Legislator Case Law & Legislation
962/2017 AI generated

Supreme Court rejects interpretation request as it concerns non-binding reasoning not affecting the operative part of the decision.

Case Number 962/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed an anonymous bank's request to interpret a prior ruling regarding the scope of a stay order in insurance liquidation proceedings. The appellant argued the decision bound all creditors, but the court found the reasoning regarding this point was merely supplementary and did not affect the operative part of the judgment. Consequently, the court ruled that no legal interpretation was possible because the disputed reasoning did not constitute a binding resolution of the case's legal issues.

Legislator headnote

AI generated

Articles 316 and 580 of the Code of Civil Procedure; Interpretation of a judgment is limited to clarifying the operative part and binding reasoning, excluding supplementary or non-binding arguments that do not affect the legal resolution of the case.

Keywords

AI generated
judicial interpretation binding precedent insurance liquidation stay order supplementary reasoning code of civil procedure operative part

Cited Legislation

AI generated
Article 316 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 12a(5) of Law 400/1970

Cited Case Law

AI generated
Case 688/2005
Case 234/2016

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 962 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 962/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη - Εισηγητή, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, προκειμένου να αποφανθεί για την ερμηνεία της 336/2016 απόφασης του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου, μετά την από 20-11-2016 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρεία" μεταξύ:

Της αιτούσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Λάλα.

Της καθής η αίτηση: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που τελεί υπό ασφαλιστική εκκαθάριση, εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα από τον εκκαθαριστή της Γ. Ρ., εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Βλαχογιάννη.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 316 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 ιδίου Κώδικα, αν η απόφαση είναι διατυπωμένη με τρόπο που γεννά αμφιβολίες ή είναι ασαφής, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος, να την ερμηνεύσει με νέα του απόφαση έτσι πού η έννοια της να γίνει αναμφίβολη, η ερμηνεία όμως δεν μπορεί ποτέ να αλλάξει το διατακτικό της αποφάσεως που ερμηνεύεται.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά την ερμηνεία της αποφάσεως του, περιορίζεται στην επεξήγηση της αληθούς έννοιας, ήτοι στον καθορισμό των αόριστων και στην αποσαφήνιση των ασαφών σημείων του διατακτικού της ή και των αιτιολογιών της, εφόσον οι τελευταίες επέχουν θέση διατακτικού, χωρίς όμως να αλλάξει το διατακτικό της αποφάσεως του.

Ειδικότερα, οι αναιρετικές αποφάσεις είτε της Ολομέλειας είτε των τμημάτων του Αρείου Πάγου ναι μεν δεν είναι δεκτικές εκτελέσεως, ούτε παράγουν δεδικασμένο, ωστόσο παράγουν ενδοδιαδικαστική δέσμευση, αφού, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ, οι αποφάσεις αυτές δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν.

Επομένως, μόνο το περιέχον λύση των ζητημάτων αυτών μέρος του αιτιολογικού τους υπόκειται σε ερμηνεία. Κατά την ερμηνεία, τέλος, αναζητείται η βούληση των δικαστών, που εξέδωσαν την ερμηνευόμενη απόφαση, με βάση τα στοιχεία γενικά της δίκης. Εξάλλου, ούτε από την παρατεθείσα ούτε από οποιαδήποτε άλλη διάταξη προβλέπεται χρονικός περιορισμός για την υποβολή της σχετικής (περί ερμηνείας αποφάσεως) αιτήσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αιτούσα ζητεί, ενόψει της αναφερόμενης αιτιολογίας που περιέχεται στην 336/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, να ερμηνευθεί αυτή, ώστε να καταστεί σαφές, αν η απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως, που είχε ασκήσει κατά της 410/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και η συνακόλουθη αποδοχή της ανακοπής της καθής η αίτηση για την ακύρωση πράξεων εκτελέσεως, και ειδικότερα της κατασχέσεως ενυπόθηκου ακινήτου, είναι η έννομη συνέπεια μόνο της αναστολής των ατομικών διώξεων των πιστωτών της ή επιπρόσθετα και της κατάλυσης του εμπράγματου προνομίου της αιτούσας έναντι των ασφαλισμένων της καθής από και διά της θέσεως της υπό ασφαλιστική εκκαθάριση. Η αίτηση είναι νόμιμη, σύμφωνα προς τη διάταξη που αναφέρεται στη μείζονα σκέψη, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.

Από τα έγγραφα που προσκομίζει και επικαλείται η αιτούσα-αναιρεσείουσα προκύπτουν τα ακόλουθα: Η καθής - αναιρεσίβλητη άσκησε την από 6-2-2012 ανακοπή κατά της αναιρεσείουσας με αίτημα την ακύρωση: α) της από 23-1-2012 επιταγής προς πληρωμή της δεύτερης προς μερική ικανοποίηση απαιτήσεώς της από ομολογιακό δάνειο, για την οποία είχε εκδοθεί διαταγή πληρωμής ποσού 300.000 ευρώ, η οποία και είχε αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, και β) της .../3-2-2012 εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Λ.

Σ., που επιβλήθηκε σε ακίνητο της αναιρεσίβλητης, στο οποίο η αναιρεσείουσα είχε εγγράψει προσημείωση υποθήκης, που τράπηκε σε υποθήκη για το ως άνω ποσό. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκαν αρχικά η 3187/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε την ανακοπή, και στη συνέχεια, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους της ανακόπτουσας, η 410/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε τις ως άνω πράξεις εκτελέσεως.

Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε αίτηση αναιρέσεως η ήδη αιτούσα και εκδόθηκε επ' αυτής η 336/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως. Η εν λόγω απόφαση, υιοθετώντας τόσο την παλαιότερη (ΑΠ 688/2005), -στην οποία άλλωστε γίνεται παραπομπή-, όσο και τη νεότερη νομολογία του Αρείου Πάγου (ΑΠ 234/2016), δέχθηκε ότι από τη διάταξη ιδίως του άρθρου 12α παρ. 5 του ν.δ. 400/1970 συνάγεται ότι η θεσπιζόμενη με αυτήν αναστολή καταλαμβάνει όλους, ανεξαιρέτως τους δανειστές της υπό εκκαθάριση ασφαλιστικής επιχειρήσεως και συνεπώς δεν επιτρέπεται η κατάσχεση των οποιουδήποτε χαρακτήρα περιουσιακών της στοιχείων, ακόμη και αν προέρχεται από εκείνους που διαθέτουν επ' αυτών των στοιχείων εμπράγματη ασφάλεια, χωρίς βέβαια να επέρχεται από την εν λόγω αναστολή απώλεια του εμπράγματου χαρακτήρα της αντίστοιχης απαιτήσεως κατά τη διεξαγωγή της εκκαθαρίσεως.

Στην αιτιολογία της απόφασης αναφέρεται ότι η αναστολή αυτή υπηρετεί τον πρωταρχικό σκοπό και τη βασική αρχή που διέπει το σύνολο των διατάξεων του ν.δ.400/1970, την προστασία δηλαδή των ασφαλισμένων της υπό εκκαθάριση τελούσας ασφαλιστικής επιχειρήσεως, και περαιτέρω πλεοναστικά αναφέρεται ότι στους σκοπούς αυτούς περιλαμβάνεται και η εξασφάλιση της προνομιακής τους ικανοποιήσεως έναντι των απαιτήσεων των λοιπών δανειστών, ακόμη και αν οι απαιτήσεις τους είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένες.

Όμως η αναφορά της τελευταίας αυτής αιτιολογίας είναι εξ ολοκλήρου πλεοναστική, και δεν ασκεί καμμία επιρροή στο διατακτικό της, εφόσον το αντικείμενο της δίκης περιοριζόταν στο κύρος της κατασχέσεως που είχε επιβάλει η αιτούσα στο ενυπόθηκο ακίνητο της καθής και όχι στην ύπαρξη και το κύρος αυτής καθεαυτής της υποθήκης στο ακίνητο τούτο.

Ως εκ τούτου η πλεοναστική αυτή κρίση του δικαστηρίου δεν επηρεάζει την έκταση της ενδοδιαδικαστικής δεσμεύσεως που επάγεται η ως άνω απόφαση, εφόσον δεν αφορά στο αντικείμενο της δίκης και στο νομικό πρόβλημα που επέλυσε. Επομένως, δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση ερμηνείας της και πρέπει η υπό κρίση αίτηση να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί η αιτούσα, ως ηττώμενη διάδικος (άρθρο 176 ΚΠολΔ), στη δικαστική δαπάνη της καθής, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζοντας κατ' αντιμωλία των διαδίκων.

Απορρίπτει την αίτηση.

Καταδικάζει την αιτούσα στη δικαστική δαπάνη της καθής και την ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ