαδίκων, ούτε η σύναψη ούτε το περιεχόμενο της σύμβασης αποτέλεσε εριζόμενο μεταξύ των διαδίκων ζήτημα. (2) Ο δεύτερος λόγος ( επίσης εκ του άρθρου 559 αρ. 11α Κ.Πολ.Δ), με τον οποίο υποστηρίζεται ότι ανεπιτρέπτως το Εφετείο εκτίμησε "ως δικαστικό τεκμήριο" "την καρτέλλα του λογιστηρίου της αναιρεσίβλητης εταιρίας", είναι αβάσιμος, και δη αλυσιτελής.

Τούτο δε διότι, όπως προκύπτει από την απόφαση, το Εφετείο αξιολόγησε ως αποδεικτικό μέσο την επίμαχη "καρτέλλα" μόνο κατά την ουσιαστική έρευνα (και απόρριψη) της ενστάσεως των εναγομένων περί καταχρηστικής ασκήσεως από την ενάγουσα του ενδίκου δικαιώματός της, η ένσταση όμως αυτή απορρίφθηκε από το Δικαστήριο κυρίως ως νομικά αβάσιμη, πράγμα που στηρίζει αυτοτελώς την απορριπτική κρίση και το αντίστοιχο διατακτικό της απόφασης. (3) Είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος της αιτήσεως εκ του άρθρου 559 αριθμ. 10 Κ.ΠολΔ), σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο "εδέχθη την ύπαρξιν της απαιτήσεως" της αναιρεσιβλήτου κατά των αναιρεσειουσών χωρίς απόδειξη.

Τούτο δε, διότι, όπως προκύπτει από την απόφαση, το Εφετείο σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα με βάση τις μαρτυρικές καταθέσεις και τα έγγραφα που είχαν προσκομίσει και επικαλεσθεί οι διάδικοι. (4) προβάλλεται αορίστως, και εντεύθεν απαραδέκτως ο έβδομος λόγος, σύμφωνα με τον οποίο "η πληττόμενη απόφασις, προκειμένου να απορρίψει την ένστασιν ...

περί εξοφλήσεως ... εδέχθη ότι ο ... εξετασθείς μάρτυς ... ήτο αναξιόπιστος", αφού, παρά την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ για τη θεμελίωσή του, στην πραγματικότητα μ' αυτόν πλήττεται, η ουσιαστική κρίση του Εφετείου ότι η περί εξοφλήσεως ένσταση των αναιρεσειουσών δεν αποδείχθηκε βάσιμη. Από τη διάταξη του άρθρου 450 § 2 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι εκείνος που ζητά την επίδειξη αποδεικτικού εγγράφου κατά τη διάρκεια εκκρεμούς δίκης οφείλει- για να είναι ορισμένο το αίτημά του πλην άλλων, να καθορίσει και το περιεχόμενο του αιτουμένου εγγράφου (ΑΠ 1701/2007, ΑΠ 508/1993, ΑΠ 448/1975).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείουσες υπέβαλαν, με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αίτημα επιδείξεως εγγράφων, αναφέροντας, κατά λέξιν, τα εξής: "Επειδή περαιτέρω ... δέον όπως υποχρεωθεί (η ενάγουσα) εις επίδειξιν των εμπορικών της βιβλίων και δη του ημερολογίου της ...

και δη τας εγγραφάς χρεωστικάς και πιστωτικάς από 26-6-2002 έως και τα τέλη Απριλίου 2003 (ότε και ολοκληρώθη η ανέγερσις της οικοδομής) τας αφορώσας τα επιμέρους κοστολογήσεις και τα εκδοθέντα προς τούτο τιμολόγια και δελτία αποστολής ως προς επιμέρους εργασίας της οικοδομής μας και τα καταβληθέντα υπό του συζύγου μου ποσά".

Υπό την διατύπωση αυτή το ρηθέν αίτημα ήταν όντως αόριστο, αφού δεν προσδιοριζόταν ποιο ήταν το περιεχόμενο των αιτουμένων εγγράφων, και δη αν είχαν καταχωρηθεί αυτά οι καταβολές χρημάτων στις οποίες φερόταν ότι είχε προβεί ο σύζυγος της εδώ πρώτης των αναιρεσειουσών. Ενόψει τούτων, είναι αβάσιμοι ο τέταρτος και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως ( εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ, κατά την εκτίμηση του νοηματικού τους περιεχομένου) με τους οποίους προσάπτεται στο Εφετείο ότι παρά τον νόμο απέρριψε το αίτημα για επίδειξη εγγράφων λόγω της αοριστίας του.

Τέλος, ο έκτος λόγος αναιρέσεως έχει κατά λέξιν ως εξής: «Το δευτεροβάθμιον Δικαστήριον καίτοι, απεδείχθη εκ της καταθέσεως του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εξετασθέντος μάρτυρος της αναιρεσιβλήτου, ότι αυτή, δεν εξέδιδε αποδείξεις πληρωμής δια τα εισπραχθέντα ποσά εκ του εκπλιπόντος ως άνω συγγενούς μας, παρά ταύτα και ενώ πλέον η απόδειξις του πραγματικού γεγονότος της εξοφλήσεως εμπίπτει εις την σφαίρα επιρροής της αντιδίκου εταιρείας, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατος δι' ημάς η απόδειξις του, ως φέρουσαι βάρος της αποδείξεως του κατά το άρθρον 338 Κ.

Πολ.Δ έδει συμφώνως προς την δικονομικήν αρχήν των σφαιρών επιρροής - η οποία διέπει πλέον την κοινοτικήν νομοθεσίαν - και προκειμένου να μας προστατεύσει εκ της ως άνω πραγματικής αδυναμίας αποδείξεως της ενστάσεώς μας περί εξοφλήσεως του δήθεν οφειλομένου ποσού, να μετακινήσει το βάρος αποδείξεως του εν λόγω γεγονότος εις την αντίδικον εταιρείαν καθ' ότι τούτο εμπίπτει λόγω της προαναφερθείσης αδυναμίας αποδείξεως εις την σφαίρα επιρροής της.

Πλην όμως η πληττομένη απόφασης ηρκέσθη εις την εφαρμογήν της προρρηθείσης διατάξεως, καίτοι εν προκειμένω δεν ηδύνατο αύτη να εφαρμοσθή, με αποτέλεσμα να επιρρίψει το βάρος της αποδείξεως της εξοφλήσεως του οφειλομένου ποσού, εις ημάς παρ' όλον που είχε αποβιώσει ο ως άνω συγγενής μας όστις κατέβαλε εις την αναιρεσίβλητον εταιρείαν το οφειλόμενον ποσόν και εκ ως τούτου και εν συνδυασμώ με το γεγονός ότι αυτή καθ' ομολογία της- δεν χορηγούσε αποδείξεις πληρωμής, καθίστατο αδύνατος δι' ημάς η απόδειξις της εν λόγω ενστάσεώς μας».

Με το περιεχόμενο αυτό ο ρηθείς αναιρετικός λόγος προβάλλεται αβασίμως, κυρίως διότι ερείδεται σε εσφαλμένες προϋποθέσεις. Τούτο δε, διότι υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του Εφετείου, ούτε εμπίπτει στην "σφαίρα επιρροής" της αναιρεσιβλήτου η απόδειξη των προς αυτή χρηματικών καταβολών, ούτε η πρώτη αναιρεσείουσα (που είχε εναχθεί προσωπικά και ως έχουσα την γονική μέριμνα των ανηλίκων- τότε - θυγατέρων της) ήταν υπό οποιαδήποτε έννοια "τρίτη" έναντι της αναιρεσιβλήτου, αφού είχε συμβληθεί και η ίδια μαζί της ως εργοδότρια.

Κατόπιν τούτων, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-10-2008 αίτηση της Μ. χας Δ. Χ. και της Β. Δ. Χ. για αναίρεση της 7522/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στις αναιρεσείουσες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Μαρτίου 2011 και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2011.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ