Legislator Case Law & Legislation
963/2008 AI generated

Supreme Court dismisses municipality's appeal, upholding local council's ownership of olive grove land.

Case Number 963/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the municipality's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision confirming the local council's ownership of the disputed olive grove. The local council proved continuous possession and cultivation since the late 19th century, establishing a permanent right of use that evolved into full ownership under specific Ottoman and Greek laws. Consequently, the court rejected the municipality's claim that the land remained public property, ruling in favor of the local council's title.

Legislator headnote

AI generated

Articles 3 and 78 of the Ottoman Law on Lands; Article 1 of the Law 2074/1920: Continuous possession and cultivation of land by local inhabitants since the Ottoman era establishes a permanent right of use that transforms into full ownership upon the introduction of the Greek Civil Code.

Keywords

AI generated
continuous possession olive grove ownership Ottoman land law local council title public land conversion property rights municipal appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 3 and Article 78 of the Ottoman Law on Lands
Article 1 of the Law 2074/1920
Article 49 of Law 2052/1920
Articles 101 and 104 of the Decree of 11/12.11.1929
Article 559 Section 8 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 963 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 963/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία ".....-....., που εδρεύει στην .... (.....) και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαδημητρίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βαρσάμη Γιοβανούδα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 147/2001 προδικαστική, 35/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2151/2005 προδικαστική, 2635/2006 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-1-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 26-2-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Ως πράγματα κατά την έννοια του εδαφίου 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη καίτοι προταθέντων ή η λήψη υπόψη καίτοι μη προταθέντων ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι δε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ενστάσεως.

Περαιτέρω, με το άρθρο 13 παρ. 2 του 2648/20-5-1917 δ/τος της προσωρινής Κυβέρνησης Θεσσαλονίκης, του οποίου η ισχύς επεκτάθηκε σε όλο το κράτος με το ν. 1072/1917, ορίστηκε ότι επί των εκτάσεων που είχαν αφεθεί στην κοινή χρήση, κατά το τουρκικό νόμο περί γαιών της 7 Ραμαζάν 1274 (1856) και μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι βοσκές, εξακολουθούν οι κάτοικοι να ασκούν τα δικαιώματα της χρήσεως, μέχρις ότου για τη διοίκηση των εκτάσεων αυτών προνοήσει ειδικός νόμος.

Στη συνέχεια, με το άρθρο 1 εδ. α' του ν. 2074/1920 "περί των εν ταις νέαις χώραις κοινοτικών γαιών" ορίστηκε ότι οι βοσκήσιμες γαίες που είχαν αφεθεί στην κοινή χρήση, κατά τις διατάξεις των άρθρων 94, 95, 96, 98, 99 παρ. 1, 100, 101 και 102 του πιο πάνω τουρκικού νόμου περί γαιών, καθίστανται περιουσία των συνοικισμών, υπέρ των κατοίκων των οποίων είχαν ανέκαθεν προοριστεί και παραχωρούνται στην πλήρη κυριότητα και κατοχή αυτών, που αναγνωρίζονται ως νομικά πρόσωπα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 1051/1917 το οποίο με βάση το άρθρο 2 του ν. 2074/1920 είναι εφαρμοστέο επί των ως άνω εκτάσεων, η περιουσία συνοικισμού που αναγνωρίζεται σε ιδία κοινότητα καθίσταται περιουσία της κοινότητας που θα προέλθει από το συνοικισμό αυτό. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι, από την ισχύ του ν. 2074/1920, οι κοινότητες των νέων χωρών απέκτησαν αυτοδικαίως την κυριότητα των βοσκησίμων εκτάσεων, οι οποίες είχαν ανέκαθεν αφεθεί, κατά τον τουρκικό νόμο περί γαιών στην κοινή χρήση των κατοίκων των χωριών που απετέλεσαν τις κοινότητες αυτές, έστω και αν αναγνωρίστηκαν με διαφορετικό όνομα, και ότι επομένως έπαυσε έκτοτε να υπάρχει επί των γαιών αυτών το δικαίωμα κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου ως διαδόχου του Τουρκικού.

Εν προκειμένω, με την ένδικη από 17-3-1999 αγωγή του ο αναιρεσίβλητος ζήτησε α) να αναγνωριστεί η κυριότητά του επί του περιγραφομένου σ' αυτήν ακινήτου, την οποία (κυριότητα) απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία με την από το έτος 1969 μέχρι την άσκηση της αγωγής νομή του ιδίου, συνυπολογίζοντας και τη νομή του δικαιοπαρόχου του από το έτος 1945 μέχρι την κατά το έτος 1969 γενομένη άτυπη μεταβίβαση της νομής, και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, που το κατέχει από το έτος 1998, να του το αποδώσει.

Ο αναιρεσείων (τότε εναγόμενος), με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση της αγωγής, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί μέρος ευρύτερης βοσκήσιμης γαίας, χρησιμοποιείται από την περίοδο της Τουρκοκρατίας και μετέπειτα από τους κατοίκους της Κοινότητας Ισβόρου αρχικά, μετά δε το έτος 1928 από τους κατοίκουςτης νεοϊδρυθείσας Κοινότητας ....

και ήδη Δήμου ....... Χαλκιδικής, σαν κοινόχρηστη βοσκή των ζώων των δημοτών του αλλά και με επιτήρηση και εκμετάλλευση εκ μέρους του ως λατομείου και συνεπώς περιήλθε στην ανωτέρω Κοινότητα .... τουλάχιστον από το έτος 1928, όταν αυτή συστήθηκε, δηλαδή προέβαλε ένσταση ιδίας κυριότητας, που στηρίζεται στις προαναφερθείσες διατάξεις.

Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο αφενός μεν απέρριψε, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, την ως άνω ένσταση ιδίας κυριότητας του αναιρεσείοντος, αφετέρου δε δέχθηκε, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, την ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου, με βάση τις παρακάτω παραδοχές: α) "Το επίδικο ακίνητο κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας ανήκε στην κατηγορία των "δημοσίων γαιών" και η δικαιοπάροχος του ενάγοντος Δ1 είχε αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως στο επίδικο ακίνητο και έγινε αποκλειστική κυρία αυτού" και β) "Ο ενάγων και ο δικαιοπάροχός του Ψ έγιναν κύριοι του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον καθένας απ' αυτούς νεμόταν το επίδικο ακίνητο, που ήταν επιδεκτικό χρησικτησίας από 20-5-1917, διανοία κυρίου περισσότερο από είκοσι χρόνια από της εισαγωγής (23-2-1946) του Αστικού Κώδικα".

Οι παραπάνω υπό στοιχ. α'παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αφορούν αρνητικούς της ενστάσεως ιδίας κυριότητας του αναιρεσείοντος ισχυρισμούς του αναιρεσίβλητου και συνεπώς δεν συνιστούν πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ενώ οι υπό στοιχ. β' ως άνω παραδοχές αφορούν τον αγωγικό ισχυρισμό περί κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία.

Συνεπώς, ο πρώτος από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο λήψη υπόψη των προεκτεθέντων πραγματικών περιστατικών, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 3 του Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274, του οποίου οι διατάξεις, που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως σ' αυτές, διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες, με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 147/1214, η κυριότητα των αγρών ανήκει στο δημόσιο, η παραχώρησή τους δε στους ιδιώτες γίνεται με τη χορήγηση τίτλου (ταπίου), με το οποίο παρέχεται σ' αυτούς δικαίωμα, όχι κυριότητας αλλά διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ).

Από δε το άρθρο 78 του ίδιου νόμου "περί γαιών", σε συνδυασμό προς το άρθρο 8 των οδηγιών "περί εγγράφων ταπίων" της 7 Σαμπάν 1276, συνάγεται ότι, για την κτήση του δικαιώματος εξουσιάσεως, αρκεί μόνη η πραγματική κατάσταση της κατοχής και καλλιέργειας του αγρού από εκείνον που εξουσιάζει αυτόν, για χρονικό διάστημα δέκα ετών, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, και χωρίς να απαιτείται και η έκδοση, επ' ονόματι αυτού, τίτλου (ταπίου), ο οποίος (τίτλος) είναι απλώς αποδεικτικό μέσο και όχι συστατικό στοιχείο.

Την κτήση αυτή του δικαιώματος εξουσιάσεως με δεκαετή κατοχή του αγρού, αναγνώρισε και το υπ' αριθ. 2468 διάταγμα της προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης (άρθρο 2 αυτού), το οποίο κυρώθηκε με το ν. 1072/1917, και ο νόμος 2052/1920 (άρθρο 50) εφόσον η 10ετία έχει συμπληρωθεί μέχρι 20 Μαΐου 1917. Με το άρθρο 49 του ν. 2052/1920 ορίσθηκε περαιτέρω ότι όποιος έχει δικαίωμα εξουσιάσεως αποκτά δικαίωμα πλήρους και αμετάκλητης κυριότητας κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου του κτήματος, το δε Δημόσιο δικαίωμα συγκυριότητας και συνδιακατοχής κατά το υπόλοιπο 1/5, το δικαίωμα όμως αυτό του Ελληνικού Δημοσίου, δυνάμει των άρθρων 101-104 του Δ/τος της 11/12-11-1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του Ν. 4229/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του ν. 1540/1938 περιήλθε αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών στους κατά την έναρξη ισχύος του διατάγματος αυτού συνιδιοκτήτες κατά τα 4/5 ακινήτου.

Με τη συνδρομή των άνω προϋποθέσεων το παραπάνω ακίνητο είναι περαιτέρω δεκτικό χρησικτησίας αφού οι διατάξεις του άρθρου 21 του ν.δ. της 29.4/6-5-1926 δια του οποίου απαγορεύθηκε εφεξής κάθε παραγραφή των επί κτημάτων του Δημοσίου δικαιωμάτων του, άρα και η επ' αυτών χρησικτησία τρίτων, απαγόρευση η οποία ισχύει από 11-9-1915 βάσει των ισχυσάντων έκτοτε, δυνάμει του ν.

ΔΞΗ'/1912, δικαιοστασίων, δεν έχουν εφαρμογή επ' αυτού, αφού κατά νόμο έπαψε και έχει το χαρακτήρα δημοσίου κτήματος και κατέστη ιδιωτικό. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο, που έχει έκταση 5.124,85 τ.μ. και βρίσκεται στη κτηματική περιφέρεια του Δήμου .....-...... , ήταν αγρός και περιήλθε στον ενάγοντα το έτος 1969 ατύπως από τον πατέρα του Ψ, για να αποκτήσει αυτός και η οικογένεια του αυτοτελή και ανεξάρτητη οικονομία.

Στον ανωτέρω δικαιοπάροχο του ενάγοντος είχε μεταβιβασθεί το επίδικο ακίνητο ατύπως από τη μητέρα του Δ1 το έτος 1945 για να το καλλιεργεί και συντηρεί την οικογένειά του. Από τότε αυτός μέχρι και το 1946 νεμόταν αυτό με διάνοια κυρίου και καλή πίστη και στη συνέχεια μέχρι το έτος 1969 με διάνοια κυρίου. Συγκεκριμένα επέβλεπε το επίδικο, καθάριζε και κλάδευε τα ελαιόδενδρα που υπήρχαν σ' αυτό, φύτευε νέα ελαιόδενδρα και εκμίσθωνε το επίδικο σε τρίτους και συγκεκριμένα στον κτηνοτρόφο Γ1, για τη βοσκή των ζώων του, αντί του συμφωνηθέντος μισθώματος, το οποίο κατέβαλε σ' αυτόν.

Το ως άνω ακίνητο ήταν οριοθετημένο, αφού στις άκρες του υπήρχαν πέτρες και ένας σιδερένιος πάσσαλος, έτσι ώστε να γίνεται αμέσως αντιληπτή η ύπαρξη της ιδιοκτησίας του. Στη Δ1, γιαγιά του ενάγοντος περιήλθε από κληρονομιά του πατέρα της και απώτερου δικαιοπαρόχου - προπάππου - του ενάγοντος, ο οποίος το κατείχε από την εποχή της τουρκοκρατίας και καλλιεργούσε αυτό με ελαιόδενδρα, όπως και η θυγατέρα του στη συνέχεια.

Ειδικότερα αποδείχθηκε, ότι η τελευταία κατείχε και καλλιεργούσε με ελαιόδενδρα το επίδικο συνέχεια και χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, τουλάχιστον για μια δεκαετία μέχρι το έτος 1917. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι και ο ενάγων από το έτος 1969 που, όπως προαναφέρθηκε, του το μετεβίβασε ατύπως ο πατέρας του μέχρι και το έτος 1997 κατείχε το επίδικο και ασκούσε συνέχεια σ' αυτό, όπως και οι δικαιοπάροχοί του, διανοία κυρίου τις πράξεις νομής και κατοχής που προαναφέρθηκαν.

Ειδικότερα, επέβλεπε το επίδικο, το επισκεπτόταν, κλάδευε, καθάριζε, ράντιζε τα ελαιόδενδρα, μάζευε τον καρπό τους, το εκμίσθωνε σε τρίτους για τη βοσκή των ζώων τους και συγκεκριμένα στο Γ1 κτηνοτρόφο, όπως και ο πατέρας του και εισέπραττε τα συμφωνηθέντα μισθώματα. Με βάση τα ανωτέρω, το επίδικο ακίνητο κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας ανήκε στην κατηγορία των "δημοσίων γαιών" και η δικαιοπάροχος του ενάγοντος Δ1 είχε αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως στο επίδικο ακίνητο, σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 78 του Οθωμανικού Νόμου "Περί γαιών" και στη συνέχεια, με την εισαγωγή της Ελληνικής Νομοθεσίας στις Νέες Χώρες, απέκτησε, σύμφωνα με το διάταγμα της 2468/1917 της προσωρινής κυβερνήσεως της Θεσσαλονίκης και το άρθρο 49 του ν. 2052/1920 και δικαίωμα πλήρους και αμετάκλητης κυριότητας κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου του εν λόγω επιδίκου και ακολούθως περιήλθε σ' αυτή και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου του Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με τα άρθρα 101 και 104 του διατάγματος της 11/12.11.1929 κα έγινε αποκλειστική κυρία αυτού.

Περαιτέρω, ο ενάγων και ο δικαιοπάροχός του Ψ, έγιναν κύριοι του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία καθότι καθένας από αυτούς νεμόταν το επίδικο ακίνητο, που ήταν από 20-5-1917 επιδεκτικό χρησικτησίας, διανοία κυρίου περισσότερο από είκοσι χρόνια από της εισαγωγής (23-2-1946) του Αστικού Κώδικα". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε την ένδικη διεκδικητική του επίδικου ακινήτου αγωγή του αναιρεσίβλητου.

Έτσι που έκρινε δεν παραβίασε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του εναντίου από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-1-2007 αίτηση του Δήμου ...... για αναίρεση της 2635/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ