Legislator Case Law & Legislation
962/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on unilateral contract modification and non-consideration of evidence.

Case Number 962/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by ELTA against the Athens Court of Appeal's decision regarding a labor dispute. The appellant argued that the lower court failed to consider specific documents proving non-abusive conduct, including financial reports and employment regulations. The court ruled that the appellate court had indeed examined these documents but correctly rejected the evidence as insufficient to prove the appellant's claims. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 7 of Law 2112/1920; Art. 559(8) of the Code of Civil Procedure: A unilateral modification of employment terms by the employer constitutes a constructive dismissal unless accepted by the employee, and failure to consider evidence does not constitute grounds for appeal if the lower court explicitly noted the evidence but found it unconvincing.

Keywords

AI generated
unilateral contract modification constructive dismissal appeal admissibility consideration of evidence labor dispute abusive conduct legal costs

Cited Legislation

AI generated
Art. 7 of Law 2112/1920
Art. 559(8) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 11/1996
OL. AP 3/1997
AI generated
561/2007
Supreme Court dismisses appeal against employer's termination of employee for joining union, citing abuse of right.
139/2007
Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding admissibility of arguments and continuity of appellate sections.
1473/2018
Supreme Court allows appeal against labor dismissal citing insufficient and contradictory reasoning in the lower court's decision.
1637/2012
Supreme Court dismisses appeal on double remittal grounds and rejects unjust enrichment claim against university. The court holds that a second remittal is prohibited after a prior remittal decision. The plaintiff argued for equal treatment regarding IT allowances based on hypothetical hiring scenarios. The court ruled that the plaintiff would not have hired these specific individuals under the same conditions, thus rejecting the claim. The court also noted the procedural bar against a second remittal of the case. The decision affirms the principle of legal certainty in appellate proceedings. The court ordered the defendants to pay legal costs. The case involves public university employees and employment law principles. The key issue is the validity of the double remittal procedure. The court found the plaintiff's argument legally insufficient. The outcome was a dismissal of the appeal and the original claim. The legal reasoning focused on statutory interpretation and procedural rules.
11/2014
Supreme Court dismisses appeal for non-compliance with prior ruling on legal issue resolution.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 962 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 962/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΛΤΑ", που εδρεύει στην Αθνήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γραμματική Ζήρα.

Της αναιρεσίβλητης: ..., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Δαλάτση-Μπαρμπαλιά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 183/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1159/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείον με την από 3-12-2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 28-1-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 7 του ν. 2112/1920, κατά την οποία "πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλο θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου" προκύπτει ότι, η υπό του εργοδότου μονομερής και βλαπτική για τον εργαζόμενο μεταβολή των όρων της συμβάσεώς του δεν επιφέρει τη λύση αυτής, ούτε υποχρεώνει το μισθωτό να αποχωρήσει από την εργασία του, αλλά παρέχει σ' αυτόν το δικαίωμα είτα να αποδεχθεί τη μεταβολή και να παραμείνει στην εργασία του, είτε να θεωρήσει την μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως από τον εργοδότη και αποχωρώντας από την εργασία του να αξιώσει την οφειλόμενη αποζημίωση, είτε να αποκρούσει τη μεταβολή και να συνεχίσει να προσφέρει την εργασία του υπό τους αρχικούς όρους αξιώνοντας την τήρηση αυτών, οπότε, αν ο εργοδότης αποκρούσει την παροχή εργασίας με τους όρους αυτούς, καθίσταται υπερήμερος και ο μισθωτός δικαιούται να απαιτήσει μισθούς υπερημερίας.

Εξάλλου, η αφαίρεση από το μισθωτό των καθηκόντων ορισμένης θέσης και γενικά ο προσδιορισμός των καθηκόντων τα οποία οφείλει να εκτελεί ανήκει στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από τη σύμβαση ή από διάταξη νόμου. Η άσκηση, ωστόσο, του δικαιώματος τούτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 648, 656 και 281 του ΑΚ και 7 του ανωτέρω νόμου, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη καθώς και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή της εργασιακής σύμβασης και ο μισθωτός δικαιούται να ζητήσει, εκτός άλλων να υποχρεωθεί ο εργοδότης στην αποδοχή των υπηρεσιών της προηγούμενης θέσης και στην καταβολή μισθών υπερημερίας.

Περαιτέρω παράβαση κανόνα δικαίου, που ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., υπάρχει εφόσον αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν αυτός εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 36/1988 Ελλ.Δικ. 1989 1153). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής:

Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, που είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιά, της Νομικής Σχολής Αθηνών, απόφοιτος της Σχολής Προσωπικού των ΕΛΤΑ και κάτοχος τριών ξένων γλωσσών προσλήφθηκε από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα στις 12-2-1971, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως υπάλληλος αυτού και τοποθετήθηκε στη διεύθυνση οικονομικών υπηρεσιών στην οποία υπηρέτησε επιτυχώς, σε διάφορες θέσεις ευθύνης των τομέων Κινήσεως, Κεφαλαίου, Λογιστικού Κέντρου, Κομίστρων και Γενικής Λογιστικής.

Κατά τα τέλη 1999 τοποθετήθηκε ως προϊσταμένη του τομέα Γενικής Λογιστικής με τριετή θητεία, κατόπιν επιλογής της από την Επιτροπή Αξιολόγησης των ΕΛΤΑ, σύμφωνα με τις διατάξεις της από 26-2-1998 Επιχειρησιακής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας (ΕΣΣΕ) Προσωπικού ΕΛΤΑ έτους 1998.... Κατά την ανάληψη των καθηκόντων της η αναιρεσίβλητη υπέγραψε το προβλεπόμενο από την άνω ΕΣΣΕ και το ισχύον τότε άρθρο 4 Ν 2414/1996 "Σύμφωνο Στόχων 2000-2002" που αφορούσε τους δείκτες στόχους με συντελεστή βαρύτητας 20% και τους ποιοτικούς στόχους- προόδους εργασιών με συντελεστή βαρύτητας 80%.

Στις 21-12-2000, ενόψει της κατάργησης του ισχύοντος στα ΕΛΤΑ πιλοτικού πληροφοριακού συστήματος Defacto και της εφαρμογής από 1-1-2001 του νέου προγράμματος "Ozacle Application" σε όλες τις υπηρεσιακές λειτουργίες, η αναιρεσίβλητη απέστειλε στον Διευθυντή της Διεύθυνσης Οικονομικών ..., έγγραφο σημείωμά της, στο οποίο επεσήμανε τα προβλήματα που θα προκαλούσε η άμεση και αποκλειστική εφαρμογή του νέου συστήματος και πρότεινε την ύπαρξη κάποιου μεταβατικού σταδίου, μέχρι να κριθεί η αξιοπιστία του.

Στις 26-7-2001, λόγω του ότι δεν έλαβε απάντηση, επανήλθε και πάλι με δεύτερο σημείωμά της, με το οποίο εξέθετε στον Διευθυντή Οικονομικών τις δυσλειτουργίες που είχαν ήδη προκύψει από την εφαρμογή του νέου συστήματος και τις συνέπειες τους, που ήσαν η μη ορθή τήρηση των λογιστικών βιβλίων του αναιρεσείοντος και η κατ' εκτίμηση απόδοση των οφειλομένων φόρων.

Και πάλι όμως δεν έλαβε καμία απάντηση. Κατόπιν αυτών η αναιρεσίβλητη ζήτησε από τους προϊσταμένους των τμημάτων να την ενημερώσουν αναλυτικά, για τα ανακύψαντα προβλήματα, κάθε τμήματος και βάσει αυτών συνέταξε το από 24-9-2001 τρίτο ενημερωτικό της σημείωμα, το οποίο, απέστειλε στον ανωτέρω διευθυντή ....

Παράλληλα γνωστοποίησε στους υφισταμένους της ότι εάν σε διάστημα ενός μηνός δεν εδίδοντο σαφείς οδηγίες για την επίλυση των προβλημάτων, θα διαβίβαζε το σημείωμά της, καθ' υπέρβαση της ιεραρχίας απευθείας στη Διοίκηση του αναιρεσείοντος. Στη συνέχει με το ... απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου ... η αναιρεσίβλητη παύθηκε οριστικά από την θέση ευθύνης που κατείχε, λόγω σημαντικής απόκλισης από τους συμφωνηθέντες στόχους του έτους 2000 και μετατέθηκε από 17-10-2001, για υπηρεσιακούς λόγους στην Περιφερειακή διεύθυνση επιστολικού Ταχυδρομείου.

Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε με την .... απόφαση του Συμβουλίου Υπηρεσιακών Μεταβολών των ΕΛΤΑ. Η εν λόγω μεταβολή έγινε, αφού είχε προηγηθεί η βαθμολογία του Τομέα Γενικής Λογιστικής, για το 2000 από μεν την αναιρεσίβλητη, στις 7-5-2001, με βαθμολογία 118,4 (με άριστα το 120), από δε τον Διευθυντή Οικονομικών, στις 24-8-2001, με 95, ενώ στις 17-9-2001 συνεδρίασε το Συμβούλιο Διεύθυνσης ΕΛΤΑ, το οποίο την βαθμολόγησε με 89,28 και αποφάσισε ότι έπρεπε να επανακριθεί από την Επιτροπή Αξιολόγησης.

Αυτή συνεδρίασε στις 12-10-2001, με πρόεδρο τον Διευθύνοντα Σύμβουλο ... και βαθμολόγησε την ποιοτική και ποσοτική απόδοσή της, με 89,28 , και συγχρόνως αποφάσισε την ανάκλησή της από την θέση που κατείχε.

Όμως η χαμηλή βαθμολόγηση του τομέα της αναιρεσίβλητης με ποσοστό κάτω του συμφωνηθέντος ορίου επίτευξης των στόχων (100) και συνακόλουθα και η μετακίνηση της σε περιφερειακή Διεύθυνση, δεν οφειλόταν σε πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της, αλλά υπαγορεύθηκε από λόγους αντιπάθειας και εκδικήσεως του Προϊσταμένου της και του Διευθύνοντος Συμβούλου, επειδή αμφισβήτησε επανειλημμένα την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία του νέου πληροφοριακού προγράμματος (Ozacle Application), την ευθύνη της προμήθειας του οποίου είχε η Διοίκηση των ΕΛΤΑ. Η αιτιολογία δε του Διευθύνοντος Συμβούλου "περί σημαντικής απόκλισης από τους συμφωνηθέντες στόχους για το έτος 2000" ήταν προσχηματική, δεδομένου ότι αυτοί είχαν επιτευχθεί, χάρη στην εμπειρία και την υπευθυνότητά της, ο δε τομέας της είχε λειτουργήσει χωρίς προβλήματα και παράπονα σε βάρος της. Η αναιρεσίβλητη στις 17-10-2001 εμφανίστηκε στη Περιφερειακή Διεύθυνση Επιστολικού Ταχυδρομείου, όπου τοποθετήθηκε στο τμήμα Παρακολούθησης Προϋπολογισμών και Στόχων του Τομέα Διαχείρισης Πόρων, ως απλή υπάλληλος. Όμως ουδέποτε αποδέχτηκε την μεταβολή αυτή, διαμαρτυρηθείσα τόσο προφορικά, όσο και εγγράφως, ζητώντας την τήρηση των προ της μεταβολής συμφωνηθέντων όρων και την καταβολή του επιδόματος ευθύνης που ελάμβανε μέχρι την 16-10-2001.

Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο έκρινε ότι οι περιστάσεις αυτές θεμελιώνουν οπωσδήποτε προφανή υπέρβαση εκ μέρους του αναιρεσείοντος των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη κατά την άσκηση του διευθυντικού του δικαιώματος και συνιστούν, κατά τα ανωτέρω, μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως της αναιρεσίβλητης, με δυσμενείς γι' αυτήν ηθικές και οικονομικές συνέπειες. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7 ν. 2112/1920 και 281 ΑΚ. Επομένως οι, πρώτος και τέταρτος (κατά το οικείο μέρος) λόγοι αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε την πρώτη βάση της αγωγής, που θεμελιώνεται στις διατάξεις περί καταχρηστικής άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος του αναιρεσείοντος που συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της αναιρεσίβλητης, ενώ δεν ερεύνησε τη δεύτερη βάση αυτής περί μη τηρήσεως της τυπικής διαδικασίας των ΕΣΣΕ/ΕΛΤΑ, ως προς την μετάθεση της αναιρεσίβλητης. Εν όψει αυτών ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 9 περ. γ' Κ.Πολ.Δ, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον για την προβολή του.

Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δ., για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη έγγραφο του αναιρεσείοντα, που είναι χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη παραδεκτού και νομικά βάσιμου ισχυρισμού και όχι όταν έλαβε μεν υπόψη τούτο, έκρινε όμως ότι δεν αποδεικνύει τον ισχυρισμό, προς απόδειξη του οποίου προσκομίστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση με τους, τρίτο και τέταρτο (κατά τα οικεία μέρη) λόγους αναιρέσεως, προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του: 1) τον Απολογισμό του Τομέα Λογιστικής του έτους 2000, 2) τον Κανονισμό Μεταθετότητας ΕΛΤΑ, 3) το ... έγγραφο της Περιφερειακής Δ/νσης Επιστολικού Ταχυδρομείου Αττικής και 4) τις 11798 και 11799/21-7-2004 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει ο αναιρεσείων, από τα οποία προέκυπτε ο ισχυρισμός του περί μη καταχρηστικής συμπεριφοράς των οργάνων της σε βάρος της αναιρεσίβλητης. Όμως οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, και πρέπει να απορριφθούν, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την αγωγή της αναιρεσίβλητης, έλαβε υπόψη του και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ως πράγματα των οποίων η λήψη ή η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεως τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως, ως και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996).

Δεν συνιστούν πράγματα η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως και τα συμπεράσματα ή επιχειρήματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του Δικαστηρίου. Επίσης ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.

ΑΠ 3/1997). Στην προκείμενη περίπτωση με τους, τρίτο (πρώτο μέρος) και τέταρτο (δεύτερο μέρος) λόγους αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παρά το νόμο κατέληξε στο προαναφερόμενο πόρισμα με την προσβαλλόμενη απόφασή του περί καταχρηστικής συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας σε βάρος τη αναιρεσίβλητης, αφού η ως άνω μετάθεση της έγινε λόγω μη επίτευξης των τεθέντων στόχων που είχε συμφωνήσει να εκπληρώσει η αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με το υπογραφέν από αυτήν και τον αναιρεσείοντα-ΕΛΤΑ συμβόλαιο διαχείρισης.

Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον οι ως άνω ισχυρισμοί της, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την παραπάνω έννοια, αλλά συνιστούν αρνητικούς ισχυρισμούς κατά της αγωγής της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-12-2007 αίτηση του οργανισμού με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ" για αναίρεση της 1159/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και,

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ