Supreme Court dismisses appeal against final judgment for non-payment of oil sales price.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Peace Court of Thessaloniki regarding unpaid oil sales proceeds. The appellant argued that the lower court failed to properly assess the defense of payment offset against prior debts, yet the court found the first instance decision legally sound based on clear evidence. The court ruled that the appellant's payments were insufficient to cover the total debt, including older obligations, thereby upholding the original order for payment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553 § 1, 321, 518 § 2, 560, 106 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is admissible only if the judgment is not final by operation of law or time lapse, and the appeal must be based on specific grounds such as lack of legal basis or insufficient reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 960 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 960/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. Ν. - Μ. του Χ., συζύγου Γ. Ν., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Σαρακενίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ν. Κ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ", που εδρεύει στην Καμαριώτισσα Σαμοθράκης, εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-7-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκε η απόφαση 496/2019 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-6-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ' αριθ. ...-2023 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Κ. Σ., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Καραναστάση, που εκπροσώπησε την αναιρεσίβλητη ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης (άρθ. 143 § 1 σε συνδ.
με 96 ΚΠολΔ). Η τελευταία δεν εμφανίστηκε όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συνεπώς η υπόθεση θα συζητηθεί παρά την απουσία της (άρθ. 576 § 2 ΚΠολΔ). Το άρθρο 553 § 1 του ΚΠολΔ ορίζει ότι "Αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση", το δε άρθρο 321 του ίδιου Κώδικα ορίζει ότι "Οσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι σε αναίρεση υπόκεινται τόσον οι τελεσίδικες κατά την γένεσή τους οριστικές αποφάσεις, δηλαδή οι ανεπίδεκτες εφέσεως κατά τον χρόνο που εκδόθηκαν, όσο και εκείνες, οι οποίες κατέστησαν τελεσίδικες, είτε λόγω παρόδου της προς ανακοπή ή έφεση προθεσμίας, είτε γιατί ο διάδικος παραιτήθηκε από το δικαίωμα ασκήσεως εφέσεως ή παραιτήθηκε από το δικόγραφο της ασκηθείσας εφέσεως και δεν υπάρχει πλέον προθεσμία προς άσκηση αυτής.
Περαιτέρω, η προθεσμία της εφέσεως, στην περίπτωση που δεν επιδόθηκε η απόφαση, είναι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 518 § 2 ΚΠολΔ , δύο έτη , αρχίζει δε από τη δημοσίευση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη και τελειώνει όταν παρέλθουν τα δύο έτη, οπότε η απόφαση, εφόσον δεν υπόκειται πλέον σε έφεση, γίνεται τελεσίδικη, όπως προειπώθηκε, και τότε παραδεκτά προσβάλλεται με αναίρεση.
Η προθεσμία, εξάλλου, της αναιρέσεως, που ηρεμεί όσο διαρκεί η προθεσμία της εφέσεως και αρχίζει μετά τη συμπλήρωση της προθεσμίας αυτής (εφέσεως), είναι, σύμφωνα με το άρθρο 564 § 3 ΚΠολΔ, στην περίπτωση που δεν επιδόθηκε η πρωτόδικη απόφαση, δύο έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη, δηλαδή είναι συνολικά τέσσερα (4) έτη, δύο (2) για να συμπληρωθεί η προθεσμία της εφέσεως και να καταστεί τελεσίδικη η απόφαση και άλλα δύο (2) από την ημέρα που κατέστη τελεσίδικη, μέσα στα οποία πρέπει να ασκηθεί το ένδικο μέσο της αναιρέσεως (ΑΠ 474/2016, ΑΠ 988/2013,ΑΠ 31/2009) .
Η υπό κρίση από 22-6-2023 αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της υπ'αριθ. 496/2019 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία μεταξύ των διαδίκων και έκανε εν μέρει δεκτή την από 19-7-2017 αγωγή της αναιρεσίβλητης υπό εκκαθάριση εταιρίας κατά της αναιρεσείουσας. Η απόφαση αυτή δημοσιεύθηκε στις 24-6-2019 και δεν επιδόθηκε, οπότε κατέστη τελεσίδικη στις 25-6-2021 ότε άρχισε η διετής καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης στις 23-6-2023, με το νόμιμο παράβολο των 250 ευρώ.
Επομένως είναι παραδεκτή (άρθ. 495, 533, 556, 558, 564 § 3 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων της (άρθ. 577 § 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 262 § 1 εδ. α' ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν. Από τη διάταξη προκύπτει σαφώς ότι τούτο περιορίζεται αποκλειστικώς στις γνήσιες ενστάσεις και δεν αναφέρεται στις καταχρηστικές ενστάσεις.
Στις ενστάσεις αυτές, εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που τις θεμελιώνουν προκύπτουν από τη δικογραφία, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί να συναγάγει την έννομη συνέπεια αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 498/2024, ΑΠ 902/1994). Καταχρηστική ένσταση είναι το δικονομικό μέσο άμυνας, με το οποίο προτείνονται πραγματικοί ισχυρισμοί (όχι δικαίωμα), που είτε εμπόδισαν τη γέννηση του δικαιώματος του ενάγοντος, στο οποίο στηρίχθηκε η αγωγή, είτε έχουν επιφέρει την κατάργηση του δικαιώματος του ενάγοντος, όπως η ένσταση εξόφλησης (άρθ. 416 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 416 ΑΚ η απόσβεση της ενοχής επέρχεται με καταβολή. Η καταβολή, η οποία καθεαυτή είναι υλική πράξη, δηλαδή πραγματικό γεγονός και όχι σύμβαση ή μονομερής δικαιοπραξία, για να έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της ενοχής πρέπει να είναι προσήκουσα, δηλαδή να λαμβάνει ο δανειστής ό,τι πράγματι δικαιούται σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση (ΑΠ 428/2023, ΑΠ 426/2020, ΑΠ 666/2020, ΑΠ 650/2020).
Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής και εκείνης του άρθρου 422 ΑΚ προκύπτει ότι ο οφειλέτης, για την πληρωμή ορισμένου χρέους, εάν ισχυρισθεί κατ` ένσταση ότι αυτό έχει αποσβεσθεί με καταβολή, αρκεί να αποδείξει αυτήν την καταβολή, χωρίς να είναι ανάγκη να αποδείξει και ότι η καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, γιατί τούτο εξυπακούεται, αφού σ` αυτό αναφέρεται η δίκη (ΑΠ 428/2023, ΑΠ 666/2020).
Ο δανειστής, αμυνόμενος, δικαιούται, κατ` αντένσταση, να ισχυριστεί ότι η προβαλλόμενη από τον οφειλέτη καταβολή δεν αφορά στο επίδικο, αλλά σε άλλο χρέος του προς αυτόν. Στην τελευταία περίπτωση, εφόσον ο οφειλέτης αρνείται την ύπαρξη του άλλου χρέους, ο δανειστής είναι υποχρεωμένος ν` αποδείξει τα παραγωγικά του χρέους αυτού γεγονότα, ο δε οφειλέτης ν` αποκρούσει την αντένσταση προβάλλοντας, κατ` επανένσταση, και αποδεικνύοντας, ότι η καταβολή έγινε για την εξόφληση του επίδικου χρέους με βάση το μονομερή καθορισμό του εξοφλητέου (από τα περισσότερα) χρέους βάσει της διατάξεως του άρθρου 422 εδ.
β` ΑΚ (ΑΠ 717/2024, ΑΠ 428/2023, ΑΠ 133/2022, ΑΠ 666/2020).
Αν τελικά ο δανειστής δεν μπορέσει ν` αποδείξει ότι η καταβολή αφορούσε άλλο χρέος του οφειλέτη προς αυτόν, τότε το καταβληθέν ποσό καταλογίζεται στο μοναδικό πλέον χρέος που οφείλει ο τελευταίος (ΑΠ 717/2024, ΑΠ 428/2023, ΑΠ 666/2020).
Σε περίπτωση διαδοχικών συμβάσεων πώλησης όμοιων εμπορευμάτων, οι οποίες πραγματοποιούνται στο πλαίσιο διαρκούς εμπορικής συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, με βάση την οποία ο δανειστής αναλαμβάνει την υποχρέωση να πωλεί στον οφειλέτη ποσότητες των ως άνω εμπορευμάτων, με τη συμφωνία να εκδίδεται για κάθε μερικότερη σύμβαση πώλησης το αντίστοιχο τιμολόγιο επί πιστώσει, στο οποίο θα αποτυπώνονται αναλυτικά κατ` είδος και αξία τα πωλούμενα εμπορεύματα, για το ορισμένο της πιο πάνω αντένστασης του πωλητή (δανειστή), ότι δηλαδή η προβαλλόμενη από τον αγοραστή (οφειλέτη) καταβολή αφορά όχι το επίδικο αλλά διαφορετικό χρέος από προηγούμενη επί μέρους σύμβαση πώλησης, αρκεί η επίκληση της εν λόγω συνεργασίας και του αντίστοιχου τιμολογίου, αφού και στην περίπτωση αυτή έχουν τη δυνατότητα το μεν δικαστήριο να εκτιμήσει τον ισχυρισμό περί ύπαρξης διαφορετικού χρέους, ο δε εναγόμενος οφειλέτης ν` αμυνθεί κατ` αυτού (ΑΠ 133/2022, ΑΠ 666/2020).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ, επι αναιρέσεως κατά αποφάσεως ειρηνοδικείου, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως (ΟλΑΠ 3/1997).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση αυτού, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 5 του άρθ. 560 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Ειρηνοδικείο έλαβε υπόψη του αντένσταση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, προς αντίκρουση ενστάσεώς της περί εξοφλήσεως του επιδίκου χρέους, την οποία η τελευταία δεν επικαλέστηκε, με αποτέλεσμα να δεχθεί εν μέρει την αγωγή της ενώ έπρεπε να την απορρίψει εν όλω.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η ενάγουσα με την από 19-7-2017 αγωγή της ισχυρίστηκε ότι αυτή είχε ως αντικείμενο δραστηριότητος το εμπόριο πετρελαίων και πετρελαιοειδών και ότι με την εναγομένη / αναιρεσείουσα συμφώνησαν προφορικά στη Θεσσαλονίκη στις 22-6-2001 να της προμηθεύει αποκλειστικά ποσότητες καυσίμων για τις ανάγκες του πρατηρίου της που διατηρούσε αυτή στις Μικροθήβες Μαγνησίας, το τίμημα των οποίων θα εξοφλούσε τοις μετρητοίς κατά την παράδοσή τους, τηρώντας προς τούτο δοσοληπτικό λογαριασμό.
Ότι η συνεργασία της με την εναγομένη διήρκεσε μέχρι την 5-7-2013 ότε μεταβίβασε την επιχείρηση στη κόρη της Α. Ν. Ότι κατά τη στιγμή που διακόπηκε η συνεργασία τους, η εναγομένη όφειλε σ'αυτήν από ανεξόφλητα τιμολόγια το συνολικό ποσό των 14.982,76 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε πωληθέντα και παραδοθέντα καύσιμα και προέκυπτε από την παράθεση στο δικόγραφο των κρίσιμων τιμολογίων που εκδόθηκαν από 29-6-2013 έως 4-7-2013.
Ζήτησε δε να υποχρεωθεί αυτή να της καταβάλει το ως άνω οφειλόμενο ποσό εντόκως. Η εναγομένη με τις προτάσεις της, αντικρούοντας την αγωγή , ισχυρίστηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 4-7-2013 έως 25-7-2013 προέβη σε καταβολές έναντι του χρέους της συνολικού ποσού 19.418,40 ευρώ με την παράθεση των κατ'ιδίαν ποσών και την προσκόμιση σχετικών αποδεικτικών εξοφλήσεως, δια των οποίων εξόφλησε πλήρως το χρέος της προς την ενάγουσα.
Η ενάγουσα με την προσθήκη στις προτάσεις της συνομολόγησε τις καταβολές ύψους 19.418,40 ευρώ, ισχυρίστηκε όμως, κατ' αντένσταση, ότι αυτές καταλογίστηκαν σε προγενέστερες οφειλές από αγορά καυσίμων, τις οποίες όμως δεν προσδιόρισε με ακρίβεια. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Ειρηνοδικείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα εξής: "Η ενάγουσα στη Θεσσαλονίκη την 22-6-2001, συνήψε με την εναγόμενη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, προς το σκοπό λειτουργίας απ' αυτήν ενός πρατηρίου υγρών καυσίμων, που βρίσκεται στην τοπική κοινότητα Μικροθηβών της ΠΕ Μαγνησίας, με τα σήματα, τα χρώματα και τα προϊόντα της ενάγουσας, η οποία δραστηριοποιείται με τη διανομή, τη διακίνηση και γενικά το εμπόριο πετρελαίων και πετρελαιοειδών προϊόντων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 1571/1985, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 3054/2002 και το Ν. 3335/2005, κατέχοντας τότε άδεια εμπορίας πετρελαιοειδών Α' κατηγορίας, ενώ σήμερα τελεί υπό εκκαθάριση.
Η ενάγουσα εταιρία στα πλαίσια αυτής της συνεργασίας, πώλησε στην εναγόμενη δυνάμει συμβάσεων πώλησης, τα εμπορεύματα-υγρά καύσιμα, τα οποία περιγράφονται στα τέσσερα (4) εκδοθέντα τιμολόγια -δελτία αποστολής, και συγκεκριμένα: 1) στο με αριθμό ...-2013 τιμολόγιο- δελτίο αποστολής, αξίας με τον Φ.Π.Α. 4.273,78 ευρώ, 2) στο με αριθμό ...-2013 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής, αξίας με τον Φ.Π.Α. 2.525,31 ευρώ, 3) στο με αριθμό ...-2013 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής, αξίας με τον Φ.Π.Α. 2.370,15 ευρώ και 4) στο με αριθμό ...-2013 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής, αξίας με τον Φ.Π.Α. 7.004,58 ευρώ, δηλαδή της πώλησε προϊόντα συνολικής αξίας 16.173,82 ευρώ (4.273,78 + 2.525,31 + 2.370,15 + 7.004,58).
Η εναγόμενη, έπρεπε να της καταβάλει το τίμημα των συγκεκριμένων τιμολογίων - δελτίων αποστολής, που αφορούσαν υγρά καύσιμα βενζίνης unleaded και biodiesel κίνησης, με επιταγές 5 ημερών από την έκδοσή τους, αλλά η εναγόμενη έναντι του παραπάνω συνολικά οφειλόμενου χρέους της, κατέβαλε στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 5191,06 ευρώ εκ των οποίων το ποσό των 4.000 ευρώ, που πλήρωσε η εναγόμενη στην ενάγουσα την 9-7-2013, η τελευταία δεν το υπολόγισε στο δοσοληπτικό λογαριασμό τους.
Κατ' επέκταση, η ένσταση εξόφλησης που πρότεινε η εναγόμενη πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει και δη κατά το ποσό των 4.000 ευρώ. Το παραπάνω συνολικό ποσό των 5.191,06 ευρώ που κατέβαλε η εναγόμενη για την μερική εξόφληση της άνω οφειλής της καταλογίζεται εφόσον δεν υπήρχε διαφορετική δήλωση της εναγόμενης, σύμφωνα με το άρθρο 422 ΑΚ, στα αρχαιότερα πρώτο με αριθμό ...-2013 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής, αξίας 4.273,78 ευρώ, το οποίο εξοφλείται πλήρως και σε μέρος του 2ου με αριθμό ...-2013 τιμολογίου - δελτίου αποστολής, αξίας 2.525,31 ευρώ, από το οποίο εξοφλείται μέρος της αξίας του και εναπέμεινε από αυτό το τιμολόγιο, υπόλοιπο 1608,03 ευρώ (2.525,31 - 917,28) και συνολικά υπόλοιπο 10.982,76 ευρώ (16.173,82- 5.191,06), το οποίο η εναγόμενη αρνείται μέχρι σήμερα να το καταβάλει στην ενάγουσα, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις αυτής.
Ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι προέβη σε επιπλέον καταβολές και δη την 04.07.2013 ποσού 8.200 ευρώ, την 05.07.2013 ποσού 1.908,40 ευρώ, την 08.07.2013 ποσού 3.000 ευρώ, την 09.07.2013 ποσού 4.000 ευρώ, την 23.07.2013 ποσού 1.010 ευρώ και την 25.07.2013 ποσού 1.300 ευρώ και συνολικά κατέβαλε το ποσό των 19.418,4 ευρώ και εξόφλησε πλήρως το ανωτέρω χρέος της απορρίπτεται ως αναπόδεικτος κι αναληθής διότι από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι το χρέος της εναγόμενης την 4-7-2013 ανέρχονταν στο ποσό των 30.417,25 ευρώ, το οποίο και αναγράφονταν στο τελευταίο με αριθμό ...-2013 τιμολόγιο- δελτίο αποστολής, που υπέγραψε η εναγόμενη και κατ' επέκταση έλαβε γνώση αυτού χωρίς να προβάλει αντίρρηση.
Από τη συνολική αυτή οφειλή των 30.417,25 ευρώ εάν αφαιρεθούν οι άνω επικαλούμενες από την εναγόμενη καταβολές (19.418,4 ευρώ) και επιπλέον αφαιρεθεί η έκπτωση λόγω τζίρου που έκανε η ενάγουσα στην εναγόμενη, ποσού 16,09 ευρώ, εναπομένει το παραπάνω οφειλόμενο ποσό των 10.982,76 ευρώ (30.417,25 - 19.418,4 - 16,09). Η ενάγουσα νόμιμα σύμφωνα με το άρθρο 422 ΑΚ, εφόσον δεν υπήρχε διαφορετική δήλωση της εναγόμενης, καταλόγιζε όλες τις καταβολές από την αρχαιότερη προς τη νεότερη και έτσι εναπέμειναν ανεξόφλητα τα παραπάνω τιμολόγια- δελτία αποστολής.
Κατ' επέκταση, η ένσταση εξόφλησης που πρότεινε η εναγόμενη πρέπει να γίνει δεκτή μόνο για το ποσό των 4.000 ευρώ, όπως προεκτέθηκε, ενώ για το επιπλέον ποσό είναι απορριπτέα ως αβάσιμη". Ετσι που έκρινε η προσβαλλομένη απόφαση και απέρριψε την ένσταση της εναγομένης / αναιρεσείουσας περί εξόφλησης του επίδικου χρέους, δεχόμενη, με βάση την αντένταση της ενάγουσας, ότι υπήρχαν προγενέστερα χρέη συνολικού ύψους 30.417,25 ευρώ, που αναφέρονταν στο μνημονευόμενο τιμολόγιο, την ύπαρξη των οποίων δεν αμφισβήτησε η εναγομένη, δεν υπέπεσε στην παράβαση εκ του αριθ. 5 του άρθ. 560 ΚΠολΔ.
Τούτο διότι με βάση την καταχρηστική αντένταση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης περί υπάρξεως και άλλων χρεών, το ειρηνοδικείο, εκτιμώντας τους εκατέρωθεν προβληθέντες ισχυρισμούς και σε συνάρτηση με την εκτίμηση του εν γένει αποδεικτικού υλικού, καθώς και τα προβλεπόμενα στη διάταξη του άρθ. 422 ΑΚ για τον καταλογισμό επι περισσότερων χρεών, κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα , σε σχέση και με την προβληθείσα εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ένσταση εξόφλησης, σύμφωνα με όσα στην οικεία μείζονα σκέψη αναφέρονται, καταλήγοντας ότι η συνολική οφειλή της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, μετά τις σχετικές εκ μέρους της καταβολές, ανερχόταν στο ποσό των 10.982, 76 ευρώ, αφού στα προγενέστερα χρέη καταλογίστηκε το καταβληθέν ποσό των 19.418,40 ευρω και η έκπτωση λόγω τζίρου (16,09 ευρώ), με αποτέλεσμα να εξακολουθεί η εναγομένη/αναιρεσείουσα να οφείλει το ποσό των 10.982,76 ευρώ.
Ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Ειρηνοδικείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, ως προς το ζήτημα της προβληθείσας από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ένσταση εξόφλησης του τιμήματος των καταρτισθεισών μεταξύ αυτής και της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεως πετρελαιοειδών προϊόντων, αφού με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 416 και 422 του ΑΚ, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα δεν εξόφλησε πλήρως το αιτούμενο από την ενάγουσα τίμημα των επίδικων πωλήσεων και, ως εκ τούτου, έκρινε ότι είναι απορριπτέα εν μέρει ως ουσιαστικά αβάσιμη η προταθείσα από αυτήν ένσταση εξόφλησης του τιμήματος, αφού αποδείχθηκε από τις προσκομισθείσες αποδείξεις βάσιμη η αντένσταση της ενάγουσας ότι εκτός του χρέους που αναφέρεται στα επίδικα τιμολόγια από πωλήσεις προϊόντων, υπήρξε παλαιότερο χρέος ποσού 30.417,25 ευρώ από παλαιότερες πωλήσεις προϊόντων, που αναφέρονταν στο με αριθ. ...-2013 τιμολόγιο- δελτίο αποστολής, που υπέγραψε η εναγόμενη και έλαβε γνώση αυτού χωρίς να προβάλει αντίρρηση.
Με τις παραδοχές αυτές το Ειρηνοδικείο σαφώς δέχεται ότι έλαβαν μεν χώραν οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα καταβολές, τις οποίες άλλωστε συνομολογεί και η αναιρεσίβλητη, στα πλαίσια δε της ουσιαστικής έρευνας της προβληθείσης από αυτήν ένστασης εξόφλησης και προς αιτιολόγηση του πορίσματος αυτού γίνεται αναφορά στα συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του ότι από αυτά αποδεικνύεται οτι οι επικαλούμενες καταβολές των 19.418,40 ευρώ αφορούσαν το στην αγωγή αναφερόμενο χρέος ως προς το ποσό των 5.191, 06 ευρώ, το δε υπόλοιπο ποσό αφορούσε, στην παλαιότερη οφειλή, δεχόμενο ότι εφόσον δεν υπήρχε διαφορετική δήλωση της εναγόμενης / οφειλέτιδος, η δανείστρια καταλόγιζε όλες τις καταβολές από την αρχαιότερη προς τη νεότερη (άρθ. 422 εδ.
β ΑΚ) και έτσι εναπέμειναν ανεξόφλητα, εν μέρει, τα παραπάνω τιμολόγια-δελτία αποστολής, που αναφέρονται στην αγωγή.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη την έλλειψη νόμιμης βάσης, ως προς την απόρριψη της προβληθείσας από αυτήν ένστασης εξόφλησης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών. Ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, ενώ δεν θα υπάρξει διάταξη περί δικαστικής δαπάνης ελλείψει αιτήματος από την αναιρεσίβλητη, που δεν παραστάθηκε (άρθ. 106 ΚΠολΔ), όπως αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-6-2023 αίτηση για την αναίρεση της υπ'αριθ. 496/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ