Supreme Court dismisses appeal against insurance contract ruling due to lack of evidence and proper reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the insurance company's appeal against the lower court's finding of an employment relationship. The court determined that the appellate court had properly evaluated all submitted evidence, including witness testimony and official certificates, rather than accepting facts without proof. Consequently, the appeal was dismissed as unfounded because the lower court's decision was based on a complete evidentiary record.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 1 no. 1, 10, 11 C.P.D.; An appeal is inadmissible when the appellate court correctly evaluates all submitted evidence and explicitly states that it considered all relevant documents.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 962 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 962/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πήτα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Φ. Β. του Δ., κατοίκου ..., 2) Φ. Κ. του Θ., κατοίκου ... 3) Α. Μ. του Φ., κατοίκου ... και 4) Α. Ο. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αριστείδη Καζάκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-7-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 330/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5175/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-9-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 7-3-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. (Α) Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη υπαγωγή. Περαιτέρω, κατά τον αριθ. 19 του αυτού ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Tο κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες, ενώ ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών.
Δηλ. μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. (Β) Aπό τις διατάξεις των άρθρων 648 και 652 ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 Π.Υ.Σ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρ. 38 ΕισΝΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές.
Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξάρτησης, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεων και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία ως εξαρτημένη (Ολ.ΑΠ 28/2005).
Η ανωτέρω σύμβαση διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, κυρίως ως προς το ότι με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης.
Σε κάθε περίπτωση την μίσθωση έργου χαρακτηρίζει η έλλειψη εξάρτησης από τον κύριο του έργου, αφού ο εργολάβος έχει την πρωτοβουλία στην εκτέλεση αυτού, επιλέγοντας το χρόνο και τον τρόπο εκτέλεσής του μέσα στις συμβατικές προθεσμίες, χωρίς να υποχρεούται να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες και εντολές του κυρίου του έργου, μη υποκείμενος στον έλεγχό του.
Περαιτέρω, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας (ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών) ή έργου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίδουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός ως κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26 § 3 και 87 § 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και προκύπτουν στην συνέχεια και από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση που ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα που έδωσαν στην έννομη σχέση τα συμβαλλόμενα μέρη, η δυνατότητα δε του ορθού νομικού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ.ΑΠ 7/2011).
Εξάλλου, ο ασφαλιστικός σύμβουλος, που είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο, κατά το άρθρο 16 του ν.1569/1985, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 του ν. 2170/1993, μελετά την αγορά, παρουσιάζει και προτείνει λύσεις ασφαλιστικής κάλυψης των αναγκών των πελατών με ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή ασφαλιστικών πρακτορείων ή μεσιτών, με βάση σύμβαση, έναντι προμηθείας, για την πρόσκτηση εργασιών.
Ο ασφαλιστικός σύμβουλος δεν έχει δικαίωμα υπογραφής ασφαλιστηρίων. Η σχέση που συνδέει τον ασφαλιστικό σύμβουλο με την ασφαλιστική επιχείρηση ή τον ασφαλιστικό πράκτορα ή το μεσίτη ασφαλίσεων είναι σύμβαση έργου. Η ιδιότητα του ασφαλιστικού υπαλλήλου, κατ' άρθρο 19 § 3 ν. 1569/1985, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθ. 14 ν. 2170/1993, είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του ασφαλιστικού συμβούλου.
Η αμέσως παραπάνω διάταξη δεν απαγγέλλει ρητώς ακυρότητα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας που καταρτίζεται μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρείας και του μισθωτού της, ο οποίος παράλληλα έχει την ιδιότητα του ασφαλιστικού συμβούλου, ενώ ούτε από τον συναγόμενο από την ερμηνεία της ως άνω διάταξης σκοπό, που συνίσταται στην αποφυγή σύγχυσης των καταναλωτών, μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα ότι η ρύθμιση αυτή αποβλέπει στην επαγωγή ακυρότητας της σύμβασης εργασίας, πράγμα άλλωστε που θα ήταν αντίθετο με το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και της συμμετοχής στην οικονομική ζωή της χώρας (άρθρο 5 § 1 του Συντάγματος, ΑΠ 905/2012, 1038/2011 1040/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: (1) Με την ένδικη από 29-7-2008 (και με αριθ. κατ. 4051/2008) αγωγή τους στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, οι αναιρεσίβλητες εξέθεσαν, ότι η αναιρεσείουσα εναγομένη, η αρχική επωνυμία της οποίας "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" μετεβλήθη σε "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" την 20-12-2002 με απόφαση της έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της, υπεισήλθε σε όλες τις έννομες σχέσεις της εταιρείας "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΖΩΗΣ & ΥΓΕΙΑΣ" (ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΑΕΖΥ) ως καθολικός διάδοχος αυτής λόγω συγχώνευσης με απορρόφησή της από την εναγομένη, η οποία (απορρόφηση) εγκρίθηκε με την ίδια ως άνω απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, ότι με ψευδεπώνυμες συμβάσεις έργου ασφαλιστικού συμβούλου αορίστου χρόνου, και τα επ' αυτών ταυτόχρονα "παραρτήματα - ειδικούς όρους συμβάσεων έργου" ως παρεπόμενα και αναπόσπαστα μέρη των ως άνω κύριων συμβάσεων έργου, που συνήψαν με την ως άνω ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία "Αγροτική ΑΑΕΖΥ" (καθολική διάδοχος της οποίας είναι λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση η υπεισελθούσα στην θέση της εναγομένη Αγροτική Ασφαλιστική Ανώνυμη Εταιρεία), αλλά και με την εναγομένη ειδικά, κατά τις εκεί διακρίσεις, και συγκεκριμένα (α) η 1η ενάγουσα την 1-4-1997 (την πρώτη σύμβαση έργου ασφαλιστικού συμβούλου και το επ' αυτής παράρτημα κ.λπ.
με την "Αγροτική ΑΑΕΖΥ") και την 1-6-1997 (νέα σύμβαση έργου με την ΑΑΑΕΖΥ και την εναγομένη) (β) η 2η ενάγουσα την 5-7-1994 (σύμβαση έργου ασφαλιστικού συμβούλου) και την 1-1-1996 (νέα σύμβαση έργου και επ' αυτής παράρτημα κ.λπ.), ενώ με αυτήν είχε συνάψει ήδη από το Νοέμβριο του 1993 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για την παροχή υπηρεσιών ασφαλιστικής υπαλλήλου αυτής, ουδόλως επηρεασθείσα στην λειτουργία της από τις ως άνω συμβάσεις έργου (γ) η 3η την 1-4-1996 και εκ νέου την 5-8-2002 (μετά την παραίτησή της την 18-11-1999) και πάλι την 25-7-2003 και (δ) η 4η την 1-1-1996, και τα αντίστοιχα σε κάθε περίπτωση παραρτήματα κ.λπ., ανέλαβαν τυπικά την υποχρέωση να μεσολαβούν μεταξύ της εταιρείας και του κοινού για την σύναψη ασφαλίσεων ζωής στις περιφέρειες Σερρών, Θεσσαλονίκης, Κοζάνης και Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα, ότι οι συμβάσεις αυτές χαρακτηρίσθηκαν από την εναγομένη ως συμβάσεις έργου προς αποφυγή της εφαρμογής της εργατικής νομοθεσίας, ενώ στην πραγματικότητα αυτές ήσαν εξαρχής γνήσιες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και οι ενάγουσες απασχολούνταν από την αρχή ως γραμματείς στα γραφεία πώλησης που διατηρεί στις ως άνω πόλεις, αντίστοιχα, για την εξυπηρέτηση και κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της, υπό συνθήκες προσωπικής, νομικής, λειτουργικής και οικονομικής εξάρτησης, οι δε συμβάσεις έργου ασφαλιστικού συμβούλου δεν λειτούργησαν ποτέ ουσιαστικά στην πράξη και παρέμειναν μόνο τυπικά σε ισχύ, ότι ειδικότερα (α) η εναγομένη ασκεί, διά του εκάστοτε προϊσταμένου του οικείου γραφείου πώλησης, εποπτεία κα έλεγχο στην εργασία τους σε σχέση με τον τρόπο, τόπο και τον χρόνο παροχής της, παρέχει σχετικές οδηγίες και λαμβάνει όλες τις αποφάσεις τις σχετικές με την εκτέλεση των καθηκόντων τους και ελέγχει την συμμόρφωσή τους με τις δοθείσες εντολές (β) από την πρώτη ημέρα της απασχόλησής τους στεγάζονται στις εγκαταστάσεις της αντιδίκου τους, εργάζονται σε δικά της γραφεία, χρησιμοποιούν τις δικές της τηλεφωνικές γραμμές και όλες τις εγκαταστάσεις και τον εξοπλισμό της, χωρίς περιορισμό ή δική τους επιβάρυνση, ενώ αυτή διατηρεί το δικαίωμα να τις κατανέμει στα επιμέρους γραφεία -υποκαταστήματά της και να τις μετακινεί σ' αυτά ανάλογα με τις ανάγκες της (γ) είναι υποχρεωτική η καθημερινή παρουσία τους στο αντίστοιχο γραφείο πώλησης, ενώ το ωράριο εργασίας τους, όπως παρατίθεται αναλυτικά για κάθε μία, καθορίζεται από τον διευθυντή του γραφείου ανάλογα με τον φόρτο εργασίας (δ) η απουσία τους από την εκτέλεση των καθηκόντων τους καθίσταται δυνατή μόνο ύστερ' από χορήγηση άδειας αναψυχής, μετά από υποβολή σχετικού αιτήματος στους προϊσταμένους τους, η έγκριση του οποίου απόκειται στην διακριτική τους ευχέρεια, ενώ οι 1η, 2η και 3η απ' αυτές είχαν ζητήσει και λάβει άδειες κύησης και λοχείας, κατά τα εκεί αναφερόμενα διαστήματα, κατά την διάρκεια των οποίων, όπως και των λοιπών αδειών, καταβάλλονταν οι μηνιαίες αποδοχές τους, ότι από την αρχή της απασχόλησής τους κάλυπταν με την εργασία τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, παρέχοντας τις υπηρεσίες τους ως γραμματείς στα αντίστοιχα ως άνω γραφεία αυτής, με ενδεικτικές αρμοδιότητες και κύρια καθήκοντά τους, κατά σύνοψη των αναλυτικά αναφερομένων στην αγωγή, τον προγραμματισμό των ραντεβού και την υποδοχή των πελατών, την επιμέλεια της αλληλογραφίας της εταιρείας, την ενημέρωση του πρωτοκόλλου εισερχομένων - εξερχομένων εγγράφων, την αρχειοθέτηση, την επικοινωνία με τους ασφαλισμένους και τις κεντρικές υπηρεσίες της εταιρείας, την δακτυλογράφηση, την παραλαβή δικαιολογητικών από συνεργάτες και πελάτες, την τήρηση αντιγράφων, την αποστολή αποζημιώσεων, μεταβολών και αιτήσεων ασφάλισης, την ενημέρωση των συνεργατών και του Διευθυντή για τυχόν συναντήσεις, εκπαιδεύσεις και λοιπές εκκρεμότητες, τον εφοδιασμό του γραφείου με αναλώσιμα υλικά κ.λπ., υπό τις οδηγίες πάντοτε και εντολές των αρμοδίων προϊσταμένων τους, ότι το αντικείμενο της παρεχομένης απ' αυτές εργασίας και οι συνθήκες παροχής της δεν διαφοροποιείται από το αντικείμενο και τις συνθήκες παροχής της εργασίας των μονίμων υπαλλήλων της εταιρείας, οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες γραμματέως με τα ίδια ακριβώς καθήκοντα, ενώ περαιτέρω γενικά είναι ενταγμένες πλήρως στην οργανωτική δομή της εναγομένης, ότι από το 2001 και η 3η απ' αυτές από τον Αύγουστο του 2002 αμείβονται με μηνιαίο μισθό ύψους 633,9 ευρώ, ότι με βάση τις αναφερόμενες εκεί οικείες ΣΣΕ η εναγομένη τους οφείλει για διαφορές νομίμων αποδοχών, επιδόματα εορτών και αδείας και λοιπά επιδόματα, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 μέχρι την άσκηση της αγωγής (καθόσον οι πριν από την ημερομηνία αυτή αξιώσεις τους έχουν παραγραφεί), τα αναλυτικά παρατιθέμενα για κάθε μία ποσά, με βάση δε τα περιστατικά ζήτησαν ν' αναγνωρισθεί ότι (α) ανήκουν στο τακτικό υπαλληλικό προσωπικό της εναγομένης και τις συνδέει με αυτήν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου, άλλως αορίστου, χρόνου και (β) η εναγομένη οφείλει σ' αυτές τα εκεί αναφερόμενα ποσά για τις παραπάνω αιτίες με βάση την σύμβαση, άλλως και επικουρικά σε περίπτωση ακυρότητας, για οποιονδήποτε λόγο, της σύμβασης κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Με τον με στοιχ. Α' λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από τους αριθ. 8 και 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ προβάλλεται ότι με το προεκτεθέν περιεχόμενο η ένδικη αγωγή είναι απολύτως αόριστη, καθόσον με αυτή οι αναιρεσίβλητες ενάγουσες "ζητούσαν να αναγνωρισθεί ότι οι συμβάσεις έργου που είχαν καταρτίσει με την εταιρεία...
ήταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας... Υποστήριζαν ακόμα ότι εκτός από την σύμβαση εργασίας... διατηρούσαν παράλληλα και σύμβαση ασφαλιστικού συμβούλου. Δεν αναφέρουν όμως στην αγωγή ούτε πόσο χρόνο από την ημερήσια απασχόλησή τους στα γραφεία της εταιρείας δαπανούσαν για τη διεκπεραίωση εργασιών ασφαλιστικού συμβούλου, ούτε και πόσα εισοδήματα είχαν από την παράλληλη ενασχόληση" και ότι το Εφετείο Αθηνών που δεν ερεύνησε την προταθείσα από την αναιρεσείουσα εναγομένη ένσταση αοριστίας, την οποία όφειλε να ερευνήσει και αυτεπάγγελτα, παρά το νόμο (α) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και (β) δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω της αοριστίας της.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος κατ' αμφότερα τα σκέλη του ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο σαφές περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, (κύρια) βάση αυτής είναι ότι οι μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις ήταν εξαρχής συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και ότι οι ενάγουσες στα πλαίσια τέτοιων συμβάσεων απασχολήθηκαν στην εναγομένη, αμειβόμενες με μηνιαίο μισθό για την εργασία τους αυτή, ενώ οι συμβάσεις (έργου) ασφαλιστικών συμβούλων δεν λειτούργησαν στην πραγματικότητα ποτέ και παρέμειναν τυπικά σε ισχύ.
Εξάλλου, η αγωγή κατά την ως άνω (κύρια) βάση της από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι (ορισμένη και) νόμιμη, ερειδομένη κατά τα προεκτεθέντα στις παραπάνω διατάξεις, αφού αναλυτικά εκτίθενται σ' αυτήν, ως άνω, οι ειδικότερες υπηρεσίες που παρείχαν οι ενάγουσες στην εναγομένη και τα περιστατικά εξάρτησής τους απ' αυτήν, ενώ, όπως προαναφέρθηκε, η παράλληλη ιδιότητα του ασφαλιστικού συμβούλου που είχαν τυπικά οι ενάγουσες, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν συνεπάγεται ακυρότητα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αυτών ως ασφαλιστικών υπαλλήλων, ως εκ τούτου δε πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο με στοιχ.
Β' λόγος αναίρεσης κατά το συναφές περί του αντιθέτου μέρος, από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, του με αριθ. 1 σκέλους αυτού. (2) Το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας επί της ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων, ύστερα από έφεση της αναιρεσείουσας εναγομένης κατά της 330/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δέχθηκε αυτήν κατ' ουσίαν, με την προσβαλλομένη 5175/2011 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι οι αναιρεσίβλητες ενάγουσες στις 1-4-1997, 5-7-1994, 1-4-1996 και 1-1-1996 αντίστοιχα συνήψαν με την εταιρεία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΥΓΕΙΑΣ - ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΑΕΖΥ", η οποία από 31-12-2002 συγχωνεύθηκε με απορρόφηση από την αναιρεσείουσα εναγομένη, έγγραφη σύμβαση διορισμού παραγωγού ασφαλίσεων, σύμφωνα με την οποία ανέλαβαν την ευχέρεια (κατά την κρίση τους) μεσολάβησης μεταξύ της εταιρείας και του κοινού για την σύναψη ασφαλίσεων ζωής, με αμοιβή ποσοστό επί των συμβάσεων, ότι στις 1-4-1997, 1-1-1996, 1-4-1996 και 1-4-1996 αντίστοιχα κατάρτισαν εγγράφως νέα σύμβαση που επιγράφεται "παράρτημα -ειδικός όρος σύμβασης έργου", με την οποία συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα "Συμφωνείται ότι η ασφαλιστική σύμβουλος (ενν.
οι ενάγουσες) πέραν των αναφερομένων στους λοιπούς όρους της προαναφερθείσας σύμβασης έργου, καθηκόντων και λοιπών υποχρεώσεών της αναλαμβάνει επιπρόσθετα και το ακόλουθο έργο, που αποσκοπεί στην ποιοτική και ποσοτική ανάπτυξη των ασφαλιστικών εργασιών της εταιρίας. Το πρόσθετο αυτό έργο συμφωνείται ρητά ως παρεπόμενο σε σχέση με το κύριο, που είναι η διαμεσολάβηση στην σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων ζωής.
α) Την παροχή κάθε εξυπηρέτησης ασφαλιστικής φύσεως προς τους συμβαλλομένους και ασφαλισμένους της εταιρίας καθώς και την εξυπηρέτηση των ασφαλιστηρίων που αποτελούν το χαρτοφυλάκιο παραγωγής του γραφείου στο οποίο ανήκει ως ασφαλιστική σύμβουλος, ήτοι την ενημέρωση για την λειτουργία των ασφαλιστηρίων, παροχή διευκρινίσεων και πληροφοριών για τους ασφαλισμένους κινδύνους και τις περιεχόμενες καλύψεις ή βελτιώσεις καλύψεων, παρακολούθηση εφαρμογής της διαδικασίας εμπρόθεσμης καταβολής των ασφαλίστρων, άμεση προώθηση αναγγελίας ζημιών και γενικά συνεννόηση με πελάτες και την εταιρία για την υλοποίηση των όρων των ασφαλιστηρίων, την ταχεία καταβολή των αποζημιώσεων, την ενημέρωση πελατών για νέα προϊόντα, άμεση πληροφόρηση της εταιρείας για τυχόν υποδείξεις ή παράπονα των πελατών κ.λπ.
β) Σε συνεργασία με τον επικεφαλής συντονιστή - υπεύθυνο του γραφείου στο οποίο ιεραρχικά υπάγεται (ενν. οι ενάγουσες) να φροντίζει ενδεικτικά για την ενημέρωση των ασφαλιστικών συνεργατών του γραφείου στα νέα προϊόντα, τη βελτίωση του παρεχομένου στους πελάτες service, την εξυπηρέτηση των πελατών κ.λπ. Και γ) Κάθε γενικά άλλη πράξη ή ενέργεια προς βελτίωση και ανάπτυξη, ποιοτική και ποσοτική, του χαρτοφυλακίου παραγωγής του γραφείου, στο οποίο ανήκει (ενν.
οι ενάγουσες). Το παραπάνω έργο θα εκτελείται από την αντισυμβαλλομένη (ενν. τις ενάγουσες) χωρίς αυτή να υπόκειται κατά την εκτέλεσή του σε συγκεκριμένο ωράριο ή άλλες δεσμεύσεις, αλλά κατά την κρίση της, με σκοπό να επιτυγχάνεται το μεγαλύτερο (ποιοτικά και ποσοτικά) κάθε φορά αποτέλεσμα. Ειδικά και αποκλειστικά για το παραπάνω παρεχόμενο πρόσθετο παρεπόμενο έργο, η ασφαλιστική σύμβουλος θα αμείβεται ως ακολούθως:
Α. Εάν ενταχθεί στη δύναμη πωλήσεων νέου γραφείου της εταιρίας θα αναλαμβάνει μετά από προηγούμενη γραπτή απόφαση της διεύθυνσης πωλήσεων, ως προκαταβολή έναντι προμηθειών -αμοιβών, ποσοστό επί της νέας ετησιοποιημένης παραγωγής εισπραχθέντων από την εταιρία καθαρών ασφαλίστρων του γραφείου. Ο έλεγχος της νέας ετησιοποιημένης παραγωγής εισπραγμένων καθαρών ασφαλίστρων του γραφείου, θα γίνεται εντός τριμήνου μετά τη λήξη κάθε ετήσιας χρήσης και αναλόγως θα προσδιορίζεται και οριστικοποιείται η κατά τα παραπάνω συμφωνηθείσα αμοιβή της ασφαλιστικής συμβούλου.
Τυχόν χρεωστικό υπόλοιπό της θα συμψηφίζεται με τις αμέσως επόμενες αμοιβές της, τυχόν δε πιστωτικό υπόλοιπο θα της καταβάλλεται αμέσως από την εταιρία. Β. Εάν ενταχθεί σε ήδη υπάρχον γραφείο, ή από το δεύτερο χρόνο εάν είχε ενταχθεί σε νέο γραφείο, θα αμείβεται όπως παραπάνω και μετά από γραπτή απόφαση της διεύθυνσης πωλήσεων θα μπορεί επί πλέον να λάβει ποσοστό ετησίως επί του εν ισχύι σε ασφάλιστρα χαρτοφυλακίου παραγωγής του γραφείο, όπως το χαρτοφυλάκιο διαμορφώνεται στο τέλος της προηγούμενης ετήσιας χρήσης.
Μέχρι τη λήξη της ετήσιας χρήσης και τον επακριβή προσδιορισμό της δικαιούμενης αμοιβής της μπορεί να λαμβάνει έναντι αυτής τμηματικές μηνιαίες προκαταβολές. Εάν προκύπτει χρεωστικό υπόλοιπο θα συμψηφίζεται με τις επόμενες αμοιβές της, τυχόν σε πιστωτικό υπόλοιπο θα της καταβάλλεται άμεσα και εντός τριμήνου από τη λήξη της ετήσιας χρήσης", ότι στα πλαίσια των ως άνω συμβάσεών τους οι ενάγουσες κυρίως και πρωτευόντως προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στην εναγομένη ασκώντας τα αναφερόμενα στην δεύτερη σύμβαση (παράρτημα) καθήκοντα, ενώ η σχέση της ασφαλιστικής παραγωγού είχε εντελώς παρακολουθηματικό και δευτερεύοντα χαρακτήρα σε σχέση με την κύρια εργασία τους, ότι συγκεκριμένα (α) τοποθετήθηκαν σε υποκαταστήματα κλάδου ζωής της εναγομένης, η 1η στις Σέρρες, η 2η στην Θεσσαλονίκη, η 3η στην Κοζάνη και η 4η στην Θεσσαλονίκη, χάριν δε του επιδιωκομένου από την εναγομένη επιχειρηματικού σκοπού της βελτίωσης και ανάπτυξης, ποιοτικής και ποσοτικής, του χαρτοφυλακίου παραγωγής, στο οποίο ανήκαν, εκτελούσαν τα καθήκοντα του τηλεφωνικού κέντρου, φρόντιζαν για την αλληλογραφία, είχαν την επικοινωνία με τα άλλα γραφεία, ενημέρωναν για τα τρέχοντα ζητήματα τους ασφαλιστές, εξυπηρετούσαν τους πελάτες ασφαλισμένους, είχαν την ευθύνη οργάνωσης των εγγράφων του γραφείου (αρχειοθέτηση κ.λπ.), την διεκπεραίωση των εγγράφων (φωτοτυπίες), τηρούσαν πρωτόκολλο και καταστάσεις εισπραττομένων και ανείσπρακτων ασφαλίστρων, έκαναν τις εξωτερικές εργασίες με τις τράπεζες, τηρούσαν κατάσταση με τα έξοδα του γραφείου και γενικά ήταν επιφορτισμένες με την γραμματειακή υποστήριξη του γραφείου (β) την εργασία τους αυτή παρείχαν υπό τις εντολές και τις οδηγίες του εκάστοτε διευθυντή (συντονιστή) του υποκαταστήματος της εναγομένης, στο οποίο υπηρετούσαν, αλλά και υπό την εποπτεία της κεντρικής υπηρεσίας της εναγομένης, σε συγκεκριμένο 8ωρο ημερησίως, δηλ.
κατά τις ώρες λειτουργίας του γραφείου, που ήταν από 09.00' έως 14.00' και από 17.30' έως 20.30', καθημερινά από Δευτέρα έως Παρασκευή, ειδικότερα δε οι ως άνω διευθυντές της εναγομένης, οι οποίοι ήταν μόνιμοι υπάλληλοι αυτής, είχαν το δικαίωμα να δίνουν εντολές και οδηγίες στις ενάγουσες αναφορικά με τα συγκεκριμένα καθήκοντα που θα ασκεί κάθε μία και τον τρόπο άσκησής τους, τον τόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών τους (ήτοι στο κατάστημα που είχαν τοποθετηθεί και καθόλες τις ώρες λειτουργίας του) και οι τελευταίες υποχρεούνταν να συμμορφώνονται με αυτές, καθώς και να ασκούν εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσής τους προς τις οδηγίες αυτές, ενώ εξάλλου η αμοιβή τους για την εργασία τους αυτή συνίστατο σε ορισμένο και σταθερό ποσό μηνιαίως, ανεξαρτήτως του αποτελέσματος της εργασίας τους, ότι σύμφωνα με τα παραπάνω η παροχή των προαναφερομένων υπηρεσιών των εναγουσών προς την εναγομένη έχει την μορφή σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία είναι ανεξάρτητη και διάφορη της αρχικής σύμβασης του ασφαλιστικού πράκτορα και δεν επάγεται ακυρότητα της σύμβασης αυτής κατ' άρθ. 19 § 3 ν. 1569/1985, ότι τόσο η "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΥΓΕΙΑΣ - ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΑΕΖΥ", όσο και η καθολική διάδοχός της εναγομένη ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ ήταν η πρώτη και είναι η δεύτερη θυγατρικές ανώνυμες εταιρείες της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία κατείχε και κατέχει την πλειοψηφία των μετοχών του εταιρικού κεφαλαίου τους (ποσοστό άνω του 51%) και ελέγχονται άμεσα απ' αυτήν, ότι, εφόσον η εναγομένη και η δικαιοπάροχός αυτής, ως θυγατρικές εταιρείες της Αγροτικής Τράπεζας, υπάγονται ως προς την πρόσληψη προσωπικού στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, δεν ήταν δυνατόν να συναφθεί έγκυρη σύμβαση εργασίας χωρίς τις διατυπώσεις και τις διαδικασίες του ν. 2190/1994 (στο πεδίο εφαρμογής του οποίου υπάγεται η εναγομένη και η δικαιοπάροχός της), ως εκ τούτου δε οι συμβάσεις εργασίας των εναγουσών δεν είναι έγκυρες, εφόσον δεν τηρήθηκαν για την σύναψη αυτών οι προβλεπόμενες από το ν. 2190/1994 διαδικασίες και μετά από έγκριση του ΑΣΕΠ, και επομένως οι ενάγουσες συνδέονται με την εναγομένη με απλή σχέση εργασίας (για την οποία δεν απαιτείται η τήρηση των διατυπώσεων και της διαδικασίας του ν. 2190/1994) και έχουν όσα δικαιώματα απορρέουν απ' αυτήν, η εναγομένη δηλ.
οφείλει κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, σύμφωνα με την επικουρική βάση της αγωγής, ν' αποδώσει σ' αυτές την αμοιβή που θα κατέβαλλε αναγκαίως με έγκυρη σύμβαση εργασίας σε πρόσωπα με τις ικανότητες και τα προσόντα αυτών, μη λαμβανομένων υπόψη των επιδομάτων που προσιδιάζουν στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού, ότι σύμφωνα με τις υποχρεωτικές κηρυχθείσες από 21-6-2002, 22-7-2004, 18-5-2006 και 25-5-2007 ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις ολόκληρης της χώρας που είναι θυγατρικές τραπεζών, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τ' αναφερόμενα σ' αυτές μισθολογικά κλιμάκια και επιδόματα, οι ενάγουσες δικαιούνται για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 31-12-2008 τα εκεί ποσά ως μηνιαίο βασικό μισθό, ότι αντί του εκάστοτε νομίμου αυτού μισθού τους η εναγομένη κατέβαλλε σε κάθε μία απ' αυτές, καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα, το (κατώτερο αυτού) ποσό των 633,9 ευρώ μηνιαίως (και 7.606,8 ευρώ ετησίως) και επομένως οφείλει σ' αυτές την προκύπτουσα διαφορά, καθώς και τα εκεί ποσά για μη καταβληθέντα επιδόματα εορτών και αδείας, και συνολικά για τις αιτίες αυτές το ποσό των 21.338,7 ευρώ σε κάθε μία ενάγουσα.
Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή κατά την κύρια βάση της (ότι οι ενάγουσες συνδέονται με την εναγομένη με έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας) και είχαν επιδικασθεί εξ ολοκλήρου τα ζητηθέντα χρηματικά ποσά, απέρριψε αυτήν και δέχθηκε ενμέρει την αγωγή κατά την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αναγνωρίζοντας ότι η εναγομένη οφείλει σε κάθε μία ενάγουσα το ως άνω ποσό των 21.338,7 ευρώ κ.λπ.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεχθέν δηλ. ότι η παροχή των ως άνω υπηρεσιών των εναγουσών προς την εναγομένη έχει, καταρχήν, την μορφή συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας και δη αορίστου χρόνου (τις οποίες στην συνέχεια έκρινε άκυρες, ως άνω) και ότι αυτές είναι ανεξάρτητες και διάφορες των αρχικών συμβάσεων ασφαλιστικού συμβούλου (έργου), που δεν συνεπάγονται ακυρότητα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 174, 648, 652 ΑΚ, 6 α.ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθ. 38 ΕισΝΑΚ, μη τιθεμένου ζητήματος παραβίασης, ευθέως ή εκ πλαγίου, της διάταξης του άρθ. 5 του Συντάγματος, αφού αυτή δεν ήταν εφαρμοστέα) και επομένως πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου λόγοι αναίρεσης, με στοιχ.
Β', κατά τα λοιπά, κατ' αμφότερα τα με αριθ. 1 και 2 σκέλη του ως προς όλες τις συναφείς αιτιάσεις από τους αριθ. 1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, ο αυτός δε λόγος ως απαράδεκτος, καθόσον μέρος του πλήττει ευθέως την εκτίμηση των αποδείξεων και την ουσία της υπόθεσης (άρθ. 561 § 1 ΚΠολΔ), με στοιχ. Γ' ως προς όλα τα σκέλη του, επίσης από τις ίδιες διατάξεις, με τον οποίο αποδίδεται ειδικότερα παραβίαση και των διατάξεων των άρθ. 19 ν. 1569/1985 και 361 ΑΚ, με στοιχ.
ΣΤ' κατά το σχετικό σκέλος του από τον αριθ. 19 του ως άνω άρθρου, με το οποίο αποδίδεται ότι το Εφετείο χωρίς αιτιολογίες δέχθηκε ότι οι ενάγουσες δικαιούνται τις μηνιαίες αποδοχές που καθορίζονται από τις οικείες ΣΣΕ, και με στοιχ. Ζ', ως προς όλα τα σκέλη του και τις περιεχόμενες σ' αυτά αιτιάσεις από τους αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τις οποίες προβάλλεται ότι το Εφετείο απορρίπτοντας "την ένσταση περί ασυμβιβάστου...
της ιδιότητας του ασφαλιστικού συμβούλου και άρα περί ακυρότητας... της υπαλληλικής σχέσεως... παραβίασε τόσο την διάταξη του άρθ. 174 ΑΚ, όσο και του άρθ. 19 του ν. 1569/1985", ευθέως και εκ πλαγίου, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η ιδιότητα του ασφαλιστικού συμβούλου δεν επηρεάζει την σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αυτού ως ασφαλιστικού υπαλλήλου και δη δεν συνεπάγεται ακυρότητα αυτής.
ΙΙ. Κατά τον αριθμό 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η παρά το νόμο μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν λόγο αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, με την έννοια δε αυτήν "πράγματα" αποτελούν και οι λόγοι έφεσης (ή αντέφεσης) που αφορούν τέτοιους ισχυρισμούς όχι, όμως και οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής κ.λπ., αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των περιστατικών που θεμελιώνουν την αγωγή κ.λπ.
Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον κρίσιμο ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και στην ουσία εκ των πραγμάτων με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον με στοιχ.
Δ' λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και κατά ένα μέρος με τον με στοιχ. ΣΤ' λόγο αυτής από την ως άνω διάταξη προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη τα προταθέντα απ' αυτήν και με λόγους της έφεσής της "πράγματα", δηλ. καταλυτικούς της αγωγής ισχυρισμούς και ενστάσεις της, και ειδικότερα ότι (α) οι δύο υφιστάμενες ως άνω συμβάσεις της εναγομένης με τις ενάγουσες αποτελούν και τυπικά και στην ουσία μία ενιαία σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών (β) η αποκληθείσα σύμβαση εργασίας, όχι μόνο δεν προσδιόριζε καθόλου "υπαλληλικές" εργασίες και ρητά εξαιρούσε τέτοιες εργασίες, αλλά προσδιόριζε ειδικά συγκεκριμένο έργο (γ) η ως άνω σύμβαση εργασίας έθετε στόχους (συγκεκριμένη παραγωγή ασφαλιστηρίων συμβολαίων), η μη επίτευξη του 70% των οποίων οδηγούσε χωρίς άλλο στην καταγγελία της σύμβασης αυτής (δ) οι ενάγουσες δεν υπάγονταν στον κανονισμό εργασίας των υπαλλήλων (της) και δεν είχαν κανένα πλεονέκτημα ή υποχρέωση εξ αυτού, αλλ' αντίθετα η σχέση τους με την εταιρεία ρυθμιζόταν από τον Κανονισμό των πωλήσεων, ενώ εξάλλου επί πολλά έτη δεν είχαν ενταχθεί στο βαθμολόγιο των υπαλλήλων, δεν εξελίσσονταν και δεν αμείβονταν όπως οι υπάλληλοι και ουδέποτε διεκδίκησαν εξώδικα ή δικαστικά τα υποτιθέμενα δικαιώματά τους, ούτε είχαν υποβάλει σχετικό αίτημα κ.λπ. (ε) δεν είχαν ωράριο εργασίας, ούτε κτυπούσαν "κάρτα" ή υπέγραφαν σε βιβλίο προσέλευσης και αποχώρησης (στ) ουδείς έλεγχος και εποπτεία ασκείτο στις αναιρεσίβλητες ενάγουσες από κάποιον προϊστάμενό τους, υπάλληλο ή Διευθυντή της εταιρείας (με στοιχ.
Δ' λόγος) και (ζ) η πάγια αμοιβή των εναγουσών καθοριζόταν ελεύθερα από την εναγομένη, αφού οι συμβάσεις τους ως ανεξαρτήτων υπηρεσιών δεν υπάγονταν σε ΣΣΕ ή ΔΑ, καθόσον οι ενάγουσες δεν ήταν εργαζόμενες της εναγομένης εταιρείας, αλλ' ανεξάρτητα απασχολούμενες (μέρος του με στοιχ. ΣΤ' λόγου). Οι λόγοι αυτοί πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ως άνω ισχυρισμοί δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια, αλλά αρνήσεις της βάσης της αγωγής, που σε κάθε περίπτωση λήφθηκαν υπόψη και απορρίφθηκαν με την παραδοχή ως βασίμων των περιστατικών που θεμελιώνουν την αγωγή.
ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο ως άνω αναιρετικός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο για πράγματα που δέχθηκε ως αληθινά δεν εκθέτει από ποιά αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσκομισθεί καμιά απόδειξη, δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει στην απόφασή του.
Περαιτέρω, κατά τον αριθ. 11 περ. γ' του ίδιου άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμος, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο ως άνω αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, εκτός αν, παρά την βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης καταλείπονται αμφιβολίες για την συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων.
Με τον με στοιχ. Ε' λόγο της κρινόμενης αίτησης αποδίδονται οι αναιρετικές πλημμέλειες ότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι οι μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις ήταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας (αριθ. 10 του άρθ. 559 ΚΠολΔ) και επιπλέον δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα εκεί έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα εναγομένη (αριθ. 11 περ.
γ' του ίδιου άρθρου). Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' αμφότερα τα σκέλη του, διότι από την διαλαμβανομένη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο για τον σχηματισμό του ενγένει αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη τ' αναφερόμενα εκεί αποδεικτικά μέσα (μαρτυρική κατάθεση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, νομότυπα ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδικών και συμβολαιογράφου, όλα τα προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα), σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο αυτής (α) προκύπτει ότι τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά δεν δέχθηκε χωρίς απόδειξη αλλά με βάση τις προσκομισθείσες ως άνω αποδείξεις (β) δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα αναφερόμενα στον λόγο αυτόν έγγραφα.
Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-9-2013 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ" για αναίρεση της 5175/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Απριλίου 2014. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ