Supreme Court dismisses appeal on contract duration, ruling legal characterization belongs to the court based on facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's decision regarding the duration of an employment contract. The appellant argued procedural errors, but the court found the lower court had properly considered all evidence and correctly characterized the relationship as indefinite based on the lack of a fixed term. Consequently, the appeal was rejected because the legal characterization of the contract is a judicial function determined by the actual circumstances rather than the parties' labels.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648, 649, 669, 672 of the Civil Code and Article 1 of Law 2112/1920; The legal characterization of an employment contract as fixed-term or indefinite-term belongs to the court, which determines the nature of the legal relationship based on the actual facts and circumstances rather than the designation given by the parties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 960 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 960/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 24η Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Π. Γ. του Α., κατοίκου ... νομού Λάρισας, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Εμμανουηλίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα α) από τον Υπουργό Οικονομικών και β) από τον Υπουργό Πολιτισμού, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Μαρίας Οικονόμου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-6-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν η 2831/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1379/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την 2719/2016 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-4-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Αρετή Παπαδιά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 ΑΚ και 1 του ν. 2112/1920 προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη χρονική διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε μια τέτοια διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου. Ο νομικός χαρακτηρισμός μιας σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από την ονομασία που προσδίδουν σ’ αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.3 και 87 παρ.2 του Συντάγματος, ανήκει στο αρμόδιο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται στην αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας και διαπιστώνονται στην αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή και ορθό νομικό χαρακτηρισμό στην έννομη σχέση. Η εξουσία τού εκ μέρους του δικαστηρίου ορθού νομικού χαρακτηρισμού μιας έννομης σχέσης υφίσταται και για τις σχέσεις που αναπτύσσονται με συμβαλλόμενο το Ελληνικό Δημόσιο ή κάποιο νομικό πρόσωπο του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 7/2011 και 18/2006).
2. Η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης κατά τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τη λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος της Οδηγίας).
Η εν λόγω Οδηγία ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη, αφ’ ενός με το π.δ. 81/2003, το οποίο εφαρμόζεται στους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα (η ισχύς του οποίου άρχισε από την 2-4-2003) και αφ’ ετέρου με το π.δ. 164/2004, το οποίο εφαρμόζεται στους εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα (η ισχύς του οποίου άρχισε από την 19-7-2004).
Ανεξάρτητα, όμως, προς την παραπάνω Οδηγία, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου, αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8 παρ.3 του ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου, είτε έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό είτε στο δημόσιο τομέα.
Η διάταξη αυτή ορίζει ότι οι διατάξεις του ν. 2112/1920 εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.
Και ακόμη, η ίδια διάταξη, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από τη μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών προϋποθέσεων που επιβάλλονται για το κύρος της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη, μάλιστα, προστασία έναντι εκείνης της ως άνω, μεταγενέστερης κοινοτικής Οδηγίας.
Διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, ανεξάρτητα από την ονομασία που έχουν δώσει οι συμβαλλόμενοι ή σε μια (ή σε διαδοχικές) σύμβαση ή σχέση εργασίας με αναφορά στη διάρκειά της, εναπόκειται στο αρμόδιο δικαστήριο να προβεί στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό αυτής, ως αορίστου ή ορισμένου χρόνου, ανάλογα προς το αν, στην πραγματικότητα, με τη σύμβαση αυτή καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ή απρόβλεπτες και πρόσκαιρες ανάγκες της υπηρεσίας του εργοδότη.
Και, μάλιστα, ο εν λόγω ορθός νομικός χαρακτηρισμός ανατρέχει στο χρόνο κατάρτισης της συμβάσεως, μη δυνάμενος να θεωρηθεί ότι συνιστά ανεπίτρεπτη, εκ των υστέρων "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου σε αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 7 και 8/2011).
3. Από τα προαναφερθέντα, συνάγεται ότι επί μίας ή διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες καταρτίσθηκαν με το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα πριν από την έναρξη ισχύος α) της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, που προαναφέρθηκε, β) των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την τελευταία αναθεώρηση αυτού, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α’ 85/2001) και απαγορεύουν ακόμη και την δια νόμου μονιμοποίηση του προσωπικού που προσλαμβάνεται για την κάλυψη απρόβλεπτων και πρόσκαιρων αναγκών ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που έχουν συναφθεί με το προσωπικό αυτό, σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της οικείας υπηρεσίας και γ) των άρθρων 5 και 11 του π.δ. 164/2004, που ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις της κατ’ εξαίρεση μετατροπής των, κατά την έναρξη της ισχύος αυτού, ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, ήτοι το να απέβλεπαν στην κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών και να ήσαν ενεργείς κατά την έναρξη της ισχύος αυτού, [επί των συμβάσεων των περιπτώσεων αυτών] δεν εφαρμόζονται οι λόγω διατάξεις, διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη κατά το χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και λοιπών διατάξεων και κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό, τη φύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, παρά την εκ του νόμου απαγόρευση της σύναψής τους ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, την οποία [νομική φύση] διατήρησαν και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 7 και 8/2011, ΑΠ 1109/2011).
4. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη 1379/2016 απόφαση και κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, που είναι αρχαιολόγος, προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο και συγκεκριμένα από τα αρμόδια όργανα της ΙΓ’ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, που είναι αποκεντρωμένη υπηρεσία αυτού υπαγόμενη στο Υπουργείο Πολιτισμού, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, δυνάμει των οποίων απασχολήθηκε σ’ αυτό κατά τα χρονικά διαστήματα :
α) από 20-7-1993 έως 31-12-1993, με την .../1993 απόφαση της ως άνω υπηρεσίας στο πλαίσιο του συγχρηματοδοτούμενου προγράμματος επιμόρφωσης ανέργων σε τομείς αρμοδιότητας Υπουργείου Πολιτισμού, β) από 18-7-1994 έως 21-12-1994 με τις .../1994 και .../1994 αποφάσεις της ίδιας υπηρεσίας, στο πλαίσιο του ίδιου προγράμματος, γ) από 17-7-1996 έως 31-12-1996 με τις .../1996 αποφάσεις της ίδιας υπηρεσίας στο πλαίσιο του ίδιου προγράμματος, δ) από 1-8-1997 έως 31-12-2000 με την .../1997 απόφαση και τις διαδοχικές αποφάσεις παράτασης ...1999 της ίδιας υπηρεσίας στο πλαίσιο του επιχειρησιακού προγράμματος "..." του Β’ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης 1994-1999 και για όσο διαρκούσε το έργο για το οποίο προσλήφθηκε "...", ε) από 3-9-2003 έως 31-12-2003 με την .../2003 απόφαση της ίδιας υπηρεσίας, για τις αρχαιολογικές ανάγκες στο ..., στ) από 23-1-2004 έως 13-10-2004 με την ...2004 απόφαση της ίδιας υπηρεσίας, για την αντιμετώπιση των αναγκών του Αρχαιολογικού Μουσείου … και ζ) από 14-10-2004 έως 31-12-2004 με την .../2004 απόφαση της ίδιας υπηρεσίας, ομοίως για το Μουσείο Βόλου.
Ότι οι ως άνω, από το έτος 1994 έως 31-12-2000, συμβάσεις ορισμένου χρόνου της ενάγουσας με το εναγόμενο καταρτίστηκαν στο πλαίσιο ευρωπαϊκών προγραμμάτων για κάλυψη πρόσκαιρων αναγκών και όχι για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών, ήτοι μόνο για την ολοκλήρωση των εργασιών των πιστοδοτούμενων με κοινοτικά κονδύλια προγραμμάτων.
Ότι γι’ αυτό και απείχαν μεγάλα χρονικά διαστήματα μεταξύ τους, ήτοι μεταξύ πρώτου και δεύτερου προγράμματος μεσολάβησε χρονικό διάστημα έξι μηνών και δεκαοκτώ ημερών, μεταξύ δεύτερου και τρίτου χρονικό διάστημα έξι μηνών και δεκαεπτά ημερών και μεταξύ τρίτου και τέταρτου χρονικό διάστημα επτά μηνών .Ότι οι ως άνω καταρτισθείσες πριν την ισχύ του άρθρου 103 του Συντάγματος συμβάσεις ορισμένου χρόνου της ενάγουσας, για τις οποίες δεν υπάρχει χρονική ενότητα και συνοχή και οι οποίες καταρτίστηκαν για κάλυψη πρόσκαιρων αναγκών του εναγομένου, δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.2112/1920.
Ότι η επόμενη σύμβαση καταρτίστηκε μετά από χρονικό διάστημα δύο ετών, οκτώ μηνών και τριών ημερών, την 3-9-2003 με διάρκεια έως 31-12-2003, ήτοι μετά την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος. Ότι αυτή και οι επόμενες που ακολούθησαν έως την ισχύ του π.δ. 164/2004 (από 19-7-2004) αριθμούν συνολικό χρόνο απασχόλησης της ενάγουσας οκτώ μηνών και δεν πληρούν τα χρονικά όρια του άρθρου 11 αυτού, για μετατροπή τους σε αορίστου χρόνου, λόγος για τον οποίο και απορρίφθηκε η σχετική αίτηση της ενάγουσας από τον ΑΣΕΠ ως και η ένστασή της κατά της απορριπτικής απάντησης.
Ότι η απασχόληση της ενάγουσας τα ενδιάμεσα χρονικά διαστήματα δεν συνυπολογίζεται, διότι αυτή δεν κατήρτισε συμβάσεις απ’ ευθείας με το εναγόμενο, αλλά με τρίτους εργοδότες (ΔΕΥΑΜΒ - Βιολογικός Καθαρισμός, Κ/Ξ ΑΤΤΙ-ΚΑΤ ΑΤΕ), δυνάμει των οποίων εργάστηκε ως αρχαιολόγος σε διάφορα κατασκευαστικά έργα που αυτοί είχαν αναλάβει και κατά το αρχαιολογικό μέρος τελούσαν υπό την εποπτεία της αρμόδιας ΕΠΚΑ.
Ότι στις περιπτώσεις αυτές η εργασιακή σχέση είχε δημιουργηθεί μεταξύ του ενάγουσας αρχαιολόγου και του φυσικού εργοδότη - εργολήπτη του έργου για λογαριασμό του οποίου παρείχε πράγματι τις υπηρεσίες της και από τον οποίο αμειβόταν και ότι το Υπουργείο Πολιτισμού επόπτευε, απλά, την εργασία της, διότι οι υπηρεσίες που προσφέρονταν εμπλέκονται με το γενικότερο δημόσιο συμφέρον, συνιστάμενο στη διαφύλαξη και διάσωση των αρχαιοτήτων.
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο έκρινε ότι 1) οι συμβάσεις που είχαν συναφθεί πριν από την ισχύ της συνταγματικής αναθεώρησης του έτους 2001 δεν είχαν προσλάβει το χαρακτήρα μιας ενιαίας σύμβασης ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, επειδή κάλυπταν πρόσκαιρες ανάγκες του εναγομένου και 2) οι λοιπές συμβάσεις, που είχαν συναφθεί μετά την αναθεώρηση, δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις για μετατροπή σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, επειδή δεν συνέτρεχε η κατά το άρθρο 11 του π.δ. 164/2004 προϋπόθεση συνολικής χρονικής διάρκειας αυτών επί είκοσι τέσσερις μήνες έως την έναρξη ισχύος του.
Κατόπιν αυτού και μετά την εξαφάνιση της τότε εκκαλουμένης αποφάσεως, το Μονομελές Εφετείο, δικάζοντας εκ νέου επί της αγωγής, την έκρινε νόμιμη και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.
5. Με την κρίση αυτή, το Μονομελές Εφετείο ορθώς και με πλήρη αιτιολογία ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν με τη μη υπαγωγή των ενδίκων συμβάσεων σ’ αυτές. Ειδικότερα, επί των περί του αντιθέτου νομικών επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, παρατηρούνται τα ακόλουθα: α) Το Εφετείο ορθώς δέχθηκε ότι η απασχόληση της αναιρεσείουσας ως αρχαιολόγου, κατά τα ενδιάμεσα των με το Ελληνικό Δημόσιο συμβάσεων χρονικά διαστήματα, που έγινε με συμβάσεις εργασίας συναφθείσες με τρίτες εταιρείες σε κατασκευαστικά έργα τα οποία εκείνες είχαν αναλάβει και τα οποία, απλά, εποπτεύονταν κατά το αρχαιολογικό τους μέρος από την αρμόδια ΕΠΚΑ, δεν θεωρείται ως χρόνος απασχόλησης στο Ελληνικό Δημόσιο και εν προκειμένω στο Υπουργείο Πολιτισμού.
Τούτο, καθόσον ανεξάρτητα από την προβλεπόμενη στις διατάξεις των άρθρων 37 του ν. 3028/2002 "προστασία αρχαιοτήτων - πολιτιστικής κληρονομιάς" και 10 του π.δ. 99/ 1992 διαδικασία διενέργειας ανασκαφών και την ανάμειξη της δημόσιας αρχής, που ασκεί εποπτεία για λόγους δημοσίου συμφέροντος με σκοπό την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, η εργασιακή σχέση δημιουργείται μεταξύ του μισθωτού και του εργολήπτη, ο οποίος είναι ο φυσικός εργοδότης και για λογαριασμό του οποίου παρέχεται η εργασία.
β) Η διάταξη του άρθρου 7 παρ.7δ του ν. 2557/1997, σύμφωνα με την οποία "κατά τον υπολογισμό της προϋπηρεσίας, ως προσόντος διορισμού αρχαιολόγων στο δημόσιο, λαμβάνεται υπόψη και η προϋπηρεσία σε έργα του Υπουργείου Πολιτισμού ή άλλων δημόσιων ή ιδιωτικών φορέων, εφόσον αυτά συνίστανται στη διενέργεια ανασκαφών ή άλλων συναφών εργασιών υπό την εποπτεία της οικείας εφορείας αρχαιοτήτων", εισάγει μεν ευνοϊκό κριτήριο για τους υποψηφίους σε διορισμό αρχαιολόγου στο δημόσιο, εφ’ όσον είχαν απασχοληθεί στα ως άνω έργα, αλλά δεν υποδηλώνει ότι ο διανυθείς χρόνος συνιστά σύμβαση εργασίας με το Ελληνικό Δημόσιο.
Και γ) το Εφετείο ορθώς χαρακτήρισε τις πριν από την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος συναφθείσες συμβάσεις ορισμένου χρόνου της αναιρεσείουσας με το αναιρεσίβλητο ως μη διαδοχικές, διότι για το χαρακτηρισμό αυτό έλαβε υπ’ όψη την παραδοχή "της παρεμβολής μεγάλων χρονικών διακοπών μεταξύ τους και έλλειψης χρονικής ενότητας και συνοχής" υπό τη νοηματική έννοια και όχι ως έλλειψη της προϋπόθεσης "να απέχουν μεταξύ τους χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών", η οποία τίθεται από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ.1 και 11 παρ.1 του π.δ. 164/2004, που δεν ίσχυαν κατά το χρόνο εκείνο και δεν εφαρμόσθηκαν.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
6. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ’ όψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ’ αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Δεν αποκλείεται, βέβαια, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ’ ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 2/2008 και 14/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως ρητώς βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, σχημάτισε την κρίση του επί της ουσίας της υπόθεσης αφού έλαβε υπόψη, εκτός από άλλα αποδεικτικά μέσα, και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι. Από τη διαβεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με τις ουσιαστικές παραδοχές που προαναφέρθηκαν, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα αναφερόμενα στο δεύτερο λόγο αναιρέσεως έγγραφα.
Πέραν, όμως, της κατά τα άνω διαβεβαίωσης του Εφετείου, το φερόμενο ως αγνοηθέν έγγραφο της ΙΓ’ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων με αριθμό ...29-11-2007 σαφώς προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη και από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία αναφέρονται οι συμβάσεις που συνήψε η αναιρεσείουσα με τις εργολήπτριες εταιρείες γεγονός που αποτελεί περιεχόμενο του εγγράφου αυτού.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ’ ΚΠολΔ εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
7. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση. Δικαστικά έξοδα υπέρ του αναιρεσίβλητου δεν επιδικάζονται, επειδή ελλείπει σχετικό αίτημα (ΚΠολΔ 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-04-2017 αίτηση περί αναιρέσεως της 1379/ 2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την 2719/2016 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 18η Απριλίου 2018.
Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 22α Μαΐου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ