Supreme Court dismisses appeal where lower court properly considered all evidence including technical reports.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two anonymous companies against a First Instance Court payment order. The appellants argued that the Court of First Instance failed to consider specific technical reports proving construction defects, yet the appellate court explicitly stated it had examined all submitted documents. The court ruled that the appeal was inadmissible because the lower court's decision clearly demonstrated the consideration of the disputed evidence, rendering the appeal's claim of omission baseless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)γ and 495(3) of the Code of Civil Procedure; The appeal alleging failure to consider specific evidence is inadmissible when the appellate decision explicitly confirms the examination and evaluation of all submitted documents.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 960 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 960/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Β. Α..Ε.. Ξ. - Ε. - Ο. «Ε., που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Ζ. «Α., που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη αναιρεσείουσα εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αργύριο Αργυριάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ η δεύτερη αναιρεσείουσα δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: A. (Α.) A. (Ά.) του Y. (Γ.), κατοίκου Αθηνών. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αιμιλία Γρηγοροπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-7-2014 ανακοπή και τους από 2-6-2015 προσθέτους λόγους ανακοπής των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5048/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 478/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 1-10-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν η πρώτη αναιρεσείουσα και ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 13.7.2014 ανακοπή τους και τους από 2.6.2015 πρόσθετους αυτής λόγους οι ανακόπτουσες και ήδη αναιρεσείουσες ζήτησαν να ακυρωθεί η υπ' αριθ. 937/2014 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στον καθ' ου και ήδη αναιρεσίβλητο το ποσό των 195.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, με βάση απαίτηση του τελευταίου εναντίον τους προερχόμενη από τις αναφερόμενες δύο τραπεζικές επιταγές, καθώς και η από 7-7-2014 επιταγή προς πληρωμή. Επί της ανακοπής και των πρόσθετων λόγων αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 5048/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία έγινε δεκτή η ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι της και ακυρώθηκε η άνω διαταγή πληρωμής και η επιταγή προς εκτέλεση. Κατά της απόφασης αυτής ο καθ' ου η ανακοπή άσκησε την από 10.4.2018 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 478/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν η έφεση, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση και, αφού κρατήθηκε η υπόθεση, απορρίφθηκαν η άνω ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι της και επικυρώθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής. Την αναίρεση της τελευταίας αυτής απόφασης ζητούν οι ανακόπτουσες-εφεσίβλητες και ήδη αναιρεσείουσες με την από 1.10.2020 αίτησή τους, για τους λόγους που αναφέρονται σ` αυτήν και αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω.
Με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 - 3 του ΚΠολΔ ορίζονται, αντίστοιχα, τα εξής: α) Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. β) Η πληρεξουσιότητα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται μόνο είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει και τα ονόματα των πληρεξουσίων.
γ) Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.
δ) Αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους και ε) Αν ο διάδικος, που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι, σε περίπτωση περισσότερων αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης, αν κάποιος από αυτούς απουσιάζει κατά τη συζήτηση, τότε, για να είναι παραδεκτή η συζήτηση, πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο απών αναιρεσείων είχε παράσχει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, μέσω του οποίου επέσπευσε και ο ίδιος τη συζήτηση, την προς τούτο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, την ύπαρξη της οποίας ερευνά αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος, ή ότι είχε κλητευθεί για τη συζήτηση της αναίρεσης από τον αναιρεσίβλητο ή τους νόμιμα παριστάμενους λοιπούς αναιρεσείοντες (Ολ.ΑΠ 8/2009, ΑΠ 681/2022, ΑΠ 93/2020, ΑΠ 1863/2017).
Στην αντίθετη περίπτωση, η υπόθεση χωρίζεται για όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς, που δεν κλητεύθηκαν νόμιμα (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 171/2020, 209/2019, 782/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 1-10-2020 αίτηση, για αναίρεση της υπ` αριθ. 478/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης, που παραδεκτά επισκοπούνται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσδιορίσθηκε, κατ` άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ, με την επιμέλεια των αναιρεσειουσών, να συζητηθεί στη αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 14-2-2022, αντίγραφο δε της αίτησης αναιρέσεως, με την επ' αυτής πράξη ορισμού της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας δικασίμου (14-2-2022) και κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια των αναιρεσειουσών, νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 ΚΠολΔ), όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και νόμιμα προσκομιζόμενη από την παρισταμένη πρώτη αναιρεσείουσα υπ' αριθ. 4574 Ε/17.12.2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Κ.
Κ.. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίστηκε, ούτε υπέβαλε έγγραφη δήλωση (άρθρ. 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ), η δεύτερη αναιρεσείουσα (ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «Ζ. «Α.), ενώ η πρώτη αναιρεσείουσα (ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Β. Α."), εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αργύριο Αργυριάδη, ο οποίος και προσκόμισε το σχετικό ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο (υπ' αριθ. 9957/8.3.2019 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Κασσάνδρας Αναστασίας Αμπατζίδου), από το οποίο προκύπτει ότι έχει διοριστεί νόμιμα ως πληρεξούσιος δικηγόρος της πρώτης αναιρεσείουσας.
Από τα έγγραφα όμως που υπάρχουν στη δικογραφία δεν προκύπτει ότι η απολειπόμενη δεύτερη αναιρεσείουσα είχε επισπεύσει και η ίδια έγκυρα τη συζήτηση, καθόσον δεν αποδεικνύεται ότι είχε χορηγήσει στον ως άνω φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο της πληρεξουσιότητα, σύμφωνα με κάποιον από τους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ. 3 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία δεν προκύπτει ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα έχει κλητευθεί, νόμιμα και εμπρόθεσμα, από την παριστάμενη, απλή ομόδικο, πρώτη αναιρεσείουσα που επισπεύδει έγκυρα τη συζήτηση, ή από τον αναιρεσίβλητο. Πρέπει, συνεπώς, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 576 παρ.3 εδάφ.
β` ΚΠολΔ, όπως το εδάφ. β' προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν.4139/2013, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως ως προς την δεύτερη αναιρεσείουσα (ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «Ζ. «Α.), και να διαταχθεί ως προς αυτήν ο χωρισμός της υπόθεσης, να ερευνηθεί δε η αίτηση μόνον ως προς την πρώτη παριστάμενη αναιρεσείουσα (ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Β.
Α.").
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ολΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 12 παρ. 1, 14, 22 και 28 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής" προκύπτει, ότι η ενοχή από επιταγή είναι αναιτιώδης, αφού η αιτία έκδοσής της δεν αποτελεί στοιχείο της επιταγής και συνεπώς ούτε της αγωγής προς πληρωμή της, ο καλούμενος, όμως, σε πληρωμή οφειλέτης, μπορεί να επικαλεσθεί την εσωτερική (βασική) έννομη σχέση και να προβάλει κατά του κομιστή, εφόσον διατελεί σε προσωπική σχέση μ' αυτόν, ότι η αιτία για την οποία είχε εκδοθεί η επιταγή ήταν ανύπαρκτη ή ελαττωματική ή ότι εξέλιπε, επειδή δεν πληρώθηκε η αναβλητική αίρεση, υπό την οποία, βάσει σχετικής μεταξύ αυτών συμφωνίας, τελούσε η ενέργεια της ενοχής από την επιταγή και έτσι να ελευθερωθεί (ΑΠ 34/2021, ΑΠ 631/2020).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933 "περί επιταγής", η οποία είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 17 του νόμου 5325/1932 "περί συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν", τα πρόσωπα, που ενάγονται από την επιταγή, μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστή τις ενστάσεις, οι οποίες στηρίζονται στις προσωπικές σχέσεις μεταξύ αυτών και του εκδότη ή των προηγούμενων κομιστών της επιταγής, μόνο εάν ο κομιστής κατά το χρόνο κτήσης της επιταγής ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη του οφειλέτη.
Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται η αρχή του απροβλήτου των ουσιαστικών ενστάσεων, κατά την οποία τα πρόσωπα που ευθύνονται από την επιταγή δεν μπορούν να προτείνουν κατά του νόμιμου κομιστή αυτής ενστάσεις, που στηρίζονται στις προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη ή με τους προηγούμενους κομιστές. Η αρχή αυτή κάμπτεται μόνον εφόσον εκείνος, προς τον οποίο μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση η επιταγή, τελούσε κατά την κτήση της σε γνώση της ύπαρξης των ενστάσεων αυτών και με την αποδοχή της μεταβίβασης σε αυτόν της επιταγής ενεργούσε με πρόθεση βλάβης του οφειλέτη.
Τέτοια ενέργεια λαμβάνει χώρα, όταν αυτός γνωρίζει κατά την απόκτηση του τίτλου, ότι με τη μεταβίβαση προς αυτόν είναι δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή των προαναφερόμενων ενστάσεων και ότι με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται η πληρωμή, η οποία χωρίς τη μεταβίβαση αυτή δεν θα πραγματοποιείτο. Η γνώση του κομιστή είναι απαραίτητο να υφίσταται κατά το χρόνο της οπισθογράφησης σε αυτόν της επιταγής και δεν ασκεί επίδραση η μεταγενέστερη γνώση (ΑΠ 83/2020, ΑΠ 788/2019, ΑΠ 616/2018).
Τέλος, συνήθης στην πράξη είναι η έκδοση καταπιστευτικών αξιογράφων, συναλλαγματικής ή επιταγής, που εκδίδονται χάριν εγγύησης. Με τον όρο αυτό νοούνται οι περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες προσπορίζεται μεν η νομική θέση δικαιούχου του τίτλου, συγχρόνως όμως συμφωνείται ότι ο δικαιούχος αυτού κατά ορισμένο μόνο τρόπο και υπό ορισμένες προϋποθέσεις θα είναι δυνατό να ενασκήσει το δικαίωμά του από τον τίτλο της επιταγής.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις παρέχεται στον οφειλέτη ένσταση αναβλητική ή ανατρεπτική, κατά τις περιστάσεις, βασιζόμενη στην αιτιώδη (υποκείμενη) σχέση, την οποία αυτός ως ενιστάμενος οφείλει να αποκαλύψει και να αποδείξει. Η ένσταση είναι προσωπική και υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933.
Στην κατηγορία των ενστάσεων αυτών υπάγονται, εκτός άλλων, και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες συμφωνείται μεταξύ των ενδιαφερομένων, ότι ο αντισυμβαλλόμενος θα δικαιούται να εισπράξει τον τίτλο υπό την προϋπόθεση, ότι εκπληρώθηκαν ορισμένοι όροι από την αιτιώδη σχέση ή θα έχει πληρωθεί κάποια άλλη αίρεση ή ακόμη, όταν η επιταγή επέχει θέση εγγυοδοσίας και εκδίδεται για ασφάλεια μελλοντικής απαίτησης του κομιστή, ο οποίος δεσμεύεται να μην προβεί σε πρόωρη χρήση αυτής (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 334/2019, ΑΠ 1758/2017, ΑΠ 353/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 937/2014 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά εκδόθηκε με βάση μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές εις διαταγήν του καθού και δη :
α) την υπ' αριθμ. 20188972-2 τραπεζική επιταγή της "Eurobank EFG Ergasias Α.Ε" ποσού 105.000 ευρώ, εκδόσεως της πρώτης ανακόπτουσας, στον Πειραιά, με ημερομηνία 1-10-2014 που εμφανίστηκε από τον καθού η ανακοπή στις 15-4-2014 και δεν πληρώθηκε ελλείψει αντικρίσματος και β) την υπ' αριθμ. 20188989-7 τραπεζική επιταγή της ίδιας ως άνω τράπεζας, ποσού 90.000 ευρώ, εκδόσεως της δεύτερης ανακόπτουσας, στον Πειραιά, με ημερομηνία 31-3-2015 που εμφανίστηκε από τον καθού στις 15-4-2014 και δεν πληρώθηκε ελλείψει αντικρίσματος.
Οι ανακόπτουσες εκδότριες εταιρείες των επίδικων μεταχρονολογημένων τραπεζικών επιταγών είναι συμφερόντων του κοινού νομίμου εκπροσώπου τους Γ. Ζ., ενώ η πρώτη από αυτές είναι κυρία του ξενοδοχείου A. P. που βρίσκεται στο Π. Χ.. Το έτος 2013 ο καθού η ανακοπή, ως εργολάβος, σύναψε συμβάσεις έργου με τις ανακόπτουσες- εργοδότριες, σχετικά με το εν λόγω ξενοδοχείο, που αφορούσαν :
α) την αποκατάσταση ζημιών που είχε αυτό υποστεί από τα έντονα καιρικά φαινόμενα το Δεκέμβριο του έτους 2012, έργο που διήρκησε τον Φεβρουάριο - Μάρτιο 2013, αξίας 45.000 ευρώ πλέον 10.350 ευρώ για ΦΠΑ 23% και εξέδωσε αυτός στην πρώτη ανακόπτουσα το με αριθμ. 19/30-9-2013 ισόποσο τιμολόγιο, β) την ανακαίνιση του ανωτέρω ξενοδοχείου (αποτελούμενου από 72 δωμάτια και 8 βίλες), έργο που διήρκεσε από τον Απρίλιο έως τον Μάιο του 2013 και από τον Νοέμβριο 2013 έως την αποβολή του καθού περί τα τέλη Μαρτίου 2014 και γ) την επέκταση του ξενοδοχείου αυτού (ανέγερση μέχρι 11 ισογείων κτισμάτων, επιφάνειας 135 τ.μ. + 40,80 τ.μ.
εξώστες έκαστο, με προϋπολογιζόμενο τίμημα 1.650.000 ευρώ, έργο που έγινε παράλληλα με το ως άνω υπό στοιχ. β' (δεύτερο έργο) από τα μέσα Νοεμβρίου του 2013 μέχρι τα τέλη Μαρτίου 2014 (που έγινε η αποβολή του καθού). Για το υπό στοιχ. β' έργο ο καθού εκτέλεσε εργασίες συνολικού ύψους 195.637,65 ευρώ (159.055 ευρώ πλέον ΦΠΑ 23% ποσού 36.582,65 ευρώ) και το τιμολόγησε μερικώς για ποσό 140.287,65 ευρώ (με ΦΠΑ 23%) με τα με αριθμ. 2/30-4-2013, 16/19-7-2013 και 23/ 20-11-2013 τιμολόγια του που εκδόθηκαν προς τη δεύτερη ανακόπτουσα κατόπιν αιτήματος του ανωτέρω κοινού νομίμου εκπροσώπου των ανακοπτουσών.
Για το υπό στοιχ. γ' έργο ο καθού έλαβε σταδιακά ως προκαταβολή ποσό 170.000 ευρώ και συμφωνήθηκε η αμοιβή του να γίνεται ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών, ώστε να μπορεί και αυτός να ανταποκρίνεται στο αυξημένο κόστος κατασκευής του έργου (ημερομίσθια και ΙΚΑ εργατών, προμηθευτές κλπ). Τελικά, στις αρχές Ιανουαρίου 2014, κατόπιν παρέμβασης της Πολεοδομίας και αλλαγές στα σχέδια, συμφωνήθηκε να κτιστούν 8 αντί για 11 ισόγεια κτίσματα και μάλιστα το ένα εξ αυτών (το με στοιχ.Γ- 7) να έχει μικρότερη επιφάνεια 67,5 τ.μ., αντί για 135 τ.μ., ενώ η πρώτη ανακόπτουσα απαίτησε να γίνουν αλλαγές και στη θεμελίωση των λοιπών επτά κτισμάτων, γεγονός που συντέλεσε στην αύξηση του κόστους του έργου και στην επιμήκυνση του χρόνου αποπεράτωσής του.
Στη συνέχεια από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο καθού η ανακοπή περί τα τέλη Μαρτίου του 2014 είχε εκτελέσει το 80-90% του παραπάνω έργου, συνολικής αξίας 498.465,80 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 23% ποσού 114.647,13 ευρώ και το είχε τιμολογήσει μερικώς για ποσό 229.185 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 23% ποσού 52.712,55 ευρώ με τα υπ' αριθμ. 26/31-12-2013, 27/2014, 28/6-2-2014 και 30/14-3-2014 τιμολόγια του προς τη δεύτερη ανακόπτουσα για τον ίδιο ως άνω λόγο και οι ανακόπτουσες του όφειλαν συνολικά για τα με στοιχεία β' και γ' έργα, ποσό (185.287,65 + 551.178,35) = 736.466 ευρώ για εκτελεσθείσες εργασίες και ΦΠΑ εκδοθέντων τιμολογίων για τα έργα αυτά.
Για όλα δε τα προαναφερόμενα έργα (υπό στοιχ. α', β' και γ') οι ανακόπτουσες έκαναν μερικές καταβολές, ήτοι ποσό 40.100 ευρώ η πρώτη ανακόπτουσα για το με στοιχ. α' έργο και ποσό 324.000 ευρώ η δεύτερη ανακόπτουσα, σε μετρητά και (πληρωμένες) επιταγές και πέραν αυτού τις δύο επίδικες μεταχρονολογημένες (απλήρωτες) επιταγές συνολικού ποσού 195.000 ευρώ, οι οποίες δόθηκαν χάριν καταβολής για τα με στοιχ.
β' και γ' ως άνω έργα. Στη συνέχεια, στις 27-3-2014 η δεύτερη ανακόπτουσα, εγγράφως υπαναχώρησε προσχηματικά - δήθεν για αντισυμβατική συμπεριφορά και δη αδικαιολόγητη αποχώρηση του καθού, καθυστέρηση και πραγματικά ελαττώματα του έργου - από την ανωτέρω σύμβαση (με στοιχ. β 'και γ'), ζητώντας την επιστροφή των επίδικων μεταχρονολογημένων επιταγών που δήθεν του είχαν δοθεί ως εγγύηση (ισχυρισμός στο από 10-10-2014 εξώδικο - ενώ στο από 27-3-2014 εξώδικο τις αναφέρει ως εργολαβική αμοιβή - που τυγχάνει ως αναπόδεικτος αλλά και ως αντίθετος με τα ισχύοντα στην πρακτική των συμβάσεων αυτών, αφού δεν υπήρχε λόγος να δοθεί τέτοια εγγύηση).
Έτσι κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα οι επίδικες ως άνω επιταγές είχαν πραγματικό χρόνο έκδοσης τον Φεβρουάριο 2014 και δόθηκαν χάριν καταβολής για την τμηματική αμοιβή του καθού η ανακοπή από τις προαναφερόμενες συμβάσεις έργου που εκτέλεσε αυτός προσηκόντως και κατά το μέρος από το οποίο αυτός αποβλήθηκε περί τα τέλη Μαρτίου 2014 χωρίς εύλογη αιτία από τις ανακόπτουσες οι οποίες συνέχισαν με την εταιρεία κοινών συμφερόντων τους με την επωνυμία "G.
Α..Ε." και με προσωπικό των συνεργείων του καθού, την υλοποίηση του μικρού μέρους του επίδικου έργου που είχε απομείνει. Άλλωστε, στα τέλη Μαρτίου ο καθού είχε μεταβεί στην Αθήνα με υπόδειξη των ανακοπτουσών προκειμένου να προβεί σε τραπεζικό δανεισμό από την Eurobank Α.Ε. με βάση τις ως άνω επιταγές, λόγω των οικονομικών δυσκολιών τους και της αδυναμίας τους για λήψη τραπεζικού δανείου, χωρίς αποτέλεσμα.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η ως άνω εξώδικη δήλωση ισχύει (κατά μετατροπή) ως καταγγελία των ανωτέρω συμβάσεων έργου, εκ του άρθρου 700 ΑΚ, η οποία όμως δεν απαλλάσσει τις ανακόπτουσες από την καταβολή της οφειλόμενης εργολαβικής αμοιβής για το ανωτέρω τμήμα του συνολικού επίδικου έργου που ο καθού είχε προσηκόντως εκτελέσει, τμήμα της οποίας αποτελούσαν οι επίδικες επιταγές για τις οποίες εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής.
Ακόμη, οι ανακόπτουσες, στις 18-3-2014 εμπόδισαν τον πολιτικό μηχανικό του καθού Χ.. Π. να προβεί σε επιμέτρηση του εκτελεσθέντος (όλου) έργου και δεν απάντησαν στην από 2-4-2014 έγγραφη πρόσκλησή του για κοινή επιμέτρηση αυτού. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε τον λόγο ανακοπής περί μη εκτελεσθεισών εργασιών εκ μέρους του καθού και μη πραγματοποίησης πιστοποιήσεων για την πρόοδο του έργου, ως νόμω και ουσία βάσιμο, καθώς επίσης έκρινε ως νόμω και ουσία βάσιμους τους πρώτο και τρίτο πρόσθετους λόγους ανακοπής περί ανυπαρξίας απαίτησης του καθού και περί καταπιστευτικής μεταβίβασης των επίδικων επιταγών και ακύρωσε τη προσβαλλομένη διαταγή πληρωμής, και την παρά πόδας εκτελεστού απογράφου αυτής, επιταγής προς πληρωμή, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει, κατά παραδοχή του συναφούς λόγου έφεσης ως βάσιμου, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, και να κρατηθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, και δη ως προς το παραδεκτό και βάσιμο (νόμω και ουσία) των λοιπών μη ερευνηθέντων πρωτοδίκως πρόσθετων λόγων ανακοπής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην αμέσως ανωτέρω μείζονα σκέψη.
Με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο ανακοπής οι ανακόπτουσες ισχυρίστηκαν ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής στηρίχθηκε σε αβέβαιη και ανεκκαθάριστη απαίτηση καθόσον προϋπόθεση δημιουργίας αυτής ήταν α) η εκτέλεση των συμφωνηθεισών από τον καθού εργασιών και β) η επιμέτρηση, πιστοποίηση και συνυπογραφή τόσο από τον κύριο του έργου (πρώτη ανακόπτουσα) όσο και από την Εργολάβο εταιρεία (δεύτερη ανακόπτουσα) των εκτελεσθέντων έργων.
Ο πρόσθετος αυτός λόγος ανακοπής απορριπτέος τυγχάνει ως νόμω και ουσία αβάσιμος και τούτο διότι αφενός μεν η απαίτηση του καθού στηρίζεται στις επίδικες επιταγές και είναι απολύτως βεβαία και εκκαθαρισμένη, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, αφετέρου δε, οι απαιτήσεις του καθού από την υποκείμενη αιτία της εκδόσεως των επίδικων επιταγών, όπως αποδείχθηκε, υπερβαίνει κατά πολύ το συνολικό ποσό αυτών.
Για τους ίδιους ως άνω λόγους απορριπτέος τυγχάνει και ο τέταρτος πρόσθετος λόγος ανακοπής με τον οποίο οι ανακόπτουσες ισχυρίζονται ότι υπήρχε συμφωνία μεταξύ αυτών και του καθού η ανακοπή για εμφάνιση των επίδικων επιταγών μόνο μετά τους αναγραφόμενους χρόνους και μετά από εκτέλεση των εργασιών και πιστοποίηση αυτών, συμφωνία την οποία ο καθού κακόπιστα αθέτησε κατ' άρθρο 281 ΑΚ, πλην όμως δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας, ούτε βέβαια και η μη εκτέλεση των εργασιών από τον καθού, καθώς επίσης δεν αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος επέδειξε καταχρηστική και κακόπιστη συμπεριφορά, δεδομένου ότι όπως αποδείχθηκε, υπήρξε συνεπής στις υποχρεώσεις του και προσπάθησε να λάβει ακόμη και δάνειο για να βοηθήσει τις ανακόπτουσες.
Ομοίως απορριπτέος ως αβάσιμος τυγχάνει ο πέμπτος πρόσθετος λόγος ανακοπής με τον οποίο οι ανακόπτουσες ισχυρίζονται ότι αυτές έχουν κατά του καθού συναφή προς την οφειλή απαίτηση (δικαίωμα επίσχεσης κατ' άρθρο 325 ΑΚ) και δη ότι κατέβαλαν στον καθού το ποσό των 483.000 ευρώ στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και το ποσό των επίδικων επιταγών, και ότι τελικά ο καθού εισέπραξε συνολικά το ποσό των 288.000 ευρώ (483.000 - 195.000 ήτοι το ποσό των επιταγών που δεν πληρώθηκαν), ενώ ο ίδιος τιμολόγησε εργασίες μόλις 275.022 ευρώ και ότι συνεπώς ουδεμία απαίτηση έχει για υπερβάλλον ποσό και ότι περαν του ποσού που εισέπραξε αχρεωστήτως δηλ. 12.978 ευρώ αξία που δεν τιμολόγησε, επιδίωξε δια της εκδοθείσας διαταγής πληρωμής να εισπράξει αχρεωστήτως το ποσό των 210.000 ευρώ που αντιστοιχεί στις επίδικες επιταγές.
Επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος, σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα, τυγχάνει και ο έκτος και τελευταίος πρόσθετος λόγος ανακοπής με τον οποίο οι ανακόπτουσες προτείνουν ένσταση εξόφλησης ή συμψηφισμού της απαίτησης του καθού με δικές τους απαιτήσεις και δη : α) ως προς το ποσό των 12.978 ευρώ που ο καθού, σύμφωνα με τους ανωτέρω ισχυρισμούς των ανακοπτουσών, εισέπραξε χωρίς να παρέχει τις ανειλημμένες συμβατικές του υποχρεώσεις και δίχως να εκδώσει το απαιτούμενο νόμιμο παραστατικό και β) ως προς το ποσό των 243.100,19 ευρώ που αποτελεί το κόστος στο οποίο υποβλήθηκε η πρώτη ανακόπτουσα για τη μερική αποκατάσταση των κακοτεχνιών του έργου, ήτοι προβάλλουν την εν λόγω ένσταση συνολικά για το ποσό των 256.078,19 ευρώ ( 12.978 + 243.100,19 ευρώ) ...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του καθ' ου η ανακοπή και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα αντίθετα, και, στη συνέχεια, δικάζοντας την υπόθεση στην ουσία της, απέρριψε την ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους των αναιρεσειουσών κατά της υπ' αριθ. 937/2014 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης ως προς το κρίσιμο ζήτημα του καταπιστευτικού ή μη χαρακτήρα των επίδικων επιταγών, αφού με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων των άρθρων 1 και 22 του Ν. 5960/1933, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι οι επίδικες ως άνω επιταγές είχαν πραγματικό χρόνο έκδοσης τον Φεβρουάριο 2014 και δόθηκαν χάριν καταβολής για την τμηματική αμοιβή του καθ' ου η ανακοπή από τις προαναφερόμενες συμβάσεις έργου που εκτέλεσε αυτός προσηκόντως και κατά το μέρος από το οποίο αυτός αποβλήθηκε περί τα τέλη Μαρτίου 2014 χωρίς εύλογη αιτία από τις ανακόπτουσες, απορρίπτοντας έτσι τον λόγο ανακοπής περί μη εκτελεσθεισών εργασιών εκ μέρους του καθ' ου και μη πραγματοποίησης πιστοποιήσεων για την πρόοδο του έργου, καθώς και τους πρώτο και τρίτο πρόσθετους λόγους ανακοπής περί ανυπαρξίας απαίτησης του καθ' ου και περί καταπιστευτικής μεταβίβασης των επίδικων επιταγών και συνακόλουθα τον δεύτερο πρόσθετο λόγο ανακοπής περί αβέβαιης και ανεκκαθάριστης απαίτησης και τον τέταρτο πρόσθετο λόγο ανακοπής περί συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων για εμφάνιση των επίδικων επιταγών μόνο μετά τους αναγραφόμενους χρόνους και μετά από εκτέλεση των εργασιών και πιστοποίηση αυτών.
Ειδικότερα, το πόρισμα αυτό δικαιολογούν οι παραδοχές της προσβαλλόμενης: Α) ότι το έτος 2013 ο καθ' ου η ανακοπή, ως εργολάβος, σύναψε συμβάσεις έργου με τις ανακόπτουσες-εργοδότριες, σχετικά με το ξενοδοχείο A. P. που βρίσκεται στο Π. Χ., που αφορούσαν: α) την αποκατάσταση ζημιών που είχε αυτό υποστεί από τα έντονα καιρικά φαινόμενα το Δεκέμβριο του έτους 2012, έργο που διήρκησε τον Φεβρουάριο - Μάρτιο 2013, αξίας 45.000 ευρώ, β) την ανακαίνιση του ανωτέρω ξενοδοχείου (αποτελούμενου από 72 δωμάτια και 8 βίλες), έργο που διήρκεσε από τον Απρίλιο έως τον Μάιο του 2013 και από τον Νοέμβριο 2013 έως την αποβολή του καθ' ου περί τα τέλη Μαρτίου 2014 και γ) την επέκταση του ξενοδοχείου αυτού, με προϋπολογιζόμενο τίμημα 1.650.000 ευρώ, έργο που έγινε παράλληλα με το ως άνω δεύτερο έργο από τα μέσα Νοεμβρίου του 2013 μέχρι τα τέλη Μαρτίου 2014.
Β) ότι για το υπό στοιχ. β' έργο ο καθ' ου εκτέλεσε εργασίες συνολικού ύψους 195.637,65 ευρώ και το τιμολόγησε μερικώς για ποσό 140.287,65 ευρώ, ενώ για το υπό στοιχ. γ' έργο ο καθ' ου έλαβε σταδιακά ως προκαταβολή ποσό 170.000 ευρώ και συμφωνήθηκε η αμοιβή του να γίνεται ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών, ώστε να μπορεί και αυτός να ανταποκρίνεται στο αυξημένο κόστος κατασκευής του έργου (ημερομίσθια και ΙΚΑ εργατών, προμηθευτές κλπ).
Γ) ότι στις αρχές Ιανουαρίου 2014, κατόπιν παρέμβασης της Πολεοδομίας και αλλαγές στα σχέδια, συμφωνήθηκε να κτιστούν 8 αντί για 11 ισόγεια κτίσματα, ενώ η πρώτη ανακόπτουσα απαίτησε να γίνουν αλλαγές και στη θεμελίωση των λοιπών επτά κτισμάτων, γεγονός που συντέλεσε στην αύξηση του κόστους του έργου και στην επιμήκυνση του χρόνου αποπεράτωσής του.
Δ) ότι ο καθ' ου η ανακοπή περί τα τέλη Μαρτίου του 2014 είχε εκτελέσει το 80-90% του παραπάνω έργου, συνολικής αξίας 498.465,80 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 23% ποσού 114.647,13 ευρώ και το είχε τιμολογήσει μερικώς για ποσό 229.185 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 23% ποσού 52.712,55 ευρώ και οι ανακόπτουσες του όφειλαν συνολικά για τα με στοιχεία β' και γ' έργα, ποσό (185.287,65 + 551.178,35) 736.466 ευρώ για εκτελεσθείσες εργασίες και ΦΠΑ εκδοθέντων τιμολογίων για τα έργα αυτά.
Ε) ότι για όλα τα προαναφερόμενα έργα (υπό στοιχ. α', β' και γ') οι ανακόπτουσες έκαναν μερικές καταβολές, ήτοι ποσό 40.100 ευρώ η πρώτη ανακόπτουσα για το με στοιχ. α' έργο και ποσό 324.000 ευρώ η δεύτερη ανακόπτουσα, σε μετρητά και (πληρωμένες) επιταγές και πέραν αυτού τις δύο επίδικες μεταχρονολογημένες (απλήρωτες) επιταγές συνολικού ποσού 195.000 ευρώ, οι οποίες δόθηκαν χάριν καταβολής για τα με στοιχ.
β' και γ' ως άνω έργα. ΣΤ) ότι στις 27-3-2014 η δεύτερη ανακόπτουσα, εγγράφως υπαναχώρησε προσχηματικά από την ανωτέρω σύμβαση (με στοιχ. β' και γ'), ζητώντας την επιστροφή των επίδικων μεταχρονολογημένων επιταγών που δήθεν του είχαν δοθεί ως εγγύηση. Ζ) ότι η ως άνω εξώδικη δήλωση ισχύει (κατά μετατροπή) ως καταγγελία των ανωτέρω συμβάσεων έργου, εκ του άρθρου 700 ΑΚ, η οποία όμως δεν απαλλάσσει τις ανακόπτουσες από την καταβολή της οφειλόμενης εργολαβικής αμοιβής για το ανωτέρω τμήμα του συνολικού επίδικου έργου που ο καθ' ου είχε προσηκόντως εκτελέσει, τμήμα της οποίας αποτελούσαν οι επίδικες επιταγές για τις οποίες εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής.
Πέραν δε των ανωτέρω, δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και δη αν έλαβε χώρα πιστοποίηση και επιμέτρηση του έργου, αφού ρητά δέχεται το Εφετείο ότι οι ανακόπτουσες, στις 18-3-2014 εμπόδισαν τον πολιτικό μηχανικό του καθ' ου Χ.. Π. να προβεί σε επιμέτρηση του εκτελεσθέντος (όλου) έργου και δεν απάντησαν στην από 2-4-2014 έγγραφη πρόσκλησή του για κοινή επιμέτρηση αυτού.
Η παραδοχή, τέλος, της αναιρεσιβαλλομένης ότι οι επίδικες επιταγές δόθηκαν χάριν καταβολής για την τμηματική αμοιβή του καθ' ου η ανακοπή από τις προαναφερόμενες συμβάσεις έργου που εκτέλεσε αυτός προσηκόντως, δεν βρίσκεται σε αντίφαση με την παραδοχή της ιδίας αποφάσεως ότι στα τέλη Μαρτίου ο καθ' ου είχε μεταβεί στην Αθήνα με υπόδειξη των ανακοπτουσών προκειμένου να προβεί σε τραπεζικό δανεισμό από την Eurobank Α.Ε.
με βάση τις ως άνω επιταγές, καθόσον το Εφετείο δεν δέχεται ότι οι επίδικες επιταγές δόθηκαν με κοινή συμφωνία των διαδίκων ως εγγύηση για να τις θέσει ο καθ' ου ως αξία ενεχύρου στην Eurobank για να χρηματοδοτηθεί το έργο που ανέλαβε, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η πρώτη ανακόπτουσα, αλλά, αντίθετα, ρητά δέχεται ότι ο καθ' ου μετέβη στην Αθήνα με υπόδειξη των ανακοπτουσών προκειμένου να προβεί σε τραπεζικό δανεισμό από την Eurobank Α.Ε.
με βάση τις ως άνω επιταγές, λόγω των οικονομικών δυσκολιών τους και της αδυναμίας τους για λήψη τραπεζικού δανείου, ήτοι προς διευκόλυνσή τους και όχι ότι είχε λάβει τις άνω επιταγές ως εγγύηση. Επομένως, ο πρώτος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με το πρώτο σκέλος του οποίου η πρώτη αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος.
Ο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης"), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.
Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, η πρώτη αναιρεσείουσα με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε κατ' ουσίαν το περιεχόμενο των αναφερόμενων εγγράφων που παραδεκτά προσκομίσθηκαν από αυτήν, και ειδικότερα ότι παραμόρφωσε α) το περιεχόμενο των προσκομισθεισών από αυτήν επίδικων επιταγών με τις σχετικές αποδείξεις πληρωμής, που ρητά αναφέρουν ότι δόθηκαν έναντι εργασιών επέκτασης, γεγονός που αποδεικνύει ότι οι επιταγές δεν παραδόθηκαν ως εξόφληση ήδη εκτελεσμένων εργασιών αλλά για μελλοντικές, και β) το περιεχόμενο του προσκομισθέντος από αυτήν από 1.11.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού, στο άρθρο 2 του οποίου ρητά αναφέρεται για τον τρόπο πληρωμής ότι οι πληρωμές θα λάβουν χώρα μόνο αν υπογραφούν και συμφωνηθούν οι ανάλογες πιστοποιήσεις, χωρία που δεν ανέγνωσε το Εφετείο, υποπίπτοντας σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση των εγγράφων με την παραδοχή ότι περιέχουν περιστατικά διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνουν, με συνέπεια να απορρίψει τους ισχυρισμούς της περί ύπαρξης συμφωνίας με τον αντίδικο να εμφανιστούν οι επίδικες επιταγές προς πληρωμή τις αναγραφόμενες επί των σωμάτων ημερομηνίες και υπό τον όρο πιστοποίησης και υπογραφής των εκτελεσθεισών εργασιών.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος γιατί το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των πιο πάνω εγγράφων, αλλά, αφού τα ανέγνωσε σωστά, τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που η πρώτη αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό και δη αφενός μεν ότι οι επίδικες επιταγές είχαν πραγματικό χρόνο έκδοσης τον Φεβρουάριο 2014 και δόθηκαν χάριν καταβολής για την τμηματική αμοιβή του καθ' ου η ανακοπή από τις προαναφερόμενες συμβάσεις έργου που εκτέλεσε αυτός προσηκόντως και κατά το μέρος από το οποίο αυτός αποβλήθηκε περί τα τέλη Μαρτίου 2014 χωρίς εύλογη αιτία από τις ανακόπτουσες, αφετέρου ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων για εμφάνιση των επίδικων επιταγών μόνο μετά τους αναγραφόμενους χρόνους και μετά από εκτέλεση των εργασιών και πιστοποίηση αυτών, και, σε κάθε περίπτωση, ότι οι ανακόπτουσες, στις 18-3-2014, εμπόδισαν τον πολιτικό μηχανικό του καθ' ου Χ..
Π. να προβεί σε επιμέτρηση του εκτελεσθέντος (όλου) έργου και δεν απάντησαν στην από 2-4-2014 έγγραφη πρόσκλησή του για κοινή επιμέτρηση αυτού. Οι δε προβαλλόμενες περαιτέρω αιτιάσεις ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο στο οποίο κατέληξε η προσβαλλομένη απόφαση, κρίνονται απαράδεκτες, καθόσον, με την επίκλησή τους πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ. "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, αυτό, δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διατάξεως, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΑΠ 532/2020, ΑΠ 846/2019, ΑΠ 503/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η πρώτη αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για μη κήρυξη απαραδέκτου λόγω αοριστίας. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη δέχθηκε τον ισχυρισμό του καθ' ου ότι περί τα μέσα Μαρτίου 2014 οι εργασίες είχαν ολοκληρωθεί κατά 80-90%, που αντιστοιχεί στο ποσό των 498.465,80 ευρώ, ισχυρισμό που αντέκρουσε ως αόριστο, πλην όμως το Εφετείο τον έκρινε εσφαλμένα ως ορισμένο και δεν κήρυξε απαράδεκτο λόγω αοριστίας, καθόσον ο καθ' ου όφειλε να παραθέσει επακριβώς στην έφεσή του την αμοιβή που συμφωνήθηκε, ποια είναι αυτή κατά μονάδα εργασίας, ποσότητες κλπ, όπως απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως επί αναληθούς προϋποθέσεως ερειδόμενος, καθόσον ο άνω ισχυρισμός του αναιρεσίβλητου προβλήθηκε στα πλαίσια της αιτιολογημένης αντίκρουσης των λόγων ανακοπής της αναιρεσείουσας περί μη εκτελέσεως των εργασιών, και, ως εκ τούτου, δεν ετίθετο ζήτημα απαραδέκτου του ισχυρισμού αυτού του αναιρεσίβλητου.
Σε κάθε περίπτωση, αντικρούοντας ο αναιρεσίβλητος τους σχετικούς λόγους της ανακοπής περί μη εκτελέσεως των εργασιών, ανέφερε με τις προτάσεις του το στάδιο στο οποίο βρίσκονταν οι εργασίες και τον υπολογισμό του κόστους των εκτελεσθεισών εργασιών, σε τρόπο ώστε να μη τίθεται ζήτημα αοριστίας του άνω ισχυρισμού του.
Συνεπώς, ο προκείμενος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).
Για το ορισμένο του ανωτέρω, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα και σε περίπτωση κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες, εξαιρετικές, περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1365/2019, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 662/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, χωρίς όμως να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκαν, όσο και τα αποδιδόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση νομικά σφάλματα.
Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται με τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως, ότι η προσβαλλόμενη, δεχόμενη ότι κατά τα μέσα Μαρτίου 2014 είχαν ολοκληρωθεί οι εργασίες κατά ποσοστό 80-90%, που αντιστοιχεί σε 498.465,80 ευρώ, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο, καθώς για τον προσδιορισμό της απαίτησης που επικαλείται ο καθ' ου δεν έλαβε υπόψη τους όρους και τα κριτήρια που έθεσαν τα μέρη στη σύμβαση για τον προσδιορισμό της αμοιβής του εργολάβου και δη ότι αυτή θα καταβαλλόταν μετά από επιμέτρηση και πιστοποίηση των εκτελεσθεισών εργασιών, προβαίνοντας δε σε προσδιορισμό της απαίτησης και του σταδίου του εκτελεσθέντος έργου, κατά παράβαση των όρων της μεταξύ τους συμφωνίας, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, όπως και τα διδάγματα της κοινής πείρας.
Με το περιεχόμενο αυτό ο ερευνώμενος εδώ λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορριπτέος, διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει ποιες συγκεκριμένες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις παραβιάσθηκαν, αναφέροντας γενικώς στην αρχή του λόγου αυτού τα οριζόμενα από τις διατάξεις των άρθρων 681, 694, 904 του ΑΚ και 1, 21, 22 και 28 του ν. 5960/1933, και ποια είναι τα νομικά σφάλματα που προσάπτει στην προσβαλλόμενη, ούτε ποια διδάγματα κοινής πείρας παραβιάσθηκαν κατά την εφαρμογή του νόμου, αρκούμενη στην αμφισβήτηση και μόνο των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης, ως προς τις συμφωνίες των διαδίκων.
Οι αιτιάσεις, όμως, αυτές είναι απαράδεκτες, διότι, με τα όσα αναφέρονται στο αναιρετήριο για τη θεμελίωσή τους, με την επίφαση των επικαλουμένων παραβάσεων πλήττεται, στην πραγματικότητα, η ανέλεγκτη, από τον Άρειο Πάγο, εκτίμηση, από το Εφετείο, των αποδείξεων. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ.
γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' ΚΠολΔ αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που η αναιρεσείουσα προσκόμισε νόμιμα με επίκληση προς απόδειξη των ελαττωμάτων του έργου και της ανταξίωσης που διατηρεί έναντι του αναιρεσίβλητου για τις κακοτεχνίες που συνέβησαν στο έργο και δη την τεχνική έκθεση του πολιτικού-μηχανικού Β.
Χ. και την τεχνική έκθεση του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (ΤΕΕ), από τις οποίες αποδεικνύεται η αλήθεια των ισχυρισμών της. Ωστόσο, από τη βεβαίωση του Εφετείου, στην προσβαλλομένη απόφασή του, ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του, πλην των άλλων, και όλα ανεξαιρέτως τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και οι άνω επικαλούμενες τεχνικές εκθέσεις.
Επομένως, ο ανωτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως, που μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την μη λήψη υπόψη των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως προς την παρισταμένη πρώτη αναιρεσείουσα.
Επίσης πρέπει να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η πρώτη αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, διατυπώνοντας με αυτές σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 1 Οκτωβρίου 2020 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 478/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, ως προς τη δεύτερη των αναιρεσειουσών, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «Ζ. «Α..
Απορρίπτει την άνω αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 478/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, ως προς την παριστάμενη πρώτη αναιρεσείουσα, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «Β. Α..Ε..- Ξ. -Ε.-Ο. Ε.".
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και
Καταδικάζει την πρώτη αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ