Legislator Case Law & Legislation
960/2015 AI generated

Supreme Court allows appeal on grounds of insufficient reasoning regarding abuse of right and breach of good faith.

Case Number 960/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a second-instance decision regarding a university contract dispute. The appellant argued the lower court failed to properly address the abuse of right and breach of good faith by the respondent. The court accepted this argument, finding the lower court's reasoning insufficient regarding the respondent's conduct and the third-party exam leaks.

Legislator headnote

AI generated

Articles 569(2), 571(1), 111(1) & (2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal argument is inadmissible if the supplementary document was not filed and served thirty full days prior to the hearing, but a specific appeal argument is admissible if the lower court's decision lacks a legal basis due to insufficient reasoning on the abuse of right and breach of good faith.

Keywords

AI generated
abuse of right breach of good faith insufficient reasoning admissibility of appeal Code of Civil Procedure contractual liability university dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 569(2) of the Code of Civil Procedure
Article 571(1) of the Code of Civil Procedure
Article 111(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 143/1984
OLAP 33/1996
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 960 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 960/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Δημήτριο Κόμη, Απόστολο Παπαγεωργίου και Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 10η Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σωματείου με την επωνυμία "Ελληνοαμερικανική Ένωση", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Στυλιανό Σταματόπουλο που ανακάλεσε την από 9-2-2015 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Κ. Β. (Σ.) του Δ. κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο με την πληρεξούσια δικηγόρο της Αρετή Βλαστού και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-4-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 416/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 657/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 30-6-2014 αίτησή του και τους από 9-1-2015 πρόσθετους λόγους επ' αυτής.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Παπαγεωργίου διάβασε την από 30-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης(από τους αριθμούς 20 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι επ' αυτής, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε να καταδικαστεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 569 παρ.2, 571 παρ.1 και 111 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η παραδεκτή άσκηση των προσθέτων λόγων αναίρεσης προϋποθέτει όπως, τόσο η κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, όσο και η επίδοση αντιγράφου αυτού στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους να έχει λάβει χώρα τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ήμερες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης που είχε αρχικώς οριστεί και όχι εκείνης που προσδιορίστηκε μετ' αναβολή ή ματαίωση (ΟλΑΠ 143/1984) στις οποίες (ημέρες) δεν υπολογίζονται η ημέρα κατάθεσης, επίδοσης και συζήτησης (ΟλΑΠ 33/1996). Η παράλειψη τηρήσεως των παραπάνω διατυπώσεων ή της μίας απ' αυτές συνεπάγεται την απόρριψη αυτών ως απαραδέκτων και αυτεπαγγέλτως, αποτέλεσμα το οποίο επίσης επιφέρει η μη προσκομιδή εκθέσεως επιδόσεως από την οποία να προκύπτει η εντός της οριζόμενης ως άνω προθεσμίας (εμπρόθεσμη) επίδοση των ασκηθέντων προσθέτων λόγων.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, των οποίων το δικόγραφο κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου εμπροθέσμως την 9-1-2015, δηλαδή τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την αρχικώς ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (10-2-2015), δεν προκύπτει ότι επιδόθηκαν στην αναιρεσίβλητη, καθόσον το αναιρεσείον σωματείο δεν προσκομίζει (αλλά ούτε και επικαλείται με τις νομοτύπως κατατεθείσες προτάσεις του) την οικεία έκθεση επιδόσεως. Ενόψει τούτων οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι, πρέπει, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

2. Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 του ΚΠολΔ η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί, μεταξύ των ιδίων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δεδικασμένο, το οποίο δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης για το δικαίωμα που κρίθηκε, για τη δικαιολογητική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.

Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου ανακύπτει το δικαίωμα που κρίθηκε εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασης του, το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή λαμβάνοντας το ως αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη η μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.

Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι το δεδικασμένο καλύπτει, όχι μόνο το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που διαγνώσθηκε, αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση, υπό την έννοια των περιστατικών των οποίων ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης, καθώς και τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που το Δικαστήριο προσέδωσε στα πραγματικά περιστατικά, κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη του νόμου.

Τα προαναφερόμενα ισχύουν και όταν η έννομη σχέση, που έχει τελεσιδίκως διαγνωσθεί, αποτελεί προδικαστικό ζήτημα άλλης μεταγενέστερης επίδικης αξίωσης. Επομένως, δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη.

Τούτο συμβαίνει όταν στην νέα δίκη πρόκειται να κριθεί ή ίδια έννομη σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα το οποίο κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση. Δεδικασμένο αποτελεί και η ενδεχομένως άδικη ή εσφαλμένη τελεσίδικη απόφαση (ΟλΑΠ 10/2002). Τέλος, ειδικότερα, σε διαρκή έννομη σχέση, από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως στη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις, που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, Σ.Σ.Ε., Δ.Α.

κ.λπ. οι τελεσίδικες αποφάσεις που κρίνουν επί μέρους αιτήματα, ως συνέπειες της διαρκούς έννομης σχέσης έστω και, κατά τα παραπάνω, εσφαλμένες, αποτελούν δεδικασμένο και για απαιτήσεις που γεννώνται στο μέλλον, ως προς τις προϋποθέσεις και το ύψος αυτών, εφόσον παραμένει αμετάβλητο το νομικό καθεστώς (ΟλΑΠ 1/2005).

Έτσι, μεταξύ άλλων, καλύπτονται από το δεδικασμένο ο χαρακτήρας της σύμβασης εργασίας, δηλαδή ο νομικός χαρακτηρισμός που δόθηκε από την απόφαση στην έννομη σχέση και το κύρος της σύμβασης εργασίας και της τυχόν καταγγελίας της. Η κατάφαση ή η άρνηση στην απόφαση εννόμων σχέσεων, που δεν ανάγονται σε στοιχεία του πραγματικού του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, στον οποίο θεμελιώνεται η διαγνωσθείσα από την απόφαση έννομη συνέπεια, αλλά απλώς χρησιμοποιούνται ως επιχειρήματα στη δικαστική απόφαση, δεν περιβάλλονται με ισχύ δεδικασμένου.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την "παράβαση νόμου", δηλαδή τη ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτά έχουν την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.

Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνον επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχεται με βάση αυτή η σχετική παραδοχή του δικαστηρίου.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα, για την έρευνα των λόγων αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθμ. 3121/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία έχει καταστεί ήδη αμετάκλητη (ΑΠ 1114/2011, η οποία απέρριψε αίτηση αναιρέσεως του Σωματείου), αποδείχθηκε με ισχύ δεδικασμένου ότι η ενάγουσα, η οποία είναι απόφοιτος του Τμήματος αγγλικής φιλολογίας του Πανεπιστημίου του Τορόντο του Καναδά και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών του Πανεπιστημίου του Michigan, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου παρείχε τις υπηρεσίες της στο εναγόμενο ως καθηγήτρια αγγλικής γλώσσας από 5.10.1977 έως το έτος 1979 και από 1.10.1980 έως 7.10.2003, που το εναγόμενο κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της επικαλούμενο ότι η απόλυση της ήταν επιβεβλημένη, διότι παραβίασε την υποχρέωση πίστης του μισθωτού προς τον εργοδότη και δη την υποχρέωση να μην θίγει τα καλώς εννοούμενα αντικειμενικά και νόμιμα συμφέροντα.

Ότι η πιο πάνω από 7.10.2003 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της είναι άκυρη ως καταχρηστική, διότι ουδεμία σχέση είχε με τη πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της, με την παραβίαση της υποχρεώσεως πίστης που απορρέει από τις διατάξεις 288, 280 ΑΚ, με ανάρμοστη συμπεριφορά ή με τον από υπαιτιότητα της κλονισμό των σχέσεων της προς το εναγόμενο, αλλά οφειλόταν σε αντιπάθεια και σε λόγους αντιδράσεως των μελών της διοίκησης του εναγομένου προς το πρόσωπο της συνεπεία προηγηθείσης νόμιμης αλλά μη αρεστής συμπεριφοράς της.

Ειδικότερα, κατά την εν λόγω απόφαση αποδείχθηκε με ισχύ δεδικασμένου, μεταξύ άλλων, ότι οι σχέσεις μεταξύ των διαδίκων διαταράχθηκαν από το έτος 1996, όταν στην κρίση που ξέσπασε μεταξύ των δύο αντιμαχομένων ομάδων συμβούλων του ΔΣ για τη Διοίκηση του Σωματείου με επικεφαλής τους κ. κ. Σ. και Κ. αντίστοιχα, η εκκαλούσα τάχθηκε υπέρ του δευτέρου και στους δικαστικούς αγώνες που ακολούθησαν κατέθεσε επανειλημμένως υπέρ αυτού.

Αυτό είχε ως συνέπεια το εφεσίβλητο να επιφέρει βλαπτική μεταβολή στους έως τότε όρους εργασίας της με ενέργειες εμπαθείς και εκδικητικές, όπως ειδικότερα χαρακτηρίζονται και περιγράφονται στην πιο πάνω απόφαση, και που οδήγησαν εν τέλει στην πρώτη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της στις 7.10.2003 εξ αφορμής της κατάθεσης της ως μάρτυρα σε δίκη υπέρ συναδέλφου της τον Μάρτιο του ιδίου έτους.

Ότι όσα ισχυρίσθηκε το εφεσίβλητο Σωματείο για να δικαιολογήσει την καταγγελία δεν είναι βάσιμα κατ' ουσία, καθόσον δεν ευσταθεί ότι α] για να προωθήσει την οικονομική εκμετάλλευση και τις πωλήσεις των διδακτικών βιβλίων, που συνέγραψε ως καθηγήτρια της αγγλικής γλώσσας και να επαυξήσει το κύρος της ως συγγραφέας κατά τη συμμετοχή της σε ενημερωτικές εκδηλώσεις εκπαιδευτηρίων, σε σεμινάρια και ομιλίες διδακτικού αντικειμένου, παρουσιαζόταν ή άφηνε να εννοηθεί ότι εμφανίζεται και ομιλεί κατ' εξουσιοδότηση του εναγομένου και όχι ως απλή καθηγήτρια εργαζόμενη σ' αυτό, καίτοι για τις εκδηλώσεις αυτές δεν είχε τέτοια εξουσιοδότηση, και β) ότι στις λίγες φορές που συμμετείχε σε εκδηλώσεις, ομιλίες κλπ.

διδακτικού περιεχομένου με εξουσιοδότηση του εναγομένου, δεν ακολούθησε το περίγραμμα, τις οδηγίες και το περιεχόμενο που έλαβε από την αρμόδια διεύθυνση εκπαίδευσης του εναγομένου σε πολλά ουσιώδη σημεία τους. Ακόμη, όσον αφορά τις ομιλίες της στο ξενοδοχείο ..., στις 30 και 31 Αυγούστου 2003, κατά τις οποίες, όπως της αποδίδεται, παρουσίασε αυτούσια μέρη από τις ερωτήσεις και τα τεστ των εξετάσεων του γνωστού Πανεπιστημίου των Η.Π.Α.

Michigan στην Ελλάδα, που είχαν διεξαχθεί την 1.3.2003 και στις 17.5.2003, οι πρώτες, για το ανωτέρω επιπέδου (Proficiency) ECPE και οι δεύτερες για το κατωτέρω επιπέδου (Lower) πτυχίο ECCE διασπώντας τους κανόνες απορρήτου και αδιάβλητου των εξετάσεων που τηρεί το ως άνω Πανεπιστήμιο και δη η σχολή του English Language Institute (ELI), που ασχολείται με την αγγλική γλώσσα και τις εξετάσεις, κατά τους οποίους απαγορεύεται η δημοσιοποίηση θεμάτων παρελθουσών εξετάσεων, πλην ορισμένων επιλεκτικά δημοσιοποιουμένων για λόγους στατιστικών εκτιμήσεων από το ίδιο το ELI Michigan, συνέπεια να επέλθει διατάραξη των σχέσεων του ως άνω Πανεπιστημίου με το εναγόμενο, η πιο πάνω απόφαση δέχεται ως αποδεδειγμένα γεγονότα ότι α] η παρουσίαση σε διαφάνειες αυτούσιων των θεμάτων των εξετάσεων στην ομιλία της στηρίζεται σε μαγνητοφωνημένα αρχεία , από τα οποία μόνο να ακούσει μπορεί κανείς και όχι να δει, β) η μη γνωστοποίηση των θεμάτων των εξετάσεων αφορά το διάστημα πριν από τη διεξαγωγή τους, οι δε τεθείσες ερωτήσεις και τα τεστ γίνονται γνωστά σε ευρύ κύκλο προσώπων από την ίδια μέρα της διεξαγωγής των εξετάσεων, γ) τα θέματα κυκλοφορούν αμέσως μετά τη διεξαγωγή τους και πρόσβαση μπορεί να έχει ο οποιοσδήποτε σε αυτά μέσω του διαδικτύου, των φροντιστηρίων, των βιβλίων εκδοτών, δ) το ίδιο το πανεπιστήμιο δημοσιοποιεί θέματα εξετάσεων, ε) οι παρουσιάσεις σεμιναρίων, στα οποία λαμβάνουν μέρος ιδιοκτήτες φροντιστηρίων και καθηγητές και όχι υποψήφιοι σπουδαστές, διαρκούν περί την μισή ώρα και δεν είναι δυνατόν στο χρόνο αυτό να γίνει παρουσίαση θεμάτων που περιλαμβάνονται σε τεστ 30 σελίδων, επί των οποίων οι υποψήφιοι διαγωνίζονται επί 3 ώρες, στ) οι εξετάσεις του ECPE στην Ιταλία γίνονται κάθε Ιούνιο και οι εξετάσεις του ECCE κάθε Μάιο και Ιούνιο και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατόν να παραβιάσθηκε το απόρρητο των εξετάσεων των ως άνω πτυχίων , που ήδη είχαν γίνει πριν από τη συμμετοχή της ενάγουσας στο σεμινάριο το τέλος Αυγούστου του 2003 και ως εκ τούτων δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι το Michigan απαγόρευσε τη συμμετοχή ελλήνων μαθητών στις πρώτες μετά τη διαρροή εξετάσεις στην Ιταλία, ζ) ουδείς κλονισμός επήλθε στις σχέσεις του εφεσίβλητου και του Πανεπιστημίου του Michigan, και τέλος η) ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της δεν έγινε κατ' απαίτηση του ως άνω πανεπιστημίου ούτε διαταράχθηκαν οι σχέσεις της ενάγουσας νυν εκκαλούσας, με τους συναδέλφους της και το υπαλληλικό προσωπικό του εναγομένου.

Κατ' ακολουθία των προαναφερομένων και όσων άλλων αποδείχθηκαν, δέχεται η πιο πάνω απόφαση, ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της είναι άκυρη, γιατί οφειλόταν σε αντιπάθεια και σε λόγους αντιδράσεως της διοίκησης του εκκαλούντος προς το πρόσωπο της λόγω της προηγηθείσης νόμιμης αλλά μη αρεστής συμπεριφοράς της προς αυτό.

Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε η ως άνω υπ' αριθ. 3121/2009 απόφαση εκδόθηκε κατόπιν αναιρέσεως της υπ' αριθ. 6841/2005 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου (που απέρριπτε κατ' ουσία την αγωγή), επί ασκηθείσης εφέσεως κατά της πρωτόδικης υπ αριθ. 10/5.1.2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έκανε δεκτή την αγωγή της ενάγουσας-εκκαλούσας, αναγνώριζε ότι η από 7.10.2003 καταγγελία είναι άκυρη και υποχρέωνε το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες της εκκαλούσας.

Μετά τη δημοσίευση της τελευταίας αυτής, υπ' αριθ. 10/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το εφεσίβλητο σωματείο στις 26.1.2005, προέβη στην ένδικη δεύτερη καταγγελία υπό την αίρεση της ακύρωσης της πρώτης από 7.10.2003 καταγγελίας, αφού στην περίπτωση αυτή η σύμβαση εργασίας της καθίστατο και πάλι ενεργός.

Η δεύτερη αυτή καταγγελία σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση που προηγήθηκε, εφόσον η ακύρωση της πρώτης δεν έγινε λόγω μη τήρησης των διατυπώσεων του άρθρου 5 του ν. 3198/1955, αλλά για λόγους εμπάθειας, δεν αίρει την καταχρηστικότητα της πρώτης μόνο για λόγους οξύτητας των σχέσεων των διαδίκων από τη δικαστική αντιπαράθεση που ακολούθησε και την έλλειψη συνεργασίας μεταξύ των, αλλά απαιτείται να αποδειχθεί ότι η δυσαρμονία, και η έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ των οφείλεται σε κακόβουλη, υπαίτια και προκλητική συμπεριφορά της εκκαλούσας.

Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ακόμη, ότι η εκκαλούσα από 7.10.2003 δεν εμφανιζόταν για να εργασθεί στο σωματείο. Το εφεσίβλητο σωματείο αποδίδει στην εκκαλούσα, ότι στις 4.4.2004 σε ομιλία της στα πλαίσια έκθεσης βιβλίου ελλήνων εκδοτών στο ξενοδοχείο "..." στη Θεσσαλονίκη παρουσίασε αυτούσιο τμήμα των εξετάσεων του 2004 και έτσι δημιουργήθηκε θέμα από τη διοίκηση του Πανεπιστημίου του Michigan, και από τη διοίκηση του ιδίου.

Για το θέμα αυτό κατέθεσε και ο μάρτυρας του εναγομένου, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο , υποστηρίζοντας ότι παρότι αυτός ήταν ο λόγος που απολύθηκε το έτος 2003 , συνέχισε να χρησιμοποιεί τα θέματα των εξετάσεων στα σεμινάρια που συμμετείχε. Προσκομίζονται δε επιστολές του πανεπιστημίου του Michigan και συγκεκριμένα η από 8.4.2004 επιστολή προς τον Κ.

Λ. και η αναφορά του P. H., που φέρουν ημερομηνία μετάφρασης 8.10.2004 (δεν συντάχθηκαν για να χρησιμοποιηθούν στην ένδικη υπόθεση), στις οποίες γίνεται λόγος για αναφορές σε τμήματα του τεστ του Μαρτίου του 2004. Επίσης, προσκομίζονται οι από 29.4.2004 αναφορές της Ά. Λ., (επίσης δεν συντάχθηκαν για να προσκομισθούν στη δίκη αυτή, γιατί δεν είχε επιδοθεί ακόμη η ένδικη αγωγή), στις οποίες σχολιάζονται οι ομιλίες της 24 και 25 Απριλίου 2004 της εκκαλούσας στο ξενοδοχείο ..., σχετικά με παρατηρήσεις της ομιλήτριας ως προς τη θεματολογία των ερωτήσεων των συγκεκριμένων εξετάσεων του Michigan.

Όμως, έστω και αν κάποια τμήματα των θεμάτων των εξετάσεων του Μαρτίου του έτους 2004, παρουσιάσθηκαν αυτούσια, δεν αποδεικνύεται κακόβουλη, υπαίτια και προκλητική συμπεριφορά της εκκαλούσας. Κατά τον χρόνο τούτο (του 2004) είχε προηγηθεί η πρώτη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της και η απόφαση που έκρινε άκυρη την καταγγελία της 7.10.2003 εκδόθηκε στις 5.1.2005.

Συνεπώς, δεν ήταν γνωστή η έκβαση της δίκης, η εκκαλούσα είχε παύσει να εργάζεται στο σωματείο, η δε ενασχόληση της με τα σεμινάρια, που αποσκοπούσαν στην προετοιμασία των σπουδαστών ήταν ανεξάρτητη από τη σύμβαση εργασίας της, συνδυαζόμενη δε με την όλη της δραστηριότητα (συγγραφική, εκδοτική), δεν μπορεί να κριθεί κακόβουλη ή προκλητική.

Επί πλέον, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως κρίθηκε με την υπ' αριθμ. 3121/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, και αποδεικνύεται και από το προσκομιζόμενο αποδεικτικό υλικό, καθόσον δεν υφίσταται δεδικασμένο ως προς το θέμα αυτό, όπως επικαλείται η εκκαλούσα, γιατί τα γεγονότα του έτους 2004 στα οποία το εφεσίβλητο θεμελιώνει τη βασιμότητα της καταγγελίας του, αποτελούν άλλο πραγματικό γεγονός και δεν σχετίζονται με τα γεγονότα του έτους 2003, στα οποία βασίσθηκε η πρώτη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της, η μη γνωστοποίηση των θεμάτων των εξετάσεων αφορά το διάστημα πριν από τη διεξαγωγή τους, οι δε τεθείσες ερωτήσεις και τα τεστ γίνονται γνωστά σε ευρύ κύκλο προσώπων από την ίδια μέρα της διεξαγωγής των εξετάσεων, τα θέματα κυκλοφορούν αμέσως μετά τη διεξαγωγή τους και πρόσβαση μπορεί να έχει ο οποιοσδήποτε σε αυτά μέσω του διαδικτύου, των φροντιστηρίων, των βιβλίων εκδοτών, το ίδιο το Πανεπιστήμιο δημοσιοποιεί θέματα εξετάσεων, οι παρουσιάσεις σεμιναρίων, στα οποία λαμβάνουν μέρος ιδιοκτήτες φροντιστηρίων και καθηγητές και όχι υποψήφιοι σπουδαστές διαρκούν περί την μισή ώρα και δεν είναι δυνατόν στο χρόνο αυτό να γίνει παρουσίαση θεμάτων που περιλαμβάνονται σε τεστ 30 σελίδων, επί των οποίων οι υποψήφιοι διαγωνίζονται επί 3 ώρες, γι αυτό και δεν μπορεί να γίνει αυτούσια παρουσίαση όλων των θεμάτων.

Όλα τα λοιπά γεγονότα που επικαλείται το εφεσίβλητο (καταγγελία στην Αρχή προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, άσκηση αγωγής με βάση πλαστή σύμβαση εργασίας) έπονται χρονικά της δεύτερης καταγγελίας και επομένως δεν μπορούν να συνεκτιμηθούν ως περιστατικά που την δικαιολογούν. Κατ' ακολουθία, εφόσον ούτε και διατάραξη των σχέσεων με τους συναδέλφους της και το υπαλληλικό προσωπικό του εναγομένου προέκυψε κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, ουδόλως αποδείχθηκε κακόβουλη, υπαίτια και προκλητική συμπεριφορά της εκκαλούσας και η από 26.1.2005 καταγγελία οφειλόταν σε εμπάθεια και λόγους αντιδράσεως εκ μέρους της διοίκησης του εναγομένου προς το πρόσωπο της συνεπεία της προηγηθείσης νόμιμης, αλλά μη αρεστής συμπεριφοράς της, που το οδήγησε και στην πρώτη καταγγελία.

Ως εκ τούτου αυτή είναι άκυρη ως καταχρηστική και το εναγόμενο, λόγω της άκυρης απόλυσης, της οφείλει τους μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 26.1.2005 έως 26.2.2006. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι ο μηνιαίος μισθός της από τον Δεκέμβριο του έτους 2004 θα διαμορφώνονταν στο ποσό των (μηνιαίος μισθός το Δεκέμβριο του έτους 2004 εκ 1274,40 ευρώ συν μηνιαία αύξηση 4% που χορηγήθηκε σε όλους τους καθηγητές) 1325,38 ευρώ, συνολικά για το ως άνω χρονικό διάστημα της οφείλονται (1325,38 επί 13 μήνες) 17.229,94 ευρώ, αντί των οποίων η εκκαλούσα ζητεί 15.904,56 ευρώ.

Στο ποσό αυτό θα προστεθεί το επίδομα Πάσχα, το επίδομα αδείας και το επίδομα Χριστουγέννων 2005 ήτοι δύο μηνιαίοι μισθοί, που ανέρχονται σε (1325,38 επί 2) 2650,76 ευρώ, καθώς και η αναλογία του επιδόματος Πάσχα του έτους 2006, που είναι ένα ημερομίσθιο για κάθε οκταήμερο χρονικό διάστημα της εργασιακής σχέσης (ΥΑ 19040/1981) και για το χρονικό διάστημα από 1.1.2006 έως 26.2.2006 (57 ημέρες δια 8 επί 1 ημερ) 7,12 ημερομίσθια, για τα οποία πρέπει να λάβει (1325,38 δια 25 επί 7,12 ημερ.) 377,43 ευρώ, συνολικά δε (15.904,56 συν 2.650,76 συν 377,43) 18.932,75 ευρώ.

Το ποσό αυτό θα καταβληθεί εντόκως και ειδικότερα, τα μεν ποσά που αφορούν μισθούς υπερημερίας θα επιδικασθούν εντόκως από το τέλος του μήνα που κάθε επί μέρους ποσό ήταν καταβλητέο, το επίδομα Χριστουγέννων και το επίδομα αδείας εντόκως από την 1 Ιανουαρίου του έτους 2006 και το επίδομα Πάσχα από την 1 Μαΐου του έτους που αφορά.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ή νέα καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας με τον τρόπο που έγινε προσέβαλε την προσωπικότητα της και ιδίως την επαγγελματική της αξία και υπόληψη, γι αυτό θα πρέπει να της επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 2.000 ευρώ, ποσό το οποίο το Δικαστήριο κρίνει εύλογο, λαμβάνοντας υπόψη την έκταση της ηθικής βλάβης, το είδος και το μέγεθος της υπαιτιότητας των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου, τις συγκεκριμένες, άνω, συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η καταγγελία και την οικονομική κατάσταση των διαδίκων (932 ΑΚ).

Μετά από αυτά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε την αγωγή, κρίνοντας ότι ήταν έγκυρη η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας εσφαλμένα ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, γι αυτό η έφεση της ενάγουσας θα πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση και στη συνέχεια αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό (535 παρ.1 ΚΠολΔ) και δικαστεί η από 7.4.2005 αγωγή, να γίνει αυτή δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 26.1.2005 καταγγελίας, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 18.932,75 ευρώ για μισθούς υπερημερίας και επιδόματα εορτών και αδείας, εντόκως με τις διακρίσεις, που αναφέρθηκαν πιο πάνω και το ποσό των 2.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης" .

Με την κρίση αυτή και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, το Εφετείο, αφ' ενός μεν έλαβε υπ' όψη τον περί δεδικασμένου ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας και τον απέρριψε ως αβάσιμο, αφ' ετέρου δε ουχί κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, διότι εν προκειμένω δεδικασμένο δεν υπήρχε.

Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον-εναγόμενο σωματείο, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ, αιτιάται το Εφετείο ότι δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου που προέκυπτε από την 3121/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία είχε δεχθεί ότι "η από 7.10.2003 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας από την εναγομένη είναι άκυρη ως καταχρηστική, διότι ουδεμία σχέση είχε με τη πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της, με την παραβίαση της υποχρεώσεως πίστης που απορρέει από τις διατάξεις 288, 280 ΑΚ, με ανάρμοστη συμπεριφορά ή με τον από υπαιτιότητα της κλονισμό των σχέσεων της προς το εναγόμενο αλλά οφειλόταν σε αντιπάθεια και σε λόγους αντιδράσεως των μελών της διοίκησης του εναγομένου προς το πρόσωπο της συνεπεία προηγηθείσης νόμιμης αλλά μη αρεστής συμπεριφοράς της..." με το να δεχθεί ότι "το εφεσίβλητο σωματείο αποδίδει στην εκκαλούσα ότι στις 4.4.2004 σε ομιλία της στα πλαίσια έκθεσης βιβλίου ελλήνων εκδοτών στο ξενοδοχείο "..." στη Θεσσαλονίκη παρουσίασε αυτούσιο τμήμα των εξετάσεων του 2004 και έτσι δημιουργήθηκε θέμα από τη διοίκηση του Πανεπιστημίου του Michigan αλλά και από τη διοίκηση του ιδίου.

Για το θέμα αυτό ... έστω και αν κάποια τμήματα των θεμάτων των εξετάσεων του Μαρτίου του έτους 2004, παρουσιάσθηκαν αυτούσια, δεν αποδεικνύεται κακόβουλη, υπαίτια και προκλητική συμπεριφορά της εκκαλούσας, η δε ενασχόληση της με τα σεμινάρια, που αποσκοπούσαν στην προετοιμασία των σπουδαστών ήταν ανεξάρτητη από τη σύμβαση εργασίας της, συνδυαζόμενη δε με την όλη της δραστηριότητα (συγγραφική, εκδοτική), δεν μπορεί να κριθεί κακόβουλη ή προκλητική ...

Κατ' ακολουθία, εφόσον ούτε και διατάραξη των σχέσεων με τους συναδέλφους της και το υπαλληλικό προσωπικό του εναγομένου προέκυψε κατά το ένδικο χρονικό διάστημα ουδόλως αποδείχθηκε κακόβουλη, υπαίτια και προκλητική συμπεριφορά της εκκαλούσας και η από 26.1.2005 καταγγελία οφειλόταν σε εμπάθεια και λόγους αντιδράσεως εκ μέρους της διοίκησης του εναγομένου προς το πρόσωπο της συνεπεία της προηγηθείσης νόμιμης αλλά μη αρεστής συμπεριφοράς της, που το οδήγησε και στην πρώτη καταγγελία.

Ως εκ τούτου αυτή είναι άκυρη ως καταχρηστική". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, αφενός μεν ρητά δέχθηκε ότι η υπ' αριθμ. 3121/2009 απόφαση του Εφετείου δεν αποτελεί δεδικασμένο ως προς το θέμα της συμπεριφοράς της ενάγουσας έναντι του εναγομένου σωματείου, που δέχθηκε ότι δεν ήταν κακόβουλη, υπαίτια και προκλητική και ότι η από 26.1.2005 καταγγελία της σύμβασης εργασίας οφειλόταν σε εμπάθεια και λόγους αντιδράσεως εκ μέρους της διοίκησης του εναγομένου προς το πρόσωπο της συνεπεία της προηγηθείσης νόμιμης, αλλά μη αρεστής συμπεριφοράς της, αφετέρου δε απλώς επανέλαβε τις παραδοχές της τελευταίας αποφάσεως ότι οι τεθείσες ερωτήσεις και τα τεστ γίνονται γνωστά σε ευρύ κύκλο προσώπων από την ίδια μέρα της διεξαγωγής των εξετάσεων, τα θέματα κυκλοφορούν αμέσως μετά τη διεξαγωγή τους και πρόσβαση μπορεί να έχει ο οποιοσδήποτε σε αυτά μέσω του διαδικτύου, των φροντιστηρίων, των βιβλίων εκδοτών, το ίδιο το Πανεπιστήμιο δημοσιοποιεί θέματα εξετάσεων, οι παρουσιάσεις σεμιναρίων, στα οποία λαμβάνουν μέρος ιδιοκτήτες φροντιστηρίων και καθηγητές και όχι υποψήφιοι σπουδαστές διαρκούν επί μισή ώρα και δεν είναι δυνατόν στο χρόνο αυτό να γίνει παρουσίαση θεμάτων που περιλαμβάνονται σε τεστ 30 σελίδων, επί των οποίων οι υποψήφιοι διαγωνίζονται επί 3 ώρες, γι αυτό και δεν μπορεί να γίνει αυτούσια παρουσίαση όλων των θεμάτων.

3. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο με αυτή διατυπούμενος λόγος αναίρεσης της παραμόρφωσης του περιεχόμενου εγγράφου ιδρύεται, όταν το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε με την προσβαλλόμενη απόφαση του υπήρξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο απότοκο λανθασμένης απ' αυτό ανάγνωσης αποδεικτικού κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 339 και 432 επ. ΚΠολΔ. εγγράφου, με αποτέλεσμα να αποδοθεί σε αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό. Επομένως, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται και στην περίπτωση της εσφαλμένης, κατά τον αναιρεσείοντα, εκτίμησης από το δικαστήριο της ουσίας περιεχόμενου εγγράφου, αφού αυτή εμπίπτει στην, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το ίδιο δικαστήριο πραγματικών γεγονότων.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση της παραμόρφωσης, 1) της από 8-4-2004 επιστολής του πανεπιστημίου Michigan προς τον διευθύνοντα σύμβουλο του αναιρεσείοντος Λ.Κ., 2) της αναφοράς του P. H., προέδρου του αγγλικού τμήματος του Κολλεγίου ... και 3) των από 29.4.2004 δύο αναφορών της καθηγήτριας Ά. Λ., που αναφέρονται σε παρουσιάσεις της αναιρεσίβλητης την 4-4-2004 σε σεμινάριο στο ξενοδοχείο "..." στη Θεσσαλονίκη και την 24η και 25η Απριλίου του 2004 στο ξενοδοχείο ..., στην Αθήνα, χωρίς την έγκριση του πανεπιστημίου Michigan, χωρίς την έγκριση του πανεπιστημίου θεμάτων πρόσφατων (του μηνός Απριλίου του 2004) εξετάσεων του πανεπιστημίου, είναι απαράδεκτος, διότι, όπως από αυτόν (λόγο) προκύπτει δεν προβάλλεται εσφαλμένη ανάγνωση των πιο πάνω εγγράφων, αλλά η συναγωγή από τα έγγραφα αυτά, με εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου τους, αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο που υποστηρίζει ως ορθό το αναιρεσείον.

4. Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει, ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση των οποίων καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.

Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου.

Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας, όταν η τελευταία έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυομένου ή την από πλευράς του παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη αντισυμβατική συμπεριφορά του προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συνάδελφο του εξ αιτίας της οποίας διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία ή η πειθαρχική έννομη τάξη της εργοδοτικής επιχείρησης.

Θεωρείται δε ότι υφίσταται κατάχρηση δικαιώματος επί απολύσεως υπαλλήλου, όταν αποδειχθεί ότι αυτή έγινε για λόγους άσχετους με την εκτέλεση της σύμβασης εργασίας και από τους οποίους δυσαρεστήθηκε ο εργοδότης. Όταν δηλαδή γενικά η γενόμενη απόλυση δεν δικαιολογείται από το καλώς εννοούμενο επαγγελματικό συμφέρον του εργοδότη ή από άλλες αντισυμβατικές ενέργειες του εργαζόμενου, από τις οποίες τυχόν επηρεάζεται ο κανονικός ρυθμός της εργασίας.

Αντίθετα, δεν θεωρείται καταχρηστική η απόλυση όταν γίνεται για οικονομοτεχνικούς λόγους, δηλαδή λόγους που εξυπηρετούν ανάγκες περιορισμού του προσωπικού, καθώς επίσης και ανάγκες οργανωτικών ή διαρθρωτικών αλλαγών της επιχείρησης, στα πλαίσια του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη ή για λόγους πλημμελούς ασκήσεως των καθηκόντων του μισθωτού, καθώς και λόγω μη εκπληρώσεως των συμβατικών του υποχρεώσεων.

Εξάλλου, δεν είναι καταχρηστική η καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως, όταν αυτή δικαιολογείται από τα καλώς νοούμενα συμφέροντα του εργοδότη, όπως συμβαίνει όταν γίνεται για αποκατάσταση της αρμονικής συνεργασίας μεταξύ των εργατοϋπαλλήλων και της εύρυθμης λειτουργίας της επιχειρήσεως, καθώς και της εμπέδωσης της πειθαρχίας μεταξύ των εργατοϋπαλλήλων, όταν αυτές διαταράσσονται σοβαρώς εξαιτίας λόγου (έστω και ανυπαίτιου) που αφορά το πρόσωπο του μισθωτού που απολύθηκε ή διαμάχης μεταξύ του μισθωτού που απολύθηκε και των συνυπηρετούντων με αυτόν άλλων εργατοϋπαλλήλων.

Το καλώς εννοούμενο συμφέρον του εργοδότη συμβαίνει και όταν η καταγγελία έχει ως πραγματικό κίνητρο τον κλονισμό της εμπιστοσύνης του εργοδότη στο πρόσωπο του εργαζομένου, από συμπεριφορά του τελευταίου ή την έλλειψη συνεργασίας με τον εργαζόμενο εξαιτίας της δημιουργηθείσας, με υπαιτιότητα του τελευταίου, σοβαρής οξύτητας από την οποία αποκλείεται η ομαλή λειτουργία της συμβάσεως εργασίας ή και τη μεγάλη δυσαρμονία που δημιουργήθηκε μεταξύ των μερών λόγω της σφοδρής, κατά τη διεκδίκηση αξιώσεων από τον εργαζόμενο, αντιδικίας τους, η οποία (δυσαρμονία) είχε ως αποτέλεσμα να αναπτυχθεί στις σχέσεις τους μεγάλη οξύτητα που καθιστούσε αδύνατη πλέον την αρμονική συνεργασία τους και τη διατήρηση, στη συνέχεια, της εργασιακής σύμβασης και στο μέλλον.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει δικαιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 1/1999).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).

Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια στην απόφαση και όχι γιατί.

Με βάση τις προαναφερόμενες (στην με αριθμό 2 σκέψη) παραδοχές, το Εφετείο, αφού δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου, που απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσία αβάσιμη, έκρινε καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εναγομένου-αναιρεσείοντος, δέχθηκε κατ' ουσία την αγωγή, με την αιτιολογία ότι το εναγόμενο-αναιρεσείον σωματείο αποδίδει στην ενάγουσα ότι στις 4.4.2004 σε ομιλία της στα πλαίσια έκθεσης βιβλίου Ελλήνων εκδοτών στο ξενοδοχείο "..." στη Θεσσαλονίκη παρουσίασε αυτούσιο τμήμα των εξετάσεων του 2004 και έτσι δημιουργήθηκε θέμα από τη διοίκηση του Πανεπιστημίου του Michigan, αλλά και από τη διοίκηση του ιδίου, ότι όμως, έστω και αν κάποια τμήματα των θεμάτων των εξετάσεων του Μαρτίου του έτους 2004, παρουσιάσθηκαν αυτούσια, δεν αποδεικνύεται κακόβουλη, υπαίτια και προκλητική συμπεριφορά της ενάγουσας, ότι η ενάγουσα είχε παύσει να εργάζεται στο σωματείο, η δε ενασχόληση της με τα σεμινάρια, που αποσκοπούσαν στην προετοιμασία των σπουδαστών ήταν ανεξάρτητη από τη σύμβαση εργασίας της, συνδυαζόμενη δε με την όλη της δραστηριότητα (συγγραφική, εκδοτική), δεν μπορεί να κριθεί κακόβουλη ή προκλητική, ότι επί πλέον η μη γνωστοποίηση των θεμάτων των εξετάσεων αφορά το διάστημα πριν από τη διεξαγωγή τους, οι δε τεθείσες ερωτήσεις και τα τεστ γίνονται γνωστά σε ευρύ κύκλο προσώπων από την ίδια μέρα της διεξαγωγής των εξετάσεων, τα θέματα κυκλοφορούν αμέσως μετά τη διεξαγωγή τους και πρόσβαση μπορεί να έχει ο οποιοσδήποτε σε αυτά μέσω του διαδικτύου, των φροντιστηρίων, των βιβλίων εκδοτών, το ίδιο το Πανεπιστήμιο δημοσιοποιεί θέματα εξετάσεων, οι παρουσιάσεις σεμιναρίων, στα οποία λαμβάνουν μέρος ιδιοκτήτες φροντιστηρίων και καθηγητές και όχι υποψήφιοι σπουδαστές διαρκούν περί την μισή ώρα και δεν είναι δυνατόν στο χρόνο αυτό να γίνει παρουσίαση θεμάτων που περιλαμβάνονται σε τεστ 30 σελίδων, επί των οποίων οι υποψήφιοι διαγωνίζονται επί 3 ώρες, γι αυτό και δεν μπορεί να γίνει αυτούσια παρουσίαση όλων των θεμάτων, ότι κατ' ακολουθία, εφόσον ούτε και διατάραξη των σχέσεων με τους συναδέλφους της και το υπαλληλικό προσωπικό του εναγομένου προέκυψε κατά το ένδικο χρονικό διάστημα ουδόλως αποδείχθηκε κακόβουλη, υπαίτια και προκλητική συμπεριφορά της εκκαλούσας και η από 26.1.2005 δεύτερη (ένδικη) καταγγελία οφειλόταν σε εμπάθεια και λόγους αντιδράσεως εκ μέρους της διοίκησης του εναγομένου προς το πρόσωπο της συνεπεία της προηγηθείσης νόμιμης αλλά μη αρεστής συμπεριφοράς της, που το οδήγησε και στην πρώτη καταγγελία και συνεπώς αυτή είναι άκυρη ως καταχρηστική και το εναγόμενο, λόγω της άκυρης απόλυσης, της οφείλει τους μισθούς υπερημερίας από 26.1.2005 έως 26.2.2006.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών στο ουσιώδες ως άνω ζήτημα της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της καταγγελίας και της συνεπεία αυτής ακυρότητας της και ειδικότερα ως προς το θέμα του καλώς νοουμένου συμφέροντος του εναγομένου και του κλονισμού της εμπιστοσύνης του στο πρόσωπο της ενάγουσας από τη συμπεριφορά της και της από αυτής δυνατότητας διατάραξης της σχέσης του εναγομένου με το ως άνω πανεπιστήμιο, δοθέντος ότι το γεγονός ότι τα θέματα των εξετάσεων είχαν διαρρεύσει από άλλους και με άλλες μεθόδους και τρόπους, δεν συνιστά δικαιολογία για τη συμπεριφορά της ενάγουσας ως προς το θέμα αυτό και λόγο απαλλαγής της υποχρεώσεως της να μην προβεί σε παρουσίαση των θεμάτων, δεδομένου ότι αυτοί που σχετίζονται με την διαρροή των θεμάτων του Πανεπιστημίου δεν έχουν καμιά σχέση με το εναγόμενο σωματείο, δεν συνδέονται με αυτό με σύμβαση εργασίας ή άλλη εργασιακή σχέση και κατ' επέκταση δεν έχουν καμία συμβατική υποχρέωση πίστεως απέναντι του, ούτε το βλάπτουν, κατά παράβαση συμβατικών τους υποχρεώσεων το εναγόμενο, ενώ για τις τέτοιου είδους πράξεις των τρίτων δεν έχει καμία υποχρέωση και ευθύνη αυτό (εναγόμενο-αναιρεσείον) έναντι του ως άνω Πανεπιστημίου, απεναντίας ευθύνεται για τις συμπεριφορές των υπαλλήλων του-καθηγητών, οι οποίοι με βάση τη συμβατική τους υποχρέωση πρέπει να τηρούν το καλώς νοούμενο συμφέρον του, να μη κλονίζουν την εμπιστοσύνη του και να συμμορφώνονται με τις επιταγές και την προώθηση των σκοπών του, που στην προκειμένη περίπτωση ανάγεται σε μη διαρροή και παρουσίαση προσφάτων θεμάτων εξετάσεων του πανεπιστημίου με το οποίο συνεργάζεται το εναγόμενο χωρίς την έγκριση του, η δε παραβίαση της υποχρεώσεως πίστης της ενάγουσας απέναντι στο εναγόμενο δεν αναιρείται από το γεγονός της διαρροής των θεμάτων εξετάσεως που γίνεται από τρίτους ή κυκλοφορούν στο διαδίκτυο.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ,με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Μετά από αυτά παρέλκουσας της έρευνας των άλλων λόγων αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση, κατά τον ως άνω αναφερόμενο λόγο (από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ), να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, η αναιρεσίβλητη, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος σωματείου, που κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 657/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό αναφερόμενα,

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλο δικαστή. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ