Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding evidence evaluation and insufficient reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's judgment on appeal. The appellant argued that the evidence was improperly admitted and the reasoning was insufficient, but the court found these claims inadmissible. The court determined that the lower court's evaluation of evidence falls outside its review scope and that the cited deficiencies related to evidence assessment rather than independent legal claims.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(11)(a) & 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot review the lower court's evaluation of evidence, and insufficient reasoning constitutes a ground for appeal only when it concerns independent legal claims rather than the weighing of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 962 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 962/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καθού η κλήση: χ1, o οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καραμέτο.
Των αναιρεσίβλητων - καλούντων: 1. "ΑΣΤΕΡΑΚΙ- ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στα Γουβιά Κέρκυρας και εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε η νόμιμος εκπρόσωπος αυτής ....... και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο τον Γεώργιο Νικολόπουλο, 2. ...... και 3. ........, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-9-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 62/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 400/2005 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 22-2-2006 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 972/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 24-9-2007 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 21-2-2007 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Ιωάννη Ιωαννίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως δεν θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο της ουσίας βεβαιώνει, ότι και χωρίς τη λήψη υπόψη ορισμένου αποδεικτικού μέσου, το οποίο, κατά το διάδικο, ήταν απαράδεκτο και παρά το νόμο ελήφθη υπόψη στο ίδιο θα κατέληγε πόρισμα με την έννοια ότι το αποδεικτικό αυτό μέσο δεν ασκεί επιρροή ως προς την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού. Εξ άλλου, με το εδάφιο β' της παρ. 1 του άρθρου 524 ΚΠολΔ, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 3043/2002 και εφαρμόζεται για τις εφέσεις κατ' αποφάσεων που εκδόθηκαν επί αγωγής, της οποίας η πρώτη συζήτηση έγινε στον πρώτο βαθμό μετά την 1-1-2002, όπως συμβαίνει με την ένδικη από 9-9-2002 αγωγή του αναιρεσείοντος, ορίζεται ότι στο Εφετείο οι προτάσεις κατατίθενται έως την έναρξη της συζήτησης και η κατάθεση της προσθήκης σε αυτές έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας μετά τη συζήτηση, η ρύθμιση δε αυτή, ως ειδική, υπερισχύει της διάταξης του άρθρου 270 παρ. 6 του ίδιου Κώδικα.
Συνεπώς, ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος αυτού, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο μη επιτρεπόμενο από το νόμο, δηλαδή το Εφετείο έλαβε υπόψη του τέσσερις ένορκες βεβαιώσεις και δη την υπ' αριθμ. .......
της συμβολαιογράφου 'Αρτης Ευφροσύνης Μαργώνη και τις υπ' αριθμ. ....., .... της εν λόγω συμβολαιογράφου και την υπ' αριθμ. ...... της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευαγγελίας Ράπτη, τις οποίες προσήγαγαν και επικαλέστηκαν την πρώτη η εναγομένη - αναιρεσίβλητη και τις άλλες οι προσθέτως παρεμβάντες υπέρ της εναγομένης καθ' υπέρβαση του προβλεπόμενου από το άρθρο 270 παρ. 2 εδ.
γ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης κατ' άρθρο 524 παρ. 1 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, αριθμού των τριών ενόρκων βεβαιώσεων για κάθε πλευρά, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο βεβαιώνει ότι η ίδια κρίση καταλήγει ως προς το ουσία αβάσιμο της αγωγής και χωρίς να ληφθεί υπόψη η ως άνω πρώτη ένορκη βεβαίωση, αφού αρκέσθηκε στις άλλες τρεις ένορκες βεβαιώσεις.
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται η ίδια πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δηλαδή έλαβε υπόψη τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις παρά το νόμο, ήτοι παρότι αυτές προσκομίσθηκαν το πρώτο στο Εφετείο την προηγουμένη της συζήτησης σ' αυτό που έγινε στις 6.4.2005, ενώ αυτές έπρεπε να είχαν προσκομισθεί προ εικοσαημέρου από τη συζήτηση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η κατάθεση των προτάσεων στο Εφετείο γίνεται έως την έναρξη της συζήτησης.
Τέλος, ο ίδιος, κατά το τρίτο μέρος αυτού, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια στο Εφετείο από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και δη της μη λήψης υπόψη της υπ' αριθμ. 3741/12.4.2005 ενόρκου βεβαιώσεως του μάρτυρα του αναιρεσείοντος ....... της οποίας η επίκληση έγινε με την προσθήκη των προτάσεών του ενώπιον του Εφετείου και εντός του τριημέρου μετά τη δικάσιμο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθ' όσον από τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του αναιρεσείοντος, οι οποίες ελέγχονται παραδεκτώς από τον Άρειο Πάγο κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η επίκληση με προσαγωγή της άνω ενόρκου βεβαιώσεως έγινε με την προσθήκη αυτών, η οποία κατατέθηκε αρμοδίως στις 14.4.2005 ήτοι οκτώ ημέρες από το χρόνο συζητήσεως που έγινε στις 6.4.2005, και όχι έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας μετά τη συζήτηση, που επιτάσσει η προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 524 παρ. 1 εδ.
β' ΚΠολΔ.
ΙΙ. ΕΠΕΙΔΗ, ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήσσει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήσσει την προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ανεπαρκής αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσης, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει διεξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.
Ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Επομένως, οι 2ος και 3ος λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, ο μεν 2ος διότι ο αναιρεσείων υπό την επίκληση της παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΚ 974, 1045) πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων αφού στον οικείο λόγο αναίρεσης αναφέρεται ότι το Εφετείο έπρεπε να δεχθεί άλλα και δέχθηκε άλλα εσφαλμένα ως προς τις πράξεις της νομής στο επίδικο από τον ενάγοντα και ειδικότερα δεν δέχθηκε ως πράξεις νομής στο επίδικο τις αναφερόμενες στην αγωγή του και ο 3°ς διότι η επικαλούμενη ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης δεν αναφέρεται σε αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά στην εκτίμηση των αποδείξεων σχετικά με την ανυπαρξία πράξεων νομής στο επίδικο από τον ενάγοντα και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος που εκτίθεται σαφώς.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-2-2006 αίτηση του χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 440/2005 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ