Legislator Case Law & Legislation
963/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal where appellant withdrew appeal regarding fifth defendant and other grounds fail.

Case Number 963/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by Marble Scarli A.E. against the Second Instance Court's decision in a construction accident case. The appellant had withdrawn their appeal request specifically regarding the fifth defendant, leaving that portion of the appeal invalid. The court rejected the remaining arguments concerning the employer's liability for the worker's death and the sufficiency of the lower court's reasoning, finding the evidence clearly established the employer's exclusive fault. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 294, 295, 297, 299 of the Code of Civil Procedure; Article 216, 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal is deemed not to have been filed regarding a specific defendant if the appellant validly withdraws the appeal request concerning that defendant; all appeal grounds must be substantiated by clear facts and law, otherwise they are inadmissible.

Keywords

AI generated
withdrawal of appeal employer liability construction accident worker death legal costs Code of Civil Procedure substantive law

Cited Legislation

AI generated
Articles 294, 295, 297, 299 of the Code of Civil Procedure
Article 216, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 117 of the Code of Civil Procedure
Article 118 of the Code of Civil Procedure
Article 559, number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559, number 19 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 963 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 963/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ. και Γ. ΣΚΑΡΛΗ ΑΕ" και τον διακριτικό τίτλο "ΜΑΡΜΑΡΑ ΣΚΑΡΛΗ ΑΕ", που εδρεύει στο Αλιβέρι Ευβοίας και εκπροσωπείται νόμιμα, 2................, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Αριστοτέλη Παπαγεωργίου και Ιωάννη Βρέλλο, ο οποίος δήλωσε ότι οι αναιρεσείοντες παραιτούνται από το δικόγραφο της από 17/3/2006 αιτήσεως αναιρέσεως με τους από 16/8/2006 πρόσθετους λόγους ως προς τον 5ο αναιρεσίβλητο. Των αναιρεσίβλητων: 1.............., 2.................., 3..............,4...............,5..................,εκ των οποίων οι 1η, 2ος, 3η και 4η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταμάτη Γρύλλη, ενώ ο 5ος δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/7/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 147/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 185/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική Έδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17/3/2006 αίτησή τους και τους από 16/8/2006 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής, ανέγνωσε την από 26/2/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε: α)να θεωρηθεί ότι η αναίρεση δεν ασκήθηκε ως προς τον πέμπτο αναιρεσίβλητο και β)να απορριφθούν όλοι οι λόγοι του κύριου δικογράφου της αναιρέσεως και εκείνοι του δικογράφου των προσθέτων λόγων αυτής. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, οι αναιρεσείοντες με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως παραιτήθηκαν από το δικόγραφο αυτής, ως προς τον πέμπτο αναιρεσίβλητο, παραδεκτώς, αφού έχει επιδοθεί σ' αυτόν νομίμως το εν λόγω δικόγραφο της παραιτήσεως (βλ. την υπ'αριθ. 10872/15-11-2006 έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου στο Πρωτοδικείο Πειραιώς δικαστικού επιμελητή ..........). Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ότι η αναίρεση δεν ασκήθηκε ως προς αυτόν (άρθρα 294, 295 παρ. 1, 297, 299 ΚΠολΔ).

Επειδή, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 117 και 118 του αυτού Κώδικα, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη.

Αν το δικαστήριο δεν απορρίψει αυτή, μολονότι το δικόγραφό της σε ό,τι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την ιστορική αιτία, είναι αόριστο, αλλά προβαίνει στην κατ' ουσία εξέτασή της, παραλείπει, κατά παράβαση της ως άνω διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ, να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου και εντεύθεν, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 299, 914, 922, 926 και 932 ΑΚ, οι συγγενείς του θύματος, του οποίου ο θάνατος επήλθε συνεπεία εργατικού ατυχήματος, που οφείλεται σε πταίσμα και συνεπώς και σε οποιαδήποτε αμέλεια του εργοδότη ή των προσώπων, που ο τελευταίος έχει προστήσει στην υπηρεσία του, έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν να τους καταβάλει ο εργοδότης χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης, που υπέστησαν συνεπεία του θανάτου του εργαζόμενου συγγενούς τους, αφού ως προς την εν λόγω αξίωση αυτών ο εργοδότης δεν καλύπτεται από το ΙΚΑ.

Εξάλλου, για την κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ πληρότητα της αγωγής, με την οποία ζητείται η καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης εξαιτίας του θανάτου του εργαζόμενου από εργατικό ατύχημα, πρέπει να εκτίθεται στο δικόγραφο αυτής η ύπαρξη εργασιακής σχέσεως μεταξύ του θύματος και του υποχρέου, ο θάνατος του εργαζομένου, η συγγένεια των εναγόντων με αυτόν, η επέλευση του ατυχήματος κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, η απόδοση του ατυχήματος σε πταίσμα, δηλαδή σε οποιασδήποτε μορφής αμέλεια του εργοδότη ή των προσώπων, που αυτός έχει προστήσει στην υπηρεσία του και στην περίπτωση της ειδικής αμέλειας η μη τήρηση των ειδικών διατάξεων των ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων, αναφερομένων των συγκεκριμένων μέτρων, μέσων και τρόπων προς επίτευξη της ασφάλειας των εργαζομένων και ότι το ατύχημα δεν θα συνέβαινε χωρίς την εργασία και τις περιστάσεις εκτελέσεώς της.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ισχυρίσθηκαν με την ένδικη από 4.7.2003 αγωγή τους ότι ο υιός της πρώτης και αδελφός των δευτέρου, τρίτης και τετάρτου εξ αυτών ......... προσλήφθηκε από την πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, η οποία στο Αλιβέρι Ευβοίας διατηρεί βιοτεχνία επεξεργασίας και εμπορίας μαρμάρων, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως ανειδίκευτος εργάτης.

Ότι ο ανωτέρω συγγενής τους μαζί με το συνάδελφό του ......... απασχολείτο στις 20.12.2002 με την εκφόρτωση μαρμάρινων πλακών, που είχαν κοπεί από το προηγούμενο βράδυ και είχαν τοποθετηθεί στο ειδικό βαγόνι του τελλάρου κοπής, το οποίο παρέμεινε ανυψωμένο μετά τη διαδικασία κοπής. Ότι οι εν λόγω εργαζόμενοι έθεσαν σε λειτουργία το μηχανισμό του βαγονιού και ανέμεναν την κάθοδό του στο έδαφος, ώστε να απομακρυνθεί από τις λάμες του μηχανήματος κοπής.

Ότι το πλάτος του μαρμάρινου και τεμαχισμένου σε κάθετες πλάκες όγκου ήταν μικρότερο από το πλάτος του τελλάρου κοπής, επί του οποίου είχε τοποθετηθεί, με αποτέλεσμα να μην εφαρμόζει ο όγκος αυτός απόλυτα μεταξύ των ορθοστατών και να μη σφηνώνει ανάμεσά τους και για το λόγο αυτό πριν από την κάθοδο στο έδαφος του μηχανήματος κοπής έπρεπε, σύμφωνα με τις ασαφείς και επιπόλαιες οδηγίες της πρώτης αναιρεσείουσας και του προστήθεντος απ' αυτή στην υπηρεσία της δευτέρου εναγομένου και ήδη δευτέρου αναιρεσείοντος, να τοποθετηθούν ξύλινες οριζόντιες αντηρίδες, που να στηρίζονται στους μεταλλικούς ορθοστάτες και να ακουμπούν στο μαρμάρινο όγκο.

Ότι ο ανωτέρω συγγενής τους, ο οποίος ήταν εντελώς αδαής, άπειρος, ανειδίκευτος και ανεκπαίδευτος στην εν λόγω διαδικασία, τοποθέτησε μία ξύλινη αντηρίδα, την οποία στήριξε στο μεσαίο ορθοστάτη, με αποτέλεσμα να ακουμπήσουν οι πλάκες στην απέναντι πλευρά χωρίς να υπάρξει διάκενο, ενώ στη συνέχεια απεγκλωβίσθηκαν από τις λάμες και το βαγονέτο ακούμπησε στο έδαφος.

Ότι, κατά την εκτέλεση από τον εργαζόμενον αυτόν της ως άνω εργασίας και ενώ ο ίδιος βρισκόταν επάνω στο βαγονέτο ανάμεσα στην αντηρίδα και το μαρμάρινο όγκο με την πλάτη στραμμένη προς αυτόν, έσπασε ξαφνικά η αντηρίδα, με συνέπεια οι μαρμάρινες πλάκες να γείρουν προς την πλευρά, που υπήρχε το κενό και να τον εγκλωβίσουν επάνω στον ακραίο ορθοστάτη, πιέζοντάς τον τρομακτικά και συνθλίβοντας τον θώρακά του, εντεύθεν δε, συνεπεία του τραυματισμού του αυτού, να αποβιώσει την 7.1.2003.

Ότι στο συγκεκριμένο χώρο παρευρίσκονταν τόσο ο νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης αναιρεσείουσας όσο και ο δεύτερος αναιρεσείων με την ιδιότητά του ως μηχανολόγος και τεχνικός ασφάλειας της ομοδίκου του, πλην όμως αμφότεροι από αποκλειστική υπαιτιότητά τους παρέλειψαν α) να λάβουν τα προσήκοντα μέτρα ασφαλείας πριν την ανάθεση της εν λόγω εργασίας στον ως άνω εργαζόμενο, μολονότι γνώριζαν την επαγγελματική απειρία αυτού και την έλλειψη απ' αυτόν οποιασδήποτε σχετικής γνώσης, β) να εκπαιδεύσουν τον εργαζόμενο αυτό σε ό,τι αφορούσε την κρίση του για την ορθή τοποθέτηση των ξυλίνων αντηρίδων στους ορθοστάτες (μέγεθος αντηρίδων σε σχέση με τον όγκο, κλίση του όγκου), γ) να θέσουν στη διάθεση αυτού ισχυρές και ανθεκτικές αντηρίδες ικανές να αντέξουν στα σχετικά βάρη και δ) να χορηγήσουν στον ίδιο ιμάντες ασφαλείας για την πρόσδεση του μαρμάρινου όγκου επί των πλαγίων ορθοστατών, καθώς επίσης ο δεύτερος εξ αυτών παρέλειψε να επισημάνει τον κίνδυνο από την εκτέλεση της ως άνω εργασίας και να ανεύρει ασφαλέστερο τρόπο διενέργειας αυτής.

Ζήτησαν δε να υποχρεωθούν οι αναιρεσείοντες να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το αναφερόμενο για τον καθένα χρηματικό ποσό, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ψυχικής οδύνης, που υπέστησαν από τον κατά τα άνω επισυμβάντα θάνατο του υιού και αδελφού τους. Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή ήταν πλήρως ορισμένη, διότι περιείχε άπαντα τα απαιτούμενα κατά το νόμο ως άνω στοιχεία για τη θεμελίωσή της και συγκεκριμένα, σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελίωναν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούσαν την άσκησή της από τους αναιρεσιβλήτους κατά των αντιδίκων τους (άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ).

Επομένως, ο πρώτος, λόγος του κύριου δικογράφου της αναιρέσεως αληθώς μόνο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, ως πράγματα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, αν και προτάθηκαν, ή η λήψη υπόψη, αν και δεν προτάθηκαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι δε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ενστάσεως, ούτε οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.

ΑΠ 11/1996, 469/1984). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τους δεύτερο και έβδομο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγους του κύριου δικογράφου της αναιρέσεως και τον πρώτο του δικογράφου των προσθέτων λόγων αυτής από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση για λήψη υπόψη των ασκούντων ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και μη προταθέντων ισχυρισμών, κατά τους οποίους α) ο εργαζόμενος ..........

εισήλθε στο βαγόνι πριν ακόμη απεγκλωβισθούν οι μαρμάρινες πλάκες από τις λάμες κοπής του μηχανήματος, β) η επέλευση του θανατηφόρου ατυχήματος σ' αυτόν έλαβε χώρα κατά την τοποθέτηση από μέρους του ξυλίνων αντηρίδων στο τελλάρο κοπής των μαρμάρων πριν ακόμη φθάσει αυτό στο έδαφος και οφείλεται στο γεγονός ότι μία αντηρίδα έσπασε ξαφνικά και απροειδοποίητα και γ) η υπαιτιότητα των αναιρεσειόντων έγκειται στην ανάθεση σ' αυτόν της εκτελέσεως της ως άνω εργασίας, αν και ήταν εντελώς άπειρος και δεν είχε εκπαιδευθεί από μέρους τους, στη μη παρουσία κατά τον κρίσιμο χρόνο στο συγκεκριμένο χώρο του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης και του δευτέρου εξ αυτών και στη μη χρήση ασφαλεστέρων αντηρίδων ή άλλων μέσων (μεταλλικών ιμάντων) για τη στήριξη των μαρμάρων.

Επίσης, το Εφετείο έλαβε υπόψη για τον καθορισμό της χρηματικής ικανοποιήσεως των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ψυχικής οδύνης, που υπέστησαν από το θάνατο του ως άνω εργαζομένου υιού και αδελφού τους, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων χωρίς να προταθούν συγκεκριμένα περί αυτών πραγματικά περιστατικά.

Οι ανωτέρω ισχυρισμοί αποτελούν συμπεράσματα του Δικαστηρίου της ουσίας, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, οι προαναφερόμενοι λόγοι της αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ.11 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο του κύριου δικογράφου της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.11 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως ........., η οποία ήταν άκυρη, διότι είχε δοθεί χωρίς προηγουμένως ο εν λόγω μάρτυρας να ορκισθεί. 'Όμως, όπως προκύπτει από την ανωτέρω απόφαση, το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη και "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στο οικείο πρακτικό". Η βεβαίωση αυτή του Εφετείου ότι οι μάρτυρες των διαδίκων εξετάσθηκαν ενόρκως, που συνιστά κρίση περί πραγμάτων, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος.

Επειδή, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338, 339, 432 και 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, για να λάβει υπόψη το δικαστήριο της ουσίας και να εκτιμήσει ως αποδεικτικό μέσο κάποιο έγγραφο, δεν αρκεί το έγγραφο αυτό να είναι απλώς συνημμένο στη δικογραφία, αλλά πρέπει ο διάδικος, που το προσκομίζει, να το επικαλείται με τις προτάσεις του.

Συνεπώς, αν το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη έγγραφο, του οποίου δεν έγινε επίκληση, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ (ΑΠ 1225/1994). Τούτο ισχύει και όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη ένορκη βεβαίωση ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, ως ιδιαίτερο, κατά το άρθρο 671 παρ. 1δ ΚΠολΔ, αποδεικτικό μέσο, χωρίς να γίνει επίκληση αυτής με τις προτάσεις κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

Για να είναι δε νόμιμη η επίκληση πρέπει να γίνεται στις εν λόγω προτάσεις και επίκληση των αναγκαίων για το νόμιμο αυτής στοιχείων και συγκεκριμένα, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1δ ΚΠολΔ, ότι έγινε αυτή ύστερα από νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι ο τελευταίος παραστάθηκε με τρόπο ώστε η ακυρότητα από την έλλειψη της νόμιμης κλητεύσεως να θεραπεύεται (ΑΠ 1076/2000, ΑΠ 371/2000), καθώς επίσης να προσδιορίζονται σ' αυτές με σαφήνεια και τα λοιπά στοιχεία αυτής (ΑΠ 591/1999).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο του κύριου δικογράφου της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την υπ' αριθ. ........ ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα των αναιρεσιβλήτων ........., που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Χαλκίδας Ιωάννη Βουρδάνου μετά προηγούμενη νόμιμη κλήτευση των αντιδίκων αυτών, χωρίς να γίνει νόμιμη επίκληση αυτής.

Από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι με τις προτάσεις τους, που κατέθεσαν εμπρόθεσμα ενώπιον του Εφετείου, επικαλέσθηκαν εκτός των άλλων εγγράφων και "την υπ' αριθ. ........ ένορκη βεβαίωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Χαλκίδας Ιωάννη Βουρδάνου, η οποία πραγματοποιήθηκε κατόπιν νομίμου κλητεύσεως των αντιδίκων".

Η επίκληση της ως άνω ένορκης βεβαιώσεως είναι νόμιμη, αφού προσδιορίζεται αυτή με σαφήνεια στις προτάσεις των αναιρεσιβλήτων με τον αριθμό της, τη χρονολογία συντάξεώς της και το ονοματεπώνυμο του συντάξαντος αυτή, καθώς και το ότι έγινε μετά προηγούμενη νόμιμη κλήτευση των αντιδίκων αυτών, χωρίς περαιτέρω να απαιτείται για το ορισμένο της επικλήσεως αυτής και η αναφορά του ονοματεπωνύμου του εξετασθέντος μάρτυρα και των οικείων εκθέσεων επιδόσεως, στοιχεία τα οποία συμπλήρωσε παραδεκτώς το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του.

Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 551/191, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25.8.1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 εδ. ΕισΝΑΚ), προκύπτει ότι εργατικό ατύχημα, δηλαδή ατύχημα από βίαιο συμβάν, που επέρχεται σε εργάτη ή υπάλληλο των αναφερομένων στο άρθρο 2 του άνω Νόμου επιχειρήσεων, θεωρείται και ο θάνατος ή ο τραυματισμός του μισθωτού εξαιτίας έκτακτης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου προς τη σύσταση του οργανισμού του παθόντος, αλλά συνδεομένου με την εργασία του, λόγω της εμφανίσεώς του κατά την εκτέλεση ή με αφορμή την εκτέλεση αυτής.

Η τελευταία περίπτωση συντρέχει όταν το ατύχημα δεν αποτελεί την άμεση συνέπεια της εκτελέσεως της εργασίας, αλλά συνδέεται προς αυτή με σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως εκ του ότι, λόγω της εργασίας, δημιουργήθηκαν οι ιδιαίτερες εκείνες πραγματικές συνθήκες και περιστάσεις, που ήταν αναγκαίες για την επέλευσή του και οι οποίες δεν θα υπήρχαν χωρίς την εργασία (ΑΠ 1357/2001, ΑΠ 1078/1985).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 16 του ανωτέρω Νόμου, ο παθών από εργατικό ατύχημα του άρθρου 1 και σε περίπτωση θανάτου αυτού τα αναφερόμενα στο άρθρο 6 του ίδιου Νόμου συγγενικά του πρόσωπα δικαιούνται να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση κατά τις διατάξεις του κοινού αστικού δικαίου μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων απ' αυτόν ή όταν επήλθε σε εργασία ή επιχείρηση, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών.

Στην τελευταία περίπτωση οι εν λόγω διατάξεις πρέπει να προβλέπουν ειδικώς τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων, δηλαδή να προσδιορίζουν τους όρους αυτούς, μνημονεύοντας και συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόπους για την επίτευξή τους και δεν αρκεί να επήλθε το ατύχημα από τη μη τήρηση όρων, που επιβάλλονται από την κοινή αντίληψη, τη γενική υποχρέωση πρόνοιας (άρθρο 662 ΑΚ) και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, χωρίς να προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου (Ολ.

ΑΠ 26/1995). Εξάλλου, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 και 8β του π.δ. 17/1996, ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας, ενώ ο ίδιος, επιφυλασσομένων των λοιπών διατάξεων του αυτού διατάγματος, οφείλει, έχοντας υπόψη τη φύση των δραστηριοτήτων της επιχειρήσεώς του, να λαμβάνει υπόψη, όταν αναθέτει καθήκοντα σ' έναν εργαζόμενο, τις ικανότητες αυτού σε θέματα ασφάλειας και υγείας.

Κατά δε το άρθρο 10 παράρτημα Ι αριθ. 14.3 του π.δ. 16/1996, στις περιπτώσεις που ενδέχεται να σημειωθεί πτώση αντικειμένων από υπερκείμενες θέσεις εργασίας, στοιβαγμένα υλικά κλπ, πρέπει να λαμβάνονται κατάλληλα προστατευτικά μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου τραυματισμού των εργαζομένων. Επίσης, κατά το άρθρο 12 παρ. 1, 2 και 3 του π.δ. 17/1996, ο εργοδότης εξασφαλίζει σε κάθε εργαζόμενο κατάλληλη και επαρκή εκπαίδευση στον τομέα της ασφάλειας και της υγείας, ιδίως υπό μορφή πληροφοριών και οδηγιών επ' ευκαιρία α) της προσλήψεώς του, β) τυχόν μεταθέσεως ή αλλαγής καθηκόντων, γ) ........, δ) ..........

Η εκπαίδευση αυτή πρέπει α) να προσαρμόζεται στην εξέλιξη των κινδύνων και στην εμφάνιση νέων κινδύνων, β) να επαναλαμβάνεται, αν χρειάζεται, σε τακτά χρονικά διαστήματα. Ο εργοδότης εξασφαλίζει ότι οι εργαζόμενοι σε εξωτερικές επιχειρήσεις, που εκτελούν εργασίες στην επιχείρησή του, έχουν λάβει τις κατάλληλες οδηγίες, όσον αφορά τους κινδύνους για την ασφάλεια και την υγεία κατά τις δραστηριότητές τους στην επιχείρησή του.

Με τις ανωτέρω διατάξεις, που είναι γενικές, δεν προβλέπονται ειδικώς οι όροι ασφαλείας των εργαζομένων, δηλαδή δεν προσδιορίζονται με αυτές οι συγκεκριμένοι όροι, που πρέπει να τηρηθούν για την ασφάλεια των εργαζομένων, καθώς και τα συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόποι, που είναι απαραίτητα για την επίτευξη του σκοπού αυτού.

Τέλος, για την επιδίκαση στον παθόντα από εργατικό ατύχημα ή στα συγγενικά του πρόσωπα εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων απ' αυτόν με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915, αφού η οφειλόμενη με τους όρους του τελευταίου άρθρου αποζημίωση αφορά σε περιουσιακή ζημία και δεν εξομοιώνεται με τη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στο Ν. 551/1915 (ΑΠ 90/2003, ΑΠ 1357/2001).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Ο υιός της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και αδελφός των λοιπών εξ αυτών ......... προσλήφθηκε κατά μήνα Μάρτιο 2001 από την πρώτη αναιρεσείουσα, η οποία έχει ως επιχειρηματική δραστηριότητα την επεξεργασία και την εμπορία μαρμάρων, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως εργάτης στη βιοτεχνία αυτής.

Ο δεύτερος αναιρεσείων είχε προστηθεί από την ομόδικό του, με την ιδιότητά του ως μηχανολόγος, για να ελέγχει τα μηχανήματα και τις εγκαταστάσεις αυτής, έχοντας αναλάβει την ειδική προς τούτο υποχρέωση να δίνει οδηγίες και εντολές προς τους εργαζόμενους και να επιβλέπει για τη λήψη των ενδεικνυομένων, κατά περίπτωση, μέτρων ασφαλείας προς διαφύλαξη της υγείας και της σωματικής ακεραιότητας αυτών.

Στις 20.12.2002 είχε ανατεθεί στον άνω εργαζόμενο η εκφόρτωση μαρμαρίνων όγκων, που είχαν ήδη κοπεί από άλλους εργάτες την προηγούμενη ημέρα σε πλάκες και είχαν τοποθετηθεί στο ειδικό βαγόνι (τελλάρο κοπής), το οποίο είχε παραμείνει ανυψωμένο σε απόσταση από το έδαφος. Ο τελευταίος, συνοδευόμενος από το συνάδελφό του ........., έθεσε σε λειτουργία το μηχανισμό του βαγονιού και ανέμενε την καθέλκυση αυτού στο έδαφος, ώστε να απομακρυνθεί από τις λάμες, με τις οποίες είχε ήδη κοπεί σε πλάκες ένας μαρμάρινος όγκος.

Ο ίδιος, ενώ το εν λόγω βαγόνι βρισκόταν σε απόσταση 0,15 μ. από το έδαφος και οι λάμες δεν είχαν ακόμη απομακρυνθεί από τις κομμένες μαρμάρινες πλάκες, εισήλθε σ' αυτό, όπως συνέβαινε και τις άλλες φορές, και τοποθέτησε ξύλινες αντηρίδες σε οριζόντια θέση σε σχέση με τους τρεις μεταλλικούς ορθοστάτες, προκειμένου να ασφαλίσει τις πλάκες αυτές, ώστε μετά την απελευθέρωσή τους από τις λάμες να γείρουν κανονικά προς τους ορθοστάτες, ακουμπώντας στις ξύλινες αντηρίδες και εντεύθεν να αποφευχθεί η θραύση ή η φθορά αυτών.

Κατά την τοποθέτηση όμως των αντηρίδων έσπασε ξαφνικά και απροειδοποίητα η μία εξ αυτών, οπότε οι τεράστιου βάρους κομμένες μαρμάρινες πλάκες έγειραν αυτόματα και ανεξέλεγκτα προς την πλευρά που είχε δημιουργηθεί κενό απ' αυτό ακριβώς το σπάσιμο και εγκλώβισαν τον εν λόγω εργαζόμενο, τον οποίο πίεσαν ασφυκτικά επάνω στον αντίστοιχο ακραίο μεταλλικό ορθοστάτη, με αποτέλεσμα να συνθλιβεί ο θώρακάς του και να επέλθει ο θάνατός του στις 7.1.2003 εξαιτίας της μοναδικής αυτής ενεργού αιτίας.

Εξάλλου, ο εργαζόμενος αυτός χειριζόταν για πρώτη φορά το εν λόγω μηχάνημα κοπής μαρμάρων και, συνεπώς, ήταν εντελώς ανειδίκευτος, άπειρος και αδαής για τη σύνθετη και εξόχως επικίνδυνη ως άνω εργασία, για την οποία, σύμφωνα και με το άρθρο 12 του π.δ. 17/1996, επιβαλλόταν να είχε προηγουμένως εκπαιδευθεί από έμπειρο πρόσωπο ως προς τη λειτουργία του εν λόγω μηχανήματος προς αποφυγή των υπαρκτών κινδύνων κατά το χειρισμό του.

Την υποχρέωση αυτή είχε, εκτός από την πρώτη αναιρεσείουσα με την ιδιότητά της ως εργοδότρια, κυρίως ο δεύτερος αναιρεσείων μηχανικός, ο οποίος είχε αναλάβει ως τεχνικός ασφάλειας των εργαζομένων την εκπαίδευση αυτών στις επικίνδυνες εργασίες. Όμως, μολονότι είχε δοθεί στον εργαζόμενο αυτό η εντολή να επιληφθεί των απαιτουμένων εργασιών και χειρισμών για την κάθοδο του βαγονέτου στο έδαφος και την τοποθέτηση ξυλίνων αντηρίδων, ώστε να διαφυλαχθούν οι μαρμάρινες πλάκες από οποιαδήποτε θραύση ή φθορά, κανένας δεν φρόντισε να τον εκπαιδεύσει σχετικώς, μάλιστα δε ούτε ο νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης αναιρεσείουσας ούτε ο δεύτερος αναιρεσείων, ως επιβλέπων τεχνικός ασφάλειας του προσωπικού, δεν παρευρισκόταν τη στιγμή του ατυχήματος στο συγκεκριμένο χώρο του εργοταξίου.

Επίσης, δεν είχε προηγηθεί καμία απολύτως μέριμνα για τον εφοδιασμό των απασχολουμένων εργατών με ασφαλέστερες και πάντως όχι ξύλινες και εύθραυστες αντηρίδες και την ύπαρξη στο σημείο εκείνο μεταλλικών ιμάντων, με τους οποίους να προσδένονταν οι αντίστοιχοι μεταλλικοί ορθοστάτες για την ασφαλέστερη σταθεροποίηση των μαρμάρινων πλακών.

Οι ως άνω παραλείψεις των αναιρεσειόντων, συνεπεία των οποίων επήλθε ο τραυματισμός και συνακόλουθα ο θάνατος του εργαζόμενου αυτού, έγιναν παράνομα και υπαίτια απ' αυτούς, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914, 922, 926 ΑΚ και μάλιστα από βαρειά αμέλειά τους, καθόσον στην παρούσα υπόθεση αναδεικνύεται ιδιαίτερα μεγαλύτερη και ασυνήθως σοβαρότερη εκτροπή από την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, που έπρεπε αμφότεροι να επιδείξουν.

Εξάλλου, οι ανωτέρω παραλείψεις αυτών ήταν παράνομες, διότι, πλην και του γενικού καθήκοντος, που είχαν στη συγκεκριμένη περίπτωση, να μη ζημιώνουν κανένα υπαίτια, αντίκεινται και στις ακόλουθες κανονιστικές διατάξεις περί μέτρων ασφαλείας των εργαζομένων με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ήτοι α) στο άρθρο 12 του π.δ. 17/1996, αναφορικά με τη μη προηγηθείσα ειδική εκπαίδευση του άνω εργαζόμενου για την απόκτηση απ' αυτόν της ενδεικνυόμενης εμπειρίας, που, λόγω της πλήρους ανυπαρξίας της, οδήγησε αυτόν να τοποθετεί την ξύλινη αντηρίδα μέσα στο βαγόνι, όταν αυτό ήταν υπερυψωμένο από το έδαφος και β) στο άρθρο 7 παρ. 8β του π.δ. 17/1996 σε συνδυασμό με το άρθρο 10 παράρτημα 1 αριθ. 14.3 του π.δ. 16/1996, αναφορικά με την παράλειψη της λήψεως υπόψη από τους αναιρεσείοντες των συγκεκριμένων ικανοτήτων του εν λόγω εργαζόμενου στο ζήτημα της υγείας και της ασφάλειας αυτού, όταν του ανατέθηκαν οι ανωτέρω επικίνδυνες εργασίες, καθώς και με τη μη λήψη απ' αυτούς των καταλλήλων προληπτικών ασφαλιστικών μέτρων για την αποφυγή του τραυματισμού αυτού, όπως τη διάθεση όχι απλώς ξύλινων και εντεύθεν εύθραυστων αντηρίδων, αλλά μεταλλικών ιμάντων ή αντηρίδων κατασκευασμένων από ασφαλέστερο υλικό, με τους οποίους να δένονταν οι κομμένες μαρμάρινες πλάκες επάνω τους υφιστάμενους μεταλλικούς ορθοστάτες, ώστε να μη γείρουν κατά το χρόνο του απεγκλωβισμού τους από τις λάμες του μηχανήματος.

Έτσι, αμφότεροι οι αναιρεσείοντες είναι αποκλειστικά υπεύθυνοι του θανάσιμου τραυματισμού του εν λόγω εργαζόμενου. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη από 4.7.2003 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, ως ουσιαστικά βάσιμη. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τούτο τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, το Εφετείο, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του και κρίνοντας κατά τον άνω μνημονευόμενο τρόπο, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων εφαρμογής των εν λόγω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι πλήρες και σαφές στα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ζητήματα της ελλείψεως της ενδεικνυόμενης εμπειρίας και της μη εκπαιδεύσεως του ως άνω εργαζόμενου ως προς την εκτέλεση της εν λόγω εργασίας, του τρόπου επελεύσεως του ατυχήματος κατά το χρόνο απεγκλωβισμού των μαρμάρινων πλακών από τις λάμες του μηχανήματος, της αιτίας της θραύσεως της αντηρίδας και της υπάρξεως αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της επελεύσεως του ατυχήματος και της υπαίτιας συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων.

Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι του κύριου δικογράφου της αναιρέσεως, καθώς και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως, κατά τα δεύτερο και τρίτο μέρη του, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Θεωρεί ότι η αίτηση αναιρέσεως δεν ασκήθηκε ως προς τον πέμπτο αναιρεσίβλητο.

Απορρίπτει την από 17-3-2006 αίτηση των ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Κ. και Γ. Σκαρλή Α.Ε." κλπ για αναίρεση της υπ'αριθμ. 185/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (μεταβατικής έδρας Χαλκίδας).

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Απριλίου 2007.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 3 Μαΐου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ