Supreme Court dismisses appeal on will validity, citing no procedural errors and clear testamentary intent.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding the validity of a handwritten will. The appellants argued procedural flaws and questioned the will's authenticity, while the court found the lower court's reasoning sound. The court ruled that the testator explicitly declared the will independent and self-contained, rejecting claims of forgery or connection to prior documents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 568(4) and 576(1), 3 of the Code of Civil Procedure; Article 1721 of the Civil Code: The Supreme Court dismisses an appeal when the lower court correctly applies substantive law to establish testamentary intent and finds no procedural errors warranting retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 960 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 960/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Γ. Τ. του Β. και 2. Α.-Φ. Τ. του Β., κάτοικοι ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Κωνσταντίνου Κόλια και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Σ. χήρας Β. Τ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 18644/3-6-2004 τριτανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30180/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1500/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-2-2009 αίτησή τους και τους από 27-9-2010 πρόσθετους λόγους τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λαμπρόπουλος ανέγνωσε την από 11-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων τους.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ.4 και 576 παρ.1, 3 ΚΠολΔ επί ερημοδικίας στην αναιρετική δίκη ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση ή αν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και σε αρνητική περίπτωση κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση για όλους τους διαδίκους (ΑΠ (Ολ) 36/1997, ΑΠ 324/2004).
Εξ άλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.2, 3 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατ' άρθρο 575 ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως στο τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στην σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε νομίμως παραστεί κατά την ίδια δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωση του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευση του κατά την αρχική δικάσιμο.
Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί και δεν παραστάθηκε ή δεν παραστάθηκε νομίμως, η από το πινάκιο αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής κατά τη νέα, μετ' αναβολή, δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση για τη νέα δικάσιμο.
Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από 18-2-2009 αίτηση αναιρέσεως και οι από 29-9-2010 πρόσθετοι λόγοι κατά της υπ' αριθ. 1500/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 30180/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που, επίσης, απέρριψε τριτανακοπή αυτών κατά της υπ' αριθ. 16148/02 απόφασης του αυτού δικαστηρίου που κήρυξε κυρία ιδιόγραφη διαθήκη του συγγενούς τους (πατρός) Β.
Τ., μετά από ματαίωση της συζήτησης στις 5-11-2010, την επαναφορά με κλήση για τη δικάσιμο της 20-5-2011 και, εν συνεχεία, την αναβολή μη του πινακίου για την ως άνω παρούσα δικάσιμο (23-3-2012). Κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου δεν εμφανίστηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ η αναιρεσίβλητη.
Οι αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν τη συζήτηση, επικαλούνται και προσκομίζουν την υπ' αριθ. Δ.5638/30-8-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ..., και τις υπ' αριθ. Δ.1955/1-10-2010, Δ. 3125/2-2-2011, Δ. 1415/16-1-2012 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ..., από τις οποίες αποδεικνύεται ότι ακριβή αντίγραφα της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, των προσθέτων λόγων, της από 22-11-2010 κλήσης για την, μετά τη ματαίωση, δικάσιμο της 20-5-2011 και της υπ' αριθ.
πρωτ. 484/9-12-2011 βεβαίωσης αναβολής του γραμματέως του Αρείου Πάγου για την ως άνω παρούσα δικάσιμο, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στην ανωτέρω απολειπομένη αναιρεσίβλητη. Επομένως, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ως άνω νομική σκέψη, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία αυτής (αναιρεσίβλητης).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 558 εδ.β' ΚΠολΔ, αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον όλων των διαδίκων, διαφορετικά απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Εξ άλλου, με τη διάταξη του άρθρου 76 παρ.1 του ιδίου κώδικα ορίζεται ότι όταν, πλην άλλων, εξ αιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους, οι δε ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται.
Περαιτέρω, στην παρ.4 του ως άνω άρθρου 76 του ιδίου ΚΠολΔ ορίζεται ότι η άσκηση των ενδίκων μέσων από κάποιον από τους ομοδίκους της παρ.1 έχει αποτελέσματα και για τους άλλους. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής αν κάποιος αναγκαίος ομόδικος ασκήσει ένδικο μέσο, θεωρούνται εκ του νόμου ότι άσκησαν αυτό και οι ομόδικοι εκείνου παρόλο που αδράνησαν.
Κατά τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη σκέψη, επί αναγκαστικής ομοδικίας θεωρούνται εκ του νόμου ότι άσκησαν την αναίρεση και οι ομόδικοι του αναιρεσείοντος, οι οποίοι αδράνησαν και ως εκ τούτου αυτοί πρέπει να καλούνται, κατά το άρθρο 110 ΚΠολΔ, στη συζήτηση της αναιρέσεως. Διαφορετικά, σε περίπτωση μη εμφάνισης τούτων, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της αναιρέσεως ως προς όλους, κατ' εφαρμογή της παρ.3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ (ΑΠ 1230/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, δια της ενδίκου αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες ζητούν την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1500/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, δια της οποίας, απορρίφθηκε έφεση των κατά της υπ' αριθ. 30180/2004 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε τριτανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 16148/2002 αποφάσεως του, με αντικείμενο την κήρυξη άκυρης της από 1-2-1997 ιδιόγραφης διαθήκης του Β. Τ., πατρός των τριτανακοπτόντων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων, καθώς και του Χ. Τ., αναγκαίου ομοδίκου των αναιρεσειόντων. Από τις υπ' αριθ. Β8985, Β8986, Β8987, Β8988/11-1-2012 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ξάνθης ... προκύπτει ότι ακριβή αντίγραφα της από 18-2-2009 αιτήσεως αναιρέσεως, των από 27-9-2010 προσθέτων λόγων αναιρέσεως, της από 22-11-2010 αίτησης-κλήσης και της υπ'αριθ.πρωτ.484/9-12-2011 βεβαίωσης αναβολής του γραμματέως του δικαστηρίου τούτου, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στον ανωτέρω αναγκαίο ομόδικο των αναιρεσειόντων, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει, παρά την απουσία του απολειπομένου αναγκαίου ομοδίκου των παρισταμένων και επισπευδόντων τη συζήτηση αναιρεσειόντων (αρθρ.576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 1776 του Α.Κ., αυτός που ζητεί να δημοσιευτεί ιδιόγραφη διαθήκη ενώπιον δικαστηρίου μπορεί κατά τη δημοσίευση της να προσαγάγει τρεις μάρτυρες, οι οποίοι μαρτυρούν ενόρκως για την γνησιότητα της γραφής ή της υπογραφής του διαθέτη. Το δικαστήριο, αφού ακούσει τους μάρτυρες, μπορεί κατά τη δημοσίευση της ιδιόγραφης διαθήκης να την κηρύξει επιπλέον κυρία .
Η διάταξη αυτή ως προς τον αριθμό των μαρτύρων που απαιτούνται για την κήρυξη ιδιόγραφης διαθήκης από το δικαστήριο ως κυρίας καταργήθηκε με τις διατάξεις των άρθρων 1 περ. ε' και στ' και 4 του ΕισΝΚΠολΔ από την έναρξη ισχύος του εν λόγω Κώδικα και έκτοτε ισχύουν οι διατάξεις αυτού, σύμφωνα με τις οποίες ο καθορισμός του αριθμού των μαρτύρων, που απαιτούνται να εξεταστούν, γίνεται κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου, που δικάζει την υπόθεση και δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν ο αριθμός αυτός είναι μικρότερος εκείνου των τριών που ορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 1776 ΑΚ.(ΑΠ 582/2010).
Επομένως, το Εφετείο το οποίο στήριξε την κρίση του ότι για την κήρυξη ιδιόγραφης διαθήκης ως κυρίας ήταν αρκετή η κατάθεση ενός μόνο μάρτυρα, ορθά εφάρμοσε την ως άνω διάταξη ουσιαστικού δικαίου, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ.1 περ.α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τους δεύτερο κύριο και πρώτο πρόσθετο λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 744 ΚΠολΔ το δικαστήριο μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος. Με τη διάταξη αυτή εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και μη προταθέντων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έτσι, το δικαστήριο, που δικάζει κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να λάβει υπόψη πραγματικούς ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν από τους διαδίκους για εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων.
Συνεπώς, κατά την ανωτέρω διαδικασία δεν ιδρύονται οι λόγοι αναιρέσεως από τον αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επίσης, κατά την ως άνω διαδικασία, δεν ιδρύονται οι λόγοι αναιρέσεως από τους αριθ.10, 12 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το δικαστήριο εδώ δεν είναι υποχρεωμένο να εκδώσει προδικαστική απόφαση και να διατάξει αποδείξεις, επιπλέον ισχύει στην εκούσια αυτή διαδικασία η ελεύθερη απόδειξη και στο πλαίσιο αυτής ο δικαστής για τη δικανική του πεποίθηση λαμβάνει υπόψη του κάθε πρόσφορο αποδεικτικό στοιχείο, ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ, και αποδεσμεύεται από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης (άρθρα 744 και 759 Κ.Πολ.Δ.) (ΑΠ 2228/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως, καθώς και από τους δεύτερο και πρώτο πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, κατά τα οικεία μέρη τους, αποδίδονται στο Εφετείο οι πλημμέλειες από τους αριθ. 11, 12, 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι με την προσβαλλόμενη απόφαση του α) δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι αναιρεσείοντες, β) παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και γ)εσφαλμένα εφήρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης. Όλοι οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Σε κάθε περίπτωση, οι προβαλλόμενοι από τον αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως άνω λόγοι αναιρέσεως (πρώτος και δεύτερος) είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο για να σχηματίσει το αποδεικτικό του πόρισμα, και ειδικότερα ότι η από 1-2-1997 ιδιόγραφη διαθήκη του Β. Τ. ήταν γραμμένη με το χέρι του διαθέτη, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο και στους προσθέτους λόγους έγγραφα και μαρτυρικές καταθέσεις.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος με αυτή λόγος αναίρεσης αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, δηλαδή εκείνες που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, όχι δε σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικά με τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγο (ΟλΑΠ 12/2000, ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 2001/2009).
Επομένως, οι δεύτερος κύριος και πρώτος και τρίτος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, κατά τα οικεία μέρη τους, με τους οποίους αποδίδεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο με το να μην εξαφανίσει την τριτανακοπτομένη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία κήρυξε κυρία την από 1-2-1997 ιδιόγραφη διαθήκη του Β.
Τ., πατρός των αναιρεσειόντων και συζύγου της απολειπομένης αναιρεσίβλητης, δεχόμενη ότι αυτή είχε γραφεί με το χέρι του διαθέτη, κατά παράβαση του άρθρου 1776 ΑΚ, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.14 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και του ΑΚ, που εκφράζουν γενικότερες ερμηνευτικές αρχές εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση κατά την οποία υπάρχει κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων.
Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις των αριθ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου οι ερμηνευτικοί ως άνω κανόνες των δικαιοπραξιών. Το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες όταν, καίτοι ανέλεγκτα διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων κι εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνεία τους, παραλείπει να προσφύγει για την συμπλήρωση ή ερμηνεία τους στις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δεν διαπίστωσε, έστω και έμμεσα την ύπαρξη κενού η αμφιβολίας στην βούληση του ως άνω διαθέτη κι επομένως δεν ήταν ανάγκη να προσφύγει στους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες. Επομένως, ο τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, και κατά το οικείο σκέλος του, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1και 19 ΚΠολΔ με την παραβίαση ευθέως και εκ πλαγίου των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι εις το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δικ.
θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1, 562 παρ.1 Κ.Πολ.Δικ.), πρέπει να καθορίζεται, πλην των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού νόμου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς επίσης, εφόσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υπόθεσης, η ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων δικαίου, εάν δε απέρριψε την αγωγή ή γενικώς τον ισχυρισμό ως μη νόμιμο, το περιεχόμενο της αγωγής ή του ισχυρισμού, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου ανάθεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ (Ολ) 27/1998, ΑΠ (Ολ) 32/1996, ΑΠ 1398/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι κατά παράβαση του άρθρου 1721 ΑΚ έκρινε ότι η επίδικη ιδιόγραφη είναι πρωτότυπη και όχι αντίγραφο και απέρριψε σχετικό ισχυρισμό τους. Με τον λόγο αυτόν πλήττεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και κατά συνέπεια ο ως άνω λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δίκαιου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ.19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη η την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, αναφορικά με την εγκυρότητα της από 1-2-1997 ιδιόγραφης διαθήκης του Β. Τ., τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Η διαθήκη αποτελεί τετρασέλιδο χειρόγραφο κείμενο, αποτυπωμένο σε δύο φύλλα χάρτου, με χρονολογία 1-2-1997 και υπογραφές Β.
Τ.. Στο κείμενο περιέχεται δήλωση περί καταλείψεως στη σύζυγο του διαθέτη της κινητής και ακίνητης περιουσίας του, καθώς επίσης παρατίθενται οι παροχές περιουσιακών στοιχείων στις οποίες είχε προβεί εν ζωή ο διαθέτης προς τα τέκνα του. Περαιτέρω, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, πιθανολογήθηκε ότι ο διαθέτης γεννήθηκε το έτος 1905 και το έτος 1997, που έγραψε την παραπάνω διαθήκη του, είχε ηλικία 92 ετών.
Είχε γνώσεις πανεπιστημιακού επιπέδου και φέρεται ότι ήταν νομικός, οικονομολόγος, καθηγητής μαθηματικών και γαλλικών, υπηρέτησε ως τελώνης, αξιωματικός του Π.Ν, γυμνασιάρχης, διετέλεσε βουλευτής Βέροιας και ήταν ιδιοκτήτης -διευθυντής σχολής Λογιστών. Η κατάσταση της υγείας του ήταν σχετικά καλή μέχρι το θάνατο του.
Δεν έπασχε από κάποια ασθένεια του νευρικού ή μυϊκού συστήματος, ή άλλη σωματική πάθηση που να επηρεάζει τη δυνατότητα του να γράφει και να διαβάζει. Απλώς, λόγω της προχωρημένης ηλικίας του, του διέφευγαν ορθογραφικά λάθη και είχε μικρή επίκτητη δυσκολία στη γραφή, η οποία ήταν κατά το έτος 1997 βραδύρρυθμη και τρομώδης, χωρίς να έχει το ρυθμό χάραξης με τη γραφή που εμφανίζεται στα συγκριτικά έγγραφα που χρησιμοποίησαν οι παραπάνω γραφολόγοι.
Ακόμη, ο διαθέτης είχε γνώση της ανάγνωσης κειμένων και κατά το έτος 1997 ήταν ικανός να διαβάζει χειρόγραφα έγγραφα, ώστε να διακρίνει αν το κείμενο διαθήκης αποτυπώνει τη θέληση του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως πιθανολογείται από τα αποδεικτικά στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, η ένδικη από 1 Φεβρουαρίου 1997 ιδιόγραφη διαθήκη, που αποτελεί αντικείμενο της παρούσης δίκης, έχει γραφεί ολόκληρη, έχει χρονολογηθεί και έχει υπογραφεί στο τέλος του κειμένου με το χέρι του διαθέτη Β. Τ., ο οποίος είχε τη δυνατότητα να συντάξει ιδιοχείρως τη διαθήκη του. Τούτο συνάγεται από το ότι το κείμενο και η υπογραφή του διαθέτη φέρουν αναλλοίωτα τα ατομικά χαρακτηριστικά γραφής του. Με το έγγραφο αυτό ο διαθέτης εξέφρασε την οριστική βούληση του και τη σοβαρή πρόθεση του για τη σύνταξη της διαθήκης, το περιεχόμενο της οποίας ανταποκρινόταν στη θέληση του. Από γεγονός ότι η χάραξη των γραμμάτων από τον διαθέτη είναι βραδύρυθμη και τρομώδης λόγω της προχωρημένης ηλικίας ίου, δεν συνάγεται χωρίς άλλο ότι άλλος τρίχας προσπάθησε να μιμηθεί το γραφικό χαρακτήρα του και να υπογράψει τη διαθήκη, Απλώς, ο ίδιος είχε μικρή δυσκολία στη γραφή, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, με αποτέλεσμα τα γράμματα του κειμένου της διαθήκης να παρουσιάζουν τη μορφή αυτή. Δεν πιθανολογήθηκε ότι η ίδια διαθήκη έχει γραφεί εξ ολοκλήρου και έχει υπογραφεί από άλλο τρίτο πρόσωπο, που γνώριζε τον υπογραφικό τύπο του διαθέτη και προσπάθησε να τον αποδώσει με ζωγραφική απομίμηση της γραφής και της υπογραφής του, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι τρίτανακοπτοντες.
Συνεπώς, από όλα τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, πιθανολογείται ότι κατά τη σύνταξη και υπογραφή της παραπάνω από 1 Φεβρουαρίου 1997 ιδιόγραφης διαθήκης τηρήθηκαν όλες οι προϋποθέσεις που τάσσουν οι διατάξεις του άρθρου 1721 ΑΚ. Και είναι μεν αλήθεια ότι, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο με ημερομηνία 1-3-1995 δακτυλογραφημένο έγγραφο, που φέρει τον τίτλο "Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΥ", αυτό έχει περιεχόμενο σχεδόν πανομοιότυπο με αυτό της επίδικης διαθήκης, εκτός από ελάχιστες τροποποιήσεις του κειμένου και επιπλέον φέρει την υπογραφή του διαθέτη Β.
Τ., θεωρημένη για το γνήσιο της από αστυνομικό του ΣΤ' ΑΤ Θεσσαλονίκης, Στο έγγραφο αυτό περιλαμβάνεται η βούληση του διαθέτη, η οποία είναι η ίδια με αυτή της επίδικης διαθήκης, Από το τελευταίο περιστατικό, δηλαδή της ομοιότητας του περιεχομένου του δακτυλογραφημένου εγγράφου προς εκείνο της επίδικης διαθήκης, γεγονός που γνώριζε ο διαθέτης, αφού ο ίδιος τα συνέταξε αμφότερα, εξηγείται, όπως ορθά δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, η αναγραφή στην έναρξη της πρώτης σελίδας της τελευταίας χρονικά επίδικης διαθήκης της φράσης "Αντίγραφον, συμπληρωματική της πρώτης".
Από την τελευταία όμως αυτή φράση δεν συνάγεται ότι η επίδικη διαθήκη δεν είναι πρωτότυπο κείμενο ή ότι συνδέεται με οποιαδήποτε άλλη, αποτελώντας συνέχεια εκείνης, όπως αβάσιμα διατείνονται οι τριτανακόπτοντες. Άλλωστε ο διαθέτης, προς άρση κάθε αμφιβολίας, στο τέλος της επίδικης διαθήκης ορίζει ότι "εδώ κλείνω τώρα την ιδιόχειρο αυτή διαθήκη, με τη δήλωση ότι καταργώ πάσαν άλλην διαθήκην, δημοσίαν ή ιδιωτικήν και θωρώ την παρούσαν μόνον ισχυρά και αμετΆκλητον ...".
Έτσι, ο Ίδιος ο διαθέτης χαρακτηρίζει την επίδικη διαθήκη ως αυτοτελή και δική του ιδιόχειρη, μη συνδεόμενη ούτε εξαρτώμενη από το κείμενο άλλης διαθήκης...". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση διάταξη του ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1721 ΑΚ, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για το κρίσιμο ζήτημα της εγκυρότητας της από 1-2-1997 ιδιόγραφης διαθήκης του ως άνω διαθέτη, πατρός των αναιρεσειόντων και συζύγου της απολειπομένης αναιρεσίβλητης, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε.
Επομένως, δεν υπέπεσε στην αποδιδομένη πλημμέλεια από τους αριθ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο τέταρτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως με τον οποίον οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος με το οποίο, υπό την επίκληση των ως άνω πλημμελειών πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται λόγω απουσίας από την παρούσα δίκη της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-2-2009 αίτηση και τους από 27-9-2010 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως κατά της υπ'αριθ.1500/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Ιουνίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ