Legislator Case Law & Legislation
962/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on jurisdiction and omitted claim grounds, ruling appeals inadmissible under Civil Procedure Code.

Case Number 962/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision, rejecting arguments regarding jurisdiction and omitted claims. The court held that the appeal on jurisdiction was inadmissible because the Court of Appeal correctly exercised its substantive jurisdiction despite differing from the first-instance court's classification. Furthermore, the claim that the Court of Appeal omitted to hear the appellants' appeal arguments was rejected as legally unfounded since those arguments were already considered during the appeal proceedings. Consequently, the appeal was rejected, the security deposit was forfeited, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(5) and 559(9) of the Code of Civil Procedure; An appeal on jurisdiction is inadmissible if the appellate court correctly exercises substantive jurisdiction, and an appeal based on omitted claims fails if the appellate court properly considered the arguments raised in the appeal.

Keywords

AI generated
appeal on jurisdiction omitted claims substantive jurisdiction Civil Procedure Code legal costs inadmissible appeal appeal arguments

Cited Legislation

AI generated
Articles 246, 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(5) of the Code of Civil Procedure
Article 559(9) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 3/1991
Supreme Court 30/1995
Supreme Court 1477/2013
Supreme Court 25/2003
Supreme Court 869/2018
Supreme Court 323/2017
Supreme Court 54/2017

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 962 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 962/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη -Εισηγήτρια Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 18η Δεκεμβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Ε… Α…, 2.Χ… Α…, 3.Γ… Α…, 4.Μ… Α… , 5. Β… Α… , 6. Χ… Χ… . Η 1η αναιρεσείουσα παραστάθηκε … … , οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από την ίδια πληρεξούσια δικηγόρο Ελένη Αυγερινού-Φαλίδα.

Του αναιρεσίβλητου : Γ… Β… , κατοίκου … … , που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Βασιλείου Φαλαγκαράκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-3-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3753/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεσε προς εκδίκαση στο αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, 200/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-1-2019 αίτησή τους και τους από 31-1-2019 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου να απορριφθούν, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 15-1-2019 αίτηση και οι από 31-1-2019 πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της 200/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών πρέπει να ενωθούν και συνεκδικαστούν, γιατί έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα246,573παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 5 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας, εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον, όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, συνιστάμενο σε παραδοχή καθ' ύλην αναρμοδιότητας αυτού του ίδιου και, επομένως, τέτοιος λόγος δεν ιδρύεται όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρίνει εσφαλμένα ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην για την εκδίκαση της υπόθεσης (βλ.

Ολ. ΑΠ 3/1991, Ολ. ΑΠ 30/1995, ΑΠ 1477/2013). Σ' αυτήν την τελευταία περίπτωση δεν ιδρύεται ούτε ο από τον αριθ. 1 ή από τον αριθ. 19, του ως άνω άρθρου 559 λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται στην πλημμέλεια της εκ μέρους του ίδιου δικαστηρίου ευθείας ή εκ πλαγίου παραβίασης κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, διότι οι περί της καθ' ύλην αρμοδιότητας διατάξεις είναι όχι του ουσιαστικού αλλά του δικονομικού δικαίου, τούτο δε, δεν αλλάζει εκ του ότι το εν λόγω δικαστήριο την κρίση του περί της αναρμοδιότητας του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την έχει τυχόν στηρίξει σε παρεμπίπτουσα κρίση σχετική με ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται στο αναιρετήριο ότι επίσης παραβιάστηκε, αφού τελικά με την απόφαση εκείνου δεν επιλύεται τίποτε άλλο παρά μόνο το δικονομικό ζήτημα του ποιο είναι το για τη συγκεκριμένη υπόθεση καθ' ύλην αρμόδιο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 1476/2017, ΑΠ 1477/2013, ΑΠ 257/2001, πρβλ.

Ολ. ΑΠ 1/2000). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφουν προκύπτουν τα εξής. Με την από 10-3-2015 (αριθ. κατ. δικ. 998/2015 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες εξιστορούσαν ότι είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 55% η πρώτη και κατά ποσοστό 9% εξ αδιαιρέτου καθένας από τους λοιπούς (ενάγοντες) του περιγραφομένου στην αγωγή οικοπέδου, που βρίσκεται στο Δήμο … … και ότι με τα υπ'αριθ.

… /… -1998 και … /… -1998 εργολαβικά προσύμφωνα του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Στασινοπούλου ανέθεσαν στον εναγόμενο την ανέγερση πολυώροφης οικοδομής επί του οικοπέδου τους με το σύστημα της αντιπαροχής. Ως εργολαβικό αντάλλαγμα συμφωνήθηκε η μεταβίβαση στον εναγόμενο ή σε τρίτους που αυτός θα υποδείκνυε ποσοστό κυριότητας, 602/1000 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου που αντιστοιχούσε στις περιγραφόμενες στο σχετικό όρο του εργολαβικού οριζόντιες ιδιοκτησίες.

Με την από … -1998 καταγγελία τους κατήγγειλαν την συμβατική τους σχέση, λόγω παραβάσεως των συμφωνηθέντων, και ζήτησαν την άμεση απομάκρυνση του εναγομένου από το ακίνητο τους, αυτός όμως, παρέμεινε στο ακίνητο και αποπεράτωσε την οικοδομή τον Ιανουάριο του 2001 και προέβη σε εκμίσθωση έξι (6) οριζοντίων ιδιοκτησιών της οικοδομής, καθώς και στην κατάρτιση προσυμφώνου πωλήσεως για δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες μαζί με αποθήκη και θέση στάθμευσης.

Η πολυώροφη οικοδομή που ανεγέρθηκε στο οικόπεδο των εναγόντων είναι αυθαίρετη και αποκλείεται η σύσταση εμπραγμάτων δικαιωμάτων και οροφοκτησίας σ'αυτήν, όπως κρίθηκε με την 5224/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την σχετική αγωγή του εναγομένου κατ'αυτών για καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως για την υπογραφή σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας.

Ο εναγόμενος με την ως άνω συμπεριφορά του απέβαλε τους ενάγοντες από τη συννομή και συγκατοχή τους στο οικόπεδο τους και υπέστησαν ζημία συνολικού ποσού 1.777.185 ευρώ, η οποία συνίσταται στην αξία που θα είχε το ακίνητο τους εάν δεν είχε κατασκευασθεί η παράνομη και αυθαίρετη οικοδομή, περιόρισαν όμως το ποσό της αποζημίωσής τους στο ποσό των 34.382,82 ευρώ, που αντιστοιχεί στη ζημία που υπέστησαν από τη μείωση της εμπορικής αξίας του ακινήτου τους κατά ποσοστό 93%.

Μετά το ιστορικό αυτό ζήτησαν Α) 1)να αναγνωρισθεί η συγκυριότητα, συννομή και συγκατοχή τους κατά ποσοστό 55% εξ αδιαιρέτου για την πρώτη και κατά ποσοστό 9% εξ αδιαιρέτου για τους λοιπούς επί του ως άνω αναφερομένου ακινήτου και επί των οριζοντίων ιδιοκτησιών που ανεγέρθηκαν επ'αυτού και 2) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους αποδώσει τη συννομή τους επί των επιδίκων ακινήτων κατά τα ως άνω ιδανικά τους μερίδια Β) να τους καταβάλει το συνολικό ποσό των 421.065,36 ευρώ κατά τα ιδανικά μερίδια καθενός ήτοι το ποσό των 231.585,94 ευρώ στην πρώτη και το ποσό των 37.895,88 ευρώ στον καθένα από τους λοιπούς για την κακόπιστη κάρπωση των ωφελημάτων από τα μισθώματα των έξι συμβάσεων μισθώσεων και από το τίμημα των δύο προσυμφώνων πώλησης που κατάρτισε νομιμοτόκως Γ)να τους καταβάλει κατά τα ιδανικά τους μερίδια το ποσό των 34.832,83 ευρώ ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστησαν από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του, ήτοι να καταβάλει το ποσό των 19.158,05 ευρώ στην πρώτη και το ποσό των 3.134,95 ευρώ σε καθένα από τους λοιπούς νομιμοτόκως και να γίνουν έτσι δεκτές η διεκδικητική αγωγή εκ του άρθρου 1094 ΑΚ και οι σωρευόμενες αγωγές εκ των άρθρων 1098 και 1099 ΑΚ, αντίστοιχα.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η 3753/2015 απόφαση, με την οποία το δικαστήριο, αφού έκρινε με βάση τις αναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου ότι η ένδικη αγωγή κατά το πρώτο κύριο αίτημα έχει το χαρακτήρα αγωγής περί αποβολής από τη συννομή, λόγω αντιποίησης αυτής, κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθύλην και παρέπεμψε την αγωγή στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, στην εξαιρετική αρμοδιότητα του οποίου υπάγεται κατ' άρθρο 16 περ. 13 ΚΠολΔ, τόσο ως προς το κύριο αίτημα, όσο ως προς τα λοιπά σωρευόμενα αιτήματα, ως έχοντα γενεσιουργό αιτία την προσβολή της νομής.

Κατά την παραπεμπτικής αυτής απόφασης άσκησαν έφεση οι ενάγοντες, παραπονούμενοι για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ζητώντας την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης και την παραδοχή της αγωγής τους. Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους αυτής 200/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.

Ειδικότερα, το Εφετείο, αφού εκτίμησε το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, με βάση το ιστορικό και τα αιτήματα αυτής και σύμφωνα με τις αναφερόμενες στην απόφαση νομικές διατάξεις ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου, έκρινε ως προς την αρμοδιότητα τα ακόλουθα: "Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 700 ΑΚ "ο εργοδότης έχει δικαίωμα έως την αποπεράτωση του έργου να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση.

Αν γίνει καταγγελία, οφείλεται στον εργολάβο η συμφωνημένη αμοιβή, αφαιρείται όμως απ'αυτήν η δαπάνη που εξοικονομήθηκε από τη ματαίωση της σύμβασης καθώς και ό,τιδήποτε άλλο ωφελήθηκε ο εργολάβος από άλλη εργασία του ή παρέλειψε με δόλον να ωφεληθεί" από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, αν γίνει καταγγελία από τον εργοδότη της συμβάσεως μισθώσεως έργου πριν από την περάτωση του έργου, οφείλεται στον εργολάβο ολόκληρη η συμφωνημένη αμοιβή, δηλαδή, εκείνη που θα παρεχόταν σ'αυτόν, αν δεν μεσολαβούσε η καταγγελία και περατωνόταν το έργο, εφόσον δεν υπάρχουν λόγοι περιορισμού της αμοιβής από τους αναφερόμενους στην εν λόγω διάταξη ειδικούς λόγους έκπτωσης, που μπορούν να προβληθούν κατ'ένσταση από τον εργοδότη.

Η επερχόμενη με την καταγγελία του εργοδότη λύση της συμβάσεως έργου δημιουργεί αυτομάτως αμοιβαίες υποχρεώσεις, για μεν τον εργοδότη να καταβάλει στον εργολάβο ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή του, εφόσον δεν υπάρχουν λόγοι περιορισμού αυτής με τους προτεινόμενους κατ'ένστασή του ειδικούς λόγους έκπτωσης από το άρθρο 700 εδ.β ΑΚ, για δε τον εργολάβο να παραδώσει το εκτελεσθέν από αυτόν τμήμα του έργου στον εργοδότη, ως οφειλόμενη συμβατική αντιπαροχή του, η μη εκπλήρωση της οποίας δικαιολογεί την άρνηση πληρωμής της αμοιβής του από τον εργοδότη, κατ'εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 374- 378 ΑΚ.

Ειδικός λόγος ασκήσεως από τον εργοδότη της αγωγής περί νομής κατά του εργολάβου μπορεί να ανακύψει σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 982, 987 και 989 ΑΚ, αν ο εργολάβος, προκειμένου περί ακινήτου εκδήλωσε μεταστροφή της βούλησής του να κατέχει ως αντιπρόσωπος του εργοδότη (δυνάμει της μεταξύ αυτών συμβατικής σχέσης) το ακίνητο επί του οποίου εκτελείται το έργο, αντιποιούμενος δικό του δικαίωμα νομής και περιήλθε αυτό σε γνώση του αντιπροσωπευομένου εργοδότη (ΑΠ 1617/2009 δημ Νόμος, Γεωργιάδη- Σταθόπουλου Αστικός Κώδιξ Ερμηνεία κατ'άρθρον, υπ'άρθρο 700 σημ 4.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 987 ΑΚ ο νομέας που αποβλήθηκε παράνομα από τη νομή έχει δικαίωμα να αξιώσει την απόδοσή της από αυτόν που νέμεται επιλήψιμα απέναντι του. Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 16 παρ.13 του ΚΠολΔ (όπως η παρ. 13 προστέθηκε με το άρθρο 3 παρ.2β του ν. 2207/1994) στην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων υπάγονται ακόμη και αν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς υπερβαίνει τις 250.000 ευρώ, οι διαφορές από προσβολή της νομής ή κατοχής κινητών ή ακινήτων.

Στην προκειμένη περίπτωση η με το ιστορούμενο περιεχόμενο και αιτήματα αγωγή υπάγεται, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας στην εξαιρετική αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου , καθότι πρόκειται για αγωγή του εργοδότη κατά του εργολάβου που κατέχει τα επίδικα ακίνητα και δεν τα αποδίδει, μολονότι λύθηκε η μεταξύ τους συμβατική σχέση μίσθωσης έργου κατόπιν καταγγελίας, του εργοδότη, ενεργώντας έτσι εναντίον της βούλησης του νομέως (εργοδότη) και μη συμμορφούμενος στις νόμιμες υποχρεώσεις του, οπότε προσβάλλεται η νομή του εργοδότη επί των επιδίκων.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ'ύλην και παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και, συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικώς αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι της έφεσης με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η κρινόμενη έφεση". Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις αναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 982,987, 700 ΑΚ και των δικονομικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 16 περ. 13 ΚΠολΔ, καθώς και εκείνων των άρθρων 1094, 1098 και 1099 ΑΚ, κρίνοντας εσφαλμένα ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ήταν αναρμόδιο καθ' ύλην και, αντίστοιχα ότι αρμόδιο ήταν το Μονομελές Πρωτοδικείο,

διότι πρόκειται για διαφορά από την προσβολή της νομής, περίπτωση που όμως, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, δεν συντρέχει, αφού η ένδικη αγωγή είχε χαρακτήρα κατά το πρώτο κύριο αίτημα διεκδικητικής αγωγής, οι δε λοιπές σωρευόμενες αγωγές, αποζημιωτικό χαρακτήρα, υπαγόμενη, στο σύνολο της στη αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου στο οποίο και εισήχθη . Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που συνίσταται στο ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ήταν αναρμόδιο καθ' ύλην και αντίστοιχα, ότι αρμόδιο ήταν το Μονομελές Πρωτοδικεί, διότι πρόκειται για διαφορά από την προσβολή της νομής, που όμως κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, δεν συμβαίνει, όπως παραπάνω, παραβιάζοντας εκ πλαγίου τις ίδιες ως άνω και στο πρώτο λόγο διατάξεις ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου.

Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι, σύμφωνα με τις προδιαλαμβανόμενες διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 5 ΚΠολΔ και όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, προεχόντως, απαράδεκτοι, διότι το Εφετείο δεν έκρινε περί της δικής του καθύλην αναρμοδιότητας, αλλά περί της αναρμοδιότητας του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ώστε και αν ακόμη εσφαλμένα έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση δεν ήταν καθύλην αρμόδιο δεν ιδρύεται ο λόγος από το άρθρο 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά ούτε και οι λόγοι από τους αριθ.,1 και 19 του ίδιου άρθρου που στηρίζεται στην πλημμέλεια της εκ μέρους του ίδιου δικαστηρίου ευθείας ή εκ πλαγίου παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου , αφού οι περί της καθύλην αρμοδιότητας διατάξεις είναι δικονομικού δικαίου, χωρίς τούτο να αλλάζει εκ του ότι το εν λόγω δευτεροβάθμιο δικαστήριο την κρίση του περί της αναρμοδιότητας του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την έχει στηρίξει σε παρεμπίπτουσα σχετική κρίση με ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα ή κανόνων ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάστηκαν.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 εδ β ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όπως και ο λόγος της έφεσης, που περιέχει ισχυρισμό παραδεκτό νόμιμο και ορισμένο, όπως και παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολ.

Α.Π. 11/1996, ΑΠ 812/2018). Δεν αποτελούν, έτσι, πράγματα κατά την παραπάνω έννοια οι αρνητικοί της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμοί και οι συνιστώντες επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 25/2003), ούτε τα πραγματικά περιστατικά, που επικαλείται ο ενάγουν προς θεμελίωση της υλικής αρμοδιότητας του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνει την αγωγή (ΑΠ 1476/2017).

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και λόγο έφεση, και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π.25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν ή στην περίπτωση που αυτό τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΟλΑΙΊ 11/1996,ΑΠ 812/2018,ΑΠ 545/2019).

Με τους τρίτο λόγο αναίρεσης και πρώτο πρόσθετο λόγο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη: α) με τον τρίτο λόγο αναίρεσης στο ότι "στο διατακτικό της προσβαλλόμενης δεν περιλαμβάνεται διάταξη που να απορρίπτει τους αναλυτικά αναφερόμενους λόγους έφεσης, σχετικά με τους προβληθέντες με την αγωγή αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, αλλά αναφέρεται ότι απορρίπτει ουσιαστικά την έφεση, δηλαδή, με "συλλήβδην" απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμων των σχετικών λόγων της έφεσής με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα" β) με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, κατ'εκτίμηση, ότι δεν έλαβε υπόψη τους λόγους έφεσης και τους με αυτούς προταθέντες ισχυρισμούς που διαλαμβάνονταν στην αγωγή για όλες τις σωρευθείσες αξιώσεις τους, ούτε τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονταν στην αγωγή για την θεμελίωση των αιτημάτων τους και της αρμοδιότητας του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, με συνέπεια, λόγοι της μη λήψης υπόψη αυτών να οδηγηθεί στην εσφαλμένη κρίση ότι η ένδικη αγωγή έχει χαρακτήρα αγωγής από την προσβολή της νομής και υπάγεται στην εξαιρετική αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, ο μεν τρίτος λόγος αναίρεσης και ο πρώτος πρόσθετος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος, προεχόντως, ως απαράδεκτοι, διότι οι επικαλούμενες πλημμέλειες δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια που προεκτέθηκε, ο δε πρώτος πρόσθετος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος, ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως το περιεχόμενο αυτής προκτέθηκε, προκύπτει ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη όλους τους προβαλλόμενους λόγους έφεσης, το περιεχόμενο της αγωγής και τους με αυτή προταθέντες ισχυρισμούς, σε συνδυασμό με τα αγωγικά αιτήματα, πλην όμως έληξε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρούν ως ορθό οι αναιρεσείοντες, κρίνοντας ότι πρόκειται για διαφορά από την προσβολή της συννομής και, συνεπώς, ότι οι εξ αυτής διαφορές υπάγονται στην εξαιρετική αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, στο οποίο εισήχθη η ένδικη αγωγή.

Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται, μόνον, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ο εν λόγω αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αδίκαστη, όχι οποιαδήποτε αίτηση των διαδίκων, αλλά μόνο εκείνη που εισάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (ΟλΑΠ 25/2003).

Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως, αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής κατά τα διάφορα αυτών αιτήματα και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση, όχι όμως και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 869/2018, ΑΠ 323/2017, ΑΠ 54/2017).

Με το δεύτερο πρόσθετο λόγο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο άφησε "αδίκαστη αίτηση" και, ειδικότερα, άφησε αδίκαστους τους λόγους έφεσης, σχετικά με τις σωρευθείσες στη διεκδικητική τους αγωγή παρεπόμενες αξιώσεις απόδοσης ωφελημάτων και αποζημίωσης, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή τους.

Ο λόγος αυτός, είναι κατά τα προεκτεθέντα, απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού δεν ιδρύεται αν αφέθηκαν αδίκαστοι λόγοι έφεσης. Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος λόγος ως πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβλήθηκε σωρευτικά με άλλες αιτιάσεις στον αμέσους παραπάνω πρώτο πρόσθετο λόγο, και είναι αβάσιμος.? Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠοΛΔ, όπως ισχύει και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες που ηττήθηκαν, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, κατά το νόμιμο αίτημα του (άρθρα 176,183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-1-2019 αίτηση των Ε… Α… κλπ και τους από 31-1-2019 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 200/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ