Legislator Case Law & Legislation
960/2014 AI generated

Greece Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds while remanding case for trial on merits.

Case Number 960/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal arguments regarding inadmissibility under Article 559(19) of the Code of Civil Procedure. The court found that the lower court incorrectly applied laws regarding the specific provision of the 2002 law, rendering the plaintiffs' claims unfounded. Consequently, the appeal was allowed in part to annul the first-instance judgment against the named plaintiffs, while the case was remanded for trial on the merits.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 576(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may examine sua sponte the legality of summons if a summoned party is absent, and it may annul a judgment if the lower court misapplied substantive laws regarding the specific provision of a law, thereby rendering the claim unfounded.

Keywords

AI generated
inadmissibility appeal specific provision law misapplication of law remand for trial costs of litigation code of civil procedure annulment of judgment

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 14 of Law 3016/2002
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957
Article 52(18) of the Transitional Provisions of the Code of Civil Procedure
Article 5(12) of Law 1738/1987
Article 2 of Circular 134.423/1992

Cited Case Law

AI generated
Decision 684/2008 of the Peace Court of Athens
Decision 6381/2011 of the Plurality Court of Athens
Decision 2233/2013 of the First Civil and Criminal Section of the Supreme Court

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 960 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 960/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αναστάσιο Ράλλη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Ζ. του Ι., 2) Ν. Α. του Κ., 3) Γ. Γ. του Ν., 4) Γ. Μ. του Ι., 5) Γ. Τ. του Β., 6) Δ. Φ. του Ι., 7) Ε. Χ. του Μ., 8) Δ. Γ. του Σ., 9) Ν. Ι. του Γ., 10) Ζ. Σ. του Δ. και 11) Π. Μ. του Α., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην του έκτου αναιρεσίβλητου Δ. Φ., που δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δέσποινα Μεταξά, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και του Ι. Σ., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 684/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6381/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-4-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου διάβασε την από 18-2-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραπομπή στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου του πρώτου και δεύτερου, κατά το πρώτο μέρος τους, λόγων αναιρέσεως (από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά την επιτρεπτή νοηματική τους απόδοση) της από 24-4-2013 αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 6381/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την απόρριψη των ίδιων λόγων, κατά το τελευταίο σκέλος τους, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ.

Η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από το αναιρεσείον, υπ' αριθμ. .../21-11-2013 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθήνας …, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία ορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτησή της η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, καθώς και κλήση για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον έκτο αναιρεσίβλητο Δ.

Φ., με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως αυτής. Ο 6ος αναιρεσίβλητος όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε πληρεξούσιος δικηγόρος του κατέθεσε έγγραφη δήλωση (κατ' άρθρο 242 παρ. 2 και 573 ΚΠολΔ), μη παραστάσεως στο ακροατήριο.

Επομένως, παρά την απουσία του, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρα 568 παρ. 4 εδ. α' και 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' ΚΠολΔ).

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 στοιχ. β`, 577 παρ. 2, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη, εκείνη δηλαδή η οποία, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση.

Εξάλλου, ο χαρακτήρας της αποφάσεως ως τελεσίδικης ή μη κρίνεται κατά το χρόνο της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, ήτοι της καταθέσεως του σχετικού δικογράφου της στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά της απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, παρέχεται δυνατότητα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (αρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 § 1 εδ.

β` περ. β` ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους (Ολ.ΑΠ 11/1998). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή (κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι με την ένδικη αίτηση ζητείται η αναίρεση της 6381/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε ερήμην των εφεσιβλήτων - εναγόντων, αντίγραφο δε αυτής, επιδόθηκε με την επιμέλειά τους, στο εκκαλούν - εναγόμενο την 9-4-2013, όπως το τελευταίο προκύπτει από την επ' αυτής σημείωση της δικαστικής Επιμελήτριας …και την κάτωθι αυτής από 3-4-2013 έγγραφη παραγγελία της πληρεξούσιας δικηγόρου Δέσποινας Μεταξά.

Συνακόλουθα, η ένδικη αίτηση η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών την 25-4-2013 (αριθμ. καταθ. 75/25-4-2013), ασκήθηκε παραδεκτά, ήτοι μετά την πάροδο της τασσόμενης από τη διάταξη του άρθρου 503 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., 15νθήμερης προθεσμίας ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας και την τελεσιδικία της προσβαλλόμενης με αναίρεση αποφάσεως.

Κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 2738/1999, η συλλογική διαπραγμάτευση για την ρύθμιση των όρων και των συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν υπάγονται στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι, ιδίως, τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία.

Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται, όμως, για το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα ΝΠΔΔ είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορούν να ρυθμισθούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας νομοθετικής εξουσιοδότησης, είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης.

Στο άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών‚ Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών, που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπογράφηκαν κατά το έτος 2001. 2.

Με όμοιες αποφάσεις, οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται ολικά ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατό εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.

Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ, περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.

Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ) καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβανομένου υπόψη για την χορήγηση ή μη των παροχών αυτών του συνολικού ποσού των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για την χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την χορήγησή τους. (...) Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002".

Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με ορισμένους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές ΚΥΑ, με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω ειδική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονταν από τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", ανεξάρτητα από το αν οι κλάδοι των υπαλλήλων αυτών είχαν εκπροσωπηθεί ή όχι στις προηγηθείσες συλλογικές διαπραγματεύσεις.

Ενώ, δηλαδή, η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 είχε προβλεφθεί προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λάμβαναν πρόσθετες παροχές, με τις προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις επεκτάθηκε η χορήγηση της ειδικής παροχής, χωρίς να τίθεται ως προϋπόθεση η μη λήψη πρόσθετων μισθολογικών παροχών.

Στη συνέχεια, με το άρθρο 28 παρ. 4 του Ν. 3205/2003 "Μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μόνιμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", από την έναρξη της ισχύος του (1-1-2004) καταργήθηκε το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 και όλες οι Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις, που είχαν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση αυτού, δηλαδή όλες οι διατάξεις με τις οποίες προβλεπόταν η χορήγηση της ως άνω ειδικής παροχής και η επέκτασή της σε διάφορους κλάδους υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ.

Για να μη γίνει χειρότερη, όμως, η μισθολογική θέση των υπαλλήλων, στους οποίους είχε χορηγηθεί η εν λόγω ειδική παροχή μέχρι εκείνη την χρονική στιγμή, ορίστηκε με το άρθρο 24 παρ. 2 του Ν. 3205/2003, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, ότι "ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του Ν. 3016/ 2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά, μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου".

Επακολούθησε ο Ν. 3336/2005, με το άρθρο 2 παρ. 3 του οποίου ορίζεται ότι "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 24 του Ν. 3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπικής διαφοράς, με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που την λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών.

Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1-1-2005". Με την παραπάνω παράγραφο του άρθρου 2 του ως άνω Ν. 3336/2005 καθορίζεται ότι δικαιούχοι της προσωπικής διαφοράς του άρθρου 24 παρ. 2 του Ν. 3205/2003 είναι από 1-1-2005 όλοι οι υπάλληλοι του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α., οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνταν μέχρι 31-12-2003 τα ποσά του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, του άρθρου 49 του Ν. 2956/ 2001 (όπως αυτό τροποποιήθηκε με την παράγραφο 5 του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002) και του άρθρου 12 παρ. 4 του Ν. 3050/2002.

Εξ άλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη γέννηση και θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα.

Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 249 εδ. α` ΚΠολΔ: "Αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μίας έννομης σχέσης, ή την ακυρότητα, ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό η διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη, ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή, απόφαση που δεν θα μπορεί να προσβληθεί".

Παρά τη γραμματική διατύπωση της άνω διάταξης περί αναβολής της συζήτησης, πρόκειται περί αναστολής της δίκης, επιδιώκονται δε μ` αυτή δυο παράλληλοι σκοποί: Η εναρμόνιση των δικαστικών κρίσεων, ώστε να προληφθεί η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων και η εξυπηρέτηση της οικονομίας της δίκης. Η αναστολή εναπόκειται και αυτεπαγγέλτως στην κυριαρχική και ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου, μπορεί δε να εφαρμοσθεί και στην αναιρετική δίκη, παρά τη μη ρητή αναφορά στο άρθρο 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

των διατάξεων του άρθρου 249 Κ.Πολ.Δ., γιατί η απαρίθμηση σ' αυτό (573 παρ. 1 ΚΠολΔ) των εφαρμοζομένων στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση διατάξεων, δεν είναι περιοριστική. Η πρόληψη έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων επιτυγχάνεται μέσω της προκειμένης διάταξης, όταν η ένσταση εκκρεμοδικίας αργεί, γιατί δεν πληρούνται οι αυστηρές προϋποθέσεις του άρθρου 222 ΚΠολΔ.

Για την ευθεία εφαρμογή της άνω διάταξης, προϋποτίθεται κατ` αρχήν δεσμός προδικαστικότητας μεταξύ των δύο δικών, δηλαδή εξάρτηση της διάγνωσης της διαφοράς από άλλη έννομη σχέση. Συνακόλουθα, εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του Αρείου Πάγου, να διατάξει την αναβολή (αναστολή) της συζήτησης της υπόθεσης που εκκρεμεί ενώπιόν του, όταν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την επίλυση νομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου και συναρτάται με έννομη σχέση η οποία αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του επιδίκου δικαιώματος, ενώ παράλληλα η διάγνωση στην άλλη δίκη του νομικού αυτού ζητήματος, θα συντελέσει στην επιτάχυνση της πορείας της εκκρεμούσας ενώπιόν του και την ασφαλέστερη διάγνωση του ζητήματος αυτού, με την εναρμόνιση των δικαστικών κρίσεων, την αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων και τη διαφύλαξη της ενότητας της νομολογίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει περαιτέρω ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθήνας, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε ότι η μη χορήγηση σε όλους τους ενάγοντες, που απασχολούνται ως υπάλληλοι του Ελληνικού Δημοσίου με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, σε διάφορες υπηρεσίες της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού, ο πρώτος από 14-1-1981, ο δεύτερος από 6-2-1980, ο τρίτος από 1-6-1987, ο τέταρτος από 1-7-1990, οι πέμπτος και έκτος από 31-3-2005, η έβδομη από 10-2-2004, οι όγδοη, ένατος και δέκατη από 9-7-2004 και ο ενδέκατος από 12-8-2004 αμειβόμενοι σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου, που διέπει τον ευρύτερο τομέα του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, της καθοριζόμενης από το άρθρο 14 Ν. 3016/2002, παροχής των 176 ευρώ μηνιαίως, η χορήγηση της οποίας συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, χωρίς να συναρτάται από καμμιά άλλη προϋπόθεση, όπως ιδιαίτερες συνθήκες εργασίας, είδος εργασίας ή πρόσωπα των εργαζομένων, συνιστά δυσμενή μεταχείριση, ανεπίτρεπτη μισθολογική διάκριση και αντισυνταγματική ρύθμιση σε βάρος τους.

Ότι, προς αποκατάσταση της διαταραχθείσας συνταγματικής αρχής της ισότητας, σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας (άρθρ. 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος) και προς άρση της άνισης διάκρισης πρέπει να επεκταθεί η χορήγηση της ειδικής αυτής παροχής και στους ενάγοντες, η οποία (παροχή) ακόμα και μετά την κατάργηση του άρθρου 14 ν. 3016/2002 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών αποφάσεων με το άρθρο 28 παρ. 4 ν. 3205/2003, διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά, με το άρθρο 24 παρ. 2 του Ν. 3205/2003, χωρίς να απαιτείται άλλη προϋπόθεση, πλην της υπαγωγής τους στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, όπως αυτό εκάστοτε ισχύει (Ν. 2470/1997 έως 31-12-2003 και Ν. 3205/2003 από 1-1-2004) και συνέχισε να καταβάλλεται σε όλους τους υπαλλήλους, στους οποίους είχε χορηγηθεί με τις ανωτέρω Κ.Υ.Α., προσαυξάνοντας τις αποδοχές τους, ενώ και με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 3336/ 2005 η ίδια παροχή χορηγήθηκε και σε όσους διορίστηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων ήδη χορηγούνταν η παροχή.

Το γεγονός ότι τόσο οι τέσσερεις πρώτοι ενάγοντες, όσο και οι προσληφθέντες μετά την 1-1-2004 λοιποί ουδέποτε έλαβαν την ένδικη μηνιαία παροχή προ της ημερομηνίας αυτής (από την οποία καταργήθηκε το άρθρο 14 του ν. 3016/2002), δεν συνεπάγεται την εκ μέρους τους απώλεια του δικαιώματος λήψης της παροχής αυτής και ο σχετικός λόγος έφεσης με τον οποίο το εκκαλούν ισχυρίζεται τα αντίθετα θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Διότι η εξαίρεσή τους από τη χορήγησή της, ήδη από το έτος 2002 όσον αφορά τους τέσσερις πρώτους και από το χρόνο έναρξης εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 3336/2005 όσον αφορά τους λοιπούς, συνιστά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας. Κατ' ακολουθία των παραδοχών αυτών, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, επικύρωσε, με απόρριψη των σχετικών λόγων της εφέσεως του αναιρεσείοντος, την πρωτόδικη απόφαση (684/2008 του Ειρηνοδικείου Αθηνών), που είχε αποφανθεί ομοίως και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, υποχρεώνοντας το αναιρεσείον να τους καταβάλει την επίδικη παροχή για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 μέχρι 30-11-2006, ανερχόμενη στο ποσό των 4.048 ευρώ, για καθένα απ' αυτούς.

Την κρίση αυτή του δικαστηρίου ουσίας προσβάλλει το αναιρεσείον, με τους πρώτο και δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., κατά την επιτρεπτή νοηματική τους απόδοση, λόγους αναίρεσης, για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1, 22 παρ. 1, 80 του Συντάγματος, 13 Ν. 2738/1999, 14 Ν. 3016/2002, 24 παρ. 2 και 3, 28 παρ. 4 και 56 Ν. 3205/2003.

Όμως, η ευδοκίμηση ή μη των λόγων αυτών αναίρεσης, καθόσον αφορά τους τέσσερεις πρώτους εναγόμενους, εξαρτάται από την κρίση για το ζήτημα, της επέκτασης ή μη, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος), της χορήγησης της παροχής των 176 ευρώ και σε κατηγορίες υπαλλήλων, υπαγομένων στο ενιαίο μισθολόγιο της Δημόσιας Διοίκησης και αμειβομένων σύμφωνα με αυτό, ως μόνης προϋπόθεσης για τη χορήγησή της, εξομοιούμενης (της παροχής αυτής), με τμήμα του μισθού τους, χωρίς διάκριση σε χαμηλόμισθους ή μη υπαλλήλους και ανεξάρτητα αν λαμβάνουν ή όχι οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή ανώτερη των 176 ευρώ, ή η χορήγηση της εξαρτάται και από τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 14 Ν. 3016/2002 και 24 παρ. 2 Ν. 3205/2003, μη εξομοιούμενη με μισθό, και το οποίο ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, διότι αφορά μεγάλη κατηγορία εργαζομένων στο Δημόσιο τους ΟΤΑ και τα λοιπά ΝΠΔΔ, έχει ήδη παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την 2233/2013 απόφαση του Τμήματος αυτού και είχε ορισθεί δικάσιμος προς συζήτηση αυτού η 10η Απριλίου 2014.

Συνεπώς, συντρέχει νόμιμη κατ' ουσία περίπτωση, καθόσον αφορά τους ανωτέρω αναιρεσίβλητους, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 249 Κ.Πολ.Δ., να αναβληθεί (ανασταλεί) η έκδοση αποφάσεως επί των άνω λόγων αναιρέσεως εκ του άρθρου 560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., οι οποίοι έχουν ως κύριο το ίδιο ακριβώς νομικό ζήτημα, εωσότου εκδοθεί απόφαση επί της παραπεμφθείσας στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου αυτού ως άνω υπόθεσης, για την εναρμόνιση των δικαστικών κρίσεων, ώστε να αποφευχθεί η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων και για την ενότητα της νομολογίας, απορριφθούν δε οι ίδιοι λόγοι κατά το τελευταίο σκέλος τους, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, ως απαράδεκτοι.

Και τούτο διότι, δεν περιέχεται αντίστοιχος με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικός λόγος, στην εφαρμοζόμενη στην προκειμένη περίπτωση διάταξη του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. Καθόσον αφορά τους λοιπούς εναγομένους - αναιρεσιβλήτους, θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Κρίνοντας έτσι, ως προς αυτούς, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 του Ν. 3016/2002 (ήδη καταργηθέντος), 24 παρ. 2 του Ν. 3205/2003 και 2 παρ. 3 του Ν. 3336/2005.

Και τούτο διότι, ενώ δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι αυτοί είναι υπάλληλοι του αναιρεσείοντος από 31-3-2005 οι 5ος και 6ος, από 10-2-2004 η 7η, από 9-7-2004 οι 8η, 9ος και 10η και από 12-8-2004 ο 11ος, δηλαδή μετά την 1-1-2004 και ότι το επίδικο χρονικό διάστημα εκτείνεται από 1-1-2005 έως 30-11-2006, δηλαδή από την 1-1-2005 και μετά που έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 3336/2005, δεν απαίτησε αν και όφειλε για το κατά νόμο ορισμένο της αγωγής και για την ορθή εφαρμογή της διάταξης αυτής, κατά το κρίσιμο, εν προκειμένω, χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ίσχυε η εν λόγω διάταξη (άρθρ. 2 παρ. 3 του Ν. 3336/2005), ως προϋπόθεση του δικαιώματος των 5ου έως και 11ου αναιρεσιβλήτων να λάβουν, από την 1-1-2005, ως προσωπική διαφορά, την ειδική παροχή του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, το ότι στο προσωπικό (υπαλλήλους) των διαφόρων υπηρεσιών της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού του αναιρεσείοντος, όπου υπηρετούν οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι, ως άνω, χορηγείται, ως προσωπική διαφορά, το ποσό του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους, προβάλλεται η παραβίαση των προαναφερόμενων διατάξεων, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Οι ίδιοι λόγοι κατά το τελευταίο σκέλος τους, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, για τον ίδιο λόγο που αναφέρθηκε ανωτέρω, καθόσον αφορά τους πρώτο έως και τέταρτο αναιρεσίβλητους.

Με αυτά τα δεδομένα, πρέπει, ως προς τους προλεχθέντες αναιρεσίβλητους να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδάφ. α' ΚΠολΔ, όπως είχε ήδη αντικατασταθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως με το άρθρο 12 παρ. 4 του Ν. 4055/2012 (ΦΕΚ Α' 51/12-3-2012), "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".

Στην ένδικη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 1-12-2006 αγωγής, παραδεκτώς επισκοπούμενο, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα ως προς αυτούς, κατά τα προεκτεθέντα, υπ' αριθμ. 6381/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι 5ος έως και 11ος ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι ισχυρίζονται ότι, αν και εργάζονται στο εναγόμενο - αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.

με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και υπάγονται μισθολογικά στις ρυθμίσεις του Ν. 3205/2003, ως άνω, το εναγόμενο δεν τους κατέβαλε την μηνιαία ειδική παροχή του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, την οποία δικαιούται κατ' εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως και δυνάμει των κατ' εξουσιοδότηση αυτής εκδοθεισών Κοινών Υπουργικών Αποφάσεων, και η οποία παροχή, χορηγηθείσα χωρίς ειδικές προϋποθέσεις σε πλείστες κατηγορίες εργαζομένων στη Δημόσια Διοίκηση και στα Ν.Π.Δ.Δ., αποτελεί ουσιαστικά γενική προσαύξηση των τακτικών αποδοχών των εργαζομένων αυτών.

Με βάση δε το ιστορικό αυτό, ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει τα αναφερόμενα σ' αυτή χρηματικά ποσά, για το αναφερόμενο σ' αυτή χρονικό διάστημα, που αντιστοιχούν στην επίδικη παροχή του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής, λόγω παραβιάσεως της συνταγματικής αρχής της ισότητας, σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης αμοιβής για εργασία ίσης αξίας, άλλως, ως αποζημίωση, για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν από την παράνομη παράλειψη των οργάνων του εναγομένου να συμπεριλάβουν την επίδικη παροχή στην τακτική μισθοδοσία τους.

Με το περιεχόμενο αυτό, η ένδικη αγωγή, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν είναι ορισμένη κατά νόμο κατά την κύρια βάση της και συνακόλουθα δεν είναι ορισμένη και νόμιμη και κατά την επικουρική βάση αυτής, αφού τα αρμόδια όργανα του αναιρεσείοντος, που δεν συμπεριέλαβαν την ειδική παροχή του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 στον μισθό τους, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 30-11-2006, δεν παρανόμησαν, ώστε να θεμελιωθούν οι σχετικές, από τις διατάξεις των άρθρων αυτών, αξιώσεως των άνω αναιρεσιβλήτων.

Σημειώνεται ότι στην εν λόγω αγωγή δεν γίνεται καθόλου αναφορά των προϋποθέσεων εφαρμογής των διατάξεων του Ν. 3336/2005, ώστε με βάση αυτές να δικαιούνται την ένδικη αξίωση ως προσωπική διαφορά. Επομένως, η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς τους ανωτέρω, πρέπει ο Άρειος Πάγος να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Ειρηνοδικείο Αθηνών), με την 684/2008 απόφασή του, αν και η αγωγή, με το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα, δεν ήταν ορισμένη και νόμιμη, όμως, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις παραπάνω διατάξεις, την έκρινε ορισμένη και νόμιμη και στη συνέχεια την δέχθηκε ως και μερικώς κατ' ουσία βάσιμη.

Κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως άσκησε έφεση το εναγόμενο - αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., προβάλλοντας τις σχετικές πλημμέλειες, οι οποίες είναι βάσιμες.

Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, ως προς τους πέμπτο έως και ενδέκατο ενάγοντες και να απορριφθεί ως προς αυτούς η ένδικη αγωγή. Οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι - ενάγοντες πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 183 του Κ.Πολ.Δ.), τα οποία, κατά τα άρθρα 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ και 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 και 2 της 134.423/1992 Κ.Υ.Α., ορίζονται μειωμένα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Α) Αναβάλλει, καθόσον αφορά τους τέσσερεις πρώτους αναιρεσίβλητους, την έκδοση αποφάσεως επί της από 24-4-2013 αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της 6381/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έως ότου εκδοθεί απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, για το ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή, με την 2233/2013 απόφαση του Β1' τμήματος του Αρείου Πάγου, καθόσον αφορά τους αναφερόμενους στο σκεπτικό πρώτο και δεύτερο λόγους, κατά το πρώτο σκέλος τους.

Β)

Απορρίπτει, καθόσον αφορά όλους τους αναιρεσίβλητους, ως απαράδεκτους τους ίδιους λόγους, κατά το τελευταίο σκέλος τους, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ.

Γ)

Αναιρεί την 6381/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς τους 5ο έως και 11ο ενάγοντες - αναιρεσίβλητους.

Κρατεί την υπόθεση, ως προς αυτούς και δικάζει την από 3-11-2008 έφεση του αναιρεσείοντος, κατά το μέρος που στρέφεται σε βάρος τους, κατά της 684/2008 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Δέχεται κατ' ουσίαν την έφεση, ως προς τους ανωτέρω. Εξαφανίζει, ως προς αυτούς την εκκαλούμενη απόφαση.

Απορρίπτει ως προς αυτούς την αγωγή. Και

Καταδικάζει αυτούς σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος - εναγομένου, που ορίζει στο ποσό των επτακοσίων πενήντα (750) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ